Legislator Case Law & Legislation
1339/2024 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against debt restructuring court ruling on over-indebtedness grounds.

Case Number 1339/2024
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's appeal against a final judgment ordering debt restructuring under the Over-indebtedness Law. The lower court found the appellant had voluntarily agreed to the debt restructuring despite anticipating financial insolvency, thereby establishing fraud. The court rejected the appeal arguments as inadmissible and unsupported by evidence, upholding the original decision.

Legislator headnote

AI generated

Articles 739-741 of the Code of Civil Procedure; Article 15 of Law 3869/2010: When a debtor voluntarily agrees to debt restructuring while foreseeing insolvency, the court may rule this constitutes fraud, and such factual assessments are not subject to appellate review.

Keywords

AI generated
over-indebtedness procedure voluntary debt restructuring fraud in debt restructuring inadmissible appeal final judgment enforcement

Cited Legislation

AI generated
Articles 739 to 741 of the Code of Civil Procedure
Article 15 of Law 3869/2010
Article 560 of the Code of Civil Procedure
Article 495 of the Code of Civil Procedure
Article 8 of Law 3869/2010

Cited Case Law

AI generated
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1339 / 2024 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1339/2024

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μυρσίνη Παπαχίου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ασπασία Μεσσηνιάτη - Γρυπάρη, Σωκράτη Πλαστήρα, Σταύρο Μάλαινο και Αντιγόνη Τζελέπη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 16 Φεβρουαρίου 2024, με την παρουσία και του Γραμματέα Α. Λ., για να δικάσει μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Σ. Χ. του Ν., συζ. Ν. Ο., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Απόστολο Σοφιαλίδη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΕΙΡΑΙΩΣ ΑΕ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, 2) ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ EFG EUROBANK ERGASIAS ΑΕ" και ήδη "Τράπεζα Eurobank Ανώνυμη Εταιρεία" (πρώην "Τράπεζα Eurobank Ergasias ΑΕ") και δ.τ. "Eurobank", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα και 3) ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "INTRUM HELLAS Ανώνυμη Εταιρία Διαχείρισης Απαιτήσεων από Δάνεια και Πιστώσεις" και δ.τ. "INTRUM HELLAS AEΔΑΔΠ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, εκ των οποίων η 2η εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αντώνιο Χονδρόπουλο με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και ο οποίος στην εν λόγω από 30-1-2024 δήλωση, καθώς και με τις κατατεθείσες προτάσεις του δήλωσε τις ως άνω μεταβολές της επωνυμίας της αναιρεσίβλητης εταιρείας, η 3η εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Σοφία Κικιλή με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, ενώ η 1η δεν παραστάθηκε.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 27-10-2016 αίτηση της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο .... Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 350/2017 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 39/ΕΜ/2021 του Μονομελούς Πρωτοδικείου .... Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 28-3-2022 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγητή τον Αρεοπαγίτη Σωκράτη Πλαστήρα, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την υπό κρίση, από 28-3-2022 (αριθ. έκθ. κατάθ. 47/ΑΝΡ/2022), αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η με αριθ. 39/ΕΜ/2021 τελεσίδικη απόφαση του, ως Εφετείου, δικάσαντος Μονομελούς Πρωτοδικείου Βεροίας, η οποία εκδόθηκε, κατά την ειδική διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας (άρθρα 739 έως 741 επ. του ΚΠολΔ, σε συνδυασμό με άρθρο 15 του ν. 3869/2010 "ρύθμιση των οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων"), ερήμην: 1) της εκκαλούσας-υπερής η αυτοτελής πρόσθετη παρέμβαση και ήδη πρώτης αναιρεσίβλητης ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία "Τράπεζα Πειραιώς ΑΕ" και β) της δεύτερης εφεσίβλητης και ήδη δεύτερης αναιρεσίβλητης ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας, με την επωνυμία "Τράπεζα EFG Eurobank-Ergasias ΑΕ".

Παρά, όμως, την ανωτέρω ερημοδικία, η προσβαλλόμενη απόφαση είναι τελεσίδικη και η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης απευθύνεται παραδεκτά και εναντίον αυτών, διότι, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 14 του ν. 3869/2010, δεν υπόκειται σε ανακοπή ερημοδικίας και, συνακόλουθα, δεν μπορεί να γίνει λόγος για την αρχή της διαδοχικής άσκησης των ένδικων μέσων, σύμφωνα με την οποία η ερήμην οριστική απόφαση του εφετείου υπόκειται σε αναίρεση μόνον αφότου έπαυσε να υπόκειται σε ανακοπή ερημοδικίας (ΑΠ 548/2023, ΑΠ 1225/2023, ΑΠ 811/2023).

Συνακόλουθα, η αίτηση αναίρεσης έχει ασκηθεί παραδεκτά ως δικόγραφο, κατ` άρθρο 553 παρ. 1 του ΚΠολΔ, σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 741 και 769 του ΚΠολΔ και ως προς τις ανωτέρω πρώτη και δεύτερη των αναιρεσίβλητων. Περαιτέρω δε, έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα εντός της διετούς καταχρηστικής προθεσμίας του άρθρου 564 παρ. 3 του ΚΠολΔ, όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή του από το άρθρο τρίτο του άρθρου 1 του ν. 4335/2015, αφού από τα προσκομιζόμενα έγγραφα δεν προκύπτει, ούτε οι διάδικοι επικαλούνται επίδοση της προσβαλλόμενης απόφασης (άρθρα 552, 553 παρ.

Ιβ, 556, 558, 564 παρ. 3 και 769 του ΚΠολΔ). Επομένως, πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 1 και 3 του ΚΠολΔ). Από τις διατάξεις του άρθρου 576 παρ. 1-3 του ΚΠολΔ, προκύπτει ότι, αν κατά τη συζήτηση της αναίρεσης, δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί και δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει o νόμος κάποιος από τους διαδίκους.

ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως ποιος επισπεύδει τη συζήτηση. Αν την επισπεύδει ο διάδικος που απουσιάζει η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι. Αν όμως την επισπεύδει ο αντίδικός του, ερευνάται αν ο διάδικος o οποίος δεν εμφανίστηκε ή, αν και εμφανίστηκε, δεν έλαβε μέρος στη συζήτηση με το τρόπο που ορίζει ο νόμος, κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα από εκείνον που επισπεύδει τη συζήτηση.

Στην περίπτωση που δεν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα, η συζήτηση κηρύσσεται απαράδεκτη και η υπόθεση επαναφέρεται με νέα κλήση. Στην αντίθετη περίπτωση, o Άρειος Πάγος προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί. Σε περίπτωση αναγκαστικής ομοδικίας στη δίκη επί της αίτησης αναίρεσης, εάν δεν κλητεύθηκε κάποιος από τους αναγκαίους ομοδίκους, η συζήτηση της αίτησης κηρύσσεται απαράδεκτη για όλους, εάν όμως κλητεύθηκε αυτός νόμιμα είτε από τον αντίδικό του, είτε από αναγκαίο ομόδικό του και δεν εμφανιστεί στη συζήτηση, τότε θεωρείται σαν να είναι παρών και η συζήτηση χωρεί νομίμως και ως προς τον απολειπόμενο αναγκαίο ομόδικο παρά την απουσία του (ΑΠ 1544/2023, ΑΠ 1508/2022, ΑΠ 883/2021).

Εξάλλου, στη δίκη περί ρύθμισης οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων, o δεσμός που συνδέει τους πιστωτές του αιτούντος οφειλέτη, ενόψει του ότι η ισχύς της απόφασης που θα εκδοθεί εκτείνεται σε όλους τους "μετέχοντες στη δίκη" πιστωτές, είναι αυτός της αναγκαστικής παθητικής ομοδικίας, κατ` άρθρο 76 παρ. 1 περ.

β` του ΚΠολΔ (ΑΠ 1544/2023, ΑΠ 1508/2022, ΑΠ 516/2020, ΑΠ 757/2019). Στην ερευνώμενη υπόθεση, από την προσκομιζόμενη, από την αναιρεσείουσα, με αριθ. 11744/26-10-2022 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Εφετείο Αθηνών Χ. Μ., προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της υπό κρίση, από 28-3-2022, αίτησης αναίρεσης, με την κάτω από αυτή πράξη ορισμού δικασίμου για τη σημειούμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο(16-2-2024) και κλήση προς παράσταση κατ`αυτή, επιδόθηκε, με επιμέλεια της αναιρεσείουσας, νομότυπα και εμπρόθεσμα, στην πρώτη αναιρεσίβλητη ανώνυμη τραπεζική εταιρία.

Επομένως, αφού η τελευταία δεν εμφανίσθηκε ενώπιον του δικαστηρίου αυτού, κατά την παρούσα δικάσιμο, κατά την οποία η υπόθεση εκφωνήθηκε για συζήτηση, με τη σειρά της από το πινάκιο και ούτε έχει καταθέσει δήλωση σύμφωνα με το άρθρο 242 παρ. 2 του ΚΠολΔ, που εφαρμόζεται, κατά την διάταξη του άρθρου 573 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα και στη διαδικασία της αναιρετικής δίκης ότι δεν θα παραστεί κατά τη συζήτηση, πρέπει, να συζητηθεί η υπόθεση σαν να ήταν όλοι οι διάδικοι παρόντες (άρθρο 576 παρ. 2 του ΚΠολΔ).

Από τη παραδεκτή, κατ` άρθρο 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ, επισκόπηση, για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, των σχετικών διαδικαστικών εγγράφων της δίκης προκύπτει ότι, η διαδρομή της ένδικης υπόθεσης, που απέληξε στο προκείμενο στάδιο εκδίκασής της, είναι η εξής: Η αναιρεσείουσα, άσκησε ενώπιον του Ειρηνοδικείου Βεροίας, την από 27-10-2016 (αριθ.

έκθ. κατάθ. 147/2016) αίτηση, με την οποία, επικαλούμενη ότι έχει περιέλθει σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών προς τους μετέχοντες στη δίκη πιστωτές της, ζήτησε τη διευθέτηση των οφειλών της από το δικαστήριο, ώστε να επέλθει απαλλαγή της από κάθε τυχόν υφιστάμενο υπόλοιπο των χρεών της έναντι των πιστωτών της, σύμφωνα με το σχέδιο διευθέτησης, που είχε υποβάλει, αφού ληφθεί υπόψη η οικογενειακή περιουσιακή της κατάσταση, όπως αναλυτικά την περιέγραφε στην αίτησή της, καθώς επίσης, να εξαιρεθεί από την εκποίηση η κύρια κατοικία της οικογενείας της, της οποίας είναι συγκύρια κατά ποσοστό 50% εξ αδιαιρέτου.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο η παριστάμενη καθής η αίτηση πρώτη πιστώτρια της αιτούσας ανώνυμη τραπεζική εταιρία, με την επωνυμία "Τράπεζα Πειραιώς", προέβαλε, μεταξύ άλλων ισχυρισμών που δεν αφορούν την παρούσα αναιρετική δίκη και την ένσταση της δόλιας περιέλευσης της αιτούσας σε κατάσταση αδυναμίας πληρωμής των ληξιπρόθεσμων χρεών της, ισχυριζόμενη ότι περιήλθε από δόλο (ενδεχόμενο) σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής των οφειλών της, καθόσον αλόγιστα, χωρίς επιμέλεια και φρόνηση, προέβη στη λήψη των φερόμενων για ρύθμιση τραπεζικών προϊόντων από τα πιστωτικά ιδρύματα, ενώ γνώριζε ότι δεν διέθετε την οικονομική δυνατότητα εξυπηρέτησης των δανείων που της χορηγήθηκαν λόγω των περιορισμένων εισοδημάτων της, υπερβαίνοντας το μέτρο και τη σύνεση του μέσου καταναλωτή.

Επί της αίτησης εκδόθηκε η με αριθ. 350/2017 οριστική απόφαση του Ειρηνοδικείου Βεροίας, η οποία έκρινε αόριστη την ως άνω ένσταση δόλιας περιέλευσης της αιτούσας σε κατάσταση αδυναμίας πληρωμής των ληξιπρόθεσμων χρεών της και την απέρριψε, επί της ουσίας δε δέχθηκε εν μέρει την αίτηση, ως βάσιμη κατ' ουσίαν, καθορίζοντας μηνιαίες καταβολές και εξαιρώντας από την εκποίηση την κύρια κατοικία της, κατά τα ειδικότερα αναφερόμενα στο διατακτικό της.

Κατά της απόφασης αυτής, η ως άνω καθής η αίτηση πιστώτρια ανώνυμη τραπεζική εταιρία, με την επωνυμία "Τράπεζα Πειραιώς", άσκησε, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Βεροίας, την από 4-6-2018 (αριθ. έκθ. κατάθ. 32/2018) έφεση, με την οποία ζήτησε, λόγω εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής του ν. 3869/2010 και κακής εκτίμησης των αποδείξεων, την εξαφάνιση της απόφασης και την απόρριψη της αίτησης.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης ενώπιον του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, η ως άνω εκκαλούσα δεν παραστάθηκε, ωστόσο εμφανίστηκε η ανώνυμη εταιρία, με την επωνυμία "INTRUM HELLAS ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΙΑ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗΣ ΑΠΑΙΤΗΣΕΩΝ ΑΠΟ ΔΑΝΕΙΑ ΚΑΙ ΠΙΣΤΩΣΕΙΣ" και με προφορική της δήλωση στο ακροατήριο που καταχωρήθηκε στα πρακτικά καθώς και με τις νομότυπα κατατεθείσες προτάσεις της, άσκησε αυτοτελή πρόσθετη παρέμβαση υπέρ της εκκαλούσας ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας, με την επωνυμία "Τράπεζα Πειραιώς", ισχυριζόμενη ότι κατόπιν της εκκρεμοδικίας που επήλθε με την κατάθεση της έφεσης η αλλοδαπή εταιρία, με την επωνυμία "PIRAEUS SNF DESIGNATED ACTIVITY COMRANY", κατέστη ειδική διάδοχος της υπερής η πρόσθετη παρέμβαση και ως προς την ένδικη έννομη σχέση και επικαλούμενη έννομο συμφέρον, ενεργώντας στο όνομα και για λογαριασμό της ως άνω αλλοδαπής εταιρίας, με την επωνυμία "PIRAEUS SNF DESIGNATED ACTIVITY COMRANY", ειδικής διαδόχου της ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας, με την επωνυμία "Τράπεζα Πειραιώς", ζήτησε τη παραδοχή της παρέμβασης και της υπό κρίση έφεσης.

Το, δικάσαν ως Εφετείο, δικαστήριο, με τη προσβαλλόμενη απόφαση, αφού έκρινε παραδεκτή την ως άνω παρέμβαση η οποία δημιουργεί δεσμό αναγκαστικής ομοδικίας μεταξύ της προσθέτως παρεμβαίνουσας και της υπερής η πρόσθετη παρέμβαση και, συνακόλουθα ότι, η εκκαλούσα ανώνυμη τραπεζική εταιρία, με την επωνυμία "Τράπεζα Πειραιώς" θεωρείται ότι αντιπροσωπεύεται από την παριστάμενη αυτοτελώς προσθέτως παρεμβαίνουσα, δεχόμενο το σχετικό λόγο έφεσης έκρινε ορισμένη την ένσταση δόλιας περιέλευσης της αιτούσας σε κατάσταση αδυναμίας πληρωμής των ληξιπρόθεσμων χρεών της που πρότεινε η ως άνω πιστώτρια Τράπεζα, εξαφάνισε την εκκαλούμενη απόφαση, κράτησε και δίκασε κατ' ουσία την υπόθεση και απέρριψε την αίτηση κρίνοντας ότι η αιτούσα προέβη σε δανεισμό δυσανάλογο με τις οικονομικές της δυνατότητες, πέραν των ορίων του δανεισμού στον οποίο θα κατέφευγε ο μέσος σώφρων καταναλωτής.

Με το άρθρο 1 παρ. 1 του ν. 3869/2010 ("Ρύθμιση των οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων..."), όπως αντικαταστάθηκε με την παρ. 1 του άρθρου 1 της ΥΠΟΠΑΡ. Α4 του άρθρου 2 του ν. 4336/2015 (ΦΕΚ Α` 94/14-8-2015) και εφαρμόζεται στην ένδικη περίπτωση (άρθρ. 2 ΥΠΟΠΑΡ. Α4 άρθρ. 2 παρ.5 του ίδιου νόμου 4336/2015), ως εκ του χρόνου υποβολής - κατάθεσης, στις 27-10-2016, της ένδικης αίτησης του άρθρ. 4 παρ. 1 του ν. 3869/2010, "φυσικά πρόσωπα που στερούνται πτωχευτικής ικανότητας υπό την έννοια του άρθρου 2 του ν. 3588/2007 και έχουν περιέλθει, χωρίς δόλο, σε μόνιμη και γενική αδυναμία πληρωμής ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών τους, δικαιούνται να υποβάλουν στο αρμόδιο δικαστήριο αίτηση για τη ρύθμιση των οφειλών τους κατά τις διατάξεις του παρόντος νόμου.

Την ύπαρξη δόλου αποδεικνύει ο πιστωτής". Σύμφωνα με τη διάταξη αυτή, απαραίτητη προϋπόθεση για την υπαγωγή στο ρυθμιστικό πεδίο εφαρμογής του ν. 3869/2010 είναι ο οφειλέτης να έχει περιέλθει, χωρίς δόλο, σε μόνιμη (και γενική) αδυναμία πληρωμής των ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών του. Ο νόμος 3869/2010 θεωρεί δεδομένη την έννοια του δόλου από τη γενική θεωρία του αστικού δικαίου.

Στο πεδίο του τελευταίου, ο δόλος, ως μορφή πταίσματος προβλέπεται στη διάταξη του άρθρου 330 του ΑΚ, με την οποία ορίζεται ότι "ο οφειλέτης ενέχεται, αν δεν ορίσθηκε κάτι άλλο, για κάθε αθέτηση της υποχρέωσής του από δόλο ή αμέλεια, δική του ή των νόμιμων αντιπροσώπων του. Αμέλεια υπάρχει όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές".

Η παραπάνω διάταξη παρέχει γενικό ορισμό της έννοιας του πταίσματος, έχει δε εφαρμογή, τόσο στις συμβάσεις, όσο και στις αδικοπραξίες, δηλαδή, σε κάθε περίπτωση, όπου γίνεται λόγος για υπαιτιότητα. Η ίδια διάταξη θεσπίζει δύο μορφές πταίσματος, το δόλο και την αμέλεια. Ενώ, όμως, δίνει ορισμό της αμέλειας, τον προσδιορισμό του δόλου αφήνει στην επιστήμη και τη νομολογία.

Η έννοια του δόλου, όπως γίνεται δεκτή στο πεδίο του αστικού δικαίου, συμπίπτει με εκείνη του άρθρου 27 παρ. 1 του ΠΚ, που ορίζει ότι "Με δόλο (πρόθεση) πράττει όποιος θέλει την παραγωγή των περιστατικών που κατά το νόμο απαρτίζουν την έννοια κάποιας αξιόποινης πράξης. Επίσης, όποιος γνωρίζει ότι από την πράξη του ενδέχεται να παραχθούν αυτά τα περιστατικά και το αποδέχεται".

Η τελευταία αυτή διάταξη διακρίνει το δόλο σε άμεσο και ενδεχόμενο. Ορίζει δε, ότι με άμεσο δόλο πράττει αυτός που "θέλει" την παραγωγή του εγκληματικού αποτελέσματος, καθώς και εκείνος που δεν επιδιώκει μεν αυτό, προβλέπει όμως, ότι τούτο αποτελεί αναγκαία συνέπεια της πράξης του και, παρά ταύτα, δεν εγκαταλείπει την πράξη του.

Αντίθετα, με ενδεχόμενο δόλο πράττει εκείνος που προβλέπει το εγκληματικό αποτέλεσμα ως δυνατή συνέπεια της πράξης του και το "αποδέχεται" (Ολ.ΑΠ 4/2010, ΑΠ 1544/2023, ΑΠ 1508/2022, ΑΠ 655/2022). Η διάταξη αυτή ισχύει και για τις ενοχές άλλων κλάδων του ενοχικού δικαίου και έτσι αποκτά γενικότερη σημασία που ξεπερνά τα πλαίσια της ευθύνης από προϋφιστάμενη ενοχή (ΑΠ 1508/2022).

Δόλο κατά συνέπεια συνιστά η περίπτωση εκείνη του δράστη κατά την οποία επιδοκιμάζει, δηλαδή προβλέπει, το αποτέλεσμα ως ενδεχόμενο και τελικά το αποδέχεται. Ο δόλος σχετίζεται και αφορά πάντα πράξη και αυτή θα είναι η απαγορευμένη από το δίκαιο στο δράστη αθέτηση ενοχικής υποχρέωσης ή γενικότερα αδικοπραξία κλπ.

Μεταξύ των εννοιολογικών στοιχείων του δόλου είναι και η πρόβλεψη του δράστη ότι η συμπεριφορά του θα προκαλέσει καθυστέρηση στην εκπλήρωση της υποχρέωσής του ή θα προκαλέσει το γεγονός της αδυναμίας παροχής του, συνείδηση δηλαδή του δράστη για τον κίνδυνο επέλευσης των αποτελεσμάτων αυτών. Για τα ανωτέρω αρκεί και απαιτείται η πρόβλεψη και η αποδοχή του παράνομου αποτελέσματος σε γενικές γραμμές και κατά τα γενικά ουσιώδη γνωρίσματά του.

Η ακριβής έκταση της ζημίας, οι λεπτομέρειες ή οι ιδιότητες του προσβαλλόμενου αγαθού και οι λοιπές περιστάσεις που καθορίζουν το μέγεθος της προσβολής δεν απαιτείται να προβλέπονται σαφώς, τουλάχιστον στο βαθμό που δεν ανάγονται από το νόμο σε κρίσιμα για την ύπαρξη της ευθύνης περιστατικά. Στην περίπτωση του ν. 3869/2010 ο νόμος χρησιμοποιεί την έννοια του δόλου και τη συνδέει με μια πραγματική κατάσταση, που είναι η μόνιμη αδυναμία πληρωμής ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών.

Περαιτέρω από τη διατύπωση της παρ. 1 εδ. α` του ν. 3869/2010, προκύπτει ότι το στοιχείο του δόλου αναφέρεται στην "περιέλευση" του οφειλέτη σε κατάσταση μόνιμης αδυναμίας πληρωμών. Επομένως, το στοιχείο του δόλου δύναται να συντρέχει, τόσο κατά το χρόνο ανάληψης της οφειλής, όσο και κατά το χρόνο μετά την ανάληψη της τελευταίας.

Ο δόλος αντιμετωπίζεται κατά τον ίδιο τρόπο, είτε είναι αρχικός, είτε είναι μεταγενέστερος. Το κρίσιμο ζήτημα είναι το περιεχόμενο του δόλου και όχι ο χρόνος που αυτός εκδηλώθηκε. Στην περίπτωση της παρ. 1 του άρθρου 1 του ν. 3869/2010 ο οφειλέτης ενεργεί δολίως, όταν με τις πράξεις ή παραλείψεις του επιδιώκει την αδυναμία των πληρωμών του ή προβλέπει ότι οδηγείται σε αδυναμία πληρωμών και δεν αλλάζει συμπεριφορά, αποδεχόμενος το αποτέλεσμα αυτό.

Ειδικότερα, πρόκειται για τον οφειλέτη εκείνο, ο οποίος καρπούται οφέλη από την υπερχρέωσή του με την απόκτηση κινητών ή ακινήτων, πλην όμως, είτε γνώριζε, κατά την ανάληψη των χρεών, ότι είναι αμφίβολη η εξυπηρέτησή τους, είτε από δική του υπαιτιότητα βρέθηκε μεταγενέστερα σε κατάσταση αδυναμίας πληρωμών.

Επομένως η συνεπεία του δόλου μόνιμη αδυναμία του οφειλέτη δεν είναι αναγκαίο να εμφανισθεί μετά την ανάληψη του χρέους, αλλά μπορεί να υπάρχει και κατά την ανάληψη αυτού, όταν δηλαδή ο οφειλέτης ήδη από την αρχή, αναλαμβάνοντας το χρέος γνωρίζει ότι, ενόψει των εισοδημάτων του και των εν γένει αναγκών του, δεν μπορεί να το εξυπηρετήσει.

Περίπτωση ενδεχόμενου δόλου συντρέχει όταν ο οφειλέτης συμφωνεί με ικανό αριθμό πιστωτικών ιδρυμάτων την απόλαυση μεγάλου αριθμού τραπεζικών προϊόντων, προβλέποντας ως ενδεχόμενο ότι ο υπερδανεισμός του με βάση τις υφιστάμενες ή ευλόγως αναμενόμενες μελλοντικές οικονομικές του δυνατότητες, σε συνδυασμό με το ύψος των οφειλών του, θα τον οδηγούσε σε κατάσταση αδυναμίας πληρωμών και παρά ταύτα αποδέχθηκε το αποτέλεσμα αυτό.

Ειδικότερα, σε μία δανειακή σύμβαση υφίσταται κατ` ουσία αποδοχή από τον δανειολήπτη της προβλεπόμενης αδυναμίας του να αποπληρώσει το ειλημμένο δάνειο, όταν έχοντας γνώση της πρόδηλης αναντιστοιχίας των εισοδημάτων του προς τις οφειλές, την αποπληρωμή των οποίων με ιδία πρωτοβουλία αναλαμβάνει και σταθμίζοντας τη διακινδύνευση των οικονομικών συμφερόντων, τόσο του ιδίου, όσο και του πιστωτή του, με το επιδιωκόμενο όφελος, το οποίο θα καρπωθεί, εφόσον πραγματοποιηθεί ο κίνδυνος, προβαίνει στη σύναψη της σχετικής δανειακής σύμβασης, επειδή κρίνει ότι η σκοπούμενη γι` αυτόν ωφέλεια από τη χρήση των δανειακών κεφαλαίων σαφώς υπερέχει των συνεπειών που επαπειλούνται από την επέλευση του κινδύνου.

Αξίωση πρόσθετων στοιχείων για την συγκρότηση του δόλου στο πρόσωπο του οφειλέτη κατά την ανάληψη του χρέους, όπως είναι η εξαπάτηση των υπαλλήλων του πιστωτικού ιδρύματος, όπως επίσης και η παράλειψη του πιστωτικού ιδρύματος να προβεί στις αναγκαίες έρευνες της πιστοληπτικής ικανότητας του δανειολήπτη, δεν ανταποκρίνεται στο πνεύμα του νόμου.

Ο δόλος του οφειλέτη στη μόνιμη αδυναμία πληρωμής ληξιπρόθεσμων χρηματικών χρεών του περιορίζεται στην πρόθεση του οφειλέτη και μόνο, δηλαδή σε ένα υποκειμενικό στοιχείο, χωρίς ανάγκη προσθήκης και άλλων αντικειμενικών στοιχείων, όπως είναι, κατά τα προαναφερόμενα, η εξαπάτηση των υπαλλήλων του πιστωτικού ιδρύματος και η παράλειψη από την πλευρά των τελευταίων να ενεργήσουν την αναγκαία έρευνα, πριν χορηγήσουν την πίστωση, της πιστοληπτικής ικανότητας του δανειολήπτη, πράγμα το οποίο άλλωστε, δεν ανταποκρίνεται στο πνεύμα το νόμου (ΑΠ 1544/2023, ΑΠ 1508/2022, ΑΠ 1512/2022, ΑΠ 1513/2022, ΑΠ 655/2022, ΑΠ 1352/2021).

Όπως, εξάλλου, προκύπτει από τη πρόβλεψη του εδαφίου β' της παρ. 1 του ίδιου άρθρου 1 του ν. 3869/2010, σύμφωνα με την οποία την ύπαρξη του δόλου αποδεικνύει ο πιστωτής, το επιλαμβανόμενο της υπόθεσης δικαστήριο ερευνά την ύπαρξη του δόλου όχι αυτεπαγγέλτως, αλλά, όπως είναι αυτονόητο και γι' αυτό παραλείφθηκε στο νόμο, κατά πρόταση πιστωτή, ο οποίος πρέπει να προτείνει τον εν λόγω ισχυρισμό κατά τρόπο ορισμένο, δηλ.

με σαφή έκθεση των γεγονότων που τον θεμελιώνουν και να τον αποδείξει (ΑΠ 1544/2023, ΑΠ 1512/2022, ΑΠ 655/2022, ΑΠ 59/2021, ΑΠ 755/2018, ΑΠ 156/2018). Ο δόλος αποτελεί αόριστη νομική έννοια και, άρα, ελέγχεται αναιρετικά η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας για το αν τα περιστατικά, που έγιναν ανελέγκτως δεκτά απ` αυτό, υπάγονται ή όχι στη νομική έννοια του δόλου (ΑΠ 1508/2022, ΑΠ 59/2021, ΑΠ 335/2020), δηλαδή ως πλημμέλειες του άρθρου 559 αριθ. 1 και 19 του ΚΠολΔ (ή του άρθρου 560 αριθ. 1 και 6 του ίδιου Κώδικα) (ΑΠ 1544/2023, ΑΠ 1508/2022).

Εξάλλου, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 262 παρ. 1 του ΚΠολΔ, η ένσταση πρέπει να περιλαμβάνει ορισμένο αίτημα και σαφή έκθεση των γεγονότων που τη θεμελιώνουν, αλλιώς απορρίπτεται ως απαράδεκτη λόγω αοριστίας. Ειδικά η, κατά το άρθρο 1 παρ. 1 του ν. 3869/2010, ένσταση πιστώτριας Τράπεζας ότι ο οφειλέτης περιήλθε σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής ληξιπρόθεσμων οφειλών προς αυτήν από ενδεχόμενο δόλο, πρέπει να αναφέρει ότι ο τελευταίος συμφώνησε με ικανό αριθμό πιστωτικών ιδρυμάτων την απόλαυση μεγάλου αριθμού τραπεζικών προϊόντων, παρότι προέβλεπε ως ενδεχόμενο ότι ο υπερδανεισμός του, με βάση τις υφιστάμενες ή ευλόγως αναμενόμενες μελλοντικές οικονομικές του δυνατότητες, σε συνδυασμό με το ύψος των οφειλών του, θα τον οδηγούσε σε κατάσταση αδυναμίας πληρωμών και παρά ταύτα αποδέχθηκε το αποτέλεσμα αυτό, ενώ εξακολουθούσε να κάνει χρήση ανακυκλούμενης πίστωσης, για να εξασφαλίσει επίπεδο ζωής ανώτερο από εκείνο που του επέτρεπε το εισόδημά του, δεν είναι δε ανάγκη, για την πληρότητα της ένστασης, να κάνει αναλυτική αναφορά των οικονομικών στοιχείων και δυνατοτήτων του οφειλέτη και των δανειακών συμβάσεων που ο τελευταίος έχει συνάψει με πιστωτικά ιδρύματα (ΑΠ 1544/2023, ΑΠ 609/2023, ΑΠ 539/2022, ΑΠ 758/2020, ΑΠ 400/2020, ΑΠ 508/2020, ΑΠ 208/2020, ΑΠ 1446/2018, ΑΠ 286/2017).

Κατά τη διάταξη του άρθρου 14 του ν. 3869/2010 οι αποφάσεις του δικαστηρίου υπόκεινται σε έφεση και αναίρεση σύμφωνα με το άρθρο 560 του ΚΠολΔ. Έτσι, κατά τη διάταξη του άρθρου 560 αριθ. 1 εδ. α` του ΚΠολΔ, όπως ίσχυε, τόσο πριν, όσο και μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του ν. 4335/2015, κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων, που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, επιτρέπεται αναίρεση αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών.

Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.ΑΠ 31/2009, ΑΠ 655/2022, ΑΠ 59/2021).

Με τον ως άνω λόγο αναίρεσης, ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κλπ, ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ` ουσίαν (Ολ.ΑΠ 2/2021, Ολ.ΑΠ 3/2020, ΑΠ 1209/2023, ΑΠ 224/2023).

Με το λόγο αυτό δεν επιτρέπεται να πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, υπό την επίκληση ότι αυτή παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο κατά το άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ (ΑΠ 1225/2023, ΑΠ 3/2021, ΑΠ 257/2020). Έτι περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 560 αριθ. 6 του ΚΠολΔ, κατά των αποφάσεων των Ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των Πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των Ειρηνοδικείων, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί, όπως και εκείνη του άρθρου 559 αριθμ. 19 του ίδιου Κώδικα, κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο παρών λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία).

Δεν έχει όμως εφαρμογή η διάταξη αυτή, όταν οι ελλείψεις ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και ιδίως στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που εξάγεται απ` αυτές, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανέλεγκτα κατά το άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ, εκτός αν δεν είναι σαφές και πλήρες το πόρισμα και για το λόγο αυτόν γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος.

Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή γιατί δεν αποδείχθηκε. Τα επιχειρήματα του δικαστηρίου που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές, με βάση τις οποίες διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και, άρα, δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε, στο πλαίσιο της υπόψη διάταξης του άρθρου 560 αριθμ. 6 του ΚΠολΔ, αυτή να επιδέχεται μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης είναι απαράδεκτος (ΑΠ 1324/2023, ΑΠ 3/2021, ΑΠ 552/2020).

Στην ερευνώμενη υπόθεση, με τον πρώτο και δεύτερο λόγο της αίτησης αναίρεσης, η αναιρεσείουσα, αιτούσα την υπαγωγή της στο ν. 3869/2010, αποδίδει στη προσβαλλόμενη απόφαση τις πλημμέλειες από τους αριθμούς 1 και 6 του άρθρου 560 του ΚΠολΔ, με τις αιτιάσεις: Α] ότι το, ως Εφετείο, δικάσαν Μονομελές Πρωτοδικείο Βεροίας, παραβίασε ευθέως και εκ πλαγίου την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 1 παρ. 1 του ν. 3869/2010, με ανεπαρκείς αιτιολογίες ως προς το ουσιώδες ζήτημα της κατάγνωσης σε βάρος της ενδεχόμενου δόλου, κατά την ανάληψη των δανειακών της υποχρεώσεων, καθώς και Β] ότι με το να δεχθεί ως ορισμένη την ένσταση δόλιας περιέλευσής της (αιτούσας) σε κατάσταση αδυναμίας πληρωμής των ληξιπρόθεσμων χρεών της προς τις πιστώτριες, την οποία πρότεινε η πρώτη καθής με τις προτάσεις της ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, αλλά και με σχετικό λόγο έφεσης, παραβίασε ευθέως την ως άνω διάταξη ουσιαστικού κανόνα δικαίου, καθώς αρκέστηκε σε λιγότερα στοιχεία από εκείνα που απαιτεί η ως άνω διάταξη.

Ως προς τα ζητήματα αυτά το Μονομελές Πρωτοδικείο Βεροίας, που δίκασε ως Εφετείο, δέχτηκε, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικά περί των πραγμάτων κρίση του, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: ''...Η αιτούσα-εφεσίβλητη (ήδη αναιρεσείουσα) γεννήθηκε το έτος 1964 και το 1984 τέλεσε νόμιμο γάμο με τον Ν. Ο., γεννηθέντα το έτος 1959, από τον οποίο απέκτησαν δύο τέκνα, τη Χ., που γεννήθηκε το έτος 1985 και τη Ν., που γεννήθηκε το έτος 1989 (..).

Διαμένει με τον ως άνω σύζυγο της και τις ενήλικες θυγατέρες τους σε ένα αυτοτελές διαμέρισμα του πέμπτου πάνω από το ισόγειο ορόφου οικοδομής κείμενης στην οδό ... στη ..., εμβαδού καθαρού 102,00 τ.μ. και μικτού 112,00 τ.μ., που ανήκει κατά πλήρη κυριότητα στην ίδια και στο σύζυγο της, κατά ποσοστό 50% εξ αδιαιρέτου σε έκαστο εξ αυτών και που αποτελεί την οικογενειακή κατοικία τους και το οποίο απέκτησαν δυνάμει του υπ' αριθμ. ...

συμβολαίου αγοραπωλησίας της συμβολαιογράφου ... Λ. Π.-Κ., που καταχωρίστηκε στο Κτηματολογικό Γραφείο ... με αριθμό 1425 και ημερομηνία καταχώρισης 21.4.2008. Επί της παραπάνω δε κατοικίας υφίστανται οι ακόλουθες εμπράγματες εξασφαλίσεις, ήτοι: α) στο 100% του προαναφερόμενου διαμερίσματος έχει εγγραφεί, δυνάμει της υπ' αριθμ. 1154/ΑΦ/02.6.2008 απόφασης του παρόντος Δικαστηρίου (διαδικασία ασφαλιστικών μέτρων), προσημείωση υποθήκης για το ποσό των 103.994,98 ευρώ, πλέον τόκων και εξόδων, υπέρ της εκκαλούσας-πρώτης καθ' ης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία "Τράπεζα Πειραιώς Α.Ε." (ήδη πρώτης αναιρεσίβλητης) προς εξασφάλιση της κατωτέρω αναφερόμενης υπό στοιχείο 1 οφειλής της από την υπ' αριθμ. ...

σύμβαση στεγαστικού δανείου, η οποία (προσημείωση υποθήκης) καταχωρίστηκε στο Κτηματολογικό Γραφείο ... με αριθμό ...2008, β) στο 100% του προαναφερόμενου διαμερίσματος έχει εγγραφεί, δυνάμει της υπ' αριθμ. 1155/ΑΦ/02.6.2008 απόφασης του παρόντος Δικαστηρίου (διαδικασία ασφαλιστικών μέτρων), προσημείωση υποθήκης για το ποσό των 57.200,00 ευρώ, πλέον τόκων και εξόδων, υπέρ της εκκαλούσας-πρώτης καθ' ης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία "Τράπεζα Πειραιώς Α.Ε." προς εξασφάλιση της κατωτέρω αναφερόμενης υπό στοιχείο 2 οφειλής της από την υπ' αριθμ. ...

σύμβαση στεγαστικού δανείου, η οποία (προσημείωση υποθήκης) καταχωρίστηκε στο Κτηματολογικό Γραφείο ... με αριθμό ... και γ) στο ανήκον στην ίδια (αιτούσα) ποσοστό 50% εξ αδιαιρέτου του προαναφερόμενου διαμερίσματος έχει εγγραφεί, δυνάμει της υπ' αριθμ. 224/21.6.2013 απόφασης Ειρηνοδικείου ... (διαδικασία ασφαλιστικών μέτρων), προσημείωση υποθήκης για το ποσό των 20.400,00 ευρώ, πλέον τόκων και εξόδων, υπέρ της δεύτερης εφεσίβλητης-δεύτερης καθ' ης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία "Eurobank-Ergasias Α.Ε." (ήδη δεύτερης αναιρεσίβλητης), προς εξασφάλιση της κατωτέρω αναφερόμενης υπό στοιχείο 3 οφειλής της από την υπ' αριθμ. ...

σύμβασης τοκοχρεολυτικού δανείου, η οποία (προσημείωση υποθήκης) καταχωρίστηκε στο Κτηματολογικό Γραφείο ... με αριθμό ... Από τις 10-5-2013 και εντεύθεν η αιτούσα-εφεσίβλητη τυγχάνει άνεργη, εγγεγραμμένη στο Μητρώο Ανέργων του Ο.Α.Ε.Δ. (..), μη επιδοτούμενη, ενώ τόσο κατά το χρόνο κατάθεσης της ένδικης αίτησης ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου (27.10.2016) όσο και κατά το χρόνο συζήτησής της ενώπιον του τελευταίου (05.4.2017) αλλά και κατά το χρόνο συζήτησης της ένδικης έφεσης ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου (08.7.2020) η αιτούσα-εφεσίβλητη παραμένει άνεργη.

Κατά τα προηγούμενα έτη, και συγκεκριμένα από 11-10-2006 έως 28-12-2012 και από 07-01-2013 έως 10-5-2013 η αιτούσα- εφεσίβλητη εργαζόταν ως ιδιωτική υπάλληλος (πωλήτρια) σε κατάστημα της εταιρίας "Π. Ν. & ΣΙΑ Ο.Ε.", κείμενο στη ..., επί της οδού ..., με τη σημείωση ότι την 28η.12.2012 απολύθηκε, λαμβάνουσα ως αποζημίωση το ποσό των 2.825,00 ευρώ, ενώ μετά την εκ νέου επαναπρόσληψή της (στις 07.01.2013) αμειβόταν με μειωμένο μισθό, καθαρού ποσού 645,00 ευρώ μηνιαίως, ενώ την 10.5.2013 απολύθηκε οριστικά από την ανωτέρω εταιρία, λαμβάνουσα ως αποζημίωση το ποσό των 2.500,00 ευρώ μηνιαίως.

Από την παραπάνω εργασία της αιτούσας-εφεσίβλητης, οι καθαρές αποδοχές της ανέρχονταν κατά τα οικονομικά έτη 2006, 2007, 2008, 2009, 2010, 2011, 2012, 2013, 2014 και κατά τα φορολογικά έτη 2014 και 2015, στα ποσά των 11.178,25 ευρώ (αυτοτελώς φορολογούμενο ποσό: 877,51 ευρώ) (οικ. έτος 2006), 11.156,29 ευρώ (οικ. έτος 2007), 11.322,85 ευρώ (οικ. έτος 2008), 11.675,57 ευρώ (οικ.

έτος 2009), 13.132,22 ευρώ (οικ. έτος 2010), 13.787,83 ευρώ (οικ. έτος 2011), 14.219,94 ευρώ (οικ. έτος 2012), 11.155,07 ευρώ (οικ. έτος 2013), 2.367,36 ευρώ (2.419,20 ευρώ ως επίδομα ανεργίας) (οικ. έτος 2014), 0,01 ευρώ (φορολ. έτος 2014) και 0,00 ευρώ (φορολ. έτος 2015) αντίστοιχα (..), δηλαδή τα καθαρά μηνιαία εισοδήματά της για τα παραπάνω έτη ανέρχονταν, κατά μέσο όρο, στα ποσά των 1.004,64 ευρώ (οικ.

έτος 2006), 929,69 ευρώ (οικ. έτος 2007), 943,57 ευρώ (οικ. έτος 2008), 972,96 ευρώ (οικ. έτος 2009), 1.094,35 ευρώ (οικ. έτος 2010), 1.148,98 ευρώ (οικ. έτος 2011), 1.184,99 ευρώ (οικ. έτος 2012), 929,59 ευρώ (οικ. έτος 2013), 398,88 ευρώ (οικ. έτος 2014), 0,00 ευρώ (φορολ. έτος 2014) και 0,00 ευρώ (φορολ. έτος 2015). Ο δε σύζυγος της αιτούσας, Ν. Ο., τυγχάνει έμπορος και συγκεκριμένα από 18.01.2013 είναι ομόρρυθμος εταίρος, με ποσοστό συμμετοχής 80%, της ετερόρρυθμης εταιρίας με την επωνυμία "Ν.

Ο. και Σία Ε.Ε.", με αντικείμενο δραστηριότητας την εκμετάλλευση γαλακτοζαχαροπλαστείων, καφέ, μπαρ, σνακ, αναψυκτηρίων, εστιατορίων και συναφών καταστημάτων, με έδρα τη ... (..), ενώ πριν από την παραπάνω ημεροχρονολογία (18.01.2013) δραστηριοποιούνταν ατομικά στον ίδιο ως άνω κύκλο δραστηριοτήτων. Η προμνησθείσα ετερόρρυθμη εταιρία διατηρεί, στο πλαίσιο του παραπάνω σκοπού της, καφέ μπαρ με την επωνυμία "..." στη ..., επί της οδού ...

Τα εισοδήματα του συζύγου της αιτούσας από τη παραπάνω εμπορική του δραστηριότητα, τόσο την ατομική όσο και την υπό μορφή συμμετοχής του ως ομόρρυθμου εταίρου στη παραπάνω ετερόρρυθμη εταιρία, ανέρχονταν, κατά τα οικονομικά έτη 2006, 2007, 2008, 2009, 2010, 2011, 2012, 2013, 2014 και κατά τα φορολογικά έτη 2014 και 2015, στα ποσά των 180,68 ευρώ (οικ.

Έτος 2006), 0,00 ευρώ (οικ. έτος 2007), 9.028,52 ευρώ (οικ. έτος 2008), 0,00 ευρώ (οικ. έτος 2009, με ζημία επιχείρησης ιδίου έτους 16.246,48 ευρώ), 1.141,90 ευρώ (οικ. έτος 2010), 0,00 ευρώ (οικ. έτος 2011, με ζημία επιχείρησης ιδίου έτους 5.037,33 ευρώ), 0,00 ευρώ (οικ. έτος 2012, με ζημία επιχείρησης ιδίου έτους 24.650,37 ευρώ), 0,00 ευρώ (οικ. έτος 2013, με ζημία επιχείρησης ιδίου έτους 5.948,63 ευρώ), 0,00 ευρώ (οικ.

έτος 2014, με ζημία επιχείρησης ιδίου έτους 81.392,74 ευρώ), 0,03 ευρώ (φορολ. έτος 2014, με ζημία επιχείρησης ιδίου έτους 32.610,18 ευρώ) και 0,00 ευρώ (φορολ. έτος 2015, με ζημία επιχείρησης ιδίου έτους 61.621,51 ευρώ αντίστοιχα (..), δηλαδή τα καθαρά μηνιαία εισοδήματά του για τα παραπάνω έτη ανέρχονταν, κατά μέσο όρο, στα ποσά των 15,05 ευρώ (οικ.

έτος 2006), 0,00 ευρώ (οικ. έτος 2007), 752,37 ευρώ (οικ. έτος 2008), 0,00 ευρώ (οικ. έτος 2009), 95,15 ευρώ (οικ. έτος 2010), 0,00 ευρώ (οικ. έτος 2011), 0,00 ευρώ (οικ. έτος 2012), 0,00 ευρώ (οικ. έτος 2013), 0,00 ευρώ (οικ. έτος 2013),0,00 ευρώ (φορολ. έτος 2014) και 0,00 ευρώ (φορολ. έτος 2015). Περαιτέρω, αποδεικνύεται ότι από το έτος 2013, οπότε και η αιτούσα-εφεσίβλητη απολύθηκε κι έμεινε άνεργη, δέχεται την οικονομική συνδρομή των συνταξιούχων γονέων της, ποσού 200,00 ευρώ μηνιαίως, ενώ από την 08η.7.2016 έως την 07η.4.2017 η μεγαλύτερη θυγατέρα τους, Χ., εργαζόταν με σύμβαση ορισμένου χρόνου ως βοηθός φαρμακοποιού έναντι μηνιαίου μισθού 600,00 ευρώ, μέρος του οποίου και συγκεκριμένα ποσό 300,00 ευρώ, συνεισέφερε οικονομικά στους γονείς της για την κάλυψη των δαπανών διαβίωσής τους (..), δίχως, όμως να αποδεικνύεται από οιοδήποτε στοιχείο της δικογραφίας ότι η παραπάνω οικονομική συνεισφορά της ως άνω θυγατέρας της αιτούσας, Χ., λάμβανε χώρα και πριν από το έτος 2016, ούτε και μετά την 0714.2017.

Η έτερη δε θυγατέρα της αιτούσας, Ν., είναι άνεργη και διαμένει, όπως και η αδελφή της, μαζί με τους γονείς της στην ως άνω οικογενειακή κατοικία. Περαιτέρω, αποδεικνύεται ότι σε χρόνο προγενέστερο του έτους από την κατάθεση της ένδικης αίτησης ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, η αιτούσα-εφεσίβλητη είχε συνάψει τις κάτωθι δανειακές συμβάσεις:

α) με την πρώτη καθ' ης-εκκαλούσα ανώνυμη τραπεζική εταιρία με την επωνυμία "Τράπεζα Πειραιώς Α.Ε." συνήψε τις υπ' αριθμ. ... και ... συμβάσεις στεγαστικού δανείου, ποσού 86.662,48 ευρώ και 44.000,00 ευρώ αντίστοιχα, στις οποίες συνοφειλέτης ήταν και ο σύζυγος της, Ν. Ο., εκ των οποίων (συμβάσεων) οι οφειλές, μέχρι την 23η.9.2016, ανέρχονταν στο ποσό των 72.136,19 ευρώ και 46.217,79 ευρώ αντίστοιχα και β) με τη δεύτερη καθ' ης-εφεσίβλητη ανώνυμη τραπεζική εταιρία με την επωνυμία "Τράπεζα Eurobank-Ergasias Α.Ε." συνήψε την υπ' αριθμ. ...

σύμβαση τοκοχρεολυτικού δανείου, ποσού 17.000,00 ευρώ, η οποία προέρχεται από ρύθμιση παλαιότερης οφειλής του έτους 2007, εκ της οποίας η οφειλή, μέχρι την 23η.9.2016, ανερχόταν στο ποσό των 21.818,92 ευρώ, άπασες δε οι ανωτέρω απαιτήσεις των καθ' ων πιστωτριών είναι εξασφαλισμένες με προσημειώσεις υποθήκης, κατά τα αναλυτικά εκτιθέμενα ανωτέρω στην παρούσα, που έχουν εγγραφεί σε βάρος της προαναφερόμενης κατοικίας της αιτούσας.

Πρακτικά, δηλαδή, κατά το χρόνο κατάθεσης της αίτησης, το συνολικό ύψος των οφειλών της αιτούσας που ανέλαβε είτε μόνον η ίδια είτε ως συνοφειλέτρια με τον σύζυγό της από τις προαναφερθείσες συμβάσεις δανείων, ανερχόταν στο συνολικό ποσό των 140.172,90 ευρώ και οι τελευταίες ενήμερες δόσεις ήταν αθροιστικά ποσού [(50,08+9,34+26,44=) 85,86 ευρώ Χ 10 =)] 858,60 ευρώ, ενόψει του ότι το 10% της τελευταίας ενήμερης δόσης εκάστης εκ των ανωτέρω τριών δανειακών συμβάσεων ανερχόταν, την 23.9.2016, στο συνολικό ποσό των (50,08+9,34+26,44=) 85,86 ευρώ (..).

Άλλωστε, και ο ίδιος ο εξετασθείς επιμελεία της αιτούσας μάρτυρας κατέθεσε ενόρκως ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου ότι οι μηνιαίες δόσεις και για τις τρεις δανειακές συμβάσεις ανέρχονταν στο συνολικό ποσό των 800,00 ευρώ περίπου μηνιαίως (..). Σημειώνεται ότι οι παραπάνω συμβάσεις είχαν παύσει να εξυπηρετούνται κατά μόνιμο τρόπο τουλάχιστον από το έτος 2013, ενόψει του ότι τον Οκτώβριο του έτους 2013 η εκκαλούσα-πρώτη καθ' ης πιστώτρια κατήγγειλε εξωδίκως τις ανωτέρω δύο δανειακές συμβάσεις και το Μάιο του 2014 η εφεσίβλητη-δεύτερη καθ' ης κατήγγειλε εξωδίκως την ανωτέρω σύμβαση τοκοχρεολυτικού δανείου.

Εξ ετέρου, το αναγκαίο, κατά μέσο όρο μηνιαίως, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, ποσό για την κάλυψη των ευλόγων δαπανών διαβίωσης της ίδιας (αιτούσας) και του συζύγου της, δίχως να θεωρούνται ως προστατευόμενα μέλη τους οι ενήλικες θυγατέρες τους, ανέρχεται, όπως η ίδια συνομολογεί με την αίτησή της, στο ποσό των 900,00 ευρώ μηνιαίως, πλην όμως, ακόμη κι αν ήθελε θεωρηθεί από το παρόν Δικαστήριο ότι οι εύλογες δαπάνες διαβίωσης της ίδιας (αιτούσας) και του συζύγου της περιορίζονται στο μικρότερο ποσό των 450,00 ευρώ (όπως δέχθηκε η εκκαλουμένη), ωσαύτως ουδόλως απέμενε στην αιτούσα προς διάθεση ποσό για την κάλυψη των έναντι τρίτων χρηματικών οφειλών της, συνολικού ποσού 858,60 ευρώ μηνιαίως, όπως αυτές αμέσως ανωτέρω στην παρούσα αναφέρονται.

Και τούτο διότι, με βάση τα αναλυτικά εκτιθέμενα ανωτέρω στη παρούσα, το μηνιαίο εισόδημα της αιτούσας-εφεσίβλητης πριν από το χρόνο κατάρτισης των επίδικων δανειακών συμβάσεων (2007 και 2008) και εντεύθεν, ανερχόταν, κατά μέσο όρο, στο ποσό των 717,30 ευρώ μηνιαίως περίπου, και του συζύγου της στο ποσό των 78,41 ευρώ μηνιαίως περίπου, ήτοι συνολικά στο ποσό των 795,71 ευρώ, με αποτέλεσμα να καθίσταται σαφές ότι το συνολικό εισόδημα της αιτούσας και του συζύγου της δεν επαρκούσε για την κάλυψη των βιοτικών αναγκών διαβίωσης τους (είτε ποσού 900,00 ευρώ μηνιαίως -όπως διατείνεται η αιτούσα- είτε 450,00 ευρώ μηνιαίως - όπως δέχθηκε η εκκαλουμένη - και για την κάλυψη των χρηματικών οφειλών της έναντι των καθ' ων πιστωτριών τραπεζικών εταιριών, με συνολικό ύψος μηνιαίας δόσης 858,60 ευρώ μηνιαίως.

Εξάλλου, η οικονομική βοήθεια, συνολικού ποσού 200,00 ευρώ μηνιαίως, που λαμβάνει η αιτούσα από τους συνταξιούχους γονείς της από το έτος 2013 και εντεύθεν, οπότε και απολύθηκε από την εργασία της και έμεινε άνεργη, ουδόλως αποδείχθηκε, από οιοδήποτε στοιχείο της δικογραφίας, ότι τη λάμβανε και κατά τα προγενέστερα έτη, κατά τα οποία η ίδια εργαζόταν, ενώ και η συνδρομή 300,00 ευρώ περίπου μηνιαίως της θυγατέρας τους Χ.

αποδεικνύεται ότι λάμβανε χώρα κατά το χρονικό διάστημα 2016-2017, οπότε και αυτή εργάσθηκε ως βοηθός φαρμακοποιού, όπως προαναφέρθηκε, και όχι σε προγενέστερο χρονικό σημείο. Από τα ανωτέρω εκτεθέντα, αξιολογούμενα σύμφωνα με το εφαρμοζόμενο στη τηρούμενη διαδικασία ανακριτικό σύστημα..., αποδεικνύεται και ουσιαστικά βάσιμος ο - ήδη κριθείς ως παραδεκτός και ορισμένος - ισχυρισμός της εκκαλούσας-πρώτης καθ' ης η αίτηση πιστώτριας τραπεζικής εταιρίας περί δόλιας περιέλευσης της αιτούσας σε αδυναμία πληρωμής, που προτάθηκε παραδεκτά και νόμιμα πρωτοδίκως και ο οποίος επαναφέρεται ως πρώτος λόγος έφεσης ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, καθόσον αποδεικνύεται ότι η αιτούσα δεν είχε την οικονομική δυνατότητα να αντεπεξέλθει στις δανειακές υποχρεώσεις που ανέλαβε με την υπογραφή των ανωτέρω συμβάσεων λόγω των κατά πολύ μικρότερων, σε σχέση με τις οφειλόμενες δόσεις, εισοδημάτων της (τόσο ατομικών όσο και αθροιστικά με το εισόδημα του συζύγου της).

Ειδικότερα, από όσα έχουν ήδη γίνει δεκτά και λαμβάνοντας υπόψη ότι όλες οι συμβάσεις καταρτίσθηκαν τα έτη 2008 και 2007 και το προαναφερθέν μέσο μηνιαίο ατομικό εισόδημα της αιτούσας αλλά και του συζύγου της, σε συνδυασμό με τις προαναφερθείσες εύλογες δαπάνες διαβίωσής της, ευχερώς συνάγεται ότι η ίδια πλήρως γνώριζε αφενός την ανεπάρκεια των εισοδημάτων της, τόσο των ατομικών όσο και συνυπολογιζόμενων αυτών με τα εισοδήματα του συζύγου της, και αφετέρου και πολύ περισσότερο ότι αδυνατούσε, τόσο από μόνη της όσο και μαζί με τη συμμετοχή του τότε συζύγου της, να καλύψει τις δανειακές υποχρεώσεις που αναλάμβανε.

Συγκεκριμένα, τόσο από τα προαναφερθέντα ατομικά εισοδήματα της αιτούσας-εφεσίβλητης, ποσού 717,30 ευρώ μηνιαίως περίπου κατά μέσο όρο όσο και από τα εισοδήματά της αθροιστικά με τα εισοδήματα του συζύγου της, ποσού (717,30+78,41=) 795,71 ευρώ μηνιαίως περίπου κατά μέσο όρο, ευχερώς αποδεικνύεται ότι η αιτούσα-εφεσίβλητη δεν είχε τη δυνατότητα ήδη από το χρόνο της σύναψης των παραπάνω συμβάσεων (2007-2008), να καταβάλλει μηνιαίως τις απαιτούμενες δόσεις συνολικά για την κάλυψη των υποχρεώσεών της από το σύνολο των παραπάνω δανειακών συμβάσεων, οι οποίες (τελευταίες ενήμερες δόσεις) ήταν αθροιστικά συνολικού ποσού 858,60 ευρώ, πέραν των ως άνω ευλόγων δαπανών διαβίωσής της.

Ως εκ τούτου η αιτούσα - εφεσίβλητη πλήρως γνώριζε ότι είτε μόνη της ατομικά είτε με τη συμμετοχή του συζύγου της, είχε πλήρη αδυναμία ανταπόκρισής της στη κάλυψη της ως άνω μηνιαίας δόσης των δανείων αυτών, συνολικού ποσού 858,60 ευρώ, καθόσον ούτε εξ αρχής ούτε και στη συνέχεια υφίστατο δυνατότητα κάλυψης των χρηματικών υποχρεώσεών της για να ανταποκριθεί στην ιδιότητά της ως οφειλέτριας ή συνοφειλέτριας.

Ωστόσο, παρά τη γνώση της για τις ανωτέρω περιστάσεις η αιτούσα - εφεσίβλητη προέβη στη σύναψη των παραπάνω συμβάσεων δανείων, καταδεικνύοντας τη βούλησή της με αυτές να καρπωθεί οφέλη που θα ανταποκρίνονταν σε εισόδημα μεγαλύτερο από εκείνο που είχε, καθώς με την ιδιότητά της ως πιστούχου προέβη, μεταξύ άλλων, στη σύναψη δύο στεγαστικών δανείων, τα προϊόντα των οποίων αξιοποιήθηκαν από την ίδια για την αγορά κι επισκευή της κατοικίας της, που ανωτέρω στην παρούσα περιγράφεται, όπως η ίδια συνομολογεί στην αίτησή της.

Ενόψει δε του ανωτέρω δανεισμού, που ήταν υπέρμετρος για τα οικονομικά δεδομένα της αιτούσας και ήδη εφεσίβλητης, ήταν, κατά το χρόνο άσκησης της παραπάνω αίτησής της, να είναι ήδη σε κατάσταση αδυναμίας πληρωμών των άνω ληξιπρόθεσμων δανειακών υποχρεώσεών της, το οποίο αποτέλεσμα η ίδια, ακριβώς ενόψει των ανωτέρω περιστάσεων που συνέτρεχαν ήδη κατά την κατάρτιση όλων των κρίσιμων δανειακών συμβάσεων, πλήρως αποδεχόταν ως ενδεχόμενο.

Δεν μπορεί, δηλαδή, να θεωρεί την αδυναμία αυτή πληρωμών ως αποδιδόμενη σε τυχαίες και απρόβλεπτες περιστάσεις, όταν, σύμφωνα με όσα έχουν γίνει δεκτά ανωτέρω, η ίδια γνώριζε ότι με τα εισοδήματά της από τη μισθωτή της εργασία, αλλά και με τα ελάχιστα εισοδήματα του συζύγου της, δεν μπορούσε να καλύπτει τις δανειακές υποχρεώσεις που αναλάμβανε ως οφειλέτρια.

Υπό τις ανωτέρω περιστάσεις η μόνιμη αδυναμία πληρωμών της αιτούσας - εφεσίβλητης αποδίδεται ουσιαστικά στο δικό της τρόπο ζωής και τον υπέρμετρο δανεισμό της και τις συνέπειές του από την επέλευση του κινδύνου της αδυναμίας μελλοντικής εξυπηρέτησης των δανείων, τον οποίο (ως άνω κίνδυνο) η αιτούσα - εφεσίβλητη προέβλεψε ως ενδεχόμενο αλλά αποδέχθηκε, όπως προαναφέρθηκε.

Έπεται ότι το αποτέλεσμα αυτό αποδίδεται σε ενδεχόμενο δόλο της που υπήρχε και συνεχίστηκε κατά την κατάρτιση των κρίσιμων συμβάσεων και την ανάληψη των εξ αυτών δανειακών της υποχρεώσεων.... η αιτούσα-εφεσίβλητη δολίως περιήλθε σε αδυναμία πληρωμής υφιστάμενη κατά το χρόνο κατάθεσης της αίτησής της και συνεχιζόμενη έκτοτε, όπως βάσιμα ισχυρίστηκε η πρώτη καθ' ης η αίτηση και ήδη εκκαλούσα πιστώτρια τραπεζική εταιρία, δεκτού γενομένου ως βάσιμου και κατ' ουσία του πρώτου λόγου της έφεσης και της σ' αυτόν στηριζόμενης ένστασης της εκκαλούσας-πρώτης καθ' ης η αίτησης περί δόλιας περιέλευσης της αιτούσας σε αδυναμία πληρωμών...., για την υποκειμενική στοιχειοθέτηση της ένστασης αυτής επαρκεί ο ενδεχόμενος δόλος που κατά τα ανωτέρω επέδειξε η αιτούσα και ήδη εφεσίβλητη...''.

Κρίνοντας έτσι, το, ως Εφετείο δικάσαν, δικαστήριο και δεχόμενο ότι το στοιχείο του δόλου δύναται να συντρέχει κατά το χρόνο ανάληψης της οφειλής (όσο και κατά το χρόνο μετά την ανάληψη της τελευταίας), καθώς και ότι για τη παραδοχή της σχετικής ένστασης αρκεί και ενδεχόμενος δόλος εκ μέρους του υπερχρεωμένου οφειλέτη, (τέτοια δε περίπτωση ενδεχόμενου δόλου συντρέχει όταν ο οφειλέτης με τις πράξεις ή παραλείψεις του επιδιώκει την αδυναμία πληρωμών ή προβλέπει ότι οδηγείται σε αδυναμία πληρωμών, πλην όμως ουδόλως αλλάζει συμπεριφορά, αποδεχόμενος το αποτέλεσμα), ερμήνευσε ορθά και δεν παραβίασε ευθέως, την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 1 παρ. 1 του ν. 3869/2010, με εσφαλμένη ερμηνεία και υπαγωγή σ` αυτήν των πραγματικών περιστατικών που ανέλεγκτα δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν.

Αυτό δε, διότι, σύμφωνα και με όσα έχουν εκτεθεί στη νομική σκέψη της παρούσας, ο δόλος του οφειλέτη στη μόνιμη αδυναμία πληρωμής ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών και εν προκειμένω της αναιρεσείουσας περιορίζεται στη πρόθεσή της και μόνο, δηλαδή σε ένα υποκειμενικό στοιχείο, χωρίς ανάγκη προσθήκης και άλλων αντικειμενικών στοιχείων, όπως είναι η παράλειψη από την πλευρά των πιστωτών (τραπεζών) να ενεργήσουν την αναγκαία έρευνα, πριν χορηγήσουν την πίστωση, της πιστοληπτικής ικανότητας του δανειολήπτη, πράγμα το οποίο, άλλωστε, δεν ανταποκρίνεται στο πνεύμα το νόμου (ΑΠ 1544/2023, ΑΠ 545/2021, ΑΠ 153/2017), η κατάφαση δε του δόλου αυτού δεν επηρεάζεται από το γεγονός ότι οι τράπεζες χορήγησαν σε αυτήν τα δάνεια, χωρίς να αξιολογήσουν εκ των προτέρων τη πιστοληπτική ικανότητα και φερεγγυότητά της, δοθέντος ότι η σχετική παράλειψή τους δεν αίρει τον δόλο της, εφόσον αυτή, παρά την όποια επιθετική τακτική των τραπεζών, γνώριζε καλύτερα από τον καθένα και εν προκειμένω καλύτερα από τις τράπεζες, την πραγματική οικονομική της κατάσταση και σταθμίζοντας τις συνθήκες επέλεξε να συναλλαχθεί με αυτές (τράπεζες).

Εξ άλλου, το, ως Εφετείο δικάσαν, δικαστήριο, με το να οδηγηθεί στην ως άνω κρίση, δεν παραβίασε ούτε εκ πλαγίου την προαναφερθείσα ουσιαστικού δικαίου διάταξη και διέλαβε στην απόφασή του επαρκείς, σαφείς και χωρίς λογικά κενά και αντιφάσεις αιτιολογίες ως προς το κρίσιμο ζήτημα της κατάγνωσης σε βάρος της αναιρεσείουσας ενδεχόμενου δόλου, κατά την ανάληψη των δανειακών της υποχρεώσεων, αλλά και σε μεταγενέστερο χρόνο, που έχει ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, οι οποίες καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο, ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή της ως άνω διάταξης και, συνεπώς, η προσβαλλόμενη απόφαση δεν στερείται νόμιμης βάσης, ενώ δεν ήταν αναγκαία η παράθεση και άλλων αιτιολογιών για να δικαιολογηθεί χωρίς αμφιβολία η κατάγνωση σε βάρος της εν λόγω αναιρεσείουσας ενδεχόμενου δόλου κατά τους προεκτεθέντες χρόνους (ανάληψης των δανειακών της υποχρεώσεων και μεταγενέστερα), αφού ο δόλος του οφειλέτη στη μόνιμη αδυναμία πληρωμής ληξιπρόθεσμων χρηματικών χρεών του περιορίζεται στη πρόθεση του οφειλέτη και μόνο, δηλαδή σε ένα υποκειμενικό στοιχείο, χωρίς ανάγκη προσθήκης και άλλων αντικειμενικών στοιχείων.

Πιο συγκεκριμένα, το Εφετείο, με επαρκή και χωρίς αντίφαση αιτιολογία, προσδιορίζει αναλυτικά: α) το ύψος των δανειακών συμβάσεων, που ανέλαβε η αιτούσα και ήδη αναιρεσείουσα, το οποίο ανέρχεται στο, ως άνω ποσό, των 140.172,90 ευρώ, προερχόμενο από δύο στεγαστικά δάνεια και ένα τοκοχρεωλυτικό δάνειο, β) το οικογενειακό εισόδημα της αιτούσας καθώς και του συζύγου της κατά τα έτη 2006-2015, με τις κατά έτος αποδοχές τους, γ) την ηλικία της αιτούσας και του συζύγου της, δ) ότι τα δάνεια λήφθησαν τα έτη 2007-2008, όταν το, κατά μήνα, εισόδημα της αιτούσας ανέρχονταν στο ποσό των 717,30 ευρώ περίπου και του συζύγου της στο ποσό των 78,41 ευρώ περίπου, δηλ.

συνολικά στο ποσό των 795,71 ευρώ και για την εξυπηρέτηση των δανείων απαιτούνταν το ποσό των 858,60 ευρώ κατά μήνα, όταν για τη κάλυψη των βιοτικών τους αναγκών απαιτούνταν το υπέρτερο ποσό των 900,00 ευρώ κατά μήνα, ε) ότι, προέβαινε αυτή, στον ως άνω δανεισμό αποδεχόμενη το ενδεχόμενο να μην ανταποκριθεί στην υποχρέωση εξόφλησής τους (δανείων), καθόσον εκ των προτέρων γνώριζε την εισοδηματική της κατάσταση και ότι ήταν αδύνατο να τα εξυπηρετήσει συνολικά, δεδομένου ότι, κατά τα παραπάνω, το μόνο σταθερό εισόδημά τους ήταν ο (καθαρός) μισθός της (αναιρεσείουσας), ο οποίος κατά τα έτη 2006-2013 ανέρχονταν στο ποσό των 929,69 - 1.184,99 κατά μέσο όρο και στ) ότι οι ως άνω οικονομικές υποχρεώσεις, που ανέλαβε έναντι των πιστωτών της, υπερέβαιναν τις δυνατότητές της, όπως αυτές θα διαμορφώνονταν, εν γνώσει της ότι το εισόδημά της δεν επαρκεί για την εξόφληση των δανείων και μη προσδοκώντας βάσιμα σε βελτίωση της γενικότερης οικονομικής της θέσης ή προσωπικής της κατάστασης, ώστε να ανταποκριθεί στα χρέη της.

Τα περιστατικά αυτά, που το Εφετείο δέχτηκε ότι αποδείχθηκαν, πληρούσαν το πραγματικό των ουσιαστικού δικαίου διατάξεων των άρθρων 1 παρ. 1 του ν. 3869/2010 και 330 του ΑΚ, τις οποίες εφάρμοσε και αρκούσαν για να καταγνωσθεί σε βάρος της αναιρεσείουσας ενδεχόμενος δόλος κατά την ανάληψη των δανειακών της υποχρεώσεων, αλλά και μεταγενέστερα, σύμφωνα με τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, που στηρίζουν το αποδεικτικό της πόρισμα, κατά το οποίο η αναιρεσείουσα μπορούσε να προβλέψει ότι ο υπερδανεισμός της, με βάση τις υφιστάμενες και τις ευλόγως αναμενόμενες μελλοντικές της δυνατότητες (αλλά και του συζύγου της), θα την οδηγήσει σε αδυναμία αποπληρωμής των χρεών της και εντούτοις αποδέχτηκε και επιδοκίμασε τη συμπεριφορά αυτή.

Οι περαιτέρω αιτιάσεις της αναιρεσείουσας, με τις οποίες ειδικότερα διατείνεται ότι η προσβαλλόμενη απόφαση αν και αναφέρεται στις δανειακές της συμβάσεις, εν τούτοις δεν περιέλαβε αιτιολογία για: α) την περιουσιακή της κατάσταση κατά το χρονικό σημείο ανάληψης των δανειακών υποχρεώσεών της, β) τις δανειακές υποχρεώσεις που ανέλαβε και το ακριβές ύψος αυτών και γ) τα πραγματικά γεγονότα από τα οποία αποδεικνύεται ότι αυτή τελούσε σε γνώση της ανάληψης των ένδικων άνω υποχρεώσεών της και της υπέρβασης των οικονομικών δυνατοτήτων, την οποία συνεπάγονταν αυτή, αποτελούν επιχειρήματα για τη πληρέστερη κατά την άποψή της ανάλυση του αποδεικτικού υλικού και, συνεπώς, προβάλλονται απαραδέκτως, κατά το άρθρο 561 αριθ. 1 του ΚΠολΔ (ΑΠ 1544/2023, ΑΠ 1504/2022, ΑΠ 1172/2022, ΑΠ 551/2018, ΑΠ 1446/2018), πέραν του ότι, υπό την επίφαση της αναιρετικής πλημμέλειας της έλλειψης νόμιμης βάσης, επιχειρείται να πληγεί η ανέλεγκτη αναιρετικά εκτίμηση του αποδεικτικού υλικού από το δικαστήριο της ουσίας.

Σε κάθε περίπτωση είναι και ουσιαστικά αβάσιμες, εφόσον, στην αιτιολόγηση του αποδεικτικού της πορίσματος, η προσβαλλόμενη απόφαση κατέληξε ανέλεγκτα, εξειδικεύοντας αναλυτικά, τις δανειακές συμβάσεις, το οικογενειακό εισόδημα της αναιρεσείουσας κατά τα αναλυτικά αναφερθέντα χρονικά διαστήματα των ετών 2006-2016, όπως και την οικογενειακή της κατάσταση και την περιουσία της, καθώς και ότι η υπαιτιότητα της αναιρεσείουσας είχε τη μορφή του ενδεχόμενου δόλου, καθόσον αυτή συμφώνησε με τις πιστώτριες την απόλαυση τραπεζικών προϊόντων προβλέποντας ως ενδεχόμενο ότι ο υπερδανεισμός της, με βάση τις υφιστάμενες ή ευλόγως αναμενόμενες μελλοντικές οικονομικές της δυνατότητες, σε συνδυασμό με το ύψος των οφειλών της θα την οδηγούσε σε κατάσταση αδυναμίας πληρωμών και, παρά ταύτα, αποδέχθηκε το αποτέλεσμα αυτό, το οποίο διατυπώνεται σαφώς.

Τέλος και η εμπεριεχόμενη στον πρώτο αναιρετικό λόγο αιτίαση περί αοριστίας της ένστασης δόλιας περιέλευσης της αιτούσας σε αδυναμία πληρωμών, κρίνεται απορριπτέα ως αβάσιμη, καθόσον από τη παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ, επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δικογραφίας (έφεσης της πρώτης καθής, προτάσεων αυτής ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου και πρακτικών συνεδρίασης αυτού), προκύπτει ότι η ένσταση περί δόλιας περιέλευσης της αιτούσας σε κατάσταση αδυναμίας πληρωμής των ληξιπρόθεσμων χρεών της, υποβλήθηκε παραδεκτά από τη πρώτη των καθών η αίτηση και ήδη πρώτη αναιρεσίβλητη-πιστώτρια τράπεζα ενώπιον του Ειρηνοδικείου Βεροίας και καταχωρήθηκε στα πρακτικά συνεδρίασης αυτού, επαναφέρθηκε δε παραδεκτά, με την από 4-6-2018 έφεσή της, δεδομένου ότι, ως συνέπεια του ανακριτικού συστήματος συλλογής των αποδείξεων και της εν γένει ελαστικότητας της διαδικασίας της εκούσιας δικαιοδοσίας, επιτρέπεται η προβολή κρίσιμων περιστατικών και ισχυρισμών σε κάθε στάση της πρωτοβάθμιας, αλλά και της κατ' έφεση δίκης (ΑΠ 1544/2023, ΑΠ 438/2019, ΑΠ 636/2017).

Η ένσταση αυτή είναι ορισμένη καθόσον περιέχει, κατά τα αναφερόμενα στη νομική σκέψη, όλα τα απαιτούμενα από τις διατάξεις των άρθρων 1 παρ. 1 του ν. 3869/2010 και 330 του ΑΚ στοιχεία και ειδικότερα ότι η αιτούσα συμφώνησε με τα ως άνω πιστωτικά ιδρύματα την απόλαυση των τραπεζικών προϊόντων, ύψους 140.172,90 ευρώ, αν και προέβλεπε ως ενδεχόμενο ότι ο υπερδανεισμός της, με βάση τις υφιστάμενες ή ευλόγως αναμενόμενες μελλοντικές οικονομικές της δυνατότητες θα την οδηγούσε σε κατάσταση αδυναμίας πληρωμών και ότι αποδέχθηκε το αποτέλεσμα αυτό.

Συνακόλουθα το, ως Εφετείο δικάσαν, Μονομελές Πρωτοδικείο Βεροίας, με το να κρίνει παραδεκτή και νόμιμη την ως άνω ένσταση, ορθά εφάρμοσε τις παραπάνω διατάξεις και δεν δέχθηκε λιγότερα στοιχεία από αυτά που απαιτούνται από το νόμο για τη συγκρότηση του δόλου στο πρόσωπο της οφειλέτριας. Ο ίδιος δε λόγος αναίρεσης καθό μέρος αναφέρεται στην αιτιολογία της προσβαλλόμενης απόφασης για την παραδοχή της πιο πάνω ένστασης ως ουσιαστικά βάσιμης, είναι, προεχόντως, απαράδεκτος, διότι με το πρόσχημα της συνδρομής των προϋποθέσεων θεμελίωσής του στις προαναφερόμενες διατάξεις πλήττεται η, αναιρετικά ανέλεγκτη, ουσιαστική εκτίμηση, ανάλυση, στάθμιση και αξιολόγηση των αποδεικτικών μέσων από το δικαστήριο της ουσίας.

Σε ακολουθία των παραπάνω, οι, ενιαίως ερευνώμενοι, πρώτος και δεύτερος λόγοι της αίτησης αναίρεσης, με τους οποίους προσάπτεται στη προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τους αριθμούς 1 εδ. α' και 6 του άρθρου 560 του ΚΠολΔ, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι και απαράδεκτοι, κατά τις προαναφερόμενες διακρίσεις.

Μετά τα παραπάνω και μη υπάρχοντος άλλου αναιρετικού λόγου για να ερευνηθεί, πρέπει η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης να απορριφθεί στο σύνολό της. Επίσης, πρέπει να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου, που έχει καταθέσει η αναιρεσείουσα στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 του ΚΠολΔ, όπως ισχύει και εφαρμόζεται στη προκειμένη υπόθεση μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του ν. 4335/2015 που ισχύει, κατ' άρθρο 1 άρθρο ένατο παρ. 2 και 4 αυτού, για τα ένδικα μέσα που κατατίθενται από 1-1-2016).

Διάταξη περί δικαστικής δαπάνης δεν ορίζεται, έστω και εάν πρόκειται για υπόθεση που κρίνεται κατά τους κανόνες της εκούσιας δικαιοδοσίας (άρθρο 3 εδ. β` του ν. 3869/2010), διότι η δικαστική διαδικασία του εν λόγω νόμου δεν επιτρέπει την εφαρμογή του άρθρου 746 του ΚΠολΔ, καθόσον επικρατεί η ειδικότερη ρύθμιση, που προβλέπει η διάταξη του άρθρου 8 παρ. 6 εδ.

β` του ν. 3869/2010, κατά την οποία "δικαστική δαπάνη δεν επιδικάζεται..." και το οποίο εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη (ΑΠ 1225/2023, ΑΠ 1513/2022).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την, από 28-3-2022 (αριθ. έκθ. κατάθ. 47/ΑΝΡ/2022), αίτηση για αναίρεση της με αριθ. 39/ΕΜ/2021 τελεσίδικης απόφασης του, ως Εφετείου δικάσαντος, Μονομελούς Πρωτοδικείου Βεροίας, η οποία εκδόθηκε κατά την ειδική διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας.

Διατάσσει την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του παραβόλου, που έχει κατατεθεί για την άσκηση της αίτησης αναίρεσης.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 14 Μαρτίου 2024.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ Και ταύτης αποχωρησάσης από την Υπηρεσία καθώς και της αρχαιοτέρας Αρεοπαγίτου ο β'αρχαιότερος της Συνθέσεως Αρεοπαγίτης

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 26 Σεπτεμβρίου 2024.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ