Legislator Case Law & Legislation
133/2008 AI generated

133/2008 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 133/2008
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αναστάσιο - Φιλητά Περίδη, Αντιπρόεδρο, Μάριο - Φώτιο Χατζηπανταζή, Ειρήνη Αθανασίου, Αλέξανδρο Νικάκη και Βαρβάρα Κριτσωτάκη, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

133/2008 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Το Εφετείο όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση του δέχθηκε ότι ο όρος αυτός περιελάμβανε και την αγορά ακινήτου από μέλος της οικογένειας του εναγομένου και τον υποχρέωσε να καταβάλει στην ενάγουσα τη συμφωνηθείσα μεσιτική της αμοιβή, επειδή το ακίνητο που υπέδειξε το αγόρασε η σύζυγος του εναγομένου.

Keywords

AI generated
market rent labour market measure agricultural markets market price geographical market exchange rate mechanism
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 133 / 2008 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 133/2008

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αναστάσιο - Φιλητά Περίδη, Αντιπρόεδρο, Μάριο - Φώτιο Χατζηπανταζή, Ειρήνη Αθανασίου, Αλέξανδρο Νικάκη και Βαρβάρα Κριτσωτάκη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 20 Νοεμβρίου 2007, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: X1, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Στυλιανό Παπαδημητρίου. Της αναιρεσίβλητης: Ψ1, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Μιλτιάδη Κλωνάρη.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 21-1-2003 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 152/2003 του ίδιου Δικαστηρίου, 1717/2004 μη οριστική και 1157/2005 οριστική του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 22-4-2005 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Αλέξανδρος Νικάκης, διάβασε την από 23-10-2007 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή του πρώτου λόγου της αναίρεσης, ως προς το δεύτερο σκέλος του, του δευτέρου ως προς το πρώτο σκέλος του και του τρίτου και την απόρριψη των υπολοίπων. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Λόγος αναιρέσεως για τη λήψη υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας παρά το νόμο πραγμάτων που δεν προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (Κ.Πολ.Δ. 559 αριθ. 8) ιδρύεται και όταν λήφθηκαν υπόψη θεμελιωτικά της αγωγής γεγονότα που δεν περιέχονται σ' αυτή. ούτε στις προτάσεις του ενάγοντος υπό τους όρους του άρθρου 224 του Κ.Πολ.Δ.

Στην προκειμένη περίπτωση από το δικόγραφο της αγωγής της ενάγουσας και ήδη αναιρεσίβλητης προκύπτει, ότι αυτή ζήτησε να υποχρεωθεί ο αναιρεσείων εναγόμενος να της καταβάλει τη μεσιτική της αμοιβή για την υπόδειξη αγοράς ακινήτου, επειδή στη μεσιτική εντολή περιελήφθη ο όρος, ότι η ενάγουσα θα δικαιούται να απαιτήσει την αμοιβή της ακόμη και αν η αγορά του ακινήτου γίνονταν όχι από τον εναγόμενο, αλλά και από συγγενή του "πρώτου βαθμού συγγενείας".

Το Εφετείο όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση του δέχθηκε ότι ο όρος αυτός περιελάμβανε και την αγορά ακινήτου από μέλος της οικογένειας του εναγομένου και τον υποχρέωσε να καταβάλει στην ενάγουσα τη συμφωνηθείσα μεσιτική της αμοιβή, επειδή το ακίνητο που υπέδειξε το αγόρασε η σύζυγος του εναγομένου.

Με την κρίση του αυτή το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη παρά το νόμο θεμελιωτικά της αγωγής γεγονότα που δεν περιέχονταν στο δικόγραφο αυτής, αλλά ερμήνευσε τον ανωτέρω όρο της μεσιτικής εντολής και έτσι δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθμ. 8 Κ.Πολ.Δ. Επομένως ο αντίθετος πρώτος λόγος της αναιρέσεως, ως προς το πρώτο μέρος του είναι αβάσιμος και απορριπτέος. - Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 1 Κ.Πολ.Δ αναίρεση επιτρέπεται και αν παραβιάστηκαν οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών των άρθρων 173 και 200 του ΑΚ, οι οποίοι, όμως, εφαρμόζονται τότε μόνο όταν το δικαστήριο της ουσίας, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικά, ως προς αυτό, κρίση του διαπιστώνει ότι υπάρχει στη σύμβαση κενό ή αμφιβολία ως προς τη δήλωση της βουλήσεως των συμβαλλομένων.

Επομένως, τότε μόνο ιδρύεται λόγος αναιρέσεως από το ότι το δικαστήριο της ουσίας δεν προσέφυγε στους ερμηνευτικούς αυτούς κανόνες, όταν από την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας διαπίστωσε ευθέως ή εμμέσως ότι υπάρχει κενό ή αμφιβολία στις δηλώσεις των συμβαλλομένων και παρόλα αυτά δεν τις εφάρμοσε.

Εξάλλου από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 1461 και 1462 ΑΚ, που τέθηκαν στη θέση των ταυτάριθμων καταργημένων με το άρθρο 17 του Ν. 1329/1983 άρθρων με το άρθρο δεύτερο παρ. 1 του Ν. 3089/2002, προκύπτει, ότι οι σύζυγοι δεν είναι μεταξύ τους συγγενείς εξ αίματος ή εξ αγχιστείας. Όταν όμως σε δικαιοπραξία περιλαμβάνεται ο όρος "συγγενείς" ενός προσώπου, πρέπει να γίνει δεκτό ότι εν αμφιβολία περιλαμβάνεται και ο σύζυγός του.

Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε τα εξής : Η ενάγουσα και ήδη αναιρεσίβλητη είναι μεσίτρια αστικών συμβάσεων στην περιφέρεια του πρωτοδικείου Αθηνών. Την 10.10.2002 η του εναγομένου, πληροφορηθείσα από αγγελία στην εφημερίδα "........" την πώληση ακινήτου, που βρισκόταν στη διασταύρωση των οδών .....

και ...... στη ....... Αττικής, επικοινώνησε τηλεφωνικώς με την ενάγουσα και ζήτησε πληροφορίες για το ακίνητο αυτό. Την επομένη ημέρα ο εναγόμενος μετέβη στο γραφείο της ενάγουσας και υπέγραψε εντολή αγοράς ακινήτων, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονταν και το ανωτέρω ακίνητο. Στην εντολή αυτή περιέχονταν και ο όρος, ότι η ενάγουσα θα δικαιούνταν να ζητήσει αμοιβή ακόμη και αν η αγορά του ακινήτου γινόταν όχι μόνο από τον εντολέα, αλλά και από συγγενή του πρώτου βαθμού συγγένειας.

Η αμοιβή της ενάγουσας για την περίπτωση που ολοκληρώνονταν η σύμβαση αγοραπωλησίας, είτε στο όνομα του εναγομένου, είτε σε μέλος της οικογενείας του συμφωνήθηκε σε ποσοστό 2% επί της συνολικής αξίας του προς αγορά ακινήτου πλέον του αναλογούντος Φ.Π.Α. Σε εκτέλεση της εντολής αυτής η συνεργάτης της ενάγουσας ........

την 11-10-2002 υπέδειξε στον εναγόμενο το επί της οδού ....... της ....... ακίνητο, που ήταν μία μεζονέτα, εμβαδού 300 τ.μ. Μετά από διαπραγματεύσεις με την πωλήτρια εταιρεία το εν λόγω ακίνητο πωλήθηκε στη σύζυγο του εναγομένου ...... με το ........ συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Αθηνών Κων/νου Δέδε, αντί πραγματικού τιμήματος 586.940,37 ευρώ.

Περαιτέρω δέχθηκε ότι η κατάρτιση της συμβάσεως αυτής ήταν αποτέλεσμα της υπόδειξης, αλλά και της ενεργού μεσολάβησης της ενάγουσας, η οποία με τις ενέργειες της συνέβαλε στο να λάβουν γνώση ο εναγόμενος και η σύζυγος του όλων των λεπτομερειών που αφορούσαν το ακίνητο και ακολούθως να κάνει την επιλογή της για την αγορά του.

Με τις παραδοχές αυτές το Εφετείο, αφού εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση, η οποία απέρριψε την αγωγή, δέχθηκε αυτή κατ' ουσίαν και υποχρέωσε τον αναιρεσείοντα να καταβάλει στην αναιρεσίβλητη ως μεσιτική αμοιβή, μαζί με το Φ.Π.Α., το ποσό των 13.851,78 ευρώ. Με την κρίση του αυτή δεν παραβίασε τις ουσιαστικές διατάξεις των άρθρων 1461 και 1462 ΑΚ, όπως και τους ερμηνευτικούς κανόνες των δικαιοπραξιών των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, αφού δέχθηκε ότι η καταρτισθείσα μεταξύ των διαδίκων μεσιτική σύμβαση είχε αμφίβολα σημεία και ανάγκη ερμηνείας και ορθώς προσέφυγε στους ερμηνευτικούς κανόνες των δικαιοπραξιών, τους οποίους και ορθώς εφάρμοσε, μολονότι δεν αναφέρονται ρητώς στην προσβαλλόμενη απόφαση οι σχετικές ως άνω διατάξεις, δεχόμενο ότι ο όρος της μεσιτικής συμβάσεως "συγγενής με πρώτο βαθμό συγγενείας" περιελάμβανε και μέλη της οικογένειας του αναιρεσείοντος, όπως ήταν και η σύζυγός του.

Επομένως ο από το άρθρο 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ πρώτος λόγος της αναιρέσεως, ως προς το δεύτερο μέρος του, πρέπει ν' απορριφθεί ως αβάσιμος. Περαιτέρω το Εφετείο δεν στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση με αντιφατικές αιτιολογίες, ως προς το ουσιώδες ζήτημα της αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της υπόδειξης του ακινήτου του από την αναιρεσίβλητη μεσίτρια και της κατάρτισης της συμβάσεως αγοράς του από τη σύζυγο του αναιρεσείοντος, καθόσον οι παραδοχές της προσβαλλόμενης αποφάσεως, ότι η κατάρτιση της συμβάσεως ήταν αποτέλεσμα της υπόδειξης και μεσολάβησης του μεσίτη ........, αφορούν τον συνεναγόμενο του αναιρεσείοντος ......., κατασκευαστή του πωληθέντος ακινήτου, ως προς τον οποίο απορρίφθηκε η αγωγή.

Επομένως ο από το άρθρο 559 αριθμ. 19 ΚΠολΔ τρίτος λόγος της αναιρέσεως είναι αβάσιμος και απορριπτέος.

Κατά το άρθρο 527 παρ. 1 του ΚΠολΔ ο εφεσίβλητος - εναγόμενος μπορεί να προτείνει το πρώτον στην κατ' έφεση δίκη πραγματικούς ισχυρισμούς, που δεν προτάθηκαν πρωτοδίκως και συντελούν προς υπεράσπισή του κατά της εφέσεως. Εξάλλου όλοι οι αυτοτελείς ισχυρισμοί πρέπει να περιέχονται στις προτάσεις, εκτός εκείνων που τείνουν στην αντίκρουση ισχυρισμών που περιέχονται στις προτάσεις (άρθρ. 237 παρ. 3 ΚΠολΔ).

Συνεπώς ισχυρισμοί που προτείνονται για πρώτη φορά μετά τη συζήτηση με την προσθήκη - αντίκρουση χωρίς να εμπίπτουν στην ένδικη εξαίρεση που προβλέπεται στην παρ. 3 του άρθρου 237 ΚΠολΔ είναι απαράδεκτοι. Στην προκειμένη περίπτωση, με το δεύτερο λόγο της αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθμ. 11 ΚΠολΔ, αποδίδεται στο Εφετείο η αιτίαση, ότι έλαβε υπόψη την 2160/2004 ένορκη βεβαίωση της αναιρεσίβλητης ενώπιον του Ειρηνοδίκη Αθηνών, κατά τη συζήτηση της υποθέσεως στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, απόντος του αναιρεσείοντος και ήταν άκυρη, διότι η επίδοση της κλήσης να παραστεί αυτός κατά τη σύνταξη της ένορκης βεβαίωσης δεν έγινε στην πραγματική του κατοικία.

Από την επισκόπηση των προτάσεων του αναιρεσείοντος προκύπτει ότι αυτός ως εφεσίβλητος - εναγόμενος επικαλέστηκε για πρώτη φορά την ακυρότητα της ως άνω κλητεύσεώς του με την προσθήκη των προτάσεών του στο Εφετείο και συνεπώς ο αυτοτελής αυτός ισχυρισμός ήταν απαράδεκτος. Εξάλλου ο αναιρεσείων δεν ισχυρίζεται ότι είχε γνωστοποιήσει στην αναιρεσίβλητη τη μεταβολή της διεύθυνσης της κατοικίας του, σύμφωνα με τα οριζόμενα στην παρ. 3 του άρθρου 119 ΚΠολΔ και νομίμως έγινε η κλήτευσή του να παραστεί κατά ένορκη βεβαίωση στην παλαιά του κατοικία.

Επομένως το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικό μέσο που ο νόμος δεν επιτρέπει, ούτε παρέλειψε να λάβει υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και οι από το άρθρο 559 αριθμ. 11 και 8 ΚΠολΔ αιτιάσεις του δεύτερου λόγου της αναιρέσεως, είναι αβάσιμες και απορριπτέες.-

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 22.4.2005 αίτηση του X1 για αναίρεση της 1157/2005 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών. Και

Καταδικάζει τoν αναιρεσείοντα στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, την οποία καθορίζει σε χίλια διακόσια (1.200) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 5 Δεκεμβρίου 2007. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 22 Ιανουαρίου 2008.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ