1339/2018 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣτις διατάξεις του άρθρου 103 παρ.2 εδ.α', 4 εδ.α' και 6 του Συντάγματος ορίζεται ότι "Κανένας δεν μπορεί να διοριστεί [δημόσιος] υπάλληλος σε οργανική θέση που δεν είναι νομοθετημένη", ότι "Οι δημόσιοι υπάλληλοι που κατέχουν οργανικές θέσεις είναι μόνιμοι, εφόσον αυτές οι θέσεις υπάρχουν" και ότι "Οι διατάξεις των προηγουμένων παραγράφων έχουν εφαρμογή και [...] στους υπαλλήλους των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης [ΟΤΑ] και των λοιπών νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου [ΝΠΔΔ]".
Legislator headnote
AI generated1339/2018 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Επί καταργήσεως οργανικής θέσεως, οπότε εκλείπει η τυπική προϋπόθεση της μονιμότητας, ο υπάλληλος είτε απολύεται είτε τοποθετείται σε κενή οργανική θέση άλλης υπηρεσίας. Οι ως άνω διατάξεις αναφέρονται σε προσωπικό, το οποίο προσλαμβάνεται από το Δημόσιο, τους ΟΤΑ ή τα ΝΠΔΔ με σχέση εργασίας δημοσίου δικαίου.
Full text
Απόφαση 1339 / 2018 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1339/2018
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Χριστόφορο Κοσμίδη, προεδρεύοντα αρεοπαγίτη, Μαρία Νικολακέα, Αρετή Παπαδιά, Αντιγόνη Καραΐσκου - Παλόγου και Γεώργιο Δημάκη, αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 23η Ιανουαρίου 2018, με την παρουσία και της γραμματέα Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) Γ. Π. του Β., 2) …..19) Δ. Τ. του Ι., όλων κατοίκων ..., που παραστάθηκαν δια της πληρεξουσίας δικηγόρου Κατερίνας Συγγενιώτου, η οποία κατέθεσε προτάσεις.
Του αναιρεσίβλητου: Οργανισμού τοπικής αυτοδιοίκησης με την επωνυμία "Δήμος Κομοτηνής", όπως εκπροσωπείται νόμιμα από τον Δήμαρχο Γεώργιο Πετρίδη, που εδρεύει στην Κομοτηνή και παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) του πληρεξουσίου δικηγόρου Χρήστου Ματσκίδη, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 18-10-2013 και 17-6-2014 αγωγές των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ροδόπης. Εκδόθηκαν η 19/2015 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 134/2017 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θράκης. Την αναίρεση της τελευταίας ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 7-7-2017 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Εισηγητής ορίσθηκε ο αρεοπαγίτης, Γεώργιος Δημάκης.
Η πληρεξούσια των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αναιρεσίβλητου στα δικαστικά έξοδα.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1. Στις διατάξεις του άρθρου 103 παρ.2 εδ.α', 4 εδ.α' και 6 του Συντάγματος ορίζεται ότι "Κανένας δεν μπορεί να διοριστεί [δημόσιος] υπάλληλος σε οργανική θέση που δεν είναι νομοθετημένη", ότι "Οι δημόσιοι υπάλληλοι που κατέχουν οργανικές θέσεις είναι μόνιμοι, εφόσον αυτές οι θέσεις υπάρχουν" και ότι "Οι διατάξεις των προηγουμένων παραγράφων έχουν εφαρμογή και [...] στους υπαλλήλους των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης [ΟΤΑ] και των λοιπών νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου [ΝΠΔΔ]".
Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται ότι ο κοινός νομοθέτης, προκειμένου οι φορείς της δημόσιας διοίκησης να επανδρώσουν τις αντίστοιχες υπηρεσίες με το προσωπικό, το οποίο, εκάστοτε, θεωρείται αναγκαίο για την εύρυθμη λειτουργία τους, έχει αφ' ενός την υποχρέωση να ιδρύει οργανικές θέσεις, διότι, άλλως, δεν είναι δυνατό να συντελεσθεί έγκυρος διορισμός δημοσίου υπαλλήλου και αφ' ετέρου την ευχέρεια να τις καταργεί, είτε μεμονωμένα είτε με την κατάργηση του κλάδου ή και ολόκληρης της δημοσίας υπηρεσίας, στην οποία ανήκει η θέση (ΟλΣτΕ 3354/2013, ΣτΕ 2934/1993).
Επί καταργήσεως οργανικής θέσεως, οπότε εκλείπει η τυπική προϋπόθεση της μονιμότητας, ο υπάλληλος είτε απολύεται είτε τοποθετείται σε κενή οργανική θέση άλλης υπηρεσίας. Οι ως άνω διατάξεις αναφέρονται σε προσωπικό, το οποίο προσλαμβάνεται από το Δημόσιο, τους ΟΤΑ ή τα ΝΠΔΔ με σχέση εργασίας δημοσίου δικαίου.
Σύμφωνα, όμως, με τη νεότερη διάταξη του άρθρου 103 παρ.8 του Συντάγματος, που προστέθηκε κατά την αναθεώρηση του έτους 2001, με νόμο ρυθμίζονται, επίσης, οι όροι και η χρονική διάρκεια των σχέσεων εργασίας ιδιωτικού δικαίου στο Δημόσιο και τον ευρύτερο δημόσιο τομέα για την κάλυψη οργανικών θέσεων κλπ. Πράγμα, που σημαίνει ότι ο κοινός νομοθέτης έχει και πάλι την υποχρέωση να ιδρύει ή την ευχέρεια να καταργεί τις οργανικές θέσεις, μάλιστα δε κατά μείζονα λόγο, διότι το προσωπικό, που προσλαμβάνεται με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου, δεν καλύπτεται από τη συνταγματική εγγύηση της μονιμότητας.
2. Η ευχέρεια κατάργησης οργανικών θέσεων δεν αποκλείεται από τη διάταξη του άρθρου 22 παρ.1 του Συντάγματος, σύμφωνα με την οποία "Η εργασία αποτελεί δικαίωμα και προστατεύεται από το Κράτος, που μεριμνά για τη δημιουργία συνθηκών απασχόλησης όλων των πολιτών [...]". Η διάταξη αυτή συνιστά κατευθυντήρια αρχή ως προς τη χάραξη της εκάστοτε κρατικής πολιτικής στον τομέα της απασχόλησης, μέσα στην ελληνική επικράτεια. Εν τούτοις, από την ίδια διάταξη δεν δημιουργείται παράλληλη υποχρέωση του Κράτους να απασχολεί αυτό το ίδιο, ως εργοδότης, όλους τους πολίτες της επικράτειας ούτε να εξασφαλίζει, εσαεί, εργασία σε όλα τα πρόσωπα, τα οποία συνέβη, σε δεδομένη χρονική στιγμή, να καταστούν υπάλληλοι ή μισθωτοί στο Δημόσιο και τον ευρύτερο δημόσιο τομέα. Πολύ περισσότερο, μια τέτοια υποχρέωση δεν νοείται κάτω από συνθήκες εξαιρετικών δημοσιονομικών πιέσεων, οι οποίες αφ' ενός περιορίζουν τη δυνατότητα του κρατικού προϋπολογισμού για κοινωνικές παροχές και αφ' ετέρου επιβάλλουν τη συρρίκνωση του Κράτους, ως επιχειρηματία ή εργοδότη και την, εντεύθεν, περικοπή ενός σημαντικού μέρους των θέσεων εργασίας, που υπήρχαν προηγουμένως.
3. Ακόμη, η ευχέρεια του κοινού νομοθέτη για κατάργηση οργανικών θέσεων δεν αποκλείεται ούτε από τη διάταξη του άρθρου 5 παρ.1 του Συντάγματος, σύμφωνα με την οποία "Καθένας έχει δικαίωμα να αναπτύσσει ελεύθερα την προσωπικότητά του και να συμμετέχει στην κοινωνική, οικονομική και πολιτική ζωή της Χώρας [...]". Η διάταξη αυτή κατοχυρώνει, πράγματι, την οικονομική ελευθερία, της οποίας ιδιαίτερη εκδήλωση συνιστά το δικαίωμα στην εργασία. Η άσκηση του δικαιώματος πρέπει να γίνεται ακωλύτως, στο πλαίσιο της αρχής της ελευθερίας των συμβάσεων (ΑΚ 361), χωρίς νομοθετικές παρεμβάσεις. Εν τούτοις, μεταγενέστερη επέμβαση του νομοθέτη, περιοριστική της ελευθερίας αυτής, είναι συνταγματικώς ανεκτή, όταν διαπιστώνεται ότι η άσκηση του σχετικού δικαιώματος "προσβάλλει τα δικαιώματα των άλλων ή παραβιάζει το Σύνταγμα ή τα χρηστά ήθη" (άρθρο 5 παρ.1 του Συντάγματος) ή αποβαίνει σε βάρος της εθνικής οικονομίας (άρθρα 25 παρ.3 και 106 παρ.2 του Συντάγματος, ΟλΑΠ 6/2014). Ως εθνική οικονομία, δηλαδή ως μείζον δημόσιο συμφέρον, σε βάρος του οποίου δεν είναι συνταγματικώς θεμιτό να ασκείται η ιδιωτική οικονομία, νοείται, προεχόντως, η εξυγίανση των δημόσιων, οικονομικών πραγμάτων και η αποτροπή της, άλλως επαπειλούμενης, χρεωκοπίας του Κράτους, ήτοι ανάγκες επιτακτικές, οι οποίες διαπιστώνονται κατά τη διάρκεια μιας, εξαιρετικά δυσμενούς, δημοσιονομικής συγκυρίας.
4. Στην έννοια της περιουσίας, η οποία προστατεύεται από τις διατάξεις του άρθρου 1 του Πρώτου Προσθέτου Πρωτοκόλλου (ΠΠΠ) της "Ευρωπαϊκής Συμβάσεως για την προστασία των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των θεμελιωδών ελευθεριών" (ΕΣΔΑ), που κυρώθηκε μαζί με τη σύμβαση με το ν.δ. 53/1974 και έχει, σύμφωνα με το άρθρο 28 του Συντάγματος, τυπικά αυξημένη ισχύ έναντι των νόμων, περιλαμβάνονται όχι μόνο τα από το άρθρο 17 του Συντάγματος προστατευόμενα εμπράγματα δικαιώματα, αλλά και όλα τα περιουσιακής φύσεως δικαιώματα και τα νομίμως κεκτημένα οικονομικά συμφέροντα, άρα και τα ενοχικά περιουσιακά δικαιώματα και, μάλιστα, οι περιουσιακού χαρακτήρα απαιτήσεις είτε αναγνωρισμένες με δικαστική ή διαιτητική απόφαση είτε, απλώς, γεννημένες κατά το εθνικό δίκαιο, εφ' όσον υπάρχει νόμιμη προσδοκία να ικανοποιηθούν δικαστικά, με βάση το ήδη ισχύον νομοθετικό καθεστώς ή την πάγια νομολογία (ΟλΣτΕ 668/2012).
Δεν περιλαμβάνονται, όμως, οι απλές προσδοκίες (ΣτΕ 720/2008), όταν, ιδίως, η ικανοποίησή τους εξαρτάται από μέλλοντα και αβέβαια γεγονότα, όπως η διατήρηση αμετάβλητων των συνθηκών, υπό τις οποίες κάποιο πρόσωπο επέτυχε να καταλάβει μια θέση εργασίας, της οποίας η διατήρηση είναι συνυφασμένη με την ύπαρξη ή την οικονομική πορεία του φορέα, στον οποίο ανήκει.
Ως εκ τούτου, η απλή προσδοκία του εργαζόμενου να διατηρηθεί στο μέλλον η σύμβαση εργασίας, δεν εμπίπτει στο πεδίο προστασίας του άρθρου 1 του ΠΠΠ της ΕΣΔΑ. Τόσο στον ιδιωτικό όσο και στο δημόσιο τομέα, η προστασία του εργαζόμενου στην περίπτωση απώλειας της θέσης εργασίας περιλαμβάνει, υπό τις εκάστοτε νόμιμες προϋποθέσεις, την καταβολή συγκεκριμένων παροχών (προεχόντως της αποζημιώσεως απολύσεως και του επιδόματος ανεργίας) προς ανακούφιση των δυσμενών, οικονομικών και ψυχολογικών συνεπειών από την απώλεια, δεν μπορεί, όμως, να φθάνει μέχρι τον αποκλεισμό του δικαιώματος του εργοδότη να λύσει τη σύμβαση εργασίας, με την επιφύλαξη, βέβαια, της απαγόρευσης της άσκησής του όταν αυτή γίνεται καταχρηστικά (ΑΚ 281).
Εξ άλλου, οι υποχρεώσεις σεβασμού και διαφυλάξεως της περιουσίας παντός προσώπου, που επιβάλλονται στα Κράτη από τη διάταξη του άρθρου 1 του ΠΠΠ της ΕΣΔΑ, δεν είναι απεριόριστες. Στο ίδιο άρθρο προβλέπονται αποκλίσεις, όπως όταν η στέρηση της ιδιοκτησίας "επέρχεται για λόγους δημόσιας ωφέλειας, υπό όρους που προβλέπονται από το νόμο και τις γενικές αρχές του διεθνούς δικαίου".
Ακόμη, η παρεχόμενη προστασία δεν θίγει το δικαίωμα παντός Κράτους "να νομοθετεί με τον τρόπο που θεωρεί αναγκαίο για τη ρύθμιση της χρήσεως αγαθών συμφώνως προς το δημόσιο συμφέρον ή για την εξασφάλιση της καταβολής φόρων ή άλλων εισφορών ή προστίμων". Επομένως, η εκ του άρθρου 1 του ΠΠΠ της ΕΣΔΑ παρεχόμενη προστασία δεν αποκλείει την ευχέρεια του εθνικού νομοθέτη να καταργεί υφιστάμενες θέσεις εργασίας στο δημόσιο τομέα και να θέτει σε διαθεσιμότητα τα πρόσωπα, που μέχρι την κατάργηση υπηρετούσαν σ' αυτές, εφ' όσον η μεν κατάργηση των οργανικών θέσεων επιβάλλεται από λόγους δημοσίου συμφέροντος και γίνεται με κριτήρια σύμφωνα προς την ορθολογική οργάνωση και την οικονομικότητα της δημόσιας διοίκησης, η δε επιλογή του προσωπικού, που τίθεται σε διαθεσιμότητα, γίνεται με κριτήρια αντικειμενικά και με τρόπο που ελαχιστοποιεί τις, άλλως αναπόφευκτες, δυσμενείς συνέπειες από τη διαθεσιμότητα καθ' εαυτή ή την ενδεχόμενη, σε περίπτωση αδυναμίας μετακίνησης σε άλλη θέση, απόλυσή του.
5. Η διαπίστωση της αναγκαιότητας ως προς την ίδρυση ή κατάργηση οργανικών θέσεων στο δημόσιο τομέα αποτελεί αντικείμενο της εκτελεστικής λειτουργίας του Κράτους και των υποκείμενων φορέων δημόσιας εξουσίας (άρθρο 26 παρ.2, 82 παρ.1, 83 παρ.1 και 101 επ. του Συντάγματος). Η αναγκαιότητα αυτή πρέπει να σταθμίζεται, όπως αναφέρθηκε, σύμφωνα με τις αρχές της ορθολογικής οργάνωσης και της οικονομικότητας της δημόσιας διοίκησης.
Η στάθμισή της, όμως, που γίνεται στο πλαίσιο μιας νόμιμης διοικητικής διαδικασίας και αποβλέπει στην εξυπηρέτηση δημόσιου σκοπού, αποτελεί πάντοτε κυβερνητική επιλογή και ευθύνη. Κατόπιν, η στάθμιση αυτή, ως πολιτική βούληση για την οργάνωση της δημόσιας διοίκησης, εκτελείται με τις αντίστοιχες κανονιστικές διατάξεις.
Η δικαστική λειτουργία του Κράτους έχει την υποχρέωση να μην εφαρμόζει νόμο, του οποίου το περιεχόμενο είναι αντίθετο προς το Σύνταγμα (άρθρο 93 παρ.4 του Συντάγματος). Ομοίως, οι δικαστικοί λειτουργοί σε καμιά περίπτωση δεν υποχρεούνται να συμμορφώνονται με διατάξεις, οι οποίες έχουν τεθεί κατά κατάλυση του Συντάγματος (άρθρο 87 παρ.2 του Συντάγματος).
Κατά τη συμμόρφωση προς τις υποχρεώσεις αυτές, όμως, τα δικαστήρια ουδόλως έχουν τη δικαιοδοσία να ελέγχουν την ορθότητα της κυβερνητικής πολιτικής [μεταξύ άλλων και] ως προς την οργάνωση της δημόσιας διοίκησης. Ένας τέτοιος έλεγχος μόνο οριακός θα μπορούσε να είναι, υπό την έννοια ότι η εφαρμογή των σχετικών, πολιτικών επιλογών και των συναφών κανονιστικών διατάξεων πρέπει να είναι πρόσφορη για την επίτευξη του επιδιωκόμενου, δημόσιου σκοπού και να μην πλήττει δυσαναλόγως σπουδαιότερα συμφέροντα των προσώπων, τα οποία αναπτύσσουν, νομίμως, τις δραστηριότητές τους, στον ίδιο χώρο και χρόνο (άρθρο 25 παρ.1 εδ.
δ' του Συντάγματος).
6. Στο άρθρο πρώτο, παράγραφος Ζ "Ρυθμίσεις Θεμάτων Αρμοδιότητας Υπουργείου Διοικητικής Μεταρρύθμισης και Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης", υποπαράγραφος Ζ.2 "Διαθεσιμότητα, Παράταση, Συνέπειες, Αποζημίωση, Παροχές ΟΑΕΔ", αριθμός 1 του ν. 4093/2012, με τον τίτλο "Έγκριση Μεσοπρόθεσμου Πλαισίου Δημοσιονομικής Στρατηγικής 2013-2016 - Επείγοντα Μέτρα Εφαρμογής του ν. 4046/2012 και του Μεσοπρόθεσμου Πλαισίου Δημοσιονομικής Στρατηγικής 2013-2016", ορίζεται ότι "Μόνιμοι πολιτικοί υπάλληλοι του Δημοσίου, ανεξάρτητων αρχών, ΝΠΔΔ και ΟΤΑ πρώτου και δεύτερου βαθμού, οι θέσεις των οποίων καταργούνται, τίθενται σε διαθεσιμότητα.
Αν καταργούνται ορισμένες μόνο θέσεις του ίδιου κλάδου, οι υπάλληλοι που τίθενται σε διαθεσιμότητα προσδιορίζονται σύμφωνα με τις κείμενες διατάξεις (άρθρο 154 παρ.2 Υπαλληλικού Κώδικα, άρθρο 158 παρ.2 Κώδικα Κατάστασης Δημοτικών και Κοινοτικών Υπαλλήλων). Οι υπάλληλοι αυτοί μπορεί κατά τη διάρκεια της διαθεσιμότητας:
α) Να μετατάσσονται εκουσίως, σύμφωνα με τις κείμενες διατάξεις (άρθρο 154 παρ.4 Υπαλληλικού Κώδικα, άρθρο 158 παρ.4 Κώδικα Κατάστασης Δημοτικών και Κοινοτικών Υπαλλήλων). β) Να μετατάσσονται υποχρεωτικά ή να μεταφέρονται με μεταβολή της υπηρεσιακής τους σχέσης σε σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου [...] για το συμφέρον και τις ανάγκες της υπηρεσίας και, ιδίως, για την καλύτερη αξιοποίηση του ανθρώπινου δυναμικού. [...].
γ) Να τοποθετούνται για την κάλυψη προσωρινών αναγκών σε οποιαδήποτε υπηρεσία του Δημοσίου, ΝΠΔΔ, ΟΤΑ ή οποιουδήποτε φορέα του δημόσιου τομέα με τη διαδικασία του άρθρου 5 του ν. 4024/2011 [...]. δ) Να υπάγονται σε ειδικά προγράμματα επαγγελματικής επανεκπαίδευσης". Περαιτέρω, στον αριθμό 2 της ίδιας υποπαραγράφου, ορίζεται ότι "Η διαθεσιμότητα της προηγούμενης περίπτωσης διαρκεί οκτώ (8) μήνες και στον υπάλληλο καταβάλλονται τα τρία τέταρτα των αποδοχών του, σύμφωνα με τις κείμενες διατάξεις.
Μέχρι την κατά οποιοδήποτε τρόπο λήξη της διαθεσιμότητας εξακολουθούν να καταβάλλονται από το φορέα προέλευσης οι ασφαλιστικές εισφορές εργοδότη και ασφαλισμένου, που αναλογούν για κύρια σύνταξη, επικουρική ασφάλιση, πρόνοια και υγειονομική περίθαλψη. [...]". Ακόμη, στον αριθμό 3 της ίδιας υποπαραγράφου, όπως αντικαταστάθηκε με την υποπαράγραφο ΣΤ.12 της παραγράφου ΣΤ του άρθρου πρώτου του ν. 4152/2013, ορίζεται ότι "Οι ρυθμίσεις των περιπτώσεων 1 και 2 εφαρμόζονται αναλόγως στους υπαλλήλους με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου του Δημοσίου, ανεξάρτητων αρχών, ΝΠΔΔ και ΟΤΑ πρώτου και δεύτερου βαθμού, οι θέσεις των οποίων καταργούνται (για τους οποίους, μέχρι τότε και σύμφωνα με τις ρυθμίσεις του άρθρου 52 παρ.1 εδ.
α' του π.δ. 410/1988, η κατάργηση της θέσης συνεπαγόταν και την αυτοδίκαιη λύση της σύμβασης εργασίας). Και τέλος, στον αριθμό 4 της ίδιας υποπαραγράφου, ορίζεται ότι "Η υπηρεσιακή σχέση των μόνιμων υπαλλήλων που βρίσκονται σε καθεστώς διαθεσιμότητας, καθώς και η σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου των υπαλλήλων της περίπτωσης 3, εφ' όσον δεν μεταταχθούν ή μεταφερθούν, λύεται με τη λήξη του καθεστώτος της διαθεσιμότητας", οπότε και καταβάλλεται η αποζημίωση του άρθρου 55 παρ.1 του π.δ. 410/1988, ειδικά και μόνο ως αποζημίωση απόλυσης λόγω κατάργησης θέσης, σύμφωνα με τα οριζόμενα, ειδικότερα, στα επόμενα εδάφια του ίδιου αριθμού και υποπαραγράφου, όπως προστέθηκαν με το άρθρο πρώτο υποπαράγραφος Θ.1 περ.2 του ν. 4254/2014 (δικαιούνται, επίσης, το επίδομα ανεργίας και τις λοιπές παροχές που χορηγούνται από τον ΟΑΕΔ, ακόμη και αν δεν είχαν υπαχθεί στην ασφάλιση ανεργίας του εν λόγω Οργανισμού).
Με τις διατάξεις αυτές αναπροσαρμόζεται ο θεσμός της διαθεσιμότητας των εργαζομένων, η οποία για τους μονίμους δημοσίους υπαλλήλους προβλεπόταν ήδη από τις διατάξεις των άρθρων 101 και 102 του ν. 3528/ 2007 (Κώδικας Κατάστασης Δημοσίων Πολιτικών Διοικητικών Υπαλλήλων κλπ), συνδεόμενη με την κατάργηση οργανικής θέσης, ενώ για τους υπαλλήλους του ιδιωτικού τομέα είχε ρυθμισθεί από τις διατάξεις του άρθρου 10 παρ.1 έως 3 του ν. 3198/1955, όπως στη συνέχεια τροποποιήθηκε και συμπληρώθηκε, ως ευχέρεια του εργοδότη για μονομερή, προσωρινή αναστολή της σύμβασης εργασίας με καταβολή του ημίσεως των τακτικών αποδοχών.
Η νέα ρύθμιση καταλαμβάνει με ενιαίο τρόπο όλο το προσωπικό του δημόσιου τομέα [εκτός από αυτό των ΝΠΙΔ, για το οποίο και μόνο προβλέπεται καταγγελία της συμβάσεως εργασίας], ανεξάρτητα προς το αν αυτό υπηρετεί με σχέση δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου.
7. Με τις διατάξεις του άρθρου 90 του ν. 4172/2013, με την παρ.1α εδ. α' του οποίου, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 29 του ν. 4210/2013 και προς διευκόλυνση της εφαρμογής διαδικασίας διαθεσιμότητας και κινητικότητας του προσωπικού στο δημόσιο τομέα, ορίσθηκε ότι "Επιτρέπεται να καταργούνται θέσεις ανά κατηγορία, κλάδο ή και ειδικότητα σε Υπουργεία, αυτοτελείς δημόσιες υπηρεσίες, αποκεντρωμένες διοικήσεις, οργανισμούς τοπικής αυτοδιοίκησης πρώτου και δεύτερου βαθμού και λοιπά νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου με απόφαση του Υπουργού Διοικητικής Μεταρρύθμισης και Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης και του οικείου Υπουργού, σε υλοποίηση των σχετικών αποφάσεων του Κυβερνητικού Συμβουλίου Μεταρρύθμισης, μετά από τεκμηρίωση που στηρίζεται σε εκθέσεις αξιολόγησης δομών και σχέδια στελέχωσης".
Στη συνέχεια των διατάξεων του ίδιου άρθρου, για τις περιπτώσεις, κατά τις οποίες δεν καταργείται το σύνολο των οργανικών θέσεων ενός κλάδου ή μιας ειδικότητας, προβλέφθηκαν αντικειμενικά κριτήρια και διαδικασία, προκειμένου να γίνει η επιλογή των υπαλλήλων, οι οποίοι τίθενται σε διαθεσιμότητα (άρθρο 90 παρ.2 του ν. 4172/2013).
Για τις περιπτώσεις συνολικής κατάργησης των οργανικών θέσεων ενός κλάδου ή μιας ειδικότητας, οπότε δεν τίθεται ζήτημα επιλογής, διότι δεν υφίστανται παραμένοντες υπάλληλοι, προβλέφθηκε, κατ' εξαίρεση, ότι μια σειρά από πρόσωπα υπέρ των οποίων συντρέχουν ιδιαίτεροι, κοινωνικοί λόγοι προστασίας (όπως ανάπηροι, σύζυγοι ή γονείς αναπήρων, γονείς που ασκούν αποκλειστικά τη γονική μέριμνα ανηλίκων τέκνων, δικαστικοί συμπαραστάτες κλπ, σε συνδυασμό με εισοδηματικά κριτήρια, βλ.
λεπτομερώς παρ.2 στοιχείο Δ' του άρθρου 90 του ν. 4172/2013), μετατάσσονται ή μεταφέρονται αυτοδικαίως, από την ημερομηνία ισχύος των αποφάσεων κατάργησης των θέσεων, σε κενές ή συνιστώμενες με την απόφαση μετάταξης ή μεταφοράς του αρμόδιου κατά περίπτωση οργάνου διοίκησης προσωποπαγείς θέσεις, αντίστοιχες κατά κλάδο ή ειδικότητα με το βασικό τίτλο σπουδών που κατέχουν, της ίδιας ή ανώτερης κατηγορίας, στο φορέα προέλευσης ή σε τυχόν διάδοχο φορέα (άρθρο 90 παρ.1α εδάφιο β' του ν. 4172/2013).
Τέλος, το άρθρο 80 παρ.1 του ν. 4172/ 2013 ορίζει ότι "Από την έναρξη της ισχύος του παρόντος νόμου καταργούνται στους δήμους οι θέσεις της ειδικότητας σχολικών φυλάκων ανεξαρτήτως κατηγορίας εκπαίδευσης με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου. Οι υπάλληλοι, των οποίων οι θέσεις καταργούνται και εφόσον κατείχαν τις θέσεις αυτές την 9η Ιουλίου 2013, τίθενται σε διαθεσιμότητα σύμφωνα με την υποπαράγραφο Ζ.2 του ν. 4093/2012, όπως ισχύει".
Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται ότι η συρρίκνωση του δημόσιου τομέα με την κατάργηση οργανικών θέσεων και η εφαρμογή του θεσμού της διαθεσιμότητας σε συνδυασμό με την κινητικότητα των υπαλλήλων, των οποίων οι θέσεις καταργούνται, καθορίσθηκε να γίνει με κριτήρια ορθολογικά και οικονομικά, σύμφωνα αφ' ενός με τις πραγματικές ανάγκες των δημοσίων υπηρεσιών προκειμένου να συνεχίσουν να εκπληρώνουν της αποστολή τους με τον καλύτερο και, συγχρόνως φθηνότερο τρόπο και αφ' ετέρου με την όσο το δυνατόν μικρότερη βλάβη των εργαζομένων, των οποίων οι οργανικές θέσεις καταργούνται (βλ.
και την αιτιολογική έκθεση του ν. 4172/2013, υπό το άρθρο 90).
8. Κατά το άρθρο 2 ΚΠολΔ, τα πολιτικά δικαστήρια απαγορεύεται να επεμβαίνουν σε διοικητικές διαφορές ή υποθέσεις που υπάγονται σε διοικητικά δικαστήρια ή αρχές. Σύμφωνα με το άρθρο 1 παρ.1 του ν. 1406/1983, στη δικαιοδοσία των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων υπάγονται όλες οι διοικητικές διαφορές ουσίας, που δεν έχουν υπαχθεί μέχρι σήμερα.
Ενδεικτικά, κατά το άρθρο 1 παρ.2 περ. θ' του ίδιου νόμου, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 29 παρ.3 του ν. 2721/1999, στις διαφορές αυτές περιλαμβάνονται και αυτές που αναφύονται κατά την εφαρμογή της νομοθεσίας που αφορά, εκτός των άλλων, στις κάθε είδους αποδοχές (δεδουλευμένες ή μη) του προσωπικού εν γένει του Δημοσίου, των ΟΤΑ πρώτου και δεύτερου βαθμού και των ΝΠΔΔ, οι οποίες ρυθμίζονται από διατάξεις κανονιστικού περιεχομένου.
Ως "αποδοχές", για την εφαρμογή της διάταξης αυτής, νοούνται οι αποδοχές του προσωπικού που συνδέεται με το Δημόσιο, τους ΟΤΑ ή τα ΝΠΔΔ με σχέση δημόσιου δικαίου. Απ' αυτό έπεται, κατ' αντιδιαστολή, ότι οι διαφορές που αφορούν στις αποδοχές των μισθωτών που συνδέονται με το Δημόσιο με σύμβαση ιδιωτικού δικαίου υπάγονται στη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων (ΑΕΔ 11/1992, ΑΠ 1255/2013).
Και περαιτέρω, για την ταυτότητα του νομικού λόγου, διαφορές, που αναφύονται κατά τη σύσταση, αλλοίωση, εξέλιξη ή την εν γένει λειτουργία μιας σχέσης ή σύμβασης εργασίας ιδιωτικού δικαίου με αντισυμβαλλόμενο το Δημόσιο, τους ΟΤΑ ή τα ΝΠΔΔ, συνιστούν διαφορές ιδιωτικού δικαίου και υπάγονται στη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων (ΑΕΔ 3/2004, ΣτΕ 3071/2013, ΑΠ 873/2002).
Παρά ταύτα, για την κατάφαση της δικαιοδοσίας των πολιτικών δικαστηρίων καθοριστική σημασία έχει το ακριβές αντικείμενο της δικαστικής διάγνωσης, όπως αυτό, ανεξάρτητα από τη λεκτική περιγραφή του, οριοθετείται από το ιστορικό του εισαγωγικού δικογράφου παροχής δικαστικής προστασίας και αξιολογείται υπαγωγικά από το δικαστήριο της ουσίας.
Η εν λόγω αξιολόγηση (η ορθή εκτίμηση του δικογράφου) αποτελεί υπαγωγική κρίση που υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο. Κατά συνέπεια, εάν, αληθώς, αντικείμενο της δικαστικής διάγνωσης δεν είναι η λειτουργία μιας σχέσης εργασίας ιδιωτικού δικαίου με το Δημόσιο, τους ΟΤΑ ή τα ΝΠΔΔ, αλλά το κύρος μιας εκτελεστής διοικητικής πράξης, η οποία εκδόθηκε, κυριαρχικά, στο πλαίσιο μιας διοικητικής διαδικασίας που προβλέπεται στο νόμο και αποσκοπεί στην εξυπηρέτηση δημόσιου σκοπού και η οποία, παρεμπιπτόντως, επηρεάζει τη λειτουργία της εν λόγω σχέσης εργασίας, δημιουργείται ακυρωτική διοικητική διαφορά, υπαγόμενη στη δικαιοδοσία των διοικητικών δικαστηρίων (πρβλ.
ΟλΣτΕ 745/1995, 3707/1987, 2509/1987, 801/1978, 1505/1974, 1157/1963, ως προς τη διάπλαση και εφαρμογή των κριτηρίων της κυριαρχικής δράσης των οργάνων του Κράτους, της ενέργειας στο πλαίσιο ειδικής διοικητικής διαδικασίας και της επιδίωξης δημόσιου σκοπού, προκειμένου να οριοθετηθεί η δικαιοδοσία μεταξύ πολιτικών και διοικητικών δικαστηρίων, σε περιπτώσεις όπου συνέρεαν αξιώσεις ιδιωτικού δικαίου).
9. Στην προκείμενη περίπτωση, με την από 18-10-2013 (ΕΓ 146/ 22-10-2013) πρώτη αγωγή ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ροδόπης, οι αρχικώς 20 ενάγοντες και ήδη 19 αναιρεσείοντες (η εκ των εναγόντων ... δεν άσκησε ούτε έφεση ούτε αίτηση αναιρέσεως) εκθέτουν ότι από το έτος 2001 μέχρι το έτος 2006 απασχολούνταν ως σχολικοί φύλακες στα αντιστοίχως αναφερόμενα σχολικά συγκροτήματα του εναγόμενου και ήδη αναιρεσίβλητου Δήμου Κομοτηνής, δυνάμει διαρκώς ανανεούμενων συμφωνητικών που επιγράφονταν ως "συμφωνητικά συνεργασίας για την απόκτηση εργασιακής εμπειρίας", αλλά υπέκρυπταν σχέση εξαρτημένης εργασίας.
Ότι, ακολούθως, κατά το έτος 2006 κατατάχθηκαν με τη διαδικασία του άρθρου 11 του π.δ. 164/ 2004, σε προσωποπαγείς οργανικές θέσεις κατηγορίας ΔΕ και ειδικότητας σχολικών φυλάκων της υπηρεσίας του εναγομένου, με συμβάσεις εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου (ΙΔΑΧ). Ότι με τις διατάξεις του άρθρου 80 του ν. 4172/2013 καταργήθηκαν στους δήμους οι θέσεις της ειδικότητας σχολικών φυλάκων και, με τις από 30-7-2013 ατομικές πράξεις του αρμοδίου οργάνου του εναγομένου, οι ενάγοντες τέθηκαν σε οκτάμηνη διαθεσιμότητα λόγω κατάργησης της θέσης τους, με καταβολή του 75% των αποδοχών τους.
Ότι η διαθεσιμότητα αυτή παραβιάζει το Σύνταγμα και την ΕΣΔΑ. Με βάση το ιστορικό αυτό, οι ενάγοντες ζητούν να αναγνωρισθεί ότι ακύρως έχουν τεθεί σε διαθεσιμότητα και να υποχρεωθεί ο εναγόμενος να αποδέχεται τις νομίμως και προσηκόντως προσφερόμενες υπηρεσίες τους στις ίδιες θέσεις, με τις ίδιες αποδοχές και γενικότερα με τους όρους που ίσχυαν πριν τη διαθεσιμότητα.
Επίσης, να καταβάλει στον καθένα από αυτούς το αντιστοίχως αναφερόμενο ποσό για διαφορά του 25% των αποδοχών που παρακρατήθηκε ως και ποσό 3.000 ευρώ για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης.
10. Επί της ως άνω πρώτης αγωγής, το Μονομελές Εφετείο Θράκης με την προσβαλλόμενη 134/2017 απόφαση έκρινε ότι, παρά το γεγονός ότι μεταξύ των διαδίκων υφίστατο σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου, η αγωγή είναι απαράδεκτη για έλλειψη δικαιοδοσίας των πολιτικών δικαστηρίων ως προς το προέχον αίτημά της, ήτοι την αναγνώριση της ακυρότητας των διαπιστωτικών πράξεων του αρμοδίου οργάνου του εναγομένου Δήμου Κομοτηνής με τις οποίες ένας έκαστος των εναγόντων είχε τεθεί σε καθεστώς οκτάμηνης διαθεσιμότητας λόγω κατάργησης της οργανικής θέσης, στην οποία υπηρετούσε.
Κατόπιν αυτού και με δεδομένο το ότι μετά το απαράδεκτο της αμφισβήτησης του κύρους του καθεστώτος διαθεσιμότητας τα υπόλοιπα αιτήματα της πρώτης αγωγής έχαναν το νομικό τους έρεισμα, το εφετείο εξαφάνισε την τότε εκκαλούμενη απόφαση του πρωτοδικείου και απέρριψε την πρώτη αγωγή στο σύνολό της. Με την κρίση αυτή, το εφετείο ουδόλως παραβίασε τις διατάξεις που αναφέρονται στις προηγούμενες σκέψεις ούτε εκείνες των άρθρων 94 και 95 του Συντάγματος ή 1 παρ.1 περ.
γ' του ν. 702/1977, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 49 παρ.1 του ν. 3659/2008, διότι ενώπιον αυτού είχε τεθεί, αληθώς, ζήτημα κύρους ατομικών διοικητικών πράξεων περί του οποίου η κρίση υπάγεται στη δικαιοδοσία των διοικητικών δικαστηρίων, με συνέπεια αυτό να μην έχει, πράγματι, τη δικαιοδοσία να ερευνήσει ούτε το κύρος των εν λόγω διοικητικών πράξεων ούτε την ορθότητα της πολιτικής βούλησης με την οποία είχε νομοθετηθεί η κατάργηση των οργανικών θέσεων των εναγόντων (βλ.
παραπάνω, αρ.5. Επομένως, ο πρώτος από τους λόγους της αιτήσεως, καθώς και ο δεύτερος από αυτούς ως προς το 1ο μέρος του, με τους οποίους οι αναιρεσείοντες υποστηρίζουν το αντίθετο και αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση τις αναιρετικές πλημμέλειες του άρθρου 559 αρ.1 και αρ.14 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμοι.
11. Σύμφωνα με το άρθρο 669 παρ.2 ΑΚ και το εν γένει σύστημα του ισχύοντος αστικού δικαίου, η καταγγελία είναι μονομερής, απευθυντέα και αναιτιώδης δικαιοπραξία, με την οποία εκδηλώνεται από το ένα μέρος των συνδεόμενων με μια σύμβαση αόριστης διάρκειας προς το έτερο η βούληση να παύσει να ισχύει ο μεταξύ τους ενοχικός δεσμός για το μέλλον.
Η καταγγελία ολοκληρώνεται με την περιέλευσή της σ' εκείνον, στον οποίο απευθύνεται και για να επιφέρει τα επιδιωκόμενα αποτελέσματα, αρκεί να συνάγεται από το περιεχόμενό της, χωρίς αμφιβολία, η βούληση του καταγγέλλοντος περί του ότι από συγκεκριμένο χρονικό σημείο και μετέπειτα θεωρεί μη υφιστάμενο τον μέχρι τότε ισχύοντα συμβατικό δεσμό.
Πανηγυρικές εκφράσεις δεν απαιτούνται (ΑΠ 2110/2013). Περαιτέρω, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 52 παρ.1, 53 παρ.1 και 55 παρ.1 του π.δ. 410/1988, που κωδικοποίησε τη νομοθεσία για το προσωπικό που υπηρετεί με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου στο Δημόσιο, τους ΟΤΑ και τα λοιπά ΝΠΔΔ, η απόλυση λόγω κατάργησης οργανικής θέσης αντιδιαστέλλεται προς την καταγγελία της σύμβασης εργασίας εκ μέρους της υπηρεσίας, ως αιτία λύσεως του νομικού δεσμού που υφίσταται ανάμεσα στον εργοδότη και τον εργαζόμενο.
Στην πρώτη περίπτωση, η σύμβαση εργασίας λύεται αυτοδικαίως με την κατάργηση της θέσης του απασχολούμενου. Ο απολυμένος τίθεται εκτός υπηρεσίας και διατηρεί, απλά, το δικαίωμα να προτιμηθεί, ώστε να καταλάβει την ίδια θέση, εάν αυτή συσταθεί και πάλι, μέσα σε ένα έτος από την απόλυσή του. Στη δεύτερη περίπτωση, η σύμβαση εργασίας λύεται οποτεδήποτε, με καταγγελία από την υπηρεσία, αλλά μόνο για σπουδαίο λόγο (ακολουθεί, στο άρθρο 53 παρ.1 του π.δ. 410/1988, ενδεικτική απαρίθμηση περιστάσεων, οι οποίες συνιστούν σπουδαίο λόγο).
Η καταγγελία γίνεται με απόφαση του οργάνου, που είναι αρμόδιο για την πρόσληψη, ύστερα από αιτιολογημένη, σύμφωνη γνώμη του οικείου υπηρεσιακού συμβουλίου. Η λύση της σύμβασης εργασίας επέρχεται από την ανακοίνωση της απόφασης στον απασχολούμενο. Τόσο στην περίπτωση της απόλυσης λόγω κατάργησης οργανικής θέσης όσο και σ' αυτήν της καταγγελίας για σπουδαίο λόγο, ο εργαζόμενος δικαιούται την αποζημίωση, που προσδιορίζεται σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο 55 παρ.1 του π.δ. 410/1988.
Από τις διατάξεις αυτές, σε συνδυασμό με εκείνες της υποπαραγράφου Ζ.2 του άρθρου πρώτου του ν. 4093/2012 και του άρθρου 90 του ν. 4172/2013, συνάγεται ότι στην περίπτωση της κατάργησης οργανικών θέσεων, με παράλληλη περιαγωγή σε διαθεσιμότητα των υπαλλήλων, που τις κατείχαν, δεν πρόκειται για καταγγελία της συμβάσεως εργασίας, αλλά για αυτοδίκαιη απόλυση υπό αναβλητική αίρεση (ΑΚ 201), εξαρτώμενη από τη μη ευδοκίμηση της προσπάθειας της υπηρεσίας να μετατάξει ή μεταφέρει τους συγκεκριμένους υπαλλήλους σε οργανικές θέσεις κάποιου άλλου φορέα του δημόσιου τομέα.
Η εν λόγω εξέλιξη είναι ευμενέστερη για τους εργαζόμενους, σε σύγκριση με το προϋφιστάμενο νομικό καθεστώς, υπό το οποίο η κατάργηση οργανικής θέσεως είχε ως αυτοδίκαιη συνέπεια την άμεση απόλυση του υπαλλήλου.
12. Περαιτέρω, με το άρθρο 41 του ν. 4262/2014, οι διατάξεις της υποπερίπτωσης 4.α.i. της περίπτωσης 2 της υποπαραγράφου Θ.1 της παραγράφου Θ' του άρθρου πρώτου του ν. 4254/2014 αντικαταστάθηκαν, από τότε που ίσχυσαν, ως εξής: "4.α.i. Στους μόνιμους και στους με σχέση εργασίας ιδιωτικού δίκαιου αορίστου χρόνου υπαλλήλους του Δημοσίου, των ΝΠΔΔ και των ΟΤΑ, οι οποίοι τίθενται σε καθεστώς διαθεσιμότητας σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος νόμου και του ν. 4172/2013 και, στη συνέχεια, λύεται η εργασιακή τους σχέση λόγω κατάργησης της θέσης τους, το Ελληνικό Δημόσιο καταβάλλει αποζημίωση απόλυσης ειδικά και μόνο λόγω κατάργησης θέσης.
Για τον υπολογισμό, του ποσού αποζημίωσης, ως βάση λαμβάνεται ο βασικός μισθός του υπαλλήλου κατά την ημερομηνία που τέθηκε σε διαθεσιμότητα και ως χρόνος υπηρεσίας υπολογίζεται όλος ο χρόνος που ελήφθη υπόψη για την κατάταξη του υπαλλήλου, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 28 του ν. 4024/2011, καθώς και ο χρόνος που μεσολάβησε μέχρι τη θέση του υπαλλήλου σε καθεστώς διαθεσιμότητας.
Κατά τα λοιπά, η αποζημίωση υπολογίζεται σύμφωνα με τα οριζόμενα στην παρ.1 του άρθρου 55 του π.δ. 410/1988, όπως ισχύει. Στο ανωτέρω προσωπικό, εφόσον έχει συμπληρώσει τις προϋποθέσεις για λήψη σύνταξης, καταβάλλεται στο μεν επικουρικά ασφαλισμένο το 40%, στο δε μη επικουρικά ασφαλισμένο το 50% της ως άνω προβλεπόμενης αποζημίωσης.
Οι αποδοχές διαθεσιμότητας, που έλαβαν οι εν λόγω υπάλληλοι, συμψηφίζονται με την ως άνω αποζημίωση απόλυσης. Η ανωτέρω αποζημίωση, μετά και τον προβλεπόμενο ως άνω συμψηφισμό, σε καμία περίπτωση δεν μπορεί να υπερβαίνει το ποσό των 15.000 ευρώ. Υπάλληλοι που λαμβάνουν την αποζημίωση του παρόντος άρθρου δεν δικαιούνται ταυτόχρονα καμία άλλη αποζημίωση για την ίδια αιτία.
Η αποζημίωση της παρούσας υποπαραγράφου φορολογείται όπως κάθε άλλη αποζημίωση διακοπής σχέσεως εργασίας, σύμφωνα με την παρ.3 του άρθρου 15 του ν. 4172/2013, όπως εκάστοτε ισχύει. Με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Διοικητικής Μεταρρύθμισης και Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης καθορίζονται ο υπόχρεος για την καταβολή, ο τρόπος καταβολής, η διαδικασία, καθώς και κάθε αναγκαία λεπτομέρεια για την εφαρμογή της παρούσας.
Στις ανωτέρω ρυθμίσεις υπάγονται και οι υπάλληλοι των οποίων η εργασιακή σχέση λύθηκε κατ' εφαρμογή των ως άνω διατάξεων, για τους οποίους η σχετική πράξη εκδόθηκε πριν την έναρξη ισχύος της παρούσας διάταξης".
13. Πριν από τη συζήτηση της ως άνω πρώτης αγωγής, οι 14 από τους εκεί ενάγοντες και ήδη αναιρεσείοντες (ήτοι, εκτός από τους Ν. Γ., Ε. Κ., Μ. Θ., Ο. Μ. και Δ. Τ.) άσκησαν την από 17-6-2014 (ΕΓ 239/19-6-2014), δεύτερη αγωγή κατά του εναγόμενου και ήδη αναιρεσίβλητου Δήμου Κομοτηνής. Με αυτήν, αναφερόμενοι στο ίδιο ιστορικό, εκθέτουν ότι, αφού παρήλθε το οκτάμηνο της διαθεσιμότητάς τους χωρίς να μεταταγούν ή μεταφερθούν σε άλλες θέσεις, αποφασίστηκε με αντίστοιχες αποφάσεις του αρμοδίου οργάνου του εναγομένου η λύση της υπαλληλικής σχέσεως εκάστου, χωρίς να καταβληθεί κανένα ποσό ούτε για αποζημίωση απόλυσης, ούτε για αποζημίωση μη ληφθείσας άδειας των ετών 2013 (με προσαύξηση 25%) και 2014.
Ότι η κατάργηση των θέσεών τους δυνάμει του άρθρου 80 του ν. 4172/2013 ήταν αντισυνταγματική και ως εκ τούτου τα μέτρα που ελήφθησαν συνεπεία αυτής (διαθεσιμότητα - απόλυση) ήταν μη νόμιμα και δεν επέφεραν έννομα αποτελέσματα. Με βάση το ιστορικό αυτό, ζητούν (έχοντας παραιτηθεί από το όμοιο αίτημα της προηγούμενης από 18-10-2013 αγωγής, προκειμένου αυτό να κριθεί στο πλαίσιο της δεύτερης αγωγής που είχε ως βάση την απόλυσή τους) να αναγνωρισθεί η ακυρότητα της απόλυσης από τον εναγόμενο και να υποχρεωθεί αυτός να αποδέχεται τις νομίμως και προσηκόντως προσφερόμενες υπηρεσίες τους στις ίδιες θέσεις, με τις ίδιες αποδοχές και γενικότερα με τους όρους που ίσχυαν πριν την απόλυσή τους, με την απειλή χρηματικής ποινής 300 ευρώ υπέρ εκάστου ενάγοντος και για κάθε ημέρα άρνησης συμμόρφωσης προς την απόφαση που θα εκδοθεί και, επίσης, να καταδικασθεί να καταβάλει στον καθένα τα αντιστοίχως αναφερόμενα ποσά για μισθούς υπερημερίας και αποζημίωση για μη ληφθείσα άδεια των ετών 2013 (με προσαύξηση 25%) και 2014.
Σύμφωνα, τέλος, με την επικουρική βάση της δεύτερης αγωγής, αν κρινόταν ότι οι απολύσεις τους είναι νόμιμες, να υποχρεωθεί ο εναγόμενος να τους καταβάλει εντόκως τα εκεί αναφερόμενα ποσά ως αποζημίωση απόλυσης και αποζημίωση μη ληφθείσας άδειας των ετών 2013 και 2014.
14. Δικάζοντας και την εν λόγω αγωγή ταυτόχρονα με την πρώτη, το Μονομελές Εφετείο Θράκης με την προσβαλλόμενη 134/2017 απόφαση έκρινε ότι η δεύτερη αγωγή, ως προς το προέχον αίτημα της κύριας βάσης αυτής, ήτοι την αναγνώριση της ακυρότητας της λύσης της υφιστάμενης μεταξύ του εναγομένου και των εναγόντων σχέσεως εργασίας ιδιωτικού δικαίου, είναι μη νόμιμη, διότι πρόκειται για λύση η οποία δεν επήλθε λόγω καταγγελίας της συμβάσεως (οπότε, θα μπορούσε να τεθεί ζήτημα κύρους αυτής για έλλειψη των νομίμων προϋποθέσεων της καταγγελίας), αλλά λόγω καταργήσεως της οργανικής θέσεως στην οποία υπηρετούσε ο κάθε εργαζόμενος (οπότε, η απόλυση επέρχεται αυτοδικαίως, με τις προαναφερθείσες νόμιμες διασφαλίσεις, αλλά μη δυναμένη να αμφισβητηθεί, βλ.
παραπάνω, αρ.11 και 12). Μετά δε την κρίση περί του ότι η κατάργηση των θέσεων εργασίας αφορούσε στο σύνολο των σχολικών φυλάκων των ανά την επικράτεια δήμων και η συνεπεία αυτής λύση των σχέσεων εργασίας είχε επέλθει νομίμως, στο πλαίσιο των αρχών της ορθολογικής οργάνωσης και της οικονομικότητας της δημόσιας διοίκησης, των οποίων την ορθότητα εφαρμογής το δικαστήριο δεν είχε την εξουσία να ελέγξει, τα υπόλοιπα αιτήματα της κύριας βάσης της δεύτερης αγωγής έχαναν, επίσης, το νομικό τους έρεισμα.
Γι' αυτό και το εφετείο, μετ' εξαφάνιση της τότε εκκαλουμένης αποφάσεως του πρωτοδικείου, απέρριψε την κύρια βάση της δεύτερης αγωγής. Με την κρίση αυτή το εφετείο ορθώς ερμήνευσε τις διατάξεις που προαναφέρθηκαν και προσηκόντως υπήγαγε σ' αυτές το ιστορικό που είχε τεθεί ενώπιόν του. Επομένως, ο δεύτερος από τους λόγους της αιτήσεως ως προς τα υπόλοιπα μέρη αυτού, με τον οποίο οι αναιρεσείοντες υποστηρίζουν το αντίθετο και αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ.1 ΚΠολΔ (για πλημμέλεια από τον αρ.19 γίνεται λόγος απαράδεκτα, αφού το εφετείο δεν ερεύνησε την ουσία της υποθέσεως), είναι αβάσιμος.
15. Ακόμη, δικάζοντας την επικουρική βάση της δεύτερης αγωγής, το Μονομελές Εφετείο Θράκης έκρινε ότι το αίτημα για επιδίκαση της κατά νόμον οφειλόμενης αποζημίωσης λόγω λύσεως της σχέσεως εργασίας είναι μη νόμιμο, διότι η αποζημίωση αυτή έχει συμψηφισθεί με τις μειωμένες αποδοχές, τις οποίες ο καθένας από τους ενάγοντες λάμβανε κατά τη διάρκεια της διαθεσιμότητας. Η αιτιολογία αυτή, όμως, προσήκει στην περίπτωση της κατ' ουσίαν απόρριψης του αιτήματος και αντιφάσκει προς την κρίση περί του ότι το αίτημα είναι μη νόμιμο. Αλλά και πέραν αυτού, για να καταλήξει το εφετείο στην ως άνω κρίση παρέλειψε να διαλάβει παραδοχές ως προς το ύψος αφ' ενός του ποσού, το οποίο καθένας από τους ενάγοντες, σύμφωνα με την προϋπηρεσία του και τον καταβαλλόμενο βασικό μισθό (βλ. παραπάνω, αρ. 12), θα μπορούσε να λάβει ως αποζημίωση για την αιτία αυτή και αφ' ετέρου του ποσού που είχε λάβει συνολικώς κατά τη διάρκεια της διαθεσιμότητας, προκειμένου να διαγνωσθεί εάν υφίσταται ή όχι διαφορά υπέρ αυτού. Επομένως, ο τρίτος από τους λόγους της αιτήσεως, με τον οποίο επισημαίνεται η έλλειψη αυτή και προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ.19 ΚΠολΔ, είναι βάσιμος.
16. Σύμφωνα με τη διατύπωση του άρθρου 20 παρ.1 εδ. δ' του π.δ. 410/1988, το οποίο συνιστά κωδικοποίηση της νομοθεσίας που διέπει την κατάσταση του προσωπικού του Δημοσίου, των ΟΤΑ και των ΝΠΔΔ με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου, "Ο μισθωτός δικαιούται αποζημίωση, αν δεν του χορηγηθεί για οποιοδήποτε λόγο η κανονική άδεια που δικαιούται για κάθε έτος, σύμφωνα με τις κείμενες διατάξεις.
Ο εργοδότης καταβάλλει στο μισθωτό ως αποζημίωση τις αντίστοιχες αποδοχές των ημερών άδειας που δεν χορηγήθηκαν, προσαυξημένες κατά 25%". Η διατύπωση αυτή είναι σαφώς διαφορετική από εκείνη του άρθρου 5 παρ.1 εδάφιο β' του α.ν. 539/1945, η οποία προστέθηκε με το άρθρο 3 του ν.δ. 3755/1957 και σύμφωνα με την οποία επί των εργαζομένων στον ιδιωτικό τομέα "εργοδότης αρνούμενος την χορήγησιν εις μισθωτόν αυτού της νομίμου κατ' έτος αδείας, υποχρεούται όπως άμα τη λήξει του έτους, καθ' ο δικαιούται αδείας ο μισθωτός, [...] καταβάλη εις αυτόν τας αντιστοίχους αποδοχάς των ημερών αδείας, ηυξημένας κατά 100%".
Στη δεύτερη περίπτωση, η προσαύξηση των αποδοχών αδείας, τις οποίες ούτως ή άλλως πρέπει να λάβει ο μισθωτός εφ' όσον διατηρεί δικαίωμα αδείας, προϋποθέτει άρνηση του εργοδότη να χορηγήσει αυτούσια την άδεια. Και η άρνηση αυτή, εφ' όσον έχει προηγηθεί σχετικό αίτημα του εργαζόμενου, συνιστά πταίσμα, το οποίο, πράγματι, έχει το δικονομικό βάρος να επικαλεσθεί ο εργαζόμενος που ζητεί την προσαύξηση.
Στην πρώτη περίπτωση, όμως, η αξίωση αποζημίωσης γεννάται ως αυτόθροη συνέπεια του πραγματικού γεγονότος ότι η άδεια δεν χορηγήθηκε "για οποιοδήποτε λόγο" και το ύψος αυτής προσδιορίζεται από τις αποδοχές που αντιστοιχούν στις δικαιούμενες ημέρες άδειας προσαυξημένες κατά 25%, χωρίς το δικαίωμα επί των αποδοχών και η επ' αυτών προσαύξηση να συνδέεται με το αν ο εργαζόμενος ζήτησε αυτούσια την άδεια και ο εργοδότης αρνήθηκε υπαιτίως να τη χορηγήσει.
Οπότε και δεν δημιουργείται αντίστοιχο βάρος επίκλησης για τον ενάγοντα (άλλως, ΑΠ 1074/2010). Στην προκείμενη περίπτωση, οι ενάγοντες της από 17-6-2014 αγωγής, πλην άλλων, ζήτησαν να υποχρεωθεί το εναγόμενο να τους καταβάλει τα εκεί αναφερόμενα χρηματικά ποσά για αποζημίωση μη ληφθείσας άδειας κατά τα έτη 2013 (με προσαύξηση 25%) και 2014.
Το εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφαση δέχτηκε ότι το εν λόγω κεφάλαιο της αγωγής τυγχάνει απορριπτέο ως αόριστο, καθόσον στο δικόγραφο αυτής ουδεμία γίνεται αναφορά σε υπαιτιότητα του εναγομένου, την οποία το δικαστήριο της ουσίας θεώρησε ως απαραίτητη προϋπόθεση για τη νομική του βασιμότητα. Με την κρίση αυτή, όμως, το εφετείο ερμήνευσε εσφαλμένα την ως άνω διάταξη του άρθρου 20 παρ.1 εδ.
δ' του π.δ. 410/1988, απαιτώντας για την εφαρμογή της μη προβλεπόμενη προϋπόθεση. Επομένως, ο τέταρτος λόγος της αιτήσεως, με τον οποίο επισημαίνεται το σφάλμα αυτό και προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ.1 ΚΠολΔ, είναι βάσιμος.
17. Σύμφωνα με τις σκέψεις αυτές, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση στην έκταση των αναιρετικών λόγων που ευδοκίμησαν και, συγκεκριμένα, μόνο ως προς τα επικουρικά αιτήματα της δεύτερης αγωγής (τα οποία δεν αφορούν στους αναιρεσείοντες που αναφέρονται στη σκέψη αρ.13 της παρούσας), ήτοι α) ως προς τις ουσιαστικές προϋποθέσεις για την επιδίκαση αποζημίωσης λόγω λύσεως της σχέσεως εργασίας και το τυχόν ύψος αυτής και β) ως προς το ποσό της αποζημίωσης με προσαύξηση 25% για την μη λήψη αδείας κατά το έτος 2013, εντός του οποίου εργάσθηκαν οι ενάγοντες μέχρι 30-7-2013 (ημέρα έκδοσης των διαπιστωτικών πράξεων έναρξης της διαθεσιμότητας) και με την προϋπόθεση ότι δεν είχαν λάβει αυτούσια άδεια αναψυχής μέχρι την εν λόγω ημερομηνία ή και κατά το επόμενο έτος 2014, εντός του οποίου απολύθηκαν οριστικά και (πάλι) με την προϋπόθεση είχαν πραγματική απασχόληση εντός αυτού. Κατόπιν αυτού, πρέπει να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλο δικαστή (ΚΠολΔ 580 παρ.3). Τέλος, λόγω των πραγματικών δυσχερειών ως προς την αληθινή έννοια των εφαρμοστέων διατάξεων πρέπει να συμψηφιστούν μεταξύ των διαδίκων τα δικαστικά έξοδα της αναιρετικής δίκης (ΚΠολΔ 179).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 134/2017 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Ροδόπης, μόνο κατά το μέρος που αναφέρεται στο σκεπτικό.
Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση ως προς το αναιρούμενο μέρος στο ίδιο δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από άλλο δικαστή. -Και
Συμψηφίζει μεταξύ των διαδίκων τα δικαστικά έξοδα
Κρίθηκε, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, την 5η Ιουνίου 2018.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ
Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Δημοσιεύθηκε σε έκτακτη, δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, την 9η Αυγούστου 2018.
Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ
Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ