Legislator Case Law & Legislation
1339/2022 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against civil liability judgment for breach of duty of care in investment advice.

Case Number 1339/2022
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the Third Instance Court's final decision rejecting her compensation claim for investment losses. The appellant argued that the lower court erred in applying consumer protection laws and failed to provide sufficient reasoning for its findings on causation and liability. The court ruled the appeal inadmissible due to internal contradictions in the appellant's arguments and found the lower court's reasoning sufficiently detailed to withstand review.

Legislator headnote

AI generated

Articles 298, 299, 330, 914 of the Civil Code; Article 559 of the Code of Civil Procedure: An appeal is inadmissible if the grounds contradict the appealed decision's reasoning or lack specific factual and legal basis required for judicial review.

Keywords

AI generated
civil liability investment advice duty of care consumer protection inadmissible appeal causation legal reasoning

Cited Legislation

AI generated
Articles 298, 299, 330 and 914 of the Civil Code
Articles 495, 552, 553, 556, 558, 564 §3, 566 §1 of the Code of Civil Procedure
Article 495 paragraph 3 of the Code of Civil Procedure
Article 577 §1 of the Code of Civil Procedure
Article 577 §3 of the Code of Civil Procedure
Article 106 of the Code of Civil Procedure
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure
Article 189 paragraph 1 of the Code of Civil Procedure
Article 191 paragraph 2 of the Code of Civil Procedure
Article 559 number 19 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1339 / 2022 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1339/2022

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

A1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Χρήστο Τζανερρίκο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιωάννα Κλάπα - Χριστοδουλέα, Χρήστο Κατσιάνη, Ασημίνα Υφαντή και Αναστασία Παπαδοπούλου - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 6 Σεπτεμβρίου 2021, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ε. Μ. του Ν., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Νικόλαο Βερβεσό, που ανακάλεσε την από 2/9/2021 δήλωση για παράσταση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, παραστάθηκε στο ακροατήριο και κατέθεσε προτάσεις.

Της αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμης Τραπεζικής Εταιρείας με την επωνυμία ..., που εδρεύει στην Αθήνα... και εκπροσωπείται νόμιμα, ως καθολικής διαδόχου της αρχικά εναγομένης Ανώνυμης Τραπεζικής Εταιρείας με την επωνυμία ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Μπόμπο με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10/3/2011 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3005/2015 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 189/2019 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 30/5/2019 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Με την κρινόμενη από 30-5-2019 αίτηση αναίρεσης, προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την τακτική διαδικασία υπ' αριθμ. 189/2019 τελεσίδικη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, το οποίο δικάζοντας την έφεση της αναιρεσείουσας-εκκαλούσας-ενάγουσας, κατά της υπ' αριθ. 3005/2015 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που είχε απορρίψει κατ` ουσίαν την από 10-3-2011 αγωγή αποζημίωσης λόγω αδικοπραξίας της αναιρεσείουσας-ενάγουσας, δέχθηκε αυτήν τυπικά και απέρριψε κατ' ουσίαν. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα, ήτοι εντός δύο ετών από τη δημοσίευση της προσβαλλόμενης απόφασης, δεδομένου ότι η τελευταία δεν επιδόθηκε και δημοσιεύθηκε μετά την 1-1-2016 (άρθρα 495, 552, 553, 556, 558, 564 §3, 566 §1 KΠολΔ), ενώ για την άσκησή της καταβλήθηκε και το προσήκον παράβολο του Δημοσίου (άρθ. 495 παρ. 3 ΚΠολΔ). Επομένως είναι παραδεκτή (άρθρ. 577 §1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρ. 577 § 3 ΚΠολΔ).

ΙΙ. Α'. Από τις διατάξεις των άρθρων 298, 299, 330 και 914 ΑΚ προκύπτει ότι η αδικοπρακτική ευθύνη προς αποζημίωση προϋποθέτει συμπεριφορά παράνομη και υπαίτια, επέλευση περιουσιακής ζημίας και, ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου, μεταξύ της συμπεριφοράς του δράστη και της, περιουσιακού ή μη χαρακτήρα, ζημίας. Παράνομη είναι η συμπεριφορά που αντίκειται σε απαγορευτικό ή επιτακτικό κανόνα δικαίου, ο οποίος απονέμει δικαίωμα ή προστατεύει συγκεκριμένο συμφέρον του ζημιωθέντος, μπορεί δε η συμπεριφορά αυτή να συνίσταται σε θετική ενέργεια ή σε παράλειψη ορισμένης ενέργειας.

Για την κατάφαση της παρανομίας δεν απαιτείται παράβαση συγκεκριμένου κανόνα δικαίου, αλλά αρκεί η αντίθεση της συμπεριφοράς στο γενικότερο πνεύμα του δικαίου ή στις επιταγές της έννομης τάξης: Έτσι, παρανομία συνιστά και η παράβαση της γενικής υποχρέωσης πρόνοιας και ασφάλειας, στο πλαίσιο της συναλλακτικής και γενικότερα της κοινωνικής δραστηριότητας των ατόμων, δηλαδή η παράβαση της, κοινωνικώς επιβεβλημένης και εκ της θεμελιώδους δικαιϊκής αρχής της συνεπούς συμπεριφοράς απορρέουσας, υποχρέωσης λήψης ορισμένων μέτρων επιμέλειας, για την αποφυγή πρόκλησης ζημίας σε έννομα αγαθά τρίτων προσώπων.

Η παράλειψη, ως όρος της αδικοπραξίας συντρέχει, όταν υπήρχε ιδιαίτερη νομική υποχρέωση προφύλαξης του προσβληθέντος δικαιώματος ή συμφέροντος και αποτροπής του ζημιογόνου αποτελέσματος. Τέτοια νομική υποχρέωση μπορεί να προκύψει, είτε από δικαιοπραξία, είτε από ειδική διάταξη νόμου, είτε από την αρχή της καλής πίστεως, όπως αυτή διαμορφώνεται, κατά την κρατούσα κοινωνική αντίληψη, που απορρέει από τα άρθρα 281 και 288 ΑΚ (ΑΠ 118/2006, ΑΠ 831/2005, ΑΠ 174/2005).

Είναι δυνατό μια ζημιογόνος ενέργεια, πράξη ή παράλειψη, με την οποία παραβιάζεται η σύμβαση, να θεμελιώνει συγχρόνως και ευθύνη από αδικοπραξία. Τούτο συμβαίνει, όταν η ενέργεια αυτή, καθ' εαυτή και χωρίς την προϋπάρχουσα συμβατική σχέση, θα ήταν παράνομη, ως αντίθετη στο γενικό καθήκον, που επιβάλλει η διάταξη του άρθρου 914 ΑΚ, να μην προκαλεί κανένας υπαίτια ζημία σε άλλον (ΑΠ 1028/2015, ΑΠ 1738/2013).

Ειδικότερες μορφές της υποχρέωσης πρόνοιας, ασφάλειας και προστασίας των αγαθών των άλλων, η οποία θεμελιώνει το στοιχείο του παράνομου κατά τα ανωτέρω, αποτελούν οι υποχρεώσεις διαφώτισης/ενημέρωσης και συμβουλευτικής καθοδήγησης/ προειδοποίησης του πελάτη εκ μέρους της Τράπεζας, οι οποίες στηρίζονται στη σχέση εμπιστοσύνης μεταξύ Τράπεζας-πελάτη.

Η εκ μέρους της Τράπεζας παράλειψη εκπλήρωσης των ως άνω υποχρεώσεων, ώστε ο αποδέκτης των επενδυτικών υπηρεσιών να είναι σε θέση να αντιληφθεί την μορφή της προτεινόμενης σε αυτόν τοποθέτησης των κεφαλαίων του, και κυρίως να κατανοήσει όσους κινδύνους συνδέονται με τη ζημιογόνο για τον ίδιο εξέλιξη αυτής, ώστε, έχοντας ενημερωθεί σχετικώς, να αξιολογήσει ακολούθως ιδίως τις επιβλαβείς συνέπειες της συγκεκριμένης επενδυτικής επιλογής και ο ίδιος να αποφασίσει εάν θα την επιχειρήσει, παρέχοντας τη σχετική εντολή στην αντισυμβαλλομένη αυτού Τράπεζα θεμελιώνει αδικοπρακτική της ευθύνη (ΑΠ 1007/2019, ΑΠ 974/2018, ΑΠ 669/2017).

Περαιτέρω, αιτιώδης σύνδεσμος υπάρχει όταν η πράξη ή η παράλειψη του ευθυνόμενου προσώπου ήταν, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, ικανή και μπορούσε, αντικειμενικά, να επιφέρει, κατά τη μεσολάβηση άλλου περιστατικού, το συγκεκριμένο επιζήμιο αποτέλεσμα (Ολ ΑΠ 18/2004). Δεν εξετάζονται οι ατομικές δυνατότητες και γνώσεις του συγκεκριμένου βλάψαντος, αλλά η δυνατότητα προγνώσεως του μέσου συνετού ανθρώπου (ΑΠ 719/2012).

Η κρίση δε του δικαστηρίου της ουσίας, ότι τα πραγματικά περιστατικά, που δέχτηκε κυριαρχικώς, ως αποδειχθέντα, επιτρέπουν το συμπέρασμα να θεωρηθεί, κατά διδάγματα της κοινής πείρας, ορισμένο γεγονός ως πρόσφορη αιτία της ζημίας, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, γιατί είναι κρίση νομική, αναγόμενη στην ορθή η μη υπαγωγή από το δικαστήριο της ουσίας των διδαγμάτων της κοινής πείρας στην αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας, η παράβαση των οποίων ιδρύει τον αναιρετικό λόγο του άρθρου 559 αρ. 1 KΠολΔ.

Αντιθέτως, η κρίση ότι η πράξη ή η παράλειψη υπήρξε ή δεν υπήρξε ένας από τους αναγκαίους όρους του αποτελέσματος αφορά τα πράγματα και δεν ελέγχεται αναιρετικά (Ολ ΑΠ 2/2019, ΑΠ 1564/2021). Β'. Περαιτέρω, με τις πρώτη, τρίτη, τέταρτη και έβδομη αρχές του Κώδικα Δεοντολογίας των Εταιρειών Παροχής Επενδυτικών Υπηρεσιών (εφεξής Ε.Π.Ε.Υ.), που κυρώθηκε με το άρθρο μόνο της υπ` αρ. 12263/β.500/11-4-1997 απόφασης του Υπουργού Εθνικής Οικονομίας (ΦΕΚ Β/340/24-4-1997), η οποία εκδόθηκε κατ` εξουσιοδότηση του άρθρου 7 παρ.1 του Ν. 2396/1996 (τα άρθρα 1-31 του οποίου καταργήθηκαν ήδη από 1-11-2007, με το άρθρο 85 του Ν. 3606/2007), ορίσθηκαν τα ακόλουθα: "Πρώτη αρχή: "Οι εταιρείες και τα καλυπτόμενα πρόσωπα θα λαμβάνουν κάθε ενδεικνυόμενο μέτρο και θα ενεργούν κατά την άσκηση των καθηκόντων τους έτσι ώστε να προστατεύονται τα συμφέροντα των πελατών τους και να διασφαλίζεται η εύρυθμη λειτουργία της αγοράς." ...

Τρίτη αρχή: "Οι εταιρείες που κατά το νόμο παρέχουν επενδυτικές υπηρεσίες και τα απασχολούμενα από αυτές φυσικά και νομικά πρόσωπα οφείλουν να ενημερώνονται σχετικά με την οικονομική κατάσταση, τους στόχους και την εμπειρία των πελατών τους στον τομέα των επενδύσεων ούτως ώστε να παρέχουν τις κατάλληλες επενδυτικές συμβουλές." Τέταρτη αρχή: "Οι εταιρείες και τα απασχολούμενα από αυτές φυσικά και νομικά πρόσωπα θα γνωστοποιούν στους πελάτες τους όλες τις απαραίτητες και χρήσιμες πληροφορίες στα πλαίσια των διαπραγματεύσεων τους με αυτούς." ...Έβδομη αρχή: "Οι εταιρείες και τα απασχολούμενα από αυτές φυσικά και νομικά πρόσωπα οφείλουν να λειτουργούν μέσα στα πλαίσια της νομοθεσίας που ρυθμίζει την άσκηση των δραστηριοτήτων τους, έτσι ώστε να προστατεύονται τα συμφέροντα των πελατών τους και να εξασφαλίζεται η ομαλή λειτουργία της αγοράς".

Σύμφωνα επομένως, με τις διατάξεις του καταργηθέντος, σήμερα, Κανονισμού αυτού Δεοντολογίας των Εταιριών Παροχής Επενδυτικών Υπηρεσιών (ΚΔΕΠΕΥ), ο οποίος τύγχανε εφαρμοστέος, κατά το χρόνο συνομολόγησης της επίδικης σύμβασης και εφαρμοζόταν απευθείας ή αναλόγως κατά το άρθρο 3 του ανωτέρω νόμου 2396/1996 και επί πιστωτικών ιδρυμάτων, που ενέπιπταν στο πεδίο εφαρμογής του, εφόσον παρείχαν κύριες ή παρεπόμενες αντιστοίχως επενδυτικές υπηρεσίες, κύρια υποχρέωση της τράπεζας, κατά την παροχή επενδυτικών συμβουλών, είναι (εκτός των όσων ειδικότερα προελέχθηκαν) κατ` αρχήν, η παροχή ορθών και πλήρων συμβουλών.

Η ενημέρωση του καταναλωτή θα πρέπει να γίνεται με τρόπο εύλογα κατανοητό και με τη μέγιστη δυνατή σαφήνεια. Αυτό σημαίνει ότι η τράπεζα οφείλει να λαμβάνει υπόψη την οικονομική κατάσταση, τους στόχους, τη μόρφωση, τις γνώσεις και την εμπειρία του επενδυτή για το αντικείμενο της επενδύσεως (άρθρο 6 ΚΔΕΠΕΥ).

Επίσης, οι συμβουλές θα πρέπει να είναι προσαρμοσμένες τόσο στο πρόσωπο του πελάτη όσο και στο αντικείμενο της επενδύσεως (άρθρο 6.1 ΚΔΕΠΕΥ).Σύμφωνα με την αρχή της καταλληλότητας η τράπεζα οφείλει να παρέχει προσαρμοσμένες στο πρόσωπο του πελάτη (κατάλληλες) συμβουλές. Η έκταση του καθήκοντος παροχής συμβουλών συμπροσδιορίζεται και από τα προσωπικά στοιχεία του πελάτη, ώστε θα πρέπει στο πλαίσιο της παροχής της συμβουλής να ληφθούν υπόψη το επίπεδο γνώσης, η ηλικία, το επάγγελμα, η οικογενειακή, οικονομική και περιουσιακή κατάσταση, η επενδυτική του εμπειρία, ο επενδυτικός στόχος και η προθυμία διακινδύνευσης (άρθρο 6.2 ΚΔΕΠΕΥ).

Ο δεύτερος πόλος, στον οποίο οφείλει να προσαρμόζεται η διαδικασία της επενδυτικής συμβουλής είναι το αντικείμενο της επένδυσης. Εδώ εντάσσονται πληροφορίες που αφορούν γενικά την αγορά, πληροφορίες για το αντικείμενο της επένδυσης, για την οικονομική κατάσταση και τη φερεγγυότητα του εκδότη των προτεινόμενων τίτλων.

Οι συμβουλές του παρέχοντος επενδυτικές υπηρεσίες θα πρέπει να είναι θεμελιωμένες σε επιμελή έρευνα. Η τράπεζα και κάθε ΕΠΕΥ οφείλει να προμηθεύεται τις πλέον επίκαιρες πληροφορίες για την απόδοση, τη ρευστότητα και την ασφάλεια της προτεινόμενης επενδύσεως. Ιδιαίτερα αυξημένο είναι το καθήκον της τράπεζας ή της ΕΠΕΥ για έρευνα ή ενημέρωση στις περιπτώσεις ιδιαίτερα επικίνδυνων ή πολύπλοκων επενδύσεων.

Αυτό δεν σημαίνει ότι η τράπεζα πρέπει να αποτρέψει τον επενδυτή από μία επικίνδυνη επένδυση, αλλά οφείλει να καταστήσει σε αυτόν συνειδητό τον κίνδυνο στον οποίο εκτίθεται. Στόχος των εν λόγω υποχρεώσεων, που βαραίνουν τις τράπεζες ή τις ΕΠΕΥ, δεν είναι η επιτυχία της επένδυσης, αλλά η εκ μέρους τους καταβολή κάθε δυνατής επιμέλειας για την εκπλήρωση της υποχρέωσης ενημέρωσης, διαφώτισης, έρευνας και παροχής κατάλληλης συμβουλής.

Με βάση, επομένως, τις διατάξεις του ανωτέρω νόμου και κανονισμού, δημιουργούνται, ενδεικτικά, ζητήματα ευθύνης μιας τράπεζας, αν δεν εφιστά εγγράφως την προσοχή του επενδυτή στους κινδύνους συγκεκριμένων επενδυτικών επιλογών του, αν δεν πραγματοποιεί με την κατάλληλη υποστήριξη των εξειδικευμένων συμβούλων της τεχνική ανάλυση της μελλοντικής κίνησης των κινητών αξιών, που περιλαμβάνει στο προτεινόμενο επενδυτικό πρόγραμμα, αν δεν ενημερώνει με απολύτως σαφή τρόπο τον επενδυτή ως προς τις αποδόσεις των προτεινομένων για επένδυση τίτλων (άρθρο 6 ΚΔΕΠΕΥ).

Η παράβαση των προβλεπομένων στις διατάξεις του παραπάνω Κανονισμού Δεοντολογίας ΕΠΕΥ συνιστά παρανομία υπό την έννοια της διάταξης του άρθρου 914 ΑΚ. Εφόσον, επομένως, αυτή η παρανομία, διαπραχθείσα με υπαιτιότητα, επιφέρει αιτιωδώς ζημία στον επενδυτή, υποχρεώνει την παρανομούσα τράπεζα σε αποζημίωση.

Συναφές περιεχόμενο έχει και ο μεταγενέστερα εκδοθείς Ν.3606/2007, όπως τροποποιήθηκε με το Ν. 3756/2009, με τον οποίο μεταφέρθηκε στο ελληνικό νομικό σύστημα η κοινοτική Οδηγία 2004/39/ ΕΚ, γνωστή ως MΙFΙD, η οποία αντικατέστησε την Οδηγία 93/22/ΕΟΚ (ΑΠ 1163/2020, ΑΠ 1228/2019, ΑΠ 931/2019, ΑΠ 1350/2018). Περαιτέρω, κατά ευρέως διαδεδομένη αντίληψη, τα λεγόμενα "perρetual bonds" δηλαδή "ομόλογα ατελεύτητης διάρκειας", άλλως "διηνεκή" ή "αιώνια" ή "αόριστης διάρκειας", ομόλογα, συνιστούν ομολογίες, οι οποίες εκδίδονται ως ονομαστικά ή ανώνυμα αξιόγραφα (χρεόγραφα, τίτλοι παραστατικοί αξίας) στο πλαίσιο σύναψης ομολογιακού δανείου από μία ανώνυμη εταιρεία ή ένα κράτος, και παρέχουν στον κομιστή, ο οποίος καταβάλλει στον εκδότη κατά την απόκτηση των αξιογράφων την ονομαστική τους αξία, δικαίωμα απόληψης των συμφωνημένων, σε υψηλά συνήθως επίπεδα, τόκων.

Οι τίτλοι αυτοί, παρέχουν μεν στον κομιστή, (ο οποίος καταβάλει στον εκδότη κατά την κτήση τους την ονομαστική τους αξία), δικαίωμα απόληψης των ανωτέρω τόκων, όχι, όμως, και το βασικό δικαίωμα να ζητήσει από τον εκδότη την επιστροφή της καταβεβλημένης αξίας τους σε κάποιο απώτερο χρόνο λήξης τους. Ο κομιστής, δηλαδή, ενός τέτοιου ομολόγου δεν δικαιούται σε παράδοση (επιστροφή) του ομολόγου στον εκδότη του προς τον σκοπό είσπραξης της ονομαστικής του αξίας μετά τη λήξη ορισμένης συμφωνηθείσας διάρκειας ή οποτεδήποτε.

Ο εκδότης, αντιθέτως, διατηρεί το δικαίωμα της μονομερούς ανάκλησης του ομολόγου, κατ` ελεύθερη βούλησή του. Οι τίτλοι αυτοί χαρακτηρίζονται ως υβριδικοί, καθώς παρουσιάζουν ομοιότητες τόσο με τα ομόλογα των ομολογιακών δανείων, όσο και με τις προνομιούχες μετοχές χωρίς δικαίωμα ψήφου, χωρίς, ωστόσο, να ταυτίζονται με οποιοδήποτε εκ των δύο.

Συνεπώς, είναι προφανές ότι τα ομόλογα ατελεύτητης ή αόριστης διάρκειας (perpetual bonds...) δεν είναι απλά στη σύλληψη και λειτουργία τους επενδυτικά προϊόντα, με αποτέλεσμα οι παρέχουσες επενδυτικές υπηρεσίες ανώνυμες εταιρείες να υπέχουν ιδιαιτέρως αυξημένη υποχρέωση ενημέρωσης του εκάστοτε πελάτη τους επενδυτή, δεδομένου ότι η χρήση και κυκλοφορία των perpetual bonds... ..

ως ομολόγων, ομολογιακού δανείου, αποδίδει μια ψευδή, εικονική εικόνα, ικανή να παραπλανήσει τον οποιονδήποτε, ακόμη και τον πιο βαθύ γνώστη επενδυτή, ως προς τη νομική φύση και τη λειτουργία τους (ΑΠ 1185/2021, ΑΠ 1163/2020, ΑΠ 1019/2019, ΑΠ 1350/2018, ΑΠ 244/2016).. Γ'. Εξάλλου, από τις διατάξεις του άρθρου 8 του Ν. 2251/1994 "περί προστασίας των καταναλωτών", όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 10 παρ. 3 ν. 3587/2007, που ορίζουν, μεταξύ άλλων, ότι "ο παρέχων υπηρεσίες ευθύνεται για κάθε περιουσιακή ζημία ή ηθική βλάβη που προκάλεσε παράνομα και υπαίτια με πράξη ή παράλειψη του κατά την παροχή αυτών στον καταναλωτή" (παρ. 1 εδ.

α), ότι "ως παρέχων υπηρεσίες θεωρείται όποιος παρέχει κατά τρόπο ανεξάρτητο υπηρεσία στο πλαίσιο της άσκησης επαγγελματικής δραστηριότητας" (παρ. 1 εδ. β` ), ότι "ο ζημιωθείς υποχρεούται να αποδείξει τη ζημία και την αιτιώδη συνάφεια μεταξύ της παροχής της υπηρεσίας και της ζημίας" (παρ. 3), και ότι "ο παρέχων τις υπηρεσίες φέρει το βάρος της απόδειξης της έλλειψης παρανομίας και υπαιτιότητας" (παρ. 4 εδ.

α`), προκύπτει ότι η ευθύνη του παρέχοντος υπηρεσίες, ο οποίος, κατά την έννοια των διατάξεων αυτών, μπορεί να είναι και τράπεζα, έναντι του πελάτη της ή άλλου, με αυτή συμβεβλημένου προσώπου, μπορεί να είναι είτε ενδοσυμβατική είτε αδικοπρακτική, ανεξάρτητα από προϋφιστάμενη ενοχική σχέση, μεταξύ παρέχοντος τις υπηρεσίες και ζημιωθέντος.

Με τη διάταξη αυτή καθιερώνεται νόθος αντικειμενική ευθύνη του παρέχοντος υπηρεσίες, το δε κύριο αποδεικτικό βάρος του ενάγοντος ζημιωθέντος δεν συνίσταται στην απόδειξη υπαιτιότητας του εναγομένου, η οποία τεκμαίρεται, αλλά στην απόδειξη παροχής της υπηρεσίας, της ζημίας και του αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ παρέχοντος την υπηρεσία και ζημίας.

Εξαιτίας της διαλαμβανόμενης στον προαναφερόμενο κανόνα κατανομής του βάρους απόδειξης στην περίπτωση που η ευθύνη του υπόχρεου αποζημίωσης θεμελιώνεται στη συγκεκριμένη ρύθμιση, ο δικαιούχος επιβάλλεται να αποδεικνύει τη ζημία, την παροχή των υπηρεσιών προς τον ίδιο και τον υφιστάμενο μεταξύ τους αιτιώδη σύνδεσμο, ενώ ο οφειλέτης την εκ μέρους του έλλειψη εκδήλωσης παράνομης και υπαίτιας συμπεριφοράς, την έλλειψη συνδρομής αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της τελευταίας και της ζημίας ή την εμφάνιση κάποιου λόγου άρσης ή μείωσης της ευθύνης του.

Υπό τη συνδρομή των προϋποθέσεων των ανωτέρω διατάξεων προκύπτει, περαιτέρω, ότι με αυτές θεμελιώνεται αστική ευθύνη σε αποζημίωση, λόγω αδικοπραξίας και στις περιπτώσεις ευθύνης, λόγω παροχής τραπεζικών επενδυτικών υπηρεσιών, εφόσον ο αντισυμβαλλόμενος της Τράπεζας χαρακτηρίζεται ως καταναλωτής, σύμφωνα με την ρύθμιση του άρθρου 1 παρ. 3 του ν. 2251/1994.

Ο ανωτέρω νόμος έχει συμπεριλάβει ειδικές διατάξεις, που επιβάλλουν στον οποιονδήποτε "προμηθευτή" - και στις τράπεζες-την ορθή αναγκαία και κατάλληλη πληροφόρηση του μέσου "καταναλωτή"- και του ιδιώτη επενδυτή- ώστε αυτός να λαμβάνει, τεκμηριωμένα, τη σωστή απόφαση της πράγματι ηθελημένης συναλλαγής.

Να μην παραπλανάται, δηλαδή, αποφασίζοντας να ενεργήσει συναλλαγή, την οποία, διαφορετικά, δεν θα αποφάσιζε να ενεργήσει. Οι υποχρεώσεις αυτές του "προμηθευτή" προβλέπονται, ιδίως, στα άρθρα 9γ-9ε του νόμου, που αναφέρονται στην "απαγόρευση αθέμιτων εμπορικών πρακτικών". Εμμέσως, ωστόσο, προκύπτουν και από τις διατάξεις των άρθρων 4 και 4α, τα οποία αναφέρονται μεν ευθέως σε "εμπορία υπηρεσιών από απόσταση", αφορούν, όμως - με τελολογική ερμηνεία τους - αυτονόητα κάθε συναλλαγή, με ταυτόχρονη φυσική παρουσία των συναλλασσόμενων.

Η προβλεπόμενη στο νόμο κύρωση, για την περίπτωση παράβασης της εν λόγω υποχρέωσης, εκ μέρους του "προμηθευτή", συνίσταται, κυρίως, σε αποζημίωση του καταναλωτή (άρθρο 9θ του ανωτέρω νόμου). Προστατευόμενο έννομο αγαθό της διάταξης του ως άνω άρθρου 8 του εν λόγω νόμου, είναι η περιουσία του αποδέκτη των επενδυτικών υπηρεσιών και η εμπιστοσύνη στην ορθή λειτουργία του συστήματος παροχής επενδυτικών υπηρεσιών (ΑΠ 354/2022, ΑΠ 1228/2019, ΑΠ 974/2018, ΑΠ 865/2017, ΑΠ 1028/2015).

ΙΙΙ. Α'. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σ' αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ` αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 7/2006).

Με το λόγο αυτό αναίρεσης, ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Στην τελευταία δε περίπτωση, η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο αποκλειστικά και μόνο με βάση τα πραγματικά περιστατικά, που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν απεδείχθηκαν (ΑΠ 367/2020, ΑΠ 19/2020, ΑΠ 319/2017, ΑΠ 130/2016).

Για το ορισμένο του ανωτέρω από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 KΠολΔ λόγου αναίρεσης πρέπει να διαλαμβάνονται στο αναιρετήριο τόσο η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε, όσο και το αποδιδόμενο στην προσβαλλομένη απόφαση νομικό σφάλμα, καθώς και ποια η έννομη συνέπεια, η οποία καταγνώσθηκε με βάση την τυχόν παραβίαση (ΑΠ 1252/2021, ΑΠ 1662/2009, ΑΠ 778/2009), στη δε περίπτωση της κατ` ουσίαν έρευνας της υπόθεσης πρέπει επίσης να παρατίθενται στο αναιρετήριο οι παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά από αυτήν και υπό τα οποία συντελέσθηκε η επικαλουμένη παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 20/2005, ΑΠ 19/2020).

Με το λόγο αυτό δεν επιτρέπεται να πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, υπό την επίκληση ότι αυτή παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο κατά το άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ (ΑΠ 59/2021, ΑΠ 52/2019, ΑΠ 551/2018, ΑΠ 1753/2017). Κατά δε τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Από τη διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 εδ. α` του Συντάγματος που επιτάσσει ότι κάθε δικαστική απόφαση πρέπει να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτήν λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά "έλλειψη αιτιολογίας", ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της "ανεπαρκής αιτιολογία", ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους "αντιφατική αιτιολογία" (Ολ.

ΑΠ 1/1999, ΑΠ 367/2020). Ειδικότερα αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που αναγράφονται σε αυτήν και στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή κατάλυση του επιδίκου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της συγκεκριμένης ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.

Αντίστοιχα ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση στη συγκεκριμένη περίπτωση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι όμως όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση των αποδείξεων εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (Ολ ΑΠ 15/2006, ΑΠ 367/2020).

Για να είναι, συνεπώς, ορισμένος ο από τον αριθμό 19 του άνω άρθρου λόγος αναίρεσης, με τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση ότι η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση, πρέπει να μνημονεύονται στο αναιρετήριο, ο κανόνας δικαίου που φέρεται ότι παραβιάστηκε, προκειμένου να ελεγχθεί αν υπάρχει, σχετικά με την εφαρμογή του, έλλειψη αιτιολογιών ή αντίφαση ή, κυρίως, ανεπάρκεια αυτών, καθώς επίσης:

α) οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης ή μνεία ότι αυτή δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, β) ο ισχυρισμός (αγωγικός, ένσταση) και τα περιστατικά που προτάθηκαν για τη θεμελίωσή του, ως προς τον οποίο η έλλειψη, η ανεπάρκεια ή η αντίφαση και η σύνδεσή του με το διατακτικό και γ) εξειδίκευση του σφάλματος του δικαστηρίου, δηλαδή, αν πρόκειται για παντελή έλλειψη αιτιολογίας, μνεία μόνο τούτου, αν πρόκειται για ανεπαρκή αιτιολογία, ποια επιπλέον περιστατικά έπρεπε να αναφέρονται ή ως προς τι υπάρχει έλλειψη νομικού χαρακτηρισμού και, αν πρόκειται για αντιφατικές αιτιολογίες, ποιες είναι αυτές, σε τι συνίσταται η αντίφαση και από πού προκύπτει και τούτα σε σχέση με νόμιμο ισχυρισμό που παραδεκτά προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας (ΟλΑΠ 16/2006, ΟλΑΠ 20/2005, ΑΠ 81/2020, ΑΠ 23/2020, ΑΠ 1184/2015).Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.

Δεν έχει, όμως, εφαρμογή η διάταξη αυτή, όταν οι ελλείψεις ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων, και ιδίως στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που εξάγεται απ` αυτές, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανέλεγκτα κατά το άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ, εκτός αν δεν είναι σαφές και πλήρες το πόρισμα και για το λόγο αυτόν γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος, καθόσον ελλείψεις αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες.

Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή γιατί δεν αποδείχθηκε (ΑΠ 367/2020, ΑΠ 548/2020). Τα επιχειρήματα του δικαστηρίου που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές, με βάση τις οποίες διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και, συνεπώς, δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε, στο πλαίσιο της υπόψη διάταξης του άρθρου 559 αριθμ. 19 του ΚΠολΔ, αυτή να επιδέχεται μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια (ΑΠ 367/2020)ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς (ΑΠ 367/2020 ΑΠ 1420/2013, ΑΠ 1703/2009, ΑΠ 1202/2008, ΑΠ 520/1995), οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης είναι απαράδεκτος (ΑΠ 548/2020, ΑΠ 367/2020).

Τέλος, από τη διάταξη του άρθρου 561 παρ.1 KΠολΔ, προκύπτει, ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 KΠολΔ, είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, από το περιεχόμενο του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει κάποια από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις, απορρίπτεται ως απαράδεκτος, εφόσον πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης, που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (ΟλΑΠ 1/1995, ΑΠ 23/2020, ΑΠ 1228/2019).

Εξάλλου, οι λόγοι αναίρεσης απορρίπτονται ως αβάσιμοι, με την αιτιολογία ότι στηρίζονται σε εσφαλμένη προϋπόθεση, όταν υποστηρίζεται μ` αυτούς ότι η προσβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε ή δεν δέχθηκε ορισμένα πραγματικά περιστατικά, ενώ από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει το αντίθετο (ΑΠ 1406/2021). Β'. Αν το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης στηρίζεται αυτοτελώς σε δύο ή περισσότερες ισοδύναμες επάλληλες αιτιολογίες, εφόσον η μία αιτιολογία από αυτές δεν πλήττεται καθόλου ή δεν πλήττεται αποτελεσματικά με ειδικό λόγο αναίρεσης, η αναίρεση θα απορριφθεί ως αλυσιτελής, κατ' άρθρ. 566 παρ. 1 και 577 παρ. 3 KΠολΔ, καθόσον απευθύνεται κατά μίας από τις δύο κ.λπ.

αιτιολογίες, δεδομένου ότι η μη πληττόμενη αποτελεσματικά αιτιολογία στηρίζει αυτοτελώς το διατακτικό της απόφασης. Δηλαδή, σε περίπτωση διαδοχικής αιτιολογίας, χρειάζεται η προσβολή με επιτυχία όλων των αιτιολογιών που στηρίζουν το διατακτικό (καθεμίας αυτοτελώς) της προσβαλλόμενης απόφασης για την αναίρεση της τελευταίας (ΟλΑΠ 1207/2017, ΑΠ 25/2003, ΑΠ 675/2013, ΑΠ 1835/2007).

Αλυσιτελείς είναι, επίσης, και οι λόγοι της αναίρεσης που πλήττουν πλεοναστικές αιτιολογίες (ΟλΑΠ 1207/2017, ΑΠ 2020/2014, ΑΠ 1392/ 2014, ΑΠ 1008/2007). Στην προκειμένη περίπτωση από την παραδεκτή, κατ` άρθρ. 561 § 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, προκύπτει ότι το Εφετείο Αθηνών κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δέχθηκε τα ακόλουθα: "Η εκκαλούσα διατηρούσε με την εφεσίβλητη Τράπεζα πελατειακή σχέση από το έτος 2000 και στις 2.2.2004 καταρτίσθηκε μεταξύ τους - στο πλαίσιο εξυπηρέτησης έκτοτε της εκκαλούσας από το τμήμα private banking (:

ιδιωτικής τραπεζικής) της εφεσίβλητης στο οποίο με κοινή συμφωνία των διαδίκων είχε μεταφερθεί το χαρτοφυλάκιο της εκκαλούσας - η υπ' αριθ. 5/612846 σύμβαση, με την οποία η εκκαλούσα εξουσιοδότησε την εφεσίβλητη να προβαίνει στην εκτέλεση εντολών αυτής (εφεσίβλητης) για την αγορά κινητών αξιών και συναφείς πράξεις.

Πέραν όσων συμφωνήθηκαν στο έγγραφο της εν λόγω σύμβασης, καταρτίσθηκε την ίδια ημέρα σιωπηρώς μεταξύ των διαδίκων και σύμβαση με αντικείμενο την παροχή επενδυτικών συμβουλών - άλλωστε το αντικείμενο του τμήματος private banking είναι η υπεύθυνη πληροφόρηση και καθοδήγηση των επενδυτών στις χρηματοοικονομικές αποφάσεις τους - δυνάμει της οποίας η εφεσίβλητη ανέλαβε την υποχρέωση να δίδει πληροφορίες και συμβουλές στην εκκαλούσα για χρηματοπιστωτικά προϊόντα, οι οποίες και θα είχαν μεγάλη σημασία για την εκκαλούσα δεδομένου θα αποτελούσαν τη βάση για την λήψη σοβαρών αποφάσεων για επένδυση του χαρτοφυλακίου της.

Η εκκαλούσα θεωρείται στην προκειμένη περίπτωση καταναλωτής κατά την έννοια του Ν. 2251/1994, αφού ήταν ο τελικός αποδέκτης των υπηρεσιών της εφεσίβλητης και η τελευταία δεν προέβαλε την ένσταση ότι η επίκληση της ιδιότητας αυτής ήταν καταχρηστική κατά το άρθρ. 281 ΑΚ. ... Στις 24.4.2007 η εκκαλούσα, κατόπιν πληροφόρησης και συμβουλών της εφεσίβλητης, παρέσχε στην τελευταία την εντολή να προβεί στην αγορά 320 τίτλων έκδοσης της ... (θυγατρικής της εδρεύουσας στις Η.Π.Α. ...), συνολικής ονομαστικής αξίας 320.000 ευρώ, με μέση τιμή κτήσης 98,25 ευρώ και ετήσια απόδοση 5,125% ετησίως έναντι τιμήματος αγοράς 314.400 ευρώ, πλέον προμήθειας της εναγομένης ποσού 9.795,07 ευρώ (που αντιστοιχούσε σε δεδουλευμένους τόκους των τίτλων αυτών), ήτοι αντί συνολικού τιμήματος 324.195,07 ευρώ.

Η εφεσίβλητη εκτέλεσε την προαναφερόμενη εντολή, με ημερομηνία καταχώρισης 25.4.2007 και ημερομηνία αξίας 27.4.2007 και χρέωσε με το ποσό της αγοράς τον υπ' αριθ. ... χρηματικό λογαριασμό της εκκαλούσας (βλ. τη σχετική βεβαίωση συναλλαγής που εκδόθηκε από την εφεσίβλητη). Η εφεσίβλητη δεν είχε εγγυηθεί - ούτε προφορικώς ούτε, πολύ περισσότερο, εγγράφως - την ασφάλεια του κεφαλαίου της εκκαλούσας που δαπανήθηκε για την αγορά των τίτλων αυτών.

Τα προαναφερόμενα επενδυτικά προϊόντα ανήκουν στην κατηγορία των "perpetual bonds" (ή απλώς "perpetual" ή "perp"), δηλαδή είναι "ομόλογα ατελεύτητης διάρκειας", άλλως "διηνεκή" ή "αόριστης διάρκειας", που παρέχουν στον κομιστή δικαίωμα απόληψης τόκων, συνήθως υψηλού επιπέδου όχι όμως και το δικαίωμα να παραδώσει (επιστρέφει) τα ομόλογα στον εκδότη προς το σκοπό είσπραξης της ονομαστικής αξίας τους μετά τη λήξη μιας συμφωνημένης διάρκειας, ενώ μπορεί βεβαίως ο κομιστής να διαπραγματευτεί και να προβεί στην πώληση των ομολόγων αυτών στη δευτερογενή αγορά.

Αντιθέτως, ο εκδότης διατηρεί το δικαίωμα της μονομερούς ανάκλησης του ομολόγου όποτε θελήσει, τυχόν δε αναγραφόμενη ημερομηνία ανάκλησης νοείται εκείνη κατά την οποία ο εκδότης προσφέρεται ενδεικτικώς, χωρίς όμως να υποχρεούται προς τούτο, να ζητήσει από τον κομιστή την επιστροφή του ομολόγου έναντι καταβολής της ονομαστικής αξίας του.

Οι τίτλοι αυτοί χαρακτηρίζονται ως "υβριδικοί" επειδή συνδυάζουν τα χαρακτηριστικά άλλων χρηματοπιστωτικών μέσων, αφού παρουσιάζουν ομοιότητες με τις ομολογίες των ομολογιακών δανείων καθώς και με τις προνομιούχες μετοχές χωρίς ψήφο, οι δε ταμειακές ροές τους είναι όπως εκείνες της ισόβιας προσόδου (εφ' όρου ζωής του οφειλέτη, δηλαδή του εκδότη των τίτλων).

Στη συνέχεια, μετά την αγορά των επίδικων τίτλων, η εκκαλούσα έλαβε στις 21.9.2007, ως τόκο από αυτούς, το ποσό των 16.400 ευρώ. Η αξία του χαρτοφυλακίου της εκκαλούσας, κατά την περίοδο έναρξης της συνεργασίας της με το τμήμα private banking της εφεσίβλητης, αποτιμάτο στο ποσό των 781.322,96 ευρώ και είχε επενδυθεί κατά 0,9% σε λογαριασμούς καταθέσεων, κατά 7,7% σε βραχυπρόθεσμες επενδύσεις, κατά 86,2% σε αμοιβαία κεφάλαια, κατά 2,9% σε μετοχές και κατά 2,3% σε σύνθετα επενδυτικά προϊόντα (βλ.

τη με ημερομηνία 30.6.2004 "συγκεντρωτική θέση πελάτη"). Από τότε η αξία του χαρτοφυλακίου της εκκαλούσας αυξήθηκε και έφθασε το Μάρτιο του έτους 2007, πριν την αγορά των επίδικων τίτλων, σε 1.112.314,17 ευρώ, χωρίς στο μεταξύ σημαντικές διαφοροποιήσεις ως προς τις κατηγορίες που είχε αυτό επενδυθεί, οι οποίες ήταν τότε κατά 2,3% σε λογαριασμούς καταθέσεων, κατά 8,1% σε βραχυπρόθεσμες επενδύσεις, κατά 10,8% σε χρεωστικούς τίτλους (ομόλογα), κατά 74,8% σε αμοιβαία κεφάλαια και κατά 3,9% σε μετοχές (βλ.

τη με ημερομηνία 30.3.2007 "συγκεντρωτική θέση πελάτη"). Είναι σαφές ότι το χαρτοφυλάκειο της εκκαλούσας την περίοδο έναρξης της συνεργασίας της με το τμήμα private banking της εφεσίβλητης, αλλά και την περίοδο πριν την αγορά των επίδικων τίτλων, είχε επενδυθεί κατά ελάχιστο ποσοστό σε λογαριασμούς καταθέσεων, το οποίο (ποσοστό) υπολειπόταν μάλιστα των ποσοστών όλων των άλλων επενδύσεων του χαρτοφυλακίου της εκκαλούσας, που κατά το μεγαλύτερο μέρος τους ήταν σε αμοιβαία κεφάλαια.

Τα τελευταία (α.κ), λόγω της ανοιχτής δομής τους και της διασποράς των αξιών που τα απαρτίζουν, παρουσιάζουν διακυμάνσεις στην αξία τους και δεν είναι κατάλληλα για επενδυτές που αποστρέφονται τον επενδυτικό κίνδυνο. Η προαναφερόμενη σύνθεση του χαρτοφυλακίου της εκκαλούσας αλλά και η οικονομική επιφάνεια αυτής, σε συνδυασμό μάλιστα με την επαγγελματική απασχόλησή της ως υπεύθυνης δημοσίων σχέσεων επιχείρησης, σημαίνουν ότι η εκκαλούσα δεν ήταν άπειρη στις επενδύσεις και ότι οι επενδυτικοί στόχοι της ενείχαν την επιδίωξη αποκόμισης σημαντικού κέρδους παρά την ύπαρξη επενδυτικού κινδύνου.

Τα στοιχεία αυτά της εκκαλούσας ως επενδύτριας ήταν γνωστά στο τμήμα private banking της εφεσίβλητης όταν πρότεινε στην εκκαλούσα την αγορά των επίδικων τίτλων, έστω και αν η εφεσίβλητη δεν είχε λάβει ειδικώς αντίστοιχο έγγραφο ερωτηματολόγιο για την κατηγοριοποίηση της εκκαλούσας και τους επενδυτικούς στόχους της τελευταίας και επομένως η παράλειψη αυτή δεν συνδέεται αιτιωδώς με την απόφαση της εκκαλούσας για την αγορά των επίδικων τίτλων.

Το τμήμα private banking της εφεσίβλητης είχε επίσης ενημερώσει την εκκαλούσα, πριν την αγορά των επίδικων τίτλων, για τα ειδικά χαρακτηριστικά αυτών και τους όρους έκδοσής τους, ενώ τα στοιχεία αυτά αναλύονταν και στα σχετικά ενημερωτικά φυλλάδια που ήταν στη διάθεση των επενδυτών και βρίσκονταν στα καταστήματα της εφεσίβλητης, αλλά και από αναρτήσεις στο διαδίκτυο και επομένως τα γνώριζε η εκκαλούσα και σε κάθε περίπτωση η εκκαλούσα, με βάση και την επενδυτική εμπειρία της και το μορφωτικό επίπεδό της, ήταν σε θέση να πληροφορηθεί τα πιο πάνω στοιχεία.

Εξάλλου και μετέπειτα, στις τριμηνιαίες "συγκεντρωτικές θέσεις πελάτη" που ελάμβανε η εκκαλούσα από το τμήμα private banking της εφεσίβλητης, υπάρχει περιγραφή των επίδικων τίτλων και ειδικότερα υπό την ένδειξη "

ΙΙΙ. Εναλλακτικές Επενδύσεις" κατηγοριοποιούνται ως "Υβριδικά Ομόλογα/Διηνεκή Ομόλογα" και υπό την ένδειξη "Χρεωστικοί Τίτλοι (Ομόλογα)", περιγράφονται ως "...". Σημειώνεται ότι στη βεβαίωση συναλλαγής που εκδόθηκε για την αγορά των επίδικων τίτλων (βλ. παραπάνω) αναγράφεται η 21.9.2049 ως ημερομηνία "λήξης" αυτών, πλην όμως η αληθινή έννοια της συγκεκριμένης ημερομηνίας ήταν αυτή που εκτέθηκε παραπάνω για τα "perpetual bonds" και ήταν γνωστή στην εκκαλούσα και οπωσδήποτε αντιληπτή από την τελευταία, είναι δε προφανές ότι η εκκαλούσα με βάση και τη χρονική απόσταση της πιο πάνω ημερομηνίας από την αγορά των επίδικων τίτλων, δεν συνδύαζε την επένδυσή της με τη συγκεκριμένη ημερομηνία.

Ακόμα όμως και αν υποτεθεί ότι η εκκαλούσα δεν γνώριζε τα ειδικά χαρακτηριστικά των επίδικων τίτλων και τους όρους της έκδοσής τους, αποδείχθηκε ότι η ίδια, με βάση την επενδυτική συμπεριφορά και εμπειρία της, θα προέβαινε στην αγορά αυτών, ως συμφέροντες από άποψη απόδοσης. Άλλωστε οι συγκεκριμένοι τίτλοι κατά το χρόνο της έκδοσής τους, αλλά και κατά το χρόνο αγοράς τους από την εκκαλούσα, είχαν αξιολογηθεί θετικώς από σημαντικούς διεθνείς οίκους αξιολόγησης πιστοληπτικής ικανότητας (..., ...) και συγκεκριμένα είχαν αξιολογηθεί ως χαμηλού πιστοληπτικού κινδύνου, ενώ θετικώς από τους ίδιους οίκους είχε αξιολογηθεί και η μητρική της εκδότριας των τίτλων εταιρία ...

και συγκεκριμένα ως έχουσα ισχυρή ικανότητα να ανταποκριθεί στις οικονομικές υποχρεώσεις της έστω και κάπως επιρρεπής σε μεταβολές συνθηκών. Στη συνέχεια όμως οι επίδικοι τίτλοι εμφάνισαν πτώση της ονομαστικής αξίας τους στη δευτερογενή αγορά και συγκεκριμένα στις 28.9.2009 η μείωση της αξίας του ανήλθε σε ποσοστό 11,96%, στις 31.12.2007 σε ποσοστό 23,41%, στις 31.3.2008 σε ποσοστό 26,72% και στις 30.6.2008 σε ποσοστό 36,13 %, γεγονός που η εκκαλούσα πληροφορείτο από τις αντίστοιχες τριμηνιαίες "συγκεντρωτικές θέσεις πελάτη" που ελάμβανε από την εφεσίβλητη, πλην όμως η ίδια (εκκαλούσα) αποφάσισε να διατηρήσει στο χαρτοφυλάκιό της τους επίδικους τίτλους χωρίς να δεχθεί, πολύ δε περισσότερο χωρίς να επηρεασθεί προς τούτο από σχετικές συμβουλές ή παραινέσεις της εφεσίβλητης.

Τελικώς στις 15.9.2008 η εταιρεία ... - που ήταν μία από τις μεγαλύτερες παγκοσμίως επενδυτικές τράπεζες με έδρα στις Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής - κηρύχθηκε σε πτώχευση, γεγονός που συμπαρέσυρε και τη θυγατρική αυτής και εκδότρια των επίδικων τίτλων εταιρεία ..., η οποία δεν ήταν έτσι σε θέση να ανταποκριθεί στις υποχρεώσεις της, μεταξύ των οποίων και αυτές από τα ομόλογα που είχε εκδώσει, με αποτέλεσμα η αξία των τελευταίων να εκμηδενιστεί.

Η πτώχευση της παραπάνω μητρικής εταιρείας δεν μπορούσε να προβλεφθεί από την εφεσίβλητη με βάση την επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές, αφού ήταν αιφνιδιαστική - αξιοσημείωτο είναι ότι ακόμα και λίγες ημέρες πριν την πτώχευσή της εξακολουθούσε η εν λόγω εταιρεία να αξιολογείται θετικώς από τους παραπάνω διεθνείς οίκους - προκάλεσε δε παγκοσμίως σημαντικές οικονομικές αναταράξεις.

Με βάση τα προεκτιθέμενα, η εφεσίβλητη δεν επέδειξε - κατά την αγορά των επίδικων τίτλων αλλά και στη συνέχεια - αδικοπρακτική ή αντισυμβατική συμπεριφορά απέναντι στην εκκαλούσα και σε κάθε περίπτωση η συμπεριφορά της εφεσίβλητης δεν τελεί σε αιτιώδη σύνδεσμο με τη ζημία της εκκαλούσας, η οποία και οφείλεται στη σταδιακή πτώση της αξίας των επίδικων τίτλων, την οποία γνώριζε η εκκαλούσα και τελικώς στην εκμηδένιση της αξίας των τίτλων λόγω της πτώχευσης της μητρικής (της εκδότριας των τίτλων) εταιρείας".

Στη συνέχεια το δευτεροβάθμιο δικαστήριο απέρριψε ως αβάσιμη κατ' ουσίαν την από 10-6-2016 έφεση της ενάγουσας και ήδη αναιρεσείουσας κατά της υπ' αριθμ. 3005/2015 απόφασης του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, επικυρώνοντας έτσι την ομοίως αποφανθείσα ως άνω οριστική απόφαση. Έτσι που έκρινε και με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο αναφορικά με τα ουσιώδη ζητήματα της παράνομης ή μη συμπεριφοράς και της ύπαρξης ή μη υπαιτιότητας των προστηθέντων υπαλλήλων της εναγομένης, και την ύπαρξη ή μη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ συμπεριφοράς και ζημίας, ορθά ερμήνευσε και δεν εφάρμοσε συνακόλουθα τους κανόνες ουσιαστικού δικαίου των άρθρων 297, 298, 330, 914 ΑΚ, 6 ΚΔΕΠΕΥ, 8 και 9γ-9ε του ν. 2251/1994, όπως ίσχυε κατά τον κρίσιμο στην προκειμένη περίπτωση χρόνο, και έτσι δεν τους παραβίασε ευθέως, καθόσον τα δεκτά γενόμενα ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, δεν πληρούσαν το πραγματικό των διατάξεων αυτών και δεν δικαιολογούσαν την εφαρμογή τους.

Εξάλλου, το Εφετείο ούτε και εκ πλαγίου παραβίασε τις ως άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις και δεν στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης, καθόσον περιέλαβε σ` αυτήν σαφείς, επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς τη μη εφαρμογή των ανωτέρω διατάξεων.

Ειδικότερα, στην προσβαλλόμενη απόφαση με πληρότητα και σαφήνεια εκτίθενται όλα τα πραγματικά περιστατικά που είναι αναγκαία στη συγκεκριμένη περίπτωση για την κρίση του δικαστηρίου περί της μη συνδρομής των ως άνω νόμιμων όρων και προϋποθέσεων των διατάξεων που δεν εφαρμόστηκαν, ενώ δεν υφίστανται ελλείψεις και ανεπάρκεια στις αιτιολογίες αυτής σχετικά με το χαρακτηρισμό των ως άνω περιστατικών που έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, επιπλέον δε, δεν ήταν αναγκαίο να περιλαμβάνονται σ` αυτήν άλλες αιτιολογίες προς αποσαφήνιση του ότι στη συγκεκριμένη περίπτωση από την αναφερόμενη συμπεριφορά εκ μέρους των προστηθέντων από την αναιρεσίβλητη υπαλλήλων δεν υφίσταται παρανομία και υπαιτιότητα αυτών και ως εκ τούτου ελλείπει το εν λόγω απαιτούμενο στοιχείο για τη θεμελίωση της ευθύνης από τις ως άνω διατάξεις, καθότι κατά τις αναιρετικά ανέλεγκτες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης:

α) ως προς την επικαλούμενη ευθύνη της αναιρεσίβλητης-εναγομένης, κατά την παροχή εκ μέρους της επενδυτικών υπηρεσιών προς το πρόσωπο της αναιρεσείουσας-ενάγουσας, εξαιτίας της μη τήρησης της επιβαλλόμενης από τον Κώδικα Δεοντολογίας, υποχρέωσης καταλληλότητας (κατάρτιση του επενδυτικού της προφίλ, σύνταξη ερωτηματολογίου και κατηγοριοποίησή της), δέχεται ότι η αναιρεσίβλητη όταν πρότεινε την αγορά των επίδικων τίτλων, στην αναιρεσείουσα, γνώριζε ήδη, από την προηγούμενη συνεργασία τους και το χαρτοφυλάκιο της τελευταίας, την χρηματοοικονομική της κατάσταση, τους επενδυτικούς της στόχους, τη γνώση και την επενδυτική της εμπειρία, την επαγγελματική απασχόλησή της, ότι αυτή (αναιρεσείουσα) δεν ήταν άπειρη στις επενδύσεις και ότι οι επενδυτικοί στόχοι της ενείχαν την επιδίωξη αποκόμισης σημαντικού κέρδους παρά την ύπαρξη επενδυτικού κινδύνου και για το λόγο αυτό, η παράλειψη της αναιρεσίβλητης να λάβει ειδικά έγγραφο ερωτηματολόγιο για την κατηγοριοποίηση της εκκαλούσας και τους επενδυτικούς στόχους της τελευταίας, δεν συνδέεται αιτιωδώς με την απόφαση αυτής για την αγορά των επίδικων τίτλων.

β) 'Οσον αφορά το ζήτημα της ενημέρωσης της ενάγουσας κατά την παροχή από την εναγομένη της προαναφερθείσας επενδυτικής υπηρεσίας (αγορά ομολόγων), δέχεται ότι η εναγόμενη παρέσχε σαφή, πλήρη και κατανοητή πληροφόρηση στην ενάγουσα όπως επιβάλλεται από τη μεταξύ τους προφορική σύμβαση παροχής επενδυτικών συμβουλών και τις προστατευτικές των συμφερόντων του επενδυτή διατάξεις του ν.2551/1994 και την καλή πίστη.

γ) Ως προς την ύπαρξη ή μη περίπτωσης παράνομης συμπεριφοράς της αναιρεσίβλητης λόγω παράβασης των προβλεπόμενων στις διατάξεις του Κανονισμού Δεοντολογίας των Εταιρειών παροχής επενδυτικών υπηρεσιών, δέχεται ότι η αναιρεσίβλητη δεν παραβίασε τις ως άνω διατάξεις και δεν επέδειξε - κατά την αγορά των επίδικων τίτλων από την αναιρεσείουσα αλλά και στη συνέχεια - αδικοπρακτική ή αντισυμβατική συμπεριφορά απέναντι στην τελευταία.

δ) Ως προς το ζημιογόνο γεγονός που προκάλεσε τη ζημία στην ενάγουσα, δέχεται ότι η ζημία οφείλεται στη σταδιακή πτώση της αξίας των επίδικων τίτλων, την οποία γνώριζε η αναιρεσείουσα και τελικώς στην εκμηδένιση της αξίας των τίτλων λόγω της πτώχευσης της εκδότριας των τίτλων εταιρείας. Και, ε) ως προς την αιτιώδη συνάφεια, δέχεται ότι δεν υπάρχει αδικοπρακτική ή αντισυμβατική συμπεριφορά της αναιρεσίβλητης και σε κάθε περίπτωση η συμπεριφορά της αναιρεσίβλητης τράπεζας δεν τελεί σε αιτιώδη σύνδεσμο με τη ζημία της αναιρεσείουσας, η οποία και οφείλεται κατά τα ως άνω εκτιθέμενα στη σταδιακή πτώση της αξίας των επίδικων τίτλων, που γνώριζε η αναιρεσείουσα και τελικά στην εκμηδένιση της αξίας τους λόγω της πτώχευσης της εκδότριας των τίτλων εταιρείας.

Και συγκεκριμένα, με την προσβαλλόμενη απόφαση με πληρότητα και σαφήνεια γίνεται δεκτό: Ότι η αναιρεσείουσα κατήρτισε με την αναιρεσίβλητη την 2.2.2004 έγγραφη σύμβαση εκτέλεσης εντολών αυτής για την αγορά κινητών αξιών και συναφών πράξεων και σιωπηρά σύμβαση με αντικείμενο την παροχή επενδυτικών συμβουλών.

'Οτι την 24.4.2007 η αναιρεσείουσα κατόπιν πληροφόρησης και συμβουλών της αναιρεσίβλητης αγόρασε 320 τίτλους έκδοσης της ... (θυγατρικής της εδρεύουσας στις Η.Π.Α. ...), συνολικής ονομαστικής αξίας 320.000 ευρώ.

'Οτι ο τμήμα private banking της αναιρεσίβλητης παρείχε στην αναιρεσείουσα πλήρη ενημέρωση για τα χαρακτηριστικά και τη λειτουργία του χρηματοοικονομικού αυτού προϊόντος, στο οποίο τελικά επέλεξε να επενδύσει τα χρήματά της η τελευταία και συγκεκριμένα η σχετική ενημέρωση αναφερόταν στο ότι τα προαναφερόμενα επενδυτικά προϊόντα ανήκουν στην κατηγορία των "perpetual bonds" δηλαδή είναι ομόλογα "αόριστης διάρκειας", που παρέχουν στον κομιστή δικαίωμα απόληψης τόκων, συνήθως υψηλού επιπέδου όχι όμως και το δικαίωμα να παραδώσει (επιστρέψει) τα ομόλογα στον εκδότη προς το σκοπό είσπραξης της ονομαστικής αξίας τους μετά τη λήξη μιας συμφωνημένης διάρκειας, ενώ μπορεί βεβαίως ο κομιστής να διαπραγματευτεί και να προβεί στην πώληση των ομολόγων αυτών στη δευτερογενή αγορά, και ο εκδότης διατηρεί το δικαίωμα της μονομερούς ανάκλησης του ομολόγου όποτε θελήσει, τυχόν δε αναγραφόμενη ημερομηνία ανάκλησης νοείται εκείνη κατά την οποία ο εκδότης προσφέρεται ενδεικτικώς, χωρίς όμως να υποχρεούται προς τούτο, να ζητήσει από τον κομιστή την επιστροφή του ομολόγου έναντι καταβολής της ονομαστικής αξίας του. 'Οτι τα στοιχεία αυτά αναλύονταν και στα σχετικά ενημερωτικά φυλλάδια που ήταν στη διάθεση των επενδυτών και βρίσκονταν στα καταστήματα της εφεσίβλητης, αλλά και από αναρτήσεις στο διαδίκτυο και επομένως τα γνώριζε η αναιρεσείουσα.

'Οτι και μετέπειτα, στις τριμηνιαίες "συγκεντρωτικές θέσεις πελάτη" που ελάμβανε η αναιρεσείουσα από το τμήμα private banking της τράπεζας, υπάρχει περιγραφή των επίδικων τίτλων, οι οποίοι κατηγοριοποιούνται ως "Υβριδικά Ομόλογα/Διηνεκή Ομόλογα" και υπό την ένδειξη "Χρεωστικοί Τίτλοι (Ομόλογα)", περιγράφονται ως ..., ενώ στη βεβαίωση συναλλαγής που εκδόθηκε για την αγορά των επίδικων τίτλων αναγράφεται η 21.9.2049 ως ημερομηνία "λήξης" αυτών.

'Ότι η αναιρεσείουσα εισέπραξε το ποσό των 16.400 ευρώ ως τόκο την 21-9-2007.

'Οτι η αξία του χαρτοφυλακίου της αναιρεσείουσας κατά την περίοδο έναρξης της συνεργασίας της με το τμήμα private banking της αναιρεσίβλητης (2.2.2004) αποτιμάτο στο ποσό των 781.322,96 ευρώ και το Μάρτιο του έτους 2007, πριν την αγορά των επίδικων τίτλων, αποτιμάτο σε 1.112.314,17 ευρώ, ενώ είχε επενδυθεί κατά το μεγαλύτερο ποσοστό του (από 86,2% έως 74,8%) σε αμοιβαία κεφάλαια, τα οποία λόγω της ανοιχτής δομής τους και της διασποράς των αξιών που τα απαρτίζουν, παρουσιάζουν διακυμάνσεις στην αξία τους και δεν είναι κατάλληλα για επενδυτές που αποστρέφονται τον επενδυτικό κίνδυνο.

Ότι όταν τον τμήμα private banking της αναιρεσίβλητης πρότεινε την αγορά των επίδικων τίτλων, στην αναιρεσείουσα, γνώριζε με βάση την ως άνω σύνθεση του χαρτοφυλακίου της αναιρεσείουσας, την οικονομική επιφάνεια αυτής, σε συνδυασμό με την επαγγελματική απασχόλησή της ως υπεύθυνης δημοσίων σχέσεων επιχείρησης, ότι αυτή (αναιρεσείουσα) δεν ήταν άπειρη στις επενδύσεις και ότι οι επενδυτικοί στόχοι της ενείχαν την επιδίωξη αποκόμισης σημαντικού κέρδους παρά την ύπαρξη επενδυτικού κινδύνου και για το λόγο αυτό, η παράλειψη της αναιρεσίβλητης να λάβει ειδικά έγγραφο ερωτηματολόγιο για την κατηγοριοποίηση της εκκαλούσας και τους επενδυτικούς στόχους της τελευταίας, δεν συνδέεται αιτιωδώς με την απόφαση αυτής για την αγορά των επίδικων τίτλων.

'Οτι οι συγκεκριμένοι τίτλοι κατά το χρόνο της έκδοσής τους, αλλά και κατά το χρόνο αγοράς τους από την αναιρεσείουσα, είχαν αξιολογηθεί θετικά από σημαντικούς διεθνείς οίκους αξιολόγησης πιστοληπτικής ικανότητας (..., ...) ως χαμηλού πιστοληπτικού κινδύνου, ενώ θετικά από τους ίδιους οίκους είχε αξιολογηθεί και η μητρική της εκδότριας των τίτλων εταιρία ... ως έχουσα ισχυρή ικανότητα να ανταποκριθεί στις οικονομικές υποχρεώσεις της.

'Οτι η αναιρεσείουσα πληροφορείτο από τις αντίστοιχες τριμηνιαίες "συγκεντρωτικές θέσεις πελάτη" που ελάμβανε από την αναιρεσίβλητη ότι οι επίδικοι τίτλοι εμφάνισαν πτώση της ονομαστικής αξίας τους στη δευτερογενή αγορά και συγκεκριμένα στις 28.9.2009 σε ποσοστό 11,96%, στις 31.12.2007 σε ποσοστό 23,41%, στις 31.3.2008 σε ποσοστό 26,72% και στις 30.6.2008 σε ποσοστό 36,13 %, πλην όμως η αποφάσισε να διατηρήσει στο χαρτοφυλάκιό της τους επίδικους τίτλους.

'Οτι στις 15.9.2008 η εταιρεία ... - που ήταν μία από τις μεγαλύτερες παγκοσμίως επενδυτικές τράπεζες με έδρα στις Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής - κηρύχθηκε σε πτώχευση, γεγονός που συμπαρέσυρε και τη θυγατρική αυτής και εκδότρια των επίδικων τίτλων εταιρεία ..., η οποία δεν ήταν έτσι σε θέση να ανταποκριθεί στις υποχρεώσεις της.

'Οτι η πτώχευση της παραπάνω μητρικής εταιρείας δεν μπορούσε να προβλεφθεί από την αναιρεσίβλητη με βάση την επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές, αφού ήταν αιφνιδιαστική και ότι η αναιρεσίβλητη δεν επέδειξε - κατά την αγορά των επίδικων τίτλων αλλά και στη συνέχεια-αδικοπρακτική ή αντισυμβατική συμπεριφορά απέναντι στην αναιρεσείουσα.

Και, σε κάθε περίπτωση η συμπεριφορά αναιρεσίβλητης δεν τελεί σε αιτιώδη σύνδεσμο με τη ζημία της αναιρεσείουσας, η οποία και οφείλεται στη σταδιακή πτώση της αξίας των επίδικων τίτλων, την οποία γνώριζε η τελευταία και τελικώς στην εκμηδένιση της αξίας των τίτλων λόγω της πτώχευσης της μητρικής (της εκδότριας των τίτλων) εταιρείας.

Επομένως: 1.Τα όσα αντίθετα υποστηρίζει η αναιρεσείουσα με τον πρώτο από το άρθρο 559 αριθ. 1 λόγο αναίρεσης, κατά το πρώτο σκέλος αυτού, με τον οποίο προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια της εσφαλμένης μη εφαρμογής των διατάξεων των άρθρων 297, 298, 330, 914 ΑΚ, 6 ΚΔΕΠΕΥ και 8 ν. 2251/1994, που προβλέπουν την τήρηση της υποχρέωσης διαφώτισης, ενημέρωσης, συμβουλευτικής καθοδήγησης και προειδοποίησης του πελάτη εκ μέρους της Τράπεζας, την υποχρέωση της εναγομένης, κατά την παροχή επενδυτικών συμβουλών, για παροχή ορθών και πλήρων συμβουλών, για ενημέρωση του καταναλωτή με τρόπο κατανοητό και αφού ληφθούν υπόψη το επίπεδο γνώσης, η ηλικία, το επάγγελμα, η οικογενειακή, η οικονομική και περιουσιακή κατάσταση, η επενδυτική του εμπειρία, ο επενδυτικός στόχος και η προθυμία διακινδύνευσης (άρθρο 6.2 ΚΔΕΠΕΥ), την υποχρέωση για συμβουλές προσαρμοσμένες στο αντικείμενο της επένδυσης (άρθρο 6.1 ΚΔΕΠΕΥ), για επιμελή έρευνα αναφορικά με την οικονομική κατάσταση και την φερεγγυότητα του εκδότη των προτεινόμενων τίτλων, επί πλέον δε για αυξημένη υποχρέωση για έρευνα ή ενημέρωση στις περιπτώσεις επικίνδυνων ή πολύπλοκων επενδύσεων καθότι δέχθηκε ότι κατά την παροχή εκ μέρους της αναιρεσίβλητης - εναγομένης επενδυτικών συμβουλών προς την αναιρεσείουσα-ενάγουσα, η πρώτη δεν επέδειξε παράνομη συμπεριφορά με την παράλειψή της να την ενημερώσει και να τηρήσει την αρχή της καταλληλότητας, ενώ η παραβίαση αυτών κατά την παροχή των επενδυτικών συμβουλών θεμελιώνει το στοιχείο του παρανόμου του άρθρου 914, και επί πλέον γιατί δέχθηκε ότι δεν υφίσταται αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της παράνομης πράξης-την οποία συνιστά η μη εφαρμογή ελέγχου καταλληλότητας-και της ζημίας της αναιρεσείουσας, η οποία (ζημία) προφανώς τελεί σε αιτιώδη συνάφεια με την έλλειψη του ελέγχου καταλληλότητας και όχι με την μεταγενέστερη πτώχευση της ..., όπως εσφαλμένα δέχεται η προσβαλλόμενη απόφαση, κατά παράβαση των ως άνω διατάξεων, που επιβάλλουν την τήρηση της υποχρέωσης καταλληλότητας κατά την παροχή επενδυτικών συμβουλών εκ μέρους της εναγομένης, κρίνονται αβάσιμα καθώς και ο ως άνω λόγος αναίρεσης (κατά το ως άνω σκέλος του).

Και τούτο, διότι στην προκειμένη περίπτωση με βάση τις ως άνω παραδοχές το Εφετείο δέχθηκε αναφορικά με την υποχρέωση της αναιρεσίβλητης προς ενημέρωση της αναιρεσείουσας κατά την αγορά των τίτλων, καθώς και της τήρησης της αρχής της καταλληλότητας, ότι κατά την παροχή της επενδυτικής συμβουλής δόθηκαν πληροφορίες θεμελιωμένες σε επιμελή έρευνα, που αφορούν το αντικείμενο της επένδυσης, και δη την απόδοση, τη ρευστότητα και την ασφάλεια της προτεινόμενης επένδυσης, καθώς και την οικονομική κατάσταση και τη φερεγγυότητα του εκδότη των προτεινόμενων τίτλων, και επίσης δέχθηκε ότι οι συμβουλές που δόθηκαν ήταν προσαρμοσμένες στο πρόσωπο της πελάτου (κατάλληλες), με βάση τα προσωπικά στοιχεία της αναιρεσείουσας, ήτοι το επίπεδο γνώσης, την ηλικία, το επάγγελμα, την οικογενειακή, οικονομική και περιουσιακή κατάστασή της, την επενδυτική της εμπειρία, τον επενδυτικό της στόχο και την προθυμία διακινδύνευσης (άρθρο 6.2 ΚΔΕΠΕΥ).

Ήτοι δέχθηκε: ότι η αναιρεσείουσα διατηρούσε με την αναιρεσίβλητη Τράπεζα πελατειακή σχέση από το έτος 2000 και στις 2.2.2004 καταρτίσθηκε μεταξύ τους - στο πλαίσιο εξυπηρέτησης έκτοτε της πρώτης από το τμήμα private banking της αναιρεσίβλητης, στο οποίο με κοινή συμφωνία των διαδίκων είχε μεταφερθεί το χαρτοφυλάκιο της αναιρεσείουσας- η υπ' αριθ. 5/612846 σύμβαση εκτέλεσης εντολών για την αγορά κινητών αξιών και σιωπηρά σύμβαση με αντικείμενο την παροχή επενδυτικών συμβουλών, ότι στις 24.4.2007 η αναιρεσείουσα κατόπιν πληροφόρησης και συμβουλών της αναιρεσίβλητης, αγόρασε 320 τίτλους έκδοσης της ... (θυγατρικής της εδρεύουσας στις Η.Π.Α. ...), συνολικής ονομαστικής αξίας 320.000 ευρώ, ότι κατά τον παραπάνω χρόνο της αγοράς το τμήμα private banking της αναιρεσίβλητης παρείχε στην αναιρεσείουσα πλήρη ενημέρωση για τα χαρακτηριστικά και τη λειτουργία του χρηματοοικονομικού αυτού προϊόντος και ειδικότερα αναφορικά με το γεγονός ότι τα παραπάνω επενδυτικά προϊόντα ανήκουν στην κατηγορία των "perpetual bonds".

Δηλαδή είναι ομόλογα "αόριστης διάρκειας", που παρέχουν στον κομιστή δικαίωμα απόληψης τόκων, συνήθως υψηλού επιπέδου όχι όμως και το δικαίωμα να παραδώσει (επιστρέψει) τα ομόλογα στον εκδότη προς το σκοπό είσπραξης της ονομαστικής αξίας τους μετά τη λήξη μιας συμφωνημένης διάρκειας, ενώ μπορεί βεβαίως ο κομιστής να διαπραγματευτεί και να προβεί στην πώληση των ομολόγων αυτών στη δευτερογενή αγορά, ενώ ο εκδότης διατηρεί το δικαίωμα της μονομερούς ανάκλησης του ομολόγου όποτε θελήσει, τυχόν δε αναγραφόμενη ημερομηνία ανάκλησης νοείται εκείνη κατά την οποία ο εκδότης προσφέρεται ενδεικτικώς, χωρίς όμως να υποχρεούται προς τούτο, να ζητήσει από τον κομιστή την επιστροφή του ομολόγου έναντι καταβολής της ονομαστικής αξίας του, ότι και μετέπειτα, στις τριμηνιαίες "συγκεντρωτικές θέσεις πελάτη" που ελάμβανε η αναιρεσείουσα υπάρχει περιγραφή των επίδικων τίτλων, οι οποίοι κατηγοριοποιούνται ως "Υβριδικά Ομόλογα/Διηνεκή Ομόλογα" και υπό την ένδειξη "Χρεωστικοί Τίτλοι (Ομόλογα)", περιγράφονται ως ..., ενώ στη βεβαίωση συναλλαγής που εκδόθηκε για την αγορά των επίδικων τίτλων αναγράφεται η 21.9.2049 ως ημερομηνία "λήξης" αυτών.

Ότι οι συγκεκριμένοι τίτλοι κατά το χρόνο της αγοράς τους από την αναιρεσείουσα, είχαν αξιολογηθεί θετικά από σημαντικούς διεθνείς οίκους αξιολόγησης πιστοληπτικής ικανότητας (..., ...) ως χαμηλού πιστοληπτικού κινδύνου. Ότι στη συνέχεια, η αναιρεσείουσα πληροφορείτο από τις αντίστοιχες τριμηνιαίες "συγκεντρωτικές θέσεις πελάτη" που ελάμβανε από την αναιρεσίβλητη.

Ότι οι επίδικοι τίτλοι εμφάνισαν πτώση της ονομαστικής αξίας τους στη δευτερογενή αγορά και συγκεκριμένα στις 28.9.2009 σε ποσοστό 11,96%, στις 31.12.2007 σε ποσοστό 23,41%, στις 31.3.2008 σε ποσοστό 26,72% και στις 30.6.2008 σε ποσοστό 36,13 %, πλην όμως η αποφάσισε να διατηρήσει στο χαρτοφυλάκιό της τους επίδικους τίτλους. Περαιτέρω, αναφορικά με την τήρηση της αρχής της καταλληλότητας δέχθηκε (το Εφετείο) ότι η αναιρεσίβλητη δεν παραβίασε την υποχρέωσή της αυτή, γιατί κατά το χρόνο παροχής των επενδυτικών συμβουλών, είχε πλήρη γνώση όλων των προαναφερόμενων και απαιτούμενων από το νόμο (Κανονισμό Δεοντολογίας), στοιχείων για την παροχή ορθών και πλήρων επενδυτικών συμβουλών στην αναιρεσείουσα (άρθρο 6 ΚΔΕΠΕΥ), και συγκεκριμένα δέχεται ότι όταν το τμήμα private banking της αναιρεσίβλητης πρότεινε την αγορά των επίδικων τίτλων, στην αναιρεσείουσα, γνώριζε:

α) με βάση την σύνθεση του χαρτοφυλακίου της αναιρεσείουσας, του οποίου η αξία κατά την έναρξη της συνεργασίας της με το τμήμα private banking της αναιρεσίβλητης (2-2-2004), αποτιμάτο στο ποσό των 781.322,96 ευρώ και έφθασε το Μάρτιο του έτους 2007, πριν την αγορά των επίδικων τίτλων, σε 1.112.314,17 ευρώ, και είχε επενδυθεί κατά το μεγαλύτερο ποσοστό (86,2% έως 74,8%) σε αμοιβαία κεφάλαια, τα οποία λόγω της ανοιχτής δομής τους και της διασποράς των αξιών που τα απαρτίζουν, παρουσιάζουν διακυμάνσεις στην αξία τους και δεν είναι κατάλληλα για επενδυτές που αποστρέφονται τον επενδυτικό κίνδυνο.

Και β) την οικονομική επιφάνεια αυτής, σε συνδυασμό με την επαγγελματική απασχόλησή της ως υπεύθυνης δημοσίων σχέσεων επιχείρησης, ότι αυτή (αναιρεσείουσα) δεν ήταν άπειρη στις επενδύσεις και ότι οι επενδυτικοί στόχοι της ενείχαν την επιδίωξη αποκόμισης σημαντικού κέρδους παρά την ύπαρξη επενδυτικού κινδύνου.

Για το λόγο δε αυτό, δέχθηκε ότι η παράλειψη της αναιρεσίβλητης να λάβει ειδικά έγγραφο ερωτηματολόγιο για την κατηγοριοποίηση της αναιρεσείουσας και τους επενδυτικούς στόχους της τελευταίας, δεν συνδέεται αιτιωδώς με την απόφαση αυτής για την αγορά των επίδικων τίτλων, στην οποία θα προέβαινε με βάση την επενδυτική της συμπεριφορά και εμπειρία επειδή ήταν συμφέροντες από άποψη απόδοσης, ακόμη και αν δεν γνώριζε τα χαρακτηριστικά τους.

Δηλαδή δέχθηκε ότι η εναγομένη, αν και δεν είχε λάβει έγγραφο ερωτηματολόγιο για την κατηγοριοποίηση της ενάγουσας γνώριζε πάντως τις επενδυτικές της ανάγκες, από τη μακροχρόνια συνεργασία τους και από τις επενδυτικές κινήσεις στις οποίες είχε προβεί για λογαριασμό της η εναγόμενη πριν από την αγορά του επίδικων τίτλων, αυτές δε τις ανάγκες έλαβε υπόψη και την ενημέρωσε κατά λεπτομερή, πλήρη και κατανοητό από αυτήν τρόπο για τα χαρακτηριστικά του πωληθέντος προϊόντος.

Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο, ορθά, όπως ήδη αναφέρθηκε, δεν εφάρμοσε τις προαναφερόμενες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 297, 298, 300, 914 ΑΚ, αρθ. 8 του Ν. 2251/1994 και τον Κώδικα Δεοντολογίας των Ε.Π.Ε.Υ., αφού σύμφωνα με τις παραδοχές της οι προστηθέντες υπάλληλοι της εναγομένης Τράπεζας, με βάση τα ανελέγκτως γενόμενα δεκτά, προσέφεραν στην ενάγουσα επαρκή και σαφή πληροφόρηση σε σχέση με το προταθέν επενδυτικό προϊόν, και δη πληροφόρηση αφενός προσαρμοσμένη στο πρόσωπο της αναιρεσείουσας-πελάτη (κατάλληλη), προσδιοριζόμενη από τα προσωπικά στοιχεία της, ήτοι λήφθηκαν υπόψη το επίπεδο γνώσης, η ηλικία, το επάγγελμα, η οικογενειακή, οικονομική και περιουσιακή κατάσταση, η επενδυτική της εμπειρία, ο επενδυτικός στόχος και η προθυμία διακινδύνευσης και αφετέρου προσαρμοσμένη στο αντικείμενο της επένδυσης, με αποτέλεσμα η αναιρεσείουσα-ενάγουσα να είναι σε θέση να κατανοήσει τη φύση του επενδυτικού προϊόντος, αλλά και τους πιθανούς κινδύνους του.

Ενώ, ενώ ουδόλως παρείχαν ανεπαρκή και παραπλανητική πληροφόρηση σχετικά με τα χαρακτηριστικά του προϊόντος και τον επενδυτικό κίνδυνο που αναλάμβανε και εντεύθεν δεν υφίσταται παράβαση των εκ του ανωτέρω Κανονισμού Δεοντολογίας και του ν. 2251/1994 υποχρεώσεων εκ μέρους της εναγομένης, η οποία (παράβαση) συνιστά παρανομία υπό την έννοια της διάταξης του άρθρου 914 ΑΚ, σύμφωνα με τα αναφερόμενα στη σχετική νομική σκέψη (ΙΙ μέρος), και με τη συνδρομή και του στοιχείου της υπαιτιότητας επιφέρει αιτιωδώς ζημία στον επενδυτή και υποχρεώνει την παρανομούσα τράπεζα σε αποζημίωση.

Με το ίδιο ως άνω πρώτο σκέλος κατά το δεύτερο μέρος αυτού, καθώς και με το δεύτερο σκέλος του πρώτου λόγου αναίρεσης, επίσης από τον αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια της εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής του άρθρου 914 ΑΚ ως προς το στοιχείο της αιτώδους συνάφειας, διότι προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό της πόρισμα περί μη ευθύνης της αναιρεσίβλητης σε αποζημίωση, δέχθηκε εσφαλμένα και κατά παράβαση των ίδιων ως άνω διατάξεων ότι η ζημία της αναιρεσείουσας-ενάγουσας οφείλεται στη μεταγενέστερη πτώχευση της εκδότριας των τίτλων ..., ενώ αυτή (ζημία) αληθώς τελεί σε αιτιώδη συνάφεια με την παράνομη πράξη της μη εφαρμογής του ελέγχου καταλληλότητας εκ μέρους της αναιρεσίβλητης-εναγομένης.

Όπως προκύπτει από τις προεκτεθείσες παραδοχές της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, το Εφετείο δέχθηκε και τα εξής: "Η πτώχευση της παραπάνω μητρικής εταιρείας δεν μπορούσε να προβλεφθεί από την εφεσίβλητη με βάση την επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές, αφού ήταν αιφνιδιαστική-αξιοσημείωτο είναι ότι ακόμα και λίγες ημέρες πριν την πτώχευσή της εξακολουθούσε η εν λόγω εταιρία να αξιολογείται θετικώς από τους παραπάνω διεθνείς οίκους-προκάλεσε δε παγκοσμίως σημαντικές οικονομικές αναταράξεις.

Με βάση τα προεκτιθέμενα η εφεσίβλητη δεν επέδειξε - κατά την αγορά των επίδικων τίτλων αλλά και στη συνέχεια - αδικοπρακτική ή αντισυμβατική συμπεριφορά απέναντι στην εκκαλούσα και σε κάθε περίπτωση η συμπεριφορά της εφεσίβλητης δεν τελεί σε αιτιώδη σύνδεσμο με τη ζημία της εκκαλούσας, η οποία και οφείλεται στη σταδιακή πτώση της αξίας των επίδικων τίτλων, την οποία γνώριζε η εκκαλούσα και τελικώς στην εκμηδένιση της αξίας των τίτλων λόγω της πτώχευσης της μητρικής (της εκδότριας των τίτλων) εταιρείας".

Η επάλληλη αυτή αιτιολογία, ως προς την έλλειψη αδικοπρακτικής ή αντισυμβατικής συμπεριφοράς της αναιρεσίβλητης-εναγομένης απέναντι στην αναιρεσείουσα-ενάγουσα, κατά την παροχή των επενδυτικών συμβουλών αλλά και στη συνέχεια, και εντεύθεν περί έλλειψης υποχρέωσης σε αποζημίωση, δεν πλήττεται επιτυχώς με λόγο αναίρεσης και στηρίζει αυτοτελώς το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης.

Γι` αυτό και ο ήδη εξεταζόμενος λόγος αυτός αναίρεσης, πρέπει να απορριφθεί προεχόντως ως αλυσιτελής. Σε κάθε δε περίπτωση ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται, σύμφωνα με όσα εκτίθενται στο

ΙΙ Α' μέρος της μείζονος σκέψης, και είναι απαράδεκτος διότι η κρίση αυτή του Εφετείου, ως δικαστηρίου της ουσίας, αναφορικά με το γεγονός ότι η ζημία της αναιρεσείουσας οφείλεται στην πτώχευση της εκδότριας των τίτλων, δεν είναι κρίση νομική αναγόμενη στην ορθή η μη υπαγωγή από το δικαστήριο της ουσίας των διδαγμάτων της κοινής πείρας στην αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας, οπότε και ιδρύεται ο αναιρετικός λόγος του άρθρου 559 αρ. 1 KΠολΔ, αλλά είναι κρίση περί τα πράγματα και δεν ελέγχεται αναιρετικά.

Τα όσα δε επί πλέον ισχυρίζεται η αναιρεσείουσα με το δεύτερο σκέλος του ως άνω πρώτου λόγου αναίρεσης, από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, με το οποίο προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια της εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής του άρθρου 914 ΑΚ, καθώς και με το σχετικό από τον αρ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, σκέλος του δεύτερου λόγου αναίρεσης, για εκ πλαγίου παραβίαση της ίδιας ως άνω διάταξης, καθότι, όπως προέκυψε από το αποδεικτικό υλικό η ενάγουσα δεν αποτελούσε επενδυτή που είχε ροπή στη διενέργεια κινδυνωδών συναλλαγών, αλλά αντίθετα από τη δομή του χαρτοφυλακίου της προκύπτει ακριβώς το αντίθετο και συνεπώς εσφαλμένα το Εφετείο δέχθηκε ότι η ενάγουσα δεν ήταν άπειρη στις επενδύσεις και ότι οι επενδυτικοί στόχοι της ενείχαν την επιδίωξη αποκόμισης σημαντικού κέρδους παρά την ύπαρξη επενδυτικού κινδύνου, απαραδέκτως, επίσης προβάλλονται, διότι με την επίφαση της αναιρετικής πλημμέλειας από τους λόγους αυτούς (άρθρ. 559 αρ. 1 και 19 ΚΠολΔ), προβάλλονται αιτιάσεις για την κατ' άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ αναιρετικά ανέλεγκτη εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών, την αιτιολόγηση το συσχετισμό και την ανάλυση των αποδείξεων από το Εφετείο ως προς τις οποίες η αναιρεσείουσα έχει διαφορετική ουσιαστική προσέγγιση, καθώς και για την σαφήνεια, επάρκεια και πειστικότητα των επιχειρημάτων, με βάση τα οποία αυτό στήριξε το αποδεικτικό του πόρισμα που εκτίθεται σαφώς ως προς τα παραπάνω ζητήματα.

Με το τρίτο σκέλος του πρώτου λόγου αναίρεσης, επίσης από τον αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια της εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής του άρθρου 8 ν.2251/1994. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος λόγω αοριστίας, διότι πέραν του ότι η αναιρεσείουσα δεν αναφέρει το αποδιδόμενο στην προσβαλλομένη απόφαση νομικό σφάλμα, καθώς και ποια η έννομη συνέπεια, η οποία καταγνώσθηκε με βάση την τυχόν παραβίαση, σύμφωνα με τις προαναφερθείσες νομικές σκέψεις της παρούσας (ΙΙΙ μέρος) και ειδικότερα, παραθέτει στο αναιρετήριο μόνο τη διάταξη του άρθρου 8 ν.2251/1994 του νόμου περί προστασίας καταναλωτών και τη νομική της επιχειρηματολογία ως προς την έννοια της εν λόγω διάταξης, καθώς και τη διαλαμβανόμενη σ' αυτήν κατανομή του βάρους απόδειξης, με βάση την οποία ο δικαιούχος επιβάλλεται να αποδεικνύει τη ζημία, την παροχή των υπηρεσιών προς τον ίδιο και τον υφιστάμενο μεταξύ τους αιτιώδη σύνδεσμο, ενώ ο οφειλέτης την εκ μέρους του έλλειψη εκδήλωσης παράνομης και υπαίτιας συμπεριφοράς, την έλλειψη συνδρομής αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της τελευταίας και της ζημίας ή την εμφάνιση κάποιου λόγου άρσης ή μείωσης της ευθύνης του, έστω και περιληπτικά δεν γίνεται καμία αναφορά στο αναιρετήριο των κρίσιμων ουσιαστικών παραδοχών της αναιρεσιβαλλομένης, δηλαδή των πραγματικών περιστατικών, που δέχθηκε το Εφετείο, υπό τα οποία και συντελέστηκε η επικαλούμενη παραβίαση.

Με τον δεύτερο από τον αρ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης κατά το σχετικό σκέλος του, η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια της εκ πλαγίου παραβίασης των διατάξεων του άρθρου 914 και του ν. 2251/1994, ήτοι ότι στερείται νόμιμης βάσης διότι περιέχει αντιφατικές αιτιολογίες σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, γιατί κατά τη σχετική αναιρετική αιτίαση, ενώ αυτό (Εφετείο) δέχθηκε ότι η αναιρεσείουσα ήταν έμπειρη στις επενδύσεις, ότι οι επενδυτικοί της στόχοι ενείχαν επιδίωξη σημαντικού κέρδους παρά την ύπαρξη επενδυτικού κινδύνου και ότι η παράλειψη της αναιρεσίβλητης να προβεί σε έλεγχο καταλληλότητας δεν συνδέεται αιτιωδώς με την απόφαση της αναιρεσείουσας για την αγορά των επίδικων τίτλων, ταυτόχρονα, αντιφάσκοντας προς την εν λόγω κρίση του, έκρινε ότι αυτή αποτελεί πρόσωπο το οποίο καταλαμβάνεται από το πεδίο εφαρμογής του ν. 2251/1994 περί προστασίας των καταναλωτών, και θα έπρεπε επομένως να εφαρμοστεί το τέστ καταλληλότητας, κρίνεται απαράδεκτος, καθόσον δεν ιδρύεται διότι οι προβαλλόμενες με το αναιρετήριο αντιφάσεις της προσβαλλόμενης απόφασης αναφέρονται σε απορριπτικές αιτιολογίες όχι της ίδιας, αλλά διαφορετικών αγωγικών βάσεων, ήτοι αυτής του κανονισμού δεοντολογίας και άρθρου 914 ΑΚ, και αυτής του ν. 2251/1994 (ΑΠ 948/2021).

Τέλος, με το σχετικό σκέλος του δεύτερου λόγου αναίρεσης, η αναιρεσείουσα επικαλούμενη το άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια ότι στερείται νόμιμης βάσης διότι περιέχει ανεπαρκείς αιτιολογίες, και ειδικότερα όπως κατά λέξη αναγράφεται στο αναιρετήριο "είναι παντελώς αναιτιολόγητη η παραδοχή της αντιδίκου ότι η παράλειψη αυτή (εννοείται της αναιρεσείουσας να προβεί σε έλεγχο καταλληλότητας) δεν συνδέεται αιτιωδώς με την απόφαση της εκκαλούσας για την αγορά των επίδικων τίτλων".

Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος, προεχόντως, ως απαράδεκτος λόγω αοριστίας, διότι δεν αναφέρονται ο κανόνας δικαίου που φέρεται ότι παραβιάστηκε και ποίοι οι ισχυρισμοί και τα περιστατικά που προτάθηκαν από την αναιρεσείουσα για τη θεμελίωσή τους, ως προς τους οποίους η ανεπάρκεια των αιτιολογιών. Σε κάθε δε περίπτωση ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, γιατί το Εφετείο δεν στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης, αφού όπως προκύπτει από το προεκτεθέν περιεχόμενο αυτής, διέλαβε σ' αυτήν πλήρεις και σαφείς αιτιολογίες, που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο ως προς το ουσιώδες ζήτημα της τήρησης της αρχής της καταλληλότητας εκ μέρους της αναιρεσίβλητης-εναγομένης κατά την παροχή εκ μέρους της επενδυτικών συμβουλών προς την αναιρεσείουσα-ενάγουσα.

Κατόπιν αυτών και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης προς έρευνα, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της και να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο, ενόψει της ήττας της αναιρεσείουσας (άρθρ. 495 παρ. 3 του ΚΠολΔ ως ισχύει). Τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης που κατέθεσε προτάσεις, πρέπει να επιβληθούν σε βάρος της αναιρεσείουσας κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημά της (άρθρ. 106, 176, 183, 189 παρ.1, 191 παρ.2 ΚΠολΔ),όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 30-5-2019 αίτηση της Ε. Μ. του Ν., για αναίρεση της υπ' αριθ. 189/2019 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.

ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του παραβόλου, που έχει καταθέσει η αναιρεσείουσα. Και

ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 16 Μαΐου 2022.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 25 Ιουλίου 2022.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ