133/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασίλειο Λυκούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ανδρέα Δουλγεράκη, Νικόλαο Πάσσο, Δημήτριο Κόμη και Στυλιανή Γιαννούκου, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated133/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Εξ άλλου, από την διάταξη του άρθ. 671 § 1 εδ. δ' ΚΠολΔ, με την οποία ορίζεται ότι: "Ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον ειρηνοδίκη ή συμβολαιογράφου λαμβάνονται υπόψη, μόνο αν έγιναν ύστερα από προηγούμενη κλήτευση του αντιδίκου πριν από 24 τουλάχιστον ώρες", σε συνδυασμό με το άρθ. 270 παρ. 2γ' ΚΠολΔ, που ορίζει ότι: "Ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον ειρηνοδίκη ή συμβολαιογράφου ...
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 133 / 2014 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 133/2014
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασίλειο Λυκούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ανδρέα Δουλγεράκη, Νικόλαο Πάσσο, Δημήτριο Κόμη και Στυλιανή Γιαννούκου, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, την 1η Οκτωβρίου 2013, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Α. Α. του Κ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Πάσχο.
Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ELCO Β. ΑΕ", που εδρεύει στη ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Χατζηαποστόλου.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 30-5-2007 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3143/2009 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 5134/2012 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 21-11-2012 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Στυλιανή Γιαννούκου διάβασε την από 20-9-2013 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη όλων των λόγων της από 21-11-2012 αίτησης, για αναίρεση της 5134/2012 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Σύμφωνα με τον αριθ. 11 περ. α' του άρθ. 559 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που ο νόμος δεν επιτρέπει. Κατά δε τη διάταξη του άρθ. 529 § 1 εδαφ. α' ΚΠολΔ, το οποίο κατ' άρθ. 591 εδ. α' του ίδιου Κώδικα εφαρμόζεται και στην ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών, αφού δεν αντιβαίνει στις ειδικές διατάξεις των άρθ. 670 και 671 αυτού, που εφαρμόζονται και στην κατ' έφεση δίκη (άρθ. 681 ΚΠολΔ) και έτσι ρυθμίζουν και την ενώπιον του Εφετείου απόδειξη και στην διαδικασία αυτή: "Στην κατ' έφεση δίκη επιτρέπεται να γίνει επίκληση και προσαγωγή νέων αποδεικτικών μέσων".
Εξ άλλου, από την διάταξη του άρθ. 671 § 1 εδ. δ' ΚΠολΔ, με την οποία ορίζεται ότι: "Ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον ειρηνοδίκη ή συμβολαιογράφου λαμβάνονται υπόψη, μόνο αν έγιναν ύστερα από προηγούμενη κλήτευση του αντιδίκου πριν από 24 τουλάχιστον ώρες", σε συνδυασμό με το άρθ. 270 παρ. 2γ' ΚΠολΔ, που ορίζει ότι: "Ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον ειρηνοδίκη ή συμβολαιογράφου ...
λαμβάνονται υπόψη το πολύ τρεις για κάθε πλευρά ..." και την διάταξη του άρθ. 591 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα, με την οποία ορίζεται ότι τα άρθ. 1 - 590 Κ.Πολ.Δ., εφαρμόζονται και στις ειδικές διαδικασίες, εκτός αν αντιβαίνουν προς τις ειδικές διατάξεις των διαδικασιών αυτών, προκύπτει ότι στις διαδικασίες αυτές, στις οποίες περιλαμβάνεται και εκείνη των εργατικών διαφορών, το δικαστήριο λαμβάνει υπόψη ένορκες βεβαιώσεις που προσκομίζονται νόμιμα με επίκληση και που έχουν συνταχθεί με την τήρηση των νομίμων διατυπώσεων, έστω και αν αυτές υπερβαίνουν αριθμητικά τις τρεις.
Η γενική διάταξη του άρθ. 270 ΚΠολΔ δεν μπορεί να εφαρμοσθεί, διότι στην ως άνω ειδική διάταξη του άρθ. 671 § 1 εδ. δ' Κ.Πολ.Δ., ορίζεται για το επίμαχο θέμα άλλως, εφόσον δεν τίθεται ο προαναφερόμενος αριθμητικός περιορισμός και δεν αποκλείονται, κατά συνέπεια, οι πέραν των τριών ένορκες βεβαιώσεις, οι οποίες, επομένως, δεν αποτελούν αποδεικτικά μέσα που δεν επιτρέπει ο νόμος.
Εξάλλου, κατά την έννοια της ρηθείσας διάταξης του άρθρου 671 παρ. 1 εδ. δ' του Κ.Πολ.Δ., μοναδική προϋπόθεση για το παραδεκτό της εκτιμήσεως τέτοιων βεβαιώσεων κατά την διαδικασία των εργατικών διαφορών, αποτελεί η προηγούμενη, πριν από 24 τουλάχιστον ώρες, κλήτευση του αντιδίκου του προκαλέσαντος την εξέταση διαδίκου.
Συνεπώς είναι παραδεκτές, κατά την πιο πάνω ειδική διαδικασία, ένορκες βεβαιώσεις, υπό την προϋπόθεση που αναφέρθηκε.
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο της αίτησης, κατά το πρώτο σκέλος του, ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση, την εκ του άρθρου 559 αρ. 11α' Κ.Πολ.Δ. πλημμέλεια, με την αιτίαση ότι το Εφετείο απαράδεκτα έλαβε υπόψη του τέσσερις ένορκες βεβαιώσεις (υπ' αριθμ. 19703, 19704, 19705/13-11-2008 και 85/2012) που προσκόμισε η αναιρεσίβλητη, καθ' υπέρβαση του νομίμου αριθμητικού ορίου των τριών που τάσσεται από τη διάταξη του άρθρου 270 παρ. 2 εδαφ.
γ' Κ.Πολ.Δ. Ο λόγος αυτός, προκειμένης διαφοράς, η οποία εξεδικάσθη κατά την ειδική διαδικασία των άρθρων 663 - 676 Κ.Πολ.Δ, όπως τούτο προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης και των διαδικαστικών εγγράφων, στην οποία εργατική διαδικασία δεν υφίσταται αντίστοιχος αριθμητικός περιορισμός.
είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα. Ο ίδιος λόγος, κατά το τρίτο σκέλος του, με το οποίο ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση, την ίδια αναιρετική πλημμέλεια (εκ του άρθρου 559 αρ. 11 α' Κ.Πολ.Δ.), με την αιτίαση ότι η 85/2012 ένορκη βεβαίωση δεν έπρεπε να ληφθεί υπόψη διότι αυτή "δεν ελήφθη τουλάχιστον μίαν ημέρα προ της δικασίμου, αλλά την ίδια ημέρα", είναι απορριπτέος ομοίως ως αβάσιμος.
Και τούτο διότι, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, για την εν λόγω ένορκη βεβαίωση, η οποία προσκομίσθηκε με επίκληση το πρώτον ενώπιον του Εφετείου, τηρήθηκε η μοναδική τασσόμενη από τη διάταξη του άρθρου 671 παρ. 1 εδ. δ' του Κ.Πολ.Δ., προϋπόθεση για το παραδεκτό της εκτιμήσεώς της, δηλαδή η προηγούμενη, πριν από 24 τουλάχιστον ώρες, κλήτευση του αναιρεσείοντος, το οποίο ουδόλως αμφισβητείται απ' αυτόν, χωρίς να απαιτείται άλλη προϋπόθεση, κατά τα προεκτεθέντα.
Από τις διατάξεις των άρθρων 62, 64 παρ. 2, 339, 409 παρ. 1 και 2, 410 παρ. 3 και 415 έως 420 Κ.Πολ.Δ. και 61, 65, 67 και 70 του Α.Κ. συνάγεται ότι δεν μπορεί να είναι μάρτυρας, αφού δεν είναι τρίτος και δεν μπορεί γι' αυτό να έχει (καταρχήν τουλάχιστον) την αντικειμενικότητα του τρίτου, ο διάδικος και, για την ταυτότητα του λόγου, ο νόμιμος εκπρόσωπος διαδίκου νομικού προσώπου ή το μέλος της διοικήσεως αυτού.
Τούτο συνάγεται ιδίως από το ως άνω άρθρο 415 του Κ.Πολ.Δ. που προβλέπει ως αποδεικτικό μέσο την εξέταση των διαδίκων ή των νομίμων εκπροσώπων, των εκ των διαδίκων νομικών προσώπων ή των μελών της διοικήσεώς τους, αλλ' η εξέταση αυτή δεν αποτελεί μαρτυρία, αλλά ίδιο (επώνυμο) αποδεικτικό μέσο, επιτρεπόμενο όταν τα πραγματικά γεγονότα δεν αποδείχθηκαν καθόλου ή αποδείχθηκαν ατελώς από τα υπόλοιπα αποδεικτικά μέσα.
Υπό την αντίθετη εκδοχή, θα ήταν δυνατό να εξετάζεται το ίδιο πρόσωπο ως μάρτυρας και στη συνέχεια ως διάδικος ή ως εκπρόσωπος ή ως μέλος της διοικήσεως διαδίκου - λύση προδήλως άτοπη (Ολ.ΑΠ 745/2007, ΑΠ 1312/2002).
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον ίδιο πρώτο λόγο της αίτησης, κατά το δεύτερο σκέλος του, ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την εκ του άρθρου 559 αρ. 11α' Κ.Πολ.Δ., αναιρετική πλημμέλεια με την αιτίαση ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που ο νόμος δεν επιτρέπει και συγκεκριμένα την ίδια 85/2012 ένορκη βεβαίωση του νομίμου εκπροσώπου της αναιρεσίβλητης Π. Β.. Ο λόγος αυτός, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, καθόσον από τα έγγραφα που προσκομίσθηκαν, ουδόλως προκύπτει ότι ο Π. Β., κατά το χρόνο που δόθηκε η εν λόγω ένορκη βεβαίωση, ήταν νόμιμος εκπρόσωπος της αναιρεσίβλητης.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, δηλαδή με την απόδοση στον κανόνα δικαίου έννοιας μη αληθινής ή μη αρμόζουσας ή έννοιας περιορισμένης ή στενής, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.ΑΠ 7/2006, 4/2005).
Κατά δε τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ο προβλεπόμενος απ' αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) (Ολ.ΑΠ 1/1999).
Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.
Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 648 επ. Α.Κ. και 6 του Ν. 765/1943, που κυρώθηκε με την ΠΥΣ 324/1946 και διατηρήθηκε σε ισχύ και μετά την εισαγωγή του Α.Κ. (άρθρο 38 ΕισΝΑΚ) συνάγεται ότι σύμβαση εξαρτημένης εργασίας υπάρχει, όταν οι συμβαλλόμενοι αποβλέπουν στην παροχή της συμφωνηθείσας εργασίας, που είναι ο κύριος σκοπός της εργασιακής σύμβασης και στο μισθό, ανεξάρτητα από τον τρόπο πληρωμής του και ο εργαζόμενος υπόκειται σε νομική και προσωπική εξάρτηση από τον εργοδότη.
Η εξάρτηση αυτή εκδηλώνεται με το δικαίωμα του τελευταίου να δίνει δεσμευτικές για τον εργαζόμενο εντολές και οδηγίες ως προς τον τρόπο, τόπο και χρόνο παροχής της εργασίας και ν' ασκεί εποπτεία και έλεγχο για τη διαπίστωση της συμμορφώσεως του εργαζομένου προς αυτές. Η υποχρέωση μάλιστα του εργαζομένου να δέχεται τον έλεγχο του εργοδότη και να συμμορφώνεται προς τις οδηγίες του ως προς τον τρόπο παροχής της εργασίας αποτελεί το βασικό γνώρισμα της εξάρτησης αυτής, η οποία μπορεί να είναι χαλαρότερη στις περιπτώσεις που ο εργαζόμενος αναπτύσσει πρωτοβουλία κατά την εκτέλεση της εργασίας του λόγω των επιστημονικών ή ειδικών γνώσεών του και του αντικειμένου της εργασίας, αλλά θα πρέπει να υπάρχει για να θεωρηθεί η εργασία ως εξαρτημένη.
Αντίθετα, σύμβαση ανεξαρτήτων υπηρεσιών στην οποία δεν εφαρμόζονται οι διατάξεις του εργατικού δικαίου, υπάρχει όταν ο εργαζόμενος παρέχει αντί μισθού τις υπηρεσίες του, χωρίς να υπόκειται στον έλεγχο και την εποπτεία του εργοδότη και να είναι υποχρεωμένος να συμμορφώνεται προς τις εντολές και οδηγίες αυτού, ιδίως ως προς τον τρόπο και το χρόνο παροχής των υπηρεσιών του.
Δηλαδή, βασικά κριτήρια για να κριθεί το πότε υφίσταται σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ή ανεξάρτητων υπηρεσιών είναι ο βαθμός πρωτοβουλίας που έχει ο παρέχων τις υπηρεσίες του στον αντισυμβαλλόμενο, κατά την εκτέλεση της σύμβασης, η μερική ή ολική επιλογή του χρόνου εκτέλεσης και το αν επιτρέπεται στον εργαζόμενο να εκφεύγει του εργοδοτικού ελέγχου.
Και στη σύμβαση αυτή, πάντως, υπάρχει κάποια δέσμευση και εξάρτηση, όπως συμβαίνει σε κάθε περίπτωση που αναλαμβάνονται υποχρεώσεις με ενοχική σύμβαση και γι' αυτό ακριβώς η συμμόρφωση του εργαζομένου προς τους όρους της συμβάσεώς του, που μπορούν να έχουν σχέση και με τον τόπο ή τα χρονικά πλαίσια παροχής της εργασίας, δεν υποδηλώνουν, χωρίς άλλο, εξάρτηση αυτού από τον εργοδότη με την έννοια που προεκτέθηκε.
Οπωσδήποτε το δικαίωμα του εργοδότη να δίνει εντολές και οδηγίες ως προς τον τρόπο, τον τόπο και το χρόνο παροχής της εργασίας και να ελέγχει τη συμμόρφωση του εργαζομένου προς αυτές, καθώς και η έκταση των αντίστοιχων υποχρεώσεων του τελευταίου, αποτελούν ενδεικτικά στοιχεία της ύπαρξης εξάρτησης, η οποία όμως δεν εξαρτάται μόνο από τη συνδρομή όλων ή των περισσοτέρων από τα στοιχεία αυτά.
Διότι εκείνο που διακρίνει την εξαρτημένη εργασία από την ανεξάρτητη δεν είναι το ποσοτικό στοιχείο, δηλαδή η σώρευση περισσοτέρων ενδείξεων δέσμευσης και εξάρτησης, αλλά το ποιοτικό, δηλαδή η ιδιαίτερη ποιότητα της δέσμευσης και εξάρτησης, η οποία έχει για τον υποβαλλόμενο σ' αυτή εργαζόμενο συνέπειες που καθιστούν απαραίτητη την ιδιαίτερη ρύθμιση της σχέσης του με τον εργοδότη και δικαιολογούν την ειδική προστασία από το εργατικό δίκαιο.
Το ποιοτικό αυτό στοιχείο συνάγεται από την εκτίμηση των όρων και των συνθηκών παροχής της εργασίας και διαφέρει κατά περίπτωση, ανάλογα με το είδος και τη φύση της εργασίας, συνδυαζόμενο δε με τις υφιστάμενες ενδείξεις εξάρτησης, παρέχει ασφαλέστερο κριτήριο για τη διάκριση της εξαρτημένης εργασίας από την ανεξάρτητη (Ολ.ΑΠ 28/2005, ΑΠ 1153, 297/2012).
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 1 παρ. 1 εδαφ. α' του νόμου 2639/1998 "Ρύθμιση εργασιακών σχέσεων ...", "Η μεταξύ εργοδότη και απασχολούμενου συμφωνία για παροχή υπηρεσιών ή έργου, για ορισμένο ή αόριστο χρόνο, ιδίως στις περιπτώσεις αμοιβής κατά μονάδα εργασίας (φασόν), τηλεργασίας, κατ' οίκον απασχόλησης, τεκμαίρεται ότι δεν υποκρύπτει σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, εφόσον η συμφωνία αυτή καταρτίζεται εγγράφως και γνωστοποιείται μέσα σε δεκαπέντε ημέρες στην οικεία επιθεώρηση εργασίας".
Ενώ, κατά την παράγραφο 2 του αυτού άρθρου "Μέσα σε διάστημα εννέα (9) μηνών από τη δημοσίευση του παρόντος νόμου, κάθε εργοδότης υποχρεούται να υποβάλει στην οικεία επιθεώρηση συγκεντρωτική κατάσταση, αναφορικά με τις υφιστάμενες συμφωνίες μεταξύ αυτού και των απασχολουμένων για παροχή υπηρεσιών ή έργου, στην οποία θα αναγράφονται η χρονολογία κατάρτισης των συμφωνιών αυτών και το ονοματεπώνυμο του απασχολουμένου.
Σε περίπτωση παραλείψεως υποβολής της κατάστασης αυτής θεωρείται ότι η σχετική συμφωνία υποκρύπτει σύμβαση εξαρτημένης εργασίας". Με τις διατάξεις αυτές, όπως σαφώς προκύπτει από τη διατύπωση και το περιεχόμενό τους, δεν επιχειρείται παρέμβαση του νομοθέτη στο ουσιαστικό μέρος των άνω συμβάσεων, έτσι ώστε αυτές να ερμηνεύονται αυθεντικά ως συμβάσεις έργου ή ανεξαρτήτων υπηρεσιών στις περιπτώσεις της παρ. 1 ή ως συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας στην περίπτωση της παραγράφου 2, αλλά απλά τόσο με τον όρο "τεκμαίρεται" της πρώτης παραγράφου, όσο και με τον ταυτόσημο όρο "θεωρείται" της δεύτερης παραγράφου, καθιερώνονται μαχητά τεκμήρια, υπέρ του ότι, στην μεν πρώτη περίπτωση δεν υποκρύπτεται στη μεταξύ εργοδότη και εργαζομένου συμφωνία, σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, στη δε δεύτερη ότι πράγματι υποκρύπτεται τέτοια σύμβαση, και συνεπώς παρέχεται δυνατότητα ανταπόδειξης (άρθρο 338 παρ. 2 του ΚΠολΔ).
Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε, μεταξύ των άλλων και τα ακόλουθα: "Ο ενάγων (σημ: εδώ αναιρεσείων) ... πτυχιούχος της ΑΣΟΕ, προσλήφθηκε το έτος 1967 από την εναγομένη (σημ: εδώ αναιρεσίβλητη) ... με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου ως υπάλληλος του λογιστηρίου της ...
Από το έτος 1982 ανατέθηκε σ' αυτόν η οικονομική διεύθυνση της μητρικής εταιρείας, μετά τη διάσπαση αυτής κατά τα έτη 1994 - 1995 σε δύο κλάδους τον εμπορικό και τον βιομηχανικό, συνέχισε να προσφέρει τις ως άνω υπηρεσίες του στον βιομηχανικό κλάδο ... ως οικονομικός διευθυντής - προϊστάμενος λογιστηρίου μέχρι 1-8-2000, οπότε η εναγομένη κατήγγειλε τη σύμβαση εργασίας, λόγω συνταξιοδοτήσεώς του.
Μετά τη συνταξιοδότηση του ... συμφώνησε με το νόμιμο εκπρόσωπο της εναγομένης Π. Β. να συνεχίσει να προσφέρει τις υπηρεσίες του στην εναγομένη ως εξωτερικός συνεργάτης αυτής. Σύμφωνα με τη σύμβαση αυτή οι υπηρεσίες που θα προσέφερε ο ενάγων στην εναγομένη θα ήταν η άσκηση γενικής εποπτείας στο λογιστήριο και κυρίως θα επέβλεπε και θα ρύθμιζε τα θέματα της μισθοδοσίας του προσωπικού και γενικά όλες τις πληρωμές της εναγομένης εταιρίας.
Κατά την παροχή των υπηρεσιών του δεν τηρούσε συγκεκριμένο ωράριο εργασίας, αλλά καθόριζε ο ίδιος την ώρα προσέλευσης και αποχώρησης στις εγκαταστάσεις της εναγομένης, ανάλογα με τις εργασίες που έπρεπε να διεκπεραιώσει, αλλά και τις άλλες υποχρεώσεις του, με άλλους πελάτες του, καθόσον διατηρούσε παράλληλα γραφείο επί της οδού ...
στην Αθήνα και ασκούσε το επάγγελμα του συμβούλου επιχειρήσεων. Άλλωστε η εναγομένη διατηρούσε οργανωμένο λογιστήριο στο οποίο απασχολούνταν 10 - 11 άτομα και μάλιστα τον Ιούνιο του 2001 προσέλαβε τον Π. Ν. προκειμένου να προσφέρει σ' αυτή τις υπηρεσίες του ως προϊστάμενος λογιστηρίου και πριν από αυτόν είχε προσλάβει για την ίδια θέση τον Γ.
Τ. (θέση την οποία κατείχε μέχρι της συνταξιοδοτήσεώς του ο ενάγων), ώστε δεν ήταν απαραίτητο να απασχολείται ο ενάγων στο λογιστήριο με πλήρες ωράριο. Γενικά ο ενάγων καθόριζε κατά τη σύμβαση ελευθέρως και κατά την δική του κρίση τον τρόπο και τον χρόνο της παροχής των υπηρεσιών του στην εναγομένη, χωρίς να τελεί σε εξάρτηση με αυτή, η οποία δεν παρείχε σ' αυτόν οδηγίες και εντολές σχετικά με τις υπηρεσίες που προσέφερε, ενδιαφερομένης μόνο για την επίτευξη του αποτελέσματος.
Περαιτέρω, όσον αφορά την αμοιβή του, είχε συμφωνηθεί να αμείβεται κατ' αποκοπήν, ανάλογα με τον χρόνο απασχόλησής του στην εναγομένη και σύμφωνα με την καλή πίστη, τα συναλλακτικά ήθη και κατ' αναλογία με τις χρεώσεις σε άλλους πελάτες του. Προς το σκοπό αυτό θα εξέδιδε κατά διαστήματα διπλότυπες αποδείξεις παροχής υπηρεσιών, καθεμιά δε από αυτές θα εξοφλούσε το προηγούμενο της έκδοσής τους χρονικό διάστημα κατά το ποίο είχε προσφέρει τις υπηρεσίες του στην εναγομένη.
Κατά το χρονικό διάστημα από 1-8-2000 έως 30-6-2003, κατά το οποίο ο ενάγων προσέφερε τις υπηρεσίες του στην εναγομένη ως ελεύθερος συνεργάτης αυτής, εξέδωσε μια σειρά διπλότυπων αποδείξεων παροχής υπηρεσιών από τα στοιχεία που είχε θεωρήσει στην ΙΑ' Δ.Ο.Υ. Αθηνών, τις οποίες κατέθεσε στο λογιστήριο της εναγομένης και πληρώθηκε με τα ποσά που αναγράφονταν σε αυτές, πλέον του αναλογούντος ΦΠΑ, αφού προηγουμένως έγινε παρακράτηση του φόρου εισοδήματος από 20% επί της αμοιβής του.
Συγκεκριμένα ο ενάγων κατά το παραπάνω χρονικό διάστημα εξέδωσε τις ακόλουθες διπλότυπες αποδείξεις παροχής υπηρεσιών: 1) την υπ' αριθμ. 199/30-8-2000, ποσού δραχμών 2.400.000, πλέον ΦΠΑ 432.000 δρχ. και συνολικά 2.832.000 δρχ., 2) την υπ' αριθμ. 203/29-9-2000 ποσού δρχ. 1.900.000, πλέον ΦΠΑ 342.000 δρχ. και συνολικά 2.242.000 δρχ., 3) την υπ' αριθμ. 211/1-11-2000, ποσού δραχμών 2.400.000, πλέον ΦΠΑ 432.000 δρχ.
και συνολικά 2.832.000 δρχ., 4) την υπ' αριθμ. 216/14-12-2000, ποσού δραχμών 5.100.000, πλέον ΦΠΑ 918.000 δρχ. και συνολικά 6.018.000 δρχ., 5) την υπ' αριθμ. 235/2-2-2001, ποσού δραχμών 4.800.000, πλέον ΦΠΑ 864.000 δρχ. και συνολικά 5.664.000 δρχ., 6) την υπ' αριθμ. 237/2-3-2001 ποσού δραχμών 4.800.000, πλέον ΦΠΑ 864.000 δρχ. και συνολικά 5.664.000 δρχ., 7) την υπ' αριθμ. 240/2-4-2001, ποσού δραχμών 3.600.000, πλέον ΦΠΑ 648.000 δρχ.
και συνολικά 4.248.000 δρχ., 8) την υπ' αριθμ. 243/3-5-2001 ποσού, δραχμών 2.400.000, πλέον ΦΠΑ 432.000 δρχ. και συνολικά 2.832.000 δρχ., 9) την υπ' αριθμ. 247/30-5-2001, ποσού δραχμών 2.400.000, πλέον ΦΠΑ 432.000 δρχ. και συνολικά 2.832.000 δρχ., 10) την υπ' αριθμ. 248/17-7-2001, ποσού δραχμών 3.600.000, πλέον ΦΠΑ 648.000 δρχ. και συνολικά 4.248.000 δρχ., 11) την υπ' αριθμ. 290/17-1-2002, ποσού ευρώ 14.000, πλέον ΦΠΑ 2.520 ευρώ και συνολικά 16.520 ευρώ, 12) την υπ' αριθμ. 292/1-3-2002, ποσού ευρώ 14.000, πλέον ΦΠΑ 2.520 ευρώ και συνολικά 16.520 ευρώ, 13) την υπ' αριθμ. 295/2-5-2002, ποσού ευρώ 17.500, πλέον ΦΠΑ 3.150 ευρώ και συνολικά 20.650 ευρώ, 14) την υπ' αριθμ. 298/12-6-2002, ποσού ευρώ 7.000, πλέον ΦΠΑ 1.260 ευρώ και συνολικά 8.260 ευρώ, 15) την υπ' αριθμ. 306/2-8-2002, ποσού ευρώ 8.260 συνολικά, από το οποίο 7.000 ευρώ η αμοιβή και 1.260 ευρώ ΦΠΑ επί της αμοιβής, 16) την υπ' αριθμ. 307/17-9-2002, ποσού ευρώ 11.800 συνολικά, από το οποίο 10.000 ευρώ η αμοιβή και 1.800 ευρώ ΦΠΑ επί της αμοιβής, 17) την υπ' αριθμ. 309/2-10-2002 ποσού ευρώ 11.800 συνολικά ...
και 19) την υπ' αριθμ. 347/16-4-2003 ποσού ευρώ 12.390 συνολικά ... Σε όλες τις παραπάνω αποδείξεις που εξέδωσε ο ενάγων, ανέγραφε ως αιτιολογία για τη λήψη των αναφερομένων σ' αυτές αμοιβών "για λογιστικές και φορολογικές υπηρεσίες" ... . Ο ενάγων έλαβε για τις υπηρεσίες που προσέφερε στην εναγομένη συνολικά για το έτος 2000 το ποσό των 11.800.000 ή 34.629,49 ευρώ, για το έτος 2001 το ποσό των 63.389,58 ευρώ, για το έτος 2002 το ποσό των 79.500 ευρώ και για το έτος 2003 το ποσό των 20.500 ευρώ και συνολικά 198.019,07 ευρώ πλέον ΦΠΑ, όπως τούτο δεν αμφισβητείται και από τον ενάγοντα.
Επομένως η εναγομένη κατέβαλε όλα τα ποσά που αναφέρονται στις αποδείξεις που αυτός εξέδωσε. Ενόψει όλων... η συνδέουσα τον ενάγοντα με την εναγομένη σχέση είχε το χαρακτήρα της συμβάσεως ανεξαρτήτων υπηρεσιών, επί της οποίας δεν έχουν εφαρμογή οι διατάξεις του εργατικού δικαίου και όχι της συμβάσεως εξαρτημένης εργασίας εφόσον δεν υπήρχε εποπτεία και έλεγχος της εναγομένης κατά τη διάρκεια της προσφοράς των υπηρεσιών του ενάγοντος.
Περί των ανωτέρω με σαφήνεια και βεβαιότητα κατέθεσε ο μάρτυρας Κ.Π. της εναγομένης στο ακροατήριο και οι μάρτυρες ... της εναγομένης των οποίων οι καταθέσεις περιέχονται στις ένορκες βεβαιώσεις. Η κρίση δε αυτή ενισχύεται και από το γεγονός ότι ο ενάγων κατά το ένδικο χρονικό διάστημα δεν καταχωριζόνταν στις καταστάσεις προσωπικού της εναγομένης.
Επίσης οι παραπάνω διπλότυπες αποδείξεις παροχής υπηρεσιών που εξέδωσε ο ενάγων δεν έχουν εκδοθεί κάθε συγκεκριμένο μήνα για το ποσό των 2.400.000 δρχ., το οποίο κατά τους ισχυρισμούς του ενάγοντος, ήταν ο μηνιαίος μισθός που κατέβαλε σ' αυτόν η εναγομένη, ή για κάθε συγκεκριμένο έτος, αλλά, αφορούν διάφορα χρονικά διαστήματα και διάφορα ποσά.
Άλλωστε από την αρίθμηση των εκδοθεισών αποδείξεων και τα κενά στους αριθμούς που μεσολαβούν μεταξύ αυτών προκύπτει ότι ο ενάγων κατά το ένδικο χρονικό διάστημα εξέδωσε για τις υπηρεσίες του προς την εναγομένη 19 αποδείξεις και για τους λοιπούς πελάτες του 129 αποδείξεις και επομένως είχε και πολλούς άλλους πελάτες τους οποίους εξυπηρετούσε, εκδίδοντας αντίστοιχες αποδείξεις παροχής υπηρεσιών, αφού ο ίδιος ήδη από το έτος 1972 διατηρούσε γραφείο επί της οδού ...
στην Αθήνα, ασκών το επάγγελμα του συμβούλου επιχειρήσεων. Στις εν λόγω δε αποδείξεις που εξέδωσε δεν διατύπωσε κάποια επιφύλαξη, αλλά ούτε και στα σχετικά εντάλματα πληρωμής που εξέδωσε η εναγομένη, ώστε να προκύπτει ότι δεν εκδίδεται η συγκεκριμένη απόδειξη σε εξόφληση, αλλά ότι υπάρχει και υπόλοιπο οφειλής.
Σημειωτέον ότι ο ενάγων ήγειρε την υπό κρίση αγωγή, μετά την πάροδο τεσσάρων ετών, από το χρόνο (30-6-2003) που έπαυσε να παρέχει τις υπηρεσίες του στην εναγομένη, χωρίς ποτέ μέχρι τότε να διεκδικήσει τις ένδικες αξιώσεις και αφού προηγουμένως η τελευταία είχε καταθέσει εναντίον αυτού και άλλων εργαζομένων στο λογιστήριο, την από 22-12-2004 μήνυση, κατόπιν της οποίας εκδόθηκε το υπ' αριθμ. 3133/2009 βούλευμα του συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών, με το οποίο παραπέμπεται αυτός, με άλλους υπαλλήλους του λογιστηρίου της εναγομένης, ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου (Κακουργημάτων) ...
για να δικασθεί για το αδίκημα της απάτης κατ' εξακολούθηση και κατά συναυτουργία ... κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια. Αντίθετη κρίση δεν μπορεί να συναχθεί από την κατάθεση της μάρτυρος Ε.Μ. του ενάγοντος στο ακροατήριο και... στις ένορκες βεβαιώσεις που ελήφθηκαν με επιμέλειά του οι οποίες ... δεν κρίνονται πειστικές διότι αναιρούνται από τα παραπάνω αποδεικτικά στοιχεία.
Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο που έκρινε ότι η συνδέουσα τον ενάγοντα με την εναγομένη σχέση είχε το χαρακτήρα συμβάσεως εξαρτημένης εργασίας και ακολούθως δέχθηκε τις αγωγικές αξιώσεις ... έσφαλε ...". Υπό τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο, προέβη σε ορθή υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών - που αναιρετικώς ανέλεγκτα έκρινε αποδεδειγμένα - στις αναφερθείσες διατάξεις ουσιαστικού δικαίου των άρθρων 648 επ.
ΑΚ και 6 ν. 765/1943, που κυρώθηκε με την ΠΥΣ 324/1946 και διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 38 ΕισΝΑΚ, άρθρ. 1 παρ. 1 εδαφ. α' ν. 2639/1998, που εφάρμοσε, τις οποίες δεν παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή. Διέλαβε δε σχετικώς στην απόφασή του σαφείς επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθότητα ή μη της εφαρμογής των νομικών αυτών κανόνων και στηρίζουν το διατακτικό της και ειδικότερα:
Α) Ως προς την ουσιαστική αβασιμότητα του αγωγικού ισχυρισμού ότι η συνδέουσα τα διάδικα μέρη σύμβαση μετά τη συνταξιοδότηση του ενάγοντος, ήταν αυτή της συμβάσεως εξαρτημένης εργασίας. Β) Ως προς την ουσιαστική βασιμότητα του ισχυρισμού της εναγομένης ότι αντιθέτως, ο ενάγων μετά τη συνταξιοδότησή του, συνδέονταν με αυτή με σύμβαση παροχής ανεξαρτήτων υπηρεσιών, με την παραδοχή:
πρωτοβουλίας και ελευθερίας του ενάγοντος, κατά την εκτέλεση των καθηκόντων του, επιλογής του τρόπου και χρόνου εκτέλεσης των κατά μεγάλο μέρος, αποφυγή του εργοδοτικού ελέγχου σχετικά με τον τρόπο και χρόνο προσφοράς των άνω υπηρεσιών του και έλλειψη εξαρτήσεώς του από την εναγομένη, τα οποία προσιδιάζουν στη σύμβαση παροχής ανεξαρτήτων υπηρεσιών, με την εκτεθείσα στην αρχή της παρούσας έννοια.
Γ) Ως προς την ουσιαστική βασιμότητα του ισχυρισμού της εναγομένης ότι για τις ανεξάρτητες υπηρεσίες που προσέφερε σ' αυτήν ο ενάγων, συμφωνήθηκε μεταξύ των διαδίκων αμοιβή του "κατ' αποκοπή" και έλαβε χώρα εξόφληση όλων των προς τούτο εκδοθεισών από τον ίδιο διπλότυπων αποδείξεων παροχής υπηρεσιών, που κατέθεσε στο Λογιστήριο της εναγομένης, χωρίς διατύπωση επιφύλαξης τόσο στις εν λόγω αποδείξεις, όσο και στα σχετικά εντάλματα πληρωμής που εξέδωσε η εναγομένη προς εξόφλησή τους, ότι παρέμεινε ανεξόφλητο ποσό, από την εν λόγω αιτία, διαλαμβάνουσα προς τούτο τις προεκτεθείσες σαφείς και πλήρεις αιτιολογίες.
Δ) Εξ άλλου, η μη τήρηση στη συγκεκριμένη περίπτωση, των διαγραφόμενων από το άρθρο 1 παρ. 1 εδαφ. α' του ν. 2639/1998 τυπικών προϋποθέσεων, δεν οδηγεί σε αντίθετη παραδοχή, αφού κατά του καθιερουμένου με τη διάταξη αυτή "μαχητού τεκμηρίου", εχώρησε ανταπόδειξη κατά τα προεκτεθέντα. Συνακόλουθα, τα αντίθετα υποστηριζόμενα από τον αναιρεσείοντα με τον τρίτο αναιρετικό λόγο, κατά το πρώτο, τέταρτο και πέμπτο σκέλος του, με τον τέταρτο και πέμπτο αναιρετικό λόγο εκ του άρθρου 559 αρ. 1 και 19 ΚΠολΔ είναι αβάσιμα.
Με τις λοιπές δε διαλαμβανόμενες στους λόγους αυτούς αιτιάσεις και υπό την επίκληση των άνω πλημμελειών, πλήττεται απαραδέκτως η ανεπίδεκτη αναιρετικού ελέγχου εκτίμηση των αποδείξεων από το δικαστήριο της ουσίας. Εξ άλλου, ο πέμπτος λόγος του αναιρετηρίου, κατά το μέρος αυτού, με το οποίο προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η εκ του άρθρου 559 αρ. 1 Κ.Πολ.Δ., πλημμέλεια με την αιτίαση ότι το Εφετείο παραβίασε τις διατάξεις του άρθρου 648 ΑΚ και άρθρο 2 εδ.
α' της Διεθνούς Συνδιασκέψεως Εργασίας της Ουασιγκτώνος, που κυρώθηκε με τον ν. 2269 της 24 Ιουν./1 Ιουλ. 1920, είναι απορριπτέος ως επί εσφαλμένης προϋποθέσεως θεμελιούμενος, ελλείψει συμβάσεως εξαρτημένης εργασίας, μετά τη συνταξιοδότησή του. Τέλος, το ότι δεν γίνεται ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση κάποιου αποδεικτικού μέσου, σε αντίθεση με άλλα που ειδικά μνημονεύονται λόγω της κατά την ελεύθερη κρίση του δικαστηρίου μεγαλύτερης σημασίας τους, δεν θεμελιώνει τον ανωτέρω εκ του άρθρου 559 αρ. 19 Κ.Πολ.Δ., λόγο αναίρεσης, ούτε άλλωστε ελλείψεις αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, κατά τα εκτεθέντα.
Συνακόλουθα, ο έβδομος λόγος του αναιρετηρίου, με τον οποίο προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, η ρηθείσα αναιρετική πλημμέλεια (εκ του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ), κατά την επιτρεπτή νοηματική του απόδοση, με την αιτίαση ότι το Εφετείο, προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα, στήριξε την κρίση του στις καταθέσεις των μαρτύρων της εναγομένης και όχι στις καταθέσεις των μαρτύρων του ενάγοντος και δεν "διαλαμβάνει αιτιολογία, διατί πείσθηκε από τα εν λόγω αποδεικτικά μέσα", και κατά τούτο παραβίασε και τη διάταξη του άρθρου 6 ΕΣΔΑ, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.
Και τούτο διότι, με βάση τις προεκτεθείσες παραδοχές της προσβαλλόμενης, η τελευταία διαλαμβάνει αιτιολογίες μετά συναξιολόγηση όλων των αποδεικτικών μέσων, το δε αποδεικτικό της πόρισμα διατυπώνεται σαφώς. Ο εκ του άρθρου 559 αρ. 10 του Κ.Πολ.Δ., λόγος αναιρέσεως ότι το δικαστήριο, παρά το νόμο δέχθηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη, απορρίπτεται ως αβάσιμος, όταν από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι, το δικαστήριο σχημάτισε την κρίση του από τα μνημονευόμενα σ' αυτήν (απόφαση) αποδεικτικά μέσα.
Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφαση, όπως απ' αυτήν προκύπτει, αφού έλαβε υπόψη όλα τα μνημονευόμενα σ' αυτή αποδεικτικά μέσα, δηλαδή "Τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων που εξετάστηκαν ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου ... τις νομίμως προσκομιζόμενες με επίκληση και νομοτύπως ληφθείσες υπ' αριθμ. 2159, 2160/2009 ... 19703, 19704, 19705/2008.... 85/2012 ένορκες βεβαιώσεις καθώς και το σύνολο των εγγράφων που νομίμως επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, που αξιολογούνται είτε ως αυτοτελή αποδεικτικά μέσα προς άμεση απόδειξη ... είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων ...", σχημάτισε την αποδεικτική του κρίση και κατέληξε στο αποδεικτικό του πόρισμα. Επομένως, δεν δέχθηκε παρά το νόμο πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά, χωρίς απόδειξη και ειδικότερα τα σχετικά με τη συμφωνηθείσα "κατ' αποκοπή" αμοιβή του ενάγοντος, και ο περί του αντιθέτου τρίτος αναιρετικός λόγος, κατά το δεύτερο εκ του άρθρου 559 αρ. 10 Κ.Πολ.Δ., σκέλος του, είναι αβάσιμος.
Περαιτέρω, από την παραδεκτή επισκόπηση και την εκτίμηση των, ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, εγγράφων προτάσεων της εναγομένης προκύπτει ότι σ' αυτές διαλαμβάνονται ως πραγματικοί ισχυρισμοί όλα τα περιστατικά που δέχθηκε το Εφετείο ως αποδεδειγμένα, κατά τα ανωτέρω, αναφορικά με τη συμφωνηθείσα "κατ' αποκοπή" αμοιβή του ενάγοντος, και τα οποία, αληθή υποτιθέμενα, συγκροτούν το πραγματικό της εφαρμοσθείσας διατάξεως.
Κατά συνέπεια, η προβολή του ισχυρισμού αυτού έγινε ορισμένως και η προσβαλλόμενη απόφαση που έκρινε ομοίως, δεν έσφαλε. Συνακόλουθα, ο περί του αντιθέτου, τρίτος, κατά το τρίτο σκέλος του εκ του άρθρου 559 αρ. 14 Κ.Πολ.Δ., λόγος του αναιρετηρίου, είναι αβάσιμος. Κατά το άρθρο 352 ΚΠολΔ, η ομολογία του διαδίκου, προφορική ή γραπτή, ενώπιον του δικαστηρίου που δικάζει ή του εντεταλμένου δικαστή, αποτελεί πλήρη απόδειξη εναντίον εκείνου που ομολόγησε.
Από τη διάταξη αυτή συνάγεται ότι η ως άνω δικαστική ομολογία πρέπει να γίνεται μόνον κατά τον διαγραφόμενο από την παραπάνω διάταξη τύπο, ο οποίος συνίσταται σε δήλωση ενώπιον του δικαστηρίου που δικάζει την υπόθεση ή εκτός ακροατηρίου ενώπιον εντεταλμένου δικαστή, προφορική ή έγγραφη. Ως δικαστήριο που δικάζει την υπόθεση νοείται το δικαστήριο στο οποίο εκκρεμεί η υπόθεση κατά το χρόνο που έγινε η ομολογία.
Κατά δε την παράγραφο 2 της ίδιας διατάξεως "Το δικαστήριο εκτιμά ελεύθερα την εξώδικη ομολογία".
Στην προκειμένη περίπτωση, με το δεύτερο λόγο του αναιρετηρίου, κατά το πρώτο σκέλος του, αποδίδεται στην προσβαλλομένη η πλημμέλεια της παραβιάσεως του νόμου σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων (κατ' άρθρο 559 αρ. 12 Κ.Πολ.Δ.) και ειδικότερα ότι δεν έλαβε υπόψη την γενομένη "εις την μήνυσιν, το σημείωμα και το Υπόμνημα του νομίμου εκπροσώπου της αντιδίκου Π. Β." δικαστική ομολογία, αναφορικά με τη συνδέουσα τα διάδικα μέρη σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, μετά τη συνταξιοδότησή του, ως και στο υπ' αριθμ. 2104/2000 ΦΕΚ (Τεύχος ΑΕ και ΕΠΕ), όπως ειδικότερα τα εν λόγω έγγραφα προσδιορίζονται στο αναιρετήριο. Πλην όμως, τα ανωτέρω δεν εμπίπτουν στην έννοια της δικαστικής ομολογίας, εφόσον δεν έλαβαν χώρα ενώπιον του δικάζοντος την υπόθεση δικαστηρίου ή εντεταλμένου προς τούτο δικαστού, σύμφωνα με τα εκτεθέντα, και κατ' ακολουθία ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως επί εσφαλμένης προϋποθέσεως θεμελιούμενος. Ο εκ του άρθρου 559 αρ. 11γ' του Κ.Πολ.Δ., λόγος αναιρέσεως, ιδρυόμενος αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος αν προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν.
Στην προκειμένη περίπτωση, ο ίδιος δεύτερος λόγος του αναιρετηρίου, κατά το δεύτερο σκέλος του, καθώς και ο έβδομος λόγος, κατά το μέρος αυτού, με τους οποίους προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η εκ του άρθρου 559 αρ. 11γ' Κ.Πολ.Δ., αναιρετική πλημμέλεια, με την αιτίαση ότι, το Εφετείο, δεν έλαβε υπόψη, κατά τη διαμόρφωση του αποδεικτικού του πορίσματος, συγκεκριμένα αποδεικτικά μέσα και ειδικότερα τα αμέσως ανωτέρω αναφερθέντα έγγραφα, ως και το 11/7-3-2003 Πρακτικό πράξεως περί διοικητικής επιλύσεως φορολογικής διαφοράς του Υπουργείου Οικονομίας και Οικονομικών, που ο αναιρεσείων είχε επικαλεσθεί και προσκομίσει για απόδειξη των ισχυρισμών του, είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι.
Τούτο δε διότι, από τη διαλαμβανόμενη στην προσβαλλομένη απόφαση βεβαίωση ότι το Δικαστήριο έλαβε υπόψη και συναξιολόγησε με τις λοιπές αποδείξεις και "Το σύνολο των εγγράφων που νομίμως επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, που αξιολογούνται είτε ως αυτοτελή αποδεικτικά μέσα προς άμεση απόδειξη, είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων..." σε συνδυασμό προς το όλο περιεχόμενο της απόφασης, στο οποίο γίνεται ρητή αναφορά στην εν λόγω μήνυση καθώς και την περαιτέρω πορεία της, χωρίς από τη μη αναφορά άλλων να συνάγεται το αντίθετο, δεν καταλείπεται αμφιβολία ότι το Εφετείο, συνεξετίμησε με τις λοιπές αποδείξεις και το φερόμενο ως αγνοηθέν αποδεικτικό υλικό.
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 559 αρ. 20 και 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ., προκύπτει ότι ο θεσπιζόμενος με την πρώτη των διατάξεων αυτών, λόγος αναιρέσεως για παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου, ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας, υποπίπτει σε διαγνωστικό σφάλμα (λάθος στην ανάγνωση του κειμένου του εγγράφου), όταν δηλαδή αποδίδει σε αποδεικτικό, κατά την έννοια των άρθρων 339 και 432 - 465 Κ.Πολ.Δ., έγγραφο, περιεχόμενο καταδήλως διαφορετικό από εκείνο που πράγματι έχει, ακολούθως δε, καταλήγει, στηριζόμενο σε τούτο μόνον, ή κυρίως σε αυτό, σε περίπτωση συνεκτιμήσεώς του με άλλα αποδεικτικά μέσα, σε επιζήμιο για το διάδικο - αναιρεσείοντα - αποδεικτικό πόρισμα, ως προς πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Δεν περιλαμβάνει όμως και την περίπτωση κατά την οποίαν το δικαστήριο, από την εκτίμηση και αξιολόγηση του αληθινού περιεχομένου του εγγράφου, έστω και εσφαλμένως καταλήγει σε συμπέρασμα αντίθετο από εκείνο, που θεωρεί ως ορθό ο αναιρεσείων, γιατί τότε πρόκειται για αιτίαση η οποία είναι σχετική με την εκτίμηση των πραγμάτων, που δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο.
Στην κρινομένη υπόθεση, ο αναιρεσείων, με τον έκτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την, από το άρθρο 559 αρ. 20 του Κ.Πολ.Δ. αναιρετική πλημμέλεια, με την αιτίαση ότι το Εφετείο, παραμόρφωσε το περιεχόμενο της από 22-12-2004 μήνυσης του ανωτέρω Π. Β., το από 29-3-2005 Σημείωμα του ιδίου προς τον Εισαγγελέα Πλημ/κων Αθηνών, το από 16-11-2005 Υπόμνημα του ιδίου προς την 1η Τακτική Ανακρίτρια του Πρωτοδικείου Αθηνών, την από 16-11-2005 κατάθεσή του, το υπ' αριθμ. 2104/20-3-2000 ΦΕΚ, το από 11/7-3-2003 πρακτικό πράξεως περί διοικητικής επιλύσεως φορολογικής διαφοράς του Υπουργείου Οικονομίας και Οικονομικών, που προσεκόμισε ο αναιρεσείων προς απόδειξη ουσιωδών ισχυρισμών του.
Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, καθόσον, όπως προκύπτει από το προπαρατεθέν περιεχόμενο της προσβαλλόμενης, το Εφετείο για να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα, δεν υπέπεσε σε διαγνωστικό σφάλμα, ούτε σε κάθε περίπτωση στηρίχθηκε αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στα εν λόγω έγγραφα. Καθόσον δε αφορά τις λοιπές διαλαμβανόμενες σ' αυτόν αιτιάσεις, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, διότι υπό την επίφαση της ρηθείσας αναιρετικής πλημμέλειας, πλήττεται η προσβαλλόμενη για αιτίαση σχετική με την εκτίμηση των πραγμάτων.
Εξ άλλου το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση δεν διαπίστωσε -έστω και έμμεσα- κενό ή αμφιβολία σχετικά με το περιεχόμενο της ένδικης σύμβασης και ορθά δεν προσέφυγε στους ερμηνευτικούς κανόνες των άρθρων 173 και 200 ΑΚ και κατά ακολουθία ο περί του αντιθέτου έκτος λόγος του αναιρετηρίου είναι, κατά το σκέλος αυτό, αβάσιμος, ενώ δεν ιδρύεται λόγος αναίρεσης από την επικαλούμενη παραβίαση του άρθρου 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ., τα αντίθετα δε υποστηριζόμενα με τον ίδιο λόγο είναι απορριπτέα ως αβάσιμα.
Κατά συνέπεια, πρέπει η κρινόμενη αίτηση ν' απορριφθεί και να επιβληθούν στον αναιρεσείοντα, λόγω της ήττας του, τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, που κατέθεσε προτάσεις, απορριφθεί δε μετά απ' αυτά, ως αβάσιμο, το αίτημα επαναφοράς των πραγμάτων στην κατάσταση που υπήρχε πριν από την εκτέλεση της προσβαλλόμενης απόφασης.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 21-11-2012 αίτηση του Α. Α. για αναίρεση της 5134/2012 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών. Και
Επιβάλλει στον αναιρεσείοντα τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1.800) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 18 Δεκεμβρίου 2013. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 21 Ιανουαρίου 2014.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ