Appeal allowed due to insufficient reasoning regarding joint liability and causation in traffic accident case.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court allowed the appeal against a traffic accident judgment, finding the lower court's reasoning insufficient regarding the appellant's joint liability. The court held that the lower court failed to adequately explain the causal link between the appellant's alleged speeding and the accident outcome. Consequently, the case was remitted for retrial on the specific issue of joint liability and damages.
Legislator headnote
AI generatedArt. 559 no. 19 K.Pol.D.; Insufficient reasoning exists when a judgment fails to fully cover the factual elements required by substantive law for the legal consequence declared, or when the reasoning is contradictory, necessitating the remittal of the case for further examination.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1339 / 2017 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1339/2017
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ’ Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ελένη Διονυσοπούλου, Σοφία Ντάντου, Γεώργιο Χοϊμέ και Αλεξάνδρα Κακκαβά, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 5 Μαΐου 2017, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Γ. Β. - Σ. του Ν., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Χρήστο Μακρή με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Π. Τ. του Δ., κατοίκου ... και 2) ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρίας με την επωνυμία "... ΓΕΝΙΚΩΝ ΑΣΦΑΛΙΣΕΩΝ", που εδρεύει στη ... και εκπροσωπείται νόμιμα, εκ των οποίων ο 1ος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Νικόλαο Μπαρμπή με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και η 2η εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αθανάσιο Θάνο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20-2-2012 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών.
Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3914/2012 εν μέρει οριστική και 2104/2013 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 888/2015 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 11-7-2016 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Ελένη Διονυσοπούλου, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Ο πληρεξούσιος της 2ης των αναιρεσιβλήτων ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτήν λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται σύμφωνα με το πραγματικό του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε, ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία).
Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.
Ελλείψεις δε, αναγόμενες μόνον στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δε συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή, μόνον το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε.
Περαιτέρω, τα επιχειρήματα του δικαστηρίου που σχετίζονται με συνεκτίμηση των αποδείξεων, δε συνιστούν παραδοχές με βάση τις οποίες διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε στο πλαίσιο της ερευνώμενης διάταξης του άρθρου 559 αρ. 19 Κ.Πολ.Δ. να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δε δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης, ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως απαράδεκτος.
Επειδή, από τις διατάξεις των άρθρων 297, 298, 300, 330 και 914 ΑΚ συνάγεται ότι προϋπόθεση της ευθύνης για αποζημίωση από αδικοπραξία είναι η υπαιτιότητα του υπόχρεου, η οποία υπάρχει και στην περίπτωση της αμέλειας, δηλαδή όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές, η παράνομη συμπεριφορά του υπόχρεου σε αποζημίωση έναντι εκείνου που ζημιώθηκε και η ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της παράνομης συμπεριφοράς και της ζημίας.
Η παράνομη συμπεριφορά ως όρος της αδικοπραξίας μπορεί να συνίσταται όχι μόνο σε θετική πράξη, αλλά και σε παράλειψη, εφόσον στην τελευταία αυτή περίπτωση εκείνος που υπέπεσε στην παράλειψη ήταν υποχρεωμένος σε πράξη από το νόμο ή τη δικαιοπραξία, είτε από την καλή πίστη, κατά την κρατούσα κοινωνική αντίληψη.
Αιτιώδης δε συνάφεια υπάρχει, όταν η πράξη ή η παράλειψη του ευθυνόμενου προσώπου, που μπορεί να είναι και ο ζημιωθείς στην περίπτωση που συνετέλεσε και ο ίδιος την πρόκληση ή την επαύξηση της ζημιάς, ήταν κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας ικανή και μπορούσε να επιφέρει, κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων, το επιζήμιο αποτέλεσμα.
Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ως αποδειχθέντα επιτρέπουν το συμπέρασμα να θεωρηθεί κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας ορισμένο γεγονός ως πρόσφορη αιτία της ζημίας υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 και 19 Κ.Πολ.Δ.
γιατί είναι κρίση νομική, αναγόμενη στην ορθή ή μη υπαγωγή από το δικαστήριο της ουσίας των διδαγμάτων της κοινής πείρας στην αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας. Αντίθετα, η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, περί του ότι στη συγκεκριμένη (ένδικη) περίπτωση η πράξη ή η παράλειψη εκείνη αποτέλεσε ή δεν αποτέλεσε την αιτία του επιζήμιου αποτελέσματος, περί του ότι δηλαδή το ζημιογόνο γεγονός σε σχέση με τη ζημία βρίσκεται ή δεν βρίσκεται σε σχέση αιτίου και αποτελέσματος, ως αναγόμενη σε εκτίμηση πραγματικών γεγονότων (άρθρ. 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.), δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο.
Τέλος, η παράβαση διατάξεων του ΚΟΚ δεν θεμελιώνει αυτή καθεαυτή υπαιτιότητα στην επέλευση του αυτοκινητικού ατυχήματος, αποτελεί όμως στοιχείο, η στάθμιση του οποίου από το δικαστήριο της ουσίας θα κριθεί σε σχέση με την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συγκεκριμένης πράξης και του επελθόντος αποτελέσματος.
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 12 παρ. 1 του ν. 2696/ 1999 "...Οι οδηγοί υποχρεούνται να οδηγούν με σύνεση και με διαρκώς τεταμένη την προσοχή...". Κατά δε τις διατάξεις του άρθρου 19 του ίδιου νόμου "1. Ο οδηγός οδικού οχήματος επιβάλλεται να έχει τον πλήρη έλεγχο του οχήματός του ώστε να μπορεί σε κάθε στιγμή να εκτελεί τους απαιτούμενους χειρισμούς. 2.
Ο οδηγός επιβάλλεται να ρυθμίζει την ταχύτητα του οχήματός του λαμβάνων συνεχώς υπόψη του τις επικρατούσες συνθήκες... κατά τρόπον ώστε να είναι σε θέση να διακόψει την πορεία του οχήματός του μπροστά από οποιοδήποτε εμπόδιο που μπορεί να προβλεφθεί και το οποίο βρίσκεται στο ορατό από αυτόν μπροστινό τμήμα της οδού.
Υποχρεούται επίσης να μειώνει την ταχύτητα του οχήματός του και, σε περίπτωση ανάγκης, να διακόπτει την πορεία του, όταν οι περιστάσεις το επιβάλλουν. 3. Ιδιαίτερα, ο οδηγός επιβάλλεται να μειώνει την ταχύτητα του οχήματός του... πλησίον των ισόπεδων οδικών κόμβων". Τέλος κατά την παρ. 1 της διάταξης του άρθρου 20 του ΚΟΚ "Το ανώτατο επιτρεπόμενο όριο ταχύτητας των αυτοκινήτων οχημάτων, μέσα στις κατοικημένες περιοχές ορίζεται σε 50 χιλιόμετρα την ώρα, εκτός αν άλλως ορίζεται με ειδική σήμανση".
Στην προκειμένη περίπτωση, από την επισκόπηση της προσβαλλομένης απόφασης προκύπτει ότι το Εφετείο δέχθηκε μετά από εκτίμηση των αποδείξεων κατά την ανέλεγκτη αναιρετικώς κρίση του ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Στον ... Αττικής, στις 20-5-2010 και περί ώρα 7.45, ο ενάγων που δεν κατείχε άδεια ικανότητας οδήγησης δίκυκλης μοτοσικλέτας, φορώντας προστατευτικό κράνος, οδηγούσε την με αριθ.
κυκλοφορίας ... δίκυκλη μοτοσικλέτα, ιδιοκτησίας του, η οποία δεν ήταν ασφαλισμένη και η οποία κινούνταν με αυξημένη ενόψει των περιστάσεων ταχύτητα, στο δεξιό άκρο της δεξιάς λωρίδας κυκλοφορίας της λεωφόρου ..., με κατεύθυνση από ... προς Ελευσίνα. Η παραπάνω λεωφόρος είναι διπλής κατεύθυνσης, με δύο λωρίδες κυκλοφορίας ανά κατεύθυνση, έχει πλάτος οδοστρώματος στην κατεύθυνση προς Ελευσίνα 8,60 μέτρα, είναι ευθεία.
Στο μέσο του οδοστρώματος αυτής της λεωφόρου υπάρχει διαχωριστική των δύο αντιθέτων κατευθύνσεων νησίδα, η οποία διακόπτεται στο ύψος της διασταύρωσης της λεωφόρου ... με την κάθετη προς αυτή οδό ..., η οποία είναι, επίσης, ευθεία, διπλής κατεύθυνσης, με μία, όμως, λωρίδα κυκλοφορίας ανά κατεύθυνση. Στο σημείο της συμβολής των ως άνω οδών, επί της οδού ...
υπάρχει κάθετη σήμανση με ρυθμιστική πινακίδα Ρ-2 (SΤΟΡ) για τα οχήματα που κινούνται στην οδό .... Η πινακίδα αυτή πριν από τον κόμβο σημαίνει υποχρεωτική διακοπή της πορείας των οχημάτων που κινούνται στην οδό ... στη θέση της πινακίδας και παραχώρηση προτεραιότητας στα οχήματα που κινούνται στην οδό, προς την οποία πλησιάζουν ήτοι στη λεωφόρο ....
Το όριο ταχύτητας στις παραπάνω οδούς ορίζεται στα 50 χλμ/ώρα για τα επιβατικά αυτοκίνητα, με βάση ρυθμιστική πινακίδα. Κατά τον παραπάνω χρόνο υπήρχε επαρκής φυσικός φωτισμός ημέρας, επικρατούσε καλοκαιρία, η ορατότητα δεν περιοριζόταν από φυσικά ή τεχνητά εμπόδια, η κυκλοφορία των οχημάτων ήταν αυξημένη και των πεζών κανονική ενώ οι ως άνω ασφαλτοστρωμένες οδοί ήταν ξηρές.
Κατά τον ίδιο χρόνο ο 1ος εναγόμενος οδηγούσε ΙΧΕ αυτοκίνητο, ιδιοκτησίας του, το οποίο είχε ασφαλίσει για την απέναντι στους τρίτους αστική ευθύνη η 2η εναγομένη ασφαλιστική εταιρία και το οποίο κινούνταν στην οδό ..., με κατεύθυνση από νότο προς βορρά ήτοι αριστερά σε σχέση με την πορεία του οχήματος του ενάγοντος.
Όταν το ως άνω ΙΧΕ όχημα πλησίασε στη συμβολή των προαναφερθεισών οδών, ο οδηγός του, που είχε την πρόθεση να εισέλθει στον ως άνω ισόπεδο κόμβο, να διασχίσει κάθετα τα δύο αντίθετα ρεύματα κυκλοφορίας της λεωφόρου ... και να συνεχίσει την ευθεία πορεία του στην οδό ..., από αμέλεια του, ενώ προ της πορείας του και πριν την είσοδό του στον ισόπεδο οδικό κόμβο υπήρχε η ως άνω πινακίδα Ρ-2, χωρίς να διακόψει την πορεία του οχήματός του και χωρίς να ελέγξει προηγουμένως την κίνηση των οχημάτων που κινούνταν στο προς ...
ρεύμα κυκλοφορίας της λεωφόρου ..., προκειμένου να τους παραχωρήσει προτεραιότητα, εισήλθε αρχικά στο προς ... ρεύμα πορείας αυτής, διέσχισε αυτό κάθετα και συνεχίζοντας την πορεία του διήλθε κάθετα προς τη διαχωριστική νησίδα, ήτοι κινήθηκε στο τμήμα του οδοστρώματος που αυτή διακόπτεται και χωρίς να διακόψει εκεί την πορεία του για να ελέγξει την κίνηση των οχημάτων στο προς Ελευσίνα ρεύμα πορείας προκειμένου να τους παραχωρήσει προτεραιότητα, παρά το γεγονός ότι αντιλήφθηκε το δίκυκλο όχημα του ενάγοντος, που κινούνταν στο ρεύμα πορείας προς Ελευσίνα, στο οποίο θα εισερχόταν, θεωρώντας προφανώς ότι διέθετε τον αναγκαίο για τη διάσχιση αυτού του ρεύματος χρόνο, επιχείρησε να διασχίσει κάθετα και αυτό το ρεύμα κυκλοφορίας.
Εξαιτίας αυτής της παράνομης και αιφνίδιας κίνησης του 1ου εναγομένου, το ΙΧΕ αυτοκίνητο αυτού παρεμβλήθηκε στην πορεία του δίκυκλου οχήματος που οδηγούσε ο ενάγων, το οποίο, από αμέλεια του τελευταίου, κινούνταν με αυξημένη ενόψει των περιστάσεων ταχύτητα (ισόπεδος κόμβος, αυξημένη κυκλοφορία οχημάτων στη λεωφόρο ...) η οποία δεν προσδιορίστηκε επακριβώς αλλά οπωσδήποτε υπερέβαινε την ως άνω ανώτατη επιτρεπόμενη (50 χλμ/ώρα) με συνέπεια να συγκρουστούν τα ως άνω οχήματα ήτοι το εμπρόσθιο τμήμα του ΙΧΕ αυτοκινήτου με την αριστερή πλαϊνή πλευρά της μοτοσικλέτας και να τραυματιστεί βαρύτατα το αριστερό κάτω άκρο του ενάγοντος.
Λόγω της σφοδρότητας της σύγκρουσης η δίκυκλη μοτοσικλέτα εκτράπηκε της πορείας της προς τα δεξιά και προσέκρουσε στο εμπρόσθιο τμήμα άλλου αυτοκινήτου, το οποίο είχε ακινητοποιηθεί προσωρινά πριν από τη διασταύρωση των ως άνω οδών με κατεύθυνση από βορρά προς νότο, όπου υπήρχε κάθετη σήμανση με ρυθμιστική πινακίδα Ρ-2, προκειμένου ο οδηγός του να ελέγξει την κίνηση των οχημάτων που κινούνταν στη λεωφόρο ...
και να τους παραχωρήσει προτεραιότητα. Μετά τη δεύτερη σύγκρουση η δίκυκλη μοτοσικλέτα του ενάγοντος, αφού σύρθηκε σε απόσταση 17 μέτρων, ακινητοποιήθηκε στο δεξιό άκρο του προς … ρεύματος κυκλοφορίας της λεωφόρου ..., ενώ ο ενάγων κατέπεσε στο οδόστρωμα. Εξαιτίας της ως άνω σύγκρουσης τραυματίστηκε ο ενάγων και υπέστη υλικές ζημίες η μοτοσικλέτα του.
Από τα παραπάνω περιστατικά προκύπτει, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, ότι η ένδικη σύγκρουση και οι συνέπειες αυτής οφείλονται σε συνυπαιτιότητα των παραπάνω οδηγών, γιατί καθένας αυτών δεν κατέβαλε την επιμέλεια συνετού οδηγού για να αποφύγει το ατύχημα, την οποίαν όφειλε και μπορούσε να καταβάλει.
Ειδικότερα, με βάση την επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές, τους κανόνες οδικής κυκλοφορίας, την κοινή πείρα και τη λογική, καθένας αυτών όφειλε να οδηγεί με σύνεση και διαρκώς τεταμένη την προσοχή του και να ασκεί τον πλήρη έλεγχο του οχήματος που οδηγούσε έτσι ώστε να μπορεί σε κάθε στιγμή να εκτελέσει τους απαιτούμενους ελιγμούς.
Επιπλέον Α) ο 1ος εναγόμενος, οδηγός του ΙΧΕ οχήματος, που κινούνταν στην οδό ... όφειλε εφόσον πλησίαζε σε οδικό κόμβο να καταβάλει ιδιαίτερη προσοχή για να μην προκαλέσει επί του κόμβου κίνδυνο ή παρακώλυση της κυκλοφορίας και εφόσον προ της εισόδου του στον κόμβο υπήρχε η ως άνω πινακίδα Ρ-2 όφειλε να διακόψει την πορεία του οχήματός του πριν από την είσοδό του στον κόμβο, προκειμένου να ελέγξει την κίνηση των οχημάτων που κινούνταν στο προς ...
ρεύμα κυκλοφορίας της λεωφόρου ... για να τους παραχωρήσει προτεραιότητα και στη συνέχεια να εισέλθει στο ρεύμα πορείας αυτής προς ..., να το διασχίσει κάθετα και να ακινητοποιήσει το όχημά του στο ελεύθερο τμήμα που υπάρχει λόγω διακοπής της διαχωριστικής νησίδας για να ελέγξει την κίνηση των οχημάτων και στο προς Ελευσίνα ρεύμα κυκλοφορίας αυτής, για να παραχωρήσει προτεραιότητα, όπως το όχημα του ενάγοντος, το οποίο είχε αντιληφθεί ότι κινούνταν σ’ αυτό το ρεύμα κυκλοφορίας, όπως ο ίδιος ομολόγησε στο από 18-10-2010 απολογητικό υπόμνημά του.
Αντίθετα, αυτός δεν διέκοψε την πορεία του οχήματός του πριν από την πινακίδα Ρ-2, αλλά αιφνίδια και απερίσκεπτα εισήλθε στην λεωφόρο ... και επιχείρησε να διασχίσει κάθετα και τα δύο ρεύματα κυκλοφορίας αυτής με συνέπεια την σύγκρουση του οχήματός του με τη δίκυκλη μοτοσικλέτα και Β) ο ενάγων όφειλε να ρυθμίσει την ταχύτητα της δίκυκλης μοτοσικλέτας του λαμβάνοντας συνεχώς υπόψη του τις επικρατούσες συνθήκες (λεωφόρος με αυξημένη κυκλοφορία οχημάτων, ισόπεδος οδικός κόμβος) και να μειώσει αυτή που ήταν αυξημένη, εφόσον δεν αποδείχτηκε μεν επακριβώς η ταχύτητα του οχήματός του, αλλά πάντως υπερέβαινε το ως άνω ανώτατο επιτρεπόμενο όριο των 50 χλμ/ώρα.
Αντίθετα, αυτός κινούνταν με την ως άνω αυξημένη ταχύτητα, την οποίαν δε μείωσε ενόψει της συμβολής των ως άνω οδών με συνέπεια να μην αντιληφθεί το ΙΧΕ όχημα και να επέλθει η πρώτη ως άνω σύγκρουση και στη συνέχεια να εκτραπεί το όχημά του προς τα αριστερά και παρά τη δεύτερη σύγκρουση να συρθεί σε απόσταση 17 μέτρα και μετά να ακινητοποιηθεί.
Η ταχύτητα του δίκυκλου οχήματος που οδηγούσε ο ενάγων προκύπτει α) από το γεγονός ότι το όχημά του μετά την πρώτη σύγκρουση, παρά την πρόσκρουσή του στο ως άνω ακινητοποιημένο ΙΧΕ όχημα, συνέχισε την πορεία του συρόμενο σε απόσταση 17 μέτρων και μετά ακινητοποιήθηκε και β) από την ομολογία του ίδιου του ενάγοντος που κατέθεσε προανακριτικά ότι δεν είδε καθόλου το ΙΧΕ αυτοκίνητο, γεγονός από το οποίο προκύπτει ότι αυτός κινούνταν με αυξημένη ταχύτητα εξαιτίας της οποίας δεν αντιλήφθηκε το ΙΧΕ όχημα του 1ου εναγομένου να εισέρχεται στη λεωφόρο ...
παρά το γεγονός ότι η λεωφόρος ήταν ευθεία και η ορατότητα δεν περιοριζόταν. Αν το όχημά του κινούνταν με την επιτρεπόμενη ταχύτητα ενόψει των ως άνω περιστάσεων, αυτός θα είχε τη δυνατότητα να αντιληφθεί εγκαίρως το ΙΧΕ όχημα που εισερχόταν στο ρεύμα κυκλοφορίας του και θα είχε προβεί σε τροχοπέδηση ακινητοποιώντας το όχημά του ή σε αποφευκτικό ελιγμό.
Οι προαναφερόμενες παραβάσεις του Κ.Ο.Κ. εκ μέρους των ως άνω οδηγών τελούν σε αιτιώδη συνάφεια με την πρόκληση της ένδικης σύγκρουσης...
Συνεπώς, ο αγωγικός ισχυρισμός του ενάγοντος ότι κινούνταν με ταχύτητα που δεν υπερέβαινε τα 50 χλμ/ώρα δεν αποδείχτηκε. Εξάλλου, από την προσκομιζόμενη από τον ενάγοντα άδεια ικανότητας οδήγησης, που εκδόθηκε στις 11-2-2008 και αφορά κατηγορίας Β’ , Π, Δ’ και Ε’ αυτοκίνητα οχήματα και ίσχυε μέχρι 11-2-2013, προκύπτει ότι ο ενάγων κατά το χρόνο του ενδίκου ατυχήματος κατείχε άδεια ικανότητας οδήγησης όλων των ως άνω κατηγοριών, εκτός της κατηγορίας Α’ (μηχανοκίνητα δίτροχα με χωρίς πλευρικό καλάθι και μοτοποδήλατα) και επομένως, αυτός, ηλικίας 51 ετών κατά το χρόνο του ατυχήματος, που είχε λάβει την ως άνω άδεια, είχε γνώση των διατάξεων του Κ.Ο.Κ. κατά το χρόνο της ένδικης σύγκρουσης.
Συνεπώς, η έλλειψη άδειας ικανότητας οδήγησης, κατηγορίας Α’ εκ μέρους του ενάγοντος, συνιστά μεν παράβαση του άρθρου 94 Κ.Ο.Κ., πλην όμως, δεν αποδείχθηκε ότι συνδέεται αιτιωδώς με την πρόκληση της ένδικης σύγκρουσης. Επομένως, συνυπαίτιοι του ενδίκου ατυχήματος είναι κατά ποσοστό 70% ο 1ος εναγόμενος, Π.
Τ. και 30% ο ενάγων Γ. Β. - Σ.". Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο δέχθηκε ως κατά ένα μέρος ουσιαστικά βάσιμη την ένδικη αγωγή του αναιρεσείοντος, με την οποία ζήτησε αποζημίωση για την αποκατάσταση της ζημίας που υπέστη από αυτοκινητικό ατύχημα, που συνέβη κατά τα εκτιθέμενα σ’ αυτήν από αμέλεια του πρώτου αναιρεσίβλητου κατά την οδήγηση οχήματος, ασφαλισμένου στη δεύτερη αναιρεσίβλητη, αφού έκρινε ότι ο ενάγων είναι συνυπαίτιος του ατυχήματος και του τραυματισμού του σε ποσοστό 30%, κατά παραδοχή σχετικής περί συνυπαιτιότητας αυτού ένστασης των εναγομένων.
Ακολούθως το Εφετείο δέχθηκε κατ’ ουσίαν την έφεση των ήδη αναιρεσιβλήτων-εναγομένων κατά της εκκληθείσας πρωτοβάθμιας απόφασης, με την οποία είχε γίνει δεκτή, ως κατά ένα μέρος ουσιαστικά βάσιμη η αγωγή του αναιρεσείοντος, αφού κρίθηκε τότε αποκλειστικά υπαίτιος του ίδιου ατυχήματος ο πρώτος των αναιρεσιβλήτων, την οποία και εξαφάνισε, απέρριψε δε κατ’ ουσίαν τη συνεκδικασθείσα έφεση του ενάγοντος-αναιρεσείοντος.
Έτσι που έκρινε το Εφετείο διέλαβε στην απόφασή του ανεπαρκείς και ασαφείς αιτιολογίες ως προς το ουσιώδες ζήτημα της συνυπαιτιότητας του ενάγοντος οδηγού στην πρόκληση του ενδίκου ατυχήματος και της αναγκαίας αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της διαγνωσθείσας συνυπαιτιότητας αυτού και του τραυματισμού του, έτσι ώστε καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή των παραπάνω ουσιαστικών διατάξεων, τις οποίες εφάρμοσε, ώστε να δικαιολογηθεί η εφαρμογή τους.
Ειδικότερα στη προσβαλλομένη απόφαση δε γίνεται αναφορά της απόστασης στην οποία βρισκόταν η μοτοσικλέτα του αναιρεσείοντος από το όχημα που οδηγούσε ο πρώτος των αναιρεσιβλήτων, όταν τούτο εισήλθε αιφνίδια και ανεπίτρεπτα στον ισόπεδο κόμβο, κάθετα σε σχέση με την πορεία του δικύκλου και του απέκλεισε την πορεία, κατά τις παραδοχές της και ποια ήταν η ταχύτητα του οχήματος αυτού.
Περαιτέρω δε διευκρινίζεται κατά προσέγγιση η ταχύτητα του δικύκλου, και αν ο ενάγων έχοντας τεταμένη την προσοχή του μπορούσε να αντιληφθεί τον εναγόμενο οδηγό πριν από το σημείο της σύγκρουσης, και από ποια απόσταση, κινούμενο από αριστερά κάθετα σε σχέση με την πορεία του, ποιος ήταν ο χρόνος που διέθετε για να αντιδράσει, ώστε να κριθεί η δυνατότητα διενέργειας από τον ίδιο έγκαιρης τροποπέδησης ή ελιγμού που θα μπορούσε να αποτρέψει το ατύχημα και τον τραυματισμό του, καθώς και η διεύθυνση του αποφευκτικού ελιγμού, στον οποίο θα μπορούσε και έπρεπε να προβεί ο τελευταίος, ενόψει της άλλης παραδοχής ότι κατά το χρόνο του ατυχήματος η κυκλοφορία των οχημάτων ήταν αυξημένη αλλά και ότι δεξιά σε σχέση με την πορεία του δικύκλου στη διασταύρωση δηλαδή της οδού ...
και ... επί της τελευταίας αυτής οδού ήταν σταθμευμένο άλλο όχημα, αναμένοντας τη διέλευση των οχημάτων που είχαν προτεραιότητα προκειμένου να εισέλθει στη διασταύρωση επί του οποίου και επέπεσε το δίκυκλο. Έτσι οι αιτιολογίες της προσβαλλομένης απόφασης δε δικαιολογούν επαρκώς την κήρυξη του ενάγοντος οδηγού συνυπαίτιου κατά ποσοστό 30% και την ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της διαγνωσθείσας συνυπαιτιότητάς του, που εντοπίζεται κατά τις παραδοχές της στην οδήγηση από αυτόν του δικύκλου με ταχύτητα που υπερέβαινε το καθοριζόμενο όριο των 50 χιλιομέτρων και του επελθόντος αποτελέσματος.
Επομένως ο πρώτος λόγος της αίτησης αναίρεσης από τον αρ. 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η έλλειψη νόμιμης βάσης, λόγω ασαφών και ανεπαρκών αιτιολογιών, ως προς το παραπάνω ουσιώδες ζήτημα είναι βάσιμος. Κατ’ ακολουθίαν τούτων πρέπει να γίνει δεκτή η αίτηση αναίρεσης, παρελκούσης της έρευνας των λοιπών λόγων αυτής, που καθίστανται αλυσιτελείς λόγω της αναιρετικής εμβέλειας του παραπάνω λόγου, που έγινε δεκτός, να αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση ως προς το κεφάλαιο της συνυπαιτιότητας του αναρεσείοντος και τις συναρτώμενες με αυτό και επιδικασθείσες αποζημιώσεις και να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από άλλο δικαστή, πλην εκείνης, που εξέδωσε την αναιρουμένη απόφαση.
Περαιτέρω πρέπει να διαταχθεί η επιστροφή του κατατεθέντος παραβόλου σύμφωνα με το άρθρο 12 παρ. 2 εδ. ε’ του Ν. 4055/2012 στον καταθέσαντα και να καταδικασθούν οι αναιρεσίβλητοι, ως ηττηθέντες διάδικοι, στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσείοντος (άρθρα 176, 183 Κ.Πολ.Δ.), ο οποίος κατέθεσε και προτάσεις.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 888/2015 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών κατά το αναφερόμενο στο σκεπτικό μέρος.
Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλο δικαστή, πλην εκείνης που εξέδωσε την αναιρουμένη απόφαση.
Διατάσσει την επιστροφή του παραβόλου στον καταθέσαντα.
Και
Καταδικάζει τους αναιρεσιβλήτους στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσείοντος, την οποία ορίζει στο ποσόν των τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 7 Ιουνίου 2017.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 19 Ιουλίου 2017.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ