Legislator Case Law & Legislation
1339/2016 AI generated

1339/2016 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1339/2016
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Μπαλιτσάρη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως), Γεώργιο Παπαηλιάδη-Εισηγητή, Αλεξάνδρα Κακκαβά, Κωστούλα Φλουρή-Χαλεβίδου και Παρασκευή Καλαϊτζή, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

1339/2016 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): β ) Ρυθμιστικές της κυκλοφορίας (Ρ), δηλωτικές. Η δηλωτική ρυθμιστική της κυκλοφορίας (...) πινακίδα σημαίνει ότι υπάρχει κίνδυνος λόγω εκτελουμένων εργασιών στην οδό. Η δηλωτική ρυθμιστική της κυκλοφορίας (...) πινακίδα σημαίνει ότι η μέγιστη ταχύτητα περιορίζεται στον αναγραφόμενο αριθμό (π.χ. 50) χιλιομέτρων την ώρα.

Keywords

AI generated
aggravated drunk driving driving without authorization excessive speed fitness to drive traffic violation illegal overtaking manoeuvre
AI generated
1497/2014
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 10 Ιανουαρίου 2014, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 4-1-2010 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις:3854/2010 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 3251/2012 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 2-10-2012 αίτησή τους.
128/2010
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 20 Νοεμβρίου 2009, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 22/4/2003 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, την από 2/1/2004 αγωγή των υπό στοιχεία 1-5 ήδη αναιρεσιβλήτων, την από 10/10/2003 αγωγή της υπό στοιχείο 6 ήδη αναιρεσιβλήτου και τις από 21/4/2004 παρεμπίπτουσες αγωγές της υπό στοιχείο 8 ήδη αναιρεσιβλήτου που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Καστοριάς και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 21/2005 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 207/2006 του Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 26/4/2007 αίτησή τους.
1306/2013
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 22 Φεβρουαρίου 2013, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 9-7-2007 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων και την από 31-8-2007 ανακοίνωση δίκης-προσεπίκληση σε κύρια παρέμβαση- παρεμπίπτουσα αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιώς. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις:304/2009 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 839/2010 του Εφετείου Πειραιώς. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 1-4-2011 αίτησή της.
823/2008
Supreme Court overturns traffic accident verdict due to insufficient reasoning on causation and impossibility of avoidance.
76/2014
Supreme Court dismisses appeal on procedural grounds and rejects evidence challenges due to conflicting prior verdicts.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1339 / 2016 (Α Ποιν. Διακ., ΠΟΙΝΙΚΕΣ)

ΑΡΙΘΜΟΣ 1339/2016

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

A’ ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ ΔΙΑΚΟΠΩΝ

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Μπαλιτσάρη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως), Γεώργιο Παπαηλιάδη-Εισηγητή, Αλεξάνδρα Κακκαβά, Κωστούλα Φλουρή-Χαλεβίδου και Παρασκευή Καλαϊτζή, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 15 Ιουλίου 2016, με την παρουσία της Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου ‘ Αννας Ζαΐρη και του Γραμματέως Χαράλαμπου Αθανασίου, για να δικάσει την αίτηση των αναιρεσειόντων - κατηγορουμένων: 1.Ι. Λ. του Η., κάτοικο ..., και 2. Μ. Α. του Β., κάτοικο ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Στέλιο Αθανασούλια, περί αναιρέσεως της υπ’ αριθ.279/2015 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Ανατολικής Κρήτης και με πολιτικώς ενάγοντες τους: 1.Α. Π. του Θ., κάτοικο ..., 2.Γ. Π. του Θ., κάτοικο ... και 3.Ν. Π. χήρα Θ., κάτοικο ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Γεώργιο Παπαδογιάννη.

Το Τριμελές Εφετείο Ανατολικής Κρήτης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ’ αυτή, και οι αναιρεσείοντες - κατηγορούμενοι ζητούν την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 2 Μαρτίου 2016, επιδοθείσα στην Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου την 8 Μαρτίου 2016 με αριθμ. πρωτ. 1920/8-3-2016 αίτησή τους αναίρεσης, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 384/2016.

Αφού άκουσε

Τους πληρεξουσίους δικηγόρους των διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και την Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης,

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά τη διάταξη του άρθρου 302 παρ. 1 του Π.Κ., " όποιος επιφέρει από αμέλεια τον θάνατο άλλου, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών " και κατά τη διάταξη του άρθρου 28 του Π.Κ., " από αμέλεια πράττει όποιος, από έλλειψη της προσοχής, την οποίαν όφειλε κατά τις περιστάσεις και μπορούσε να καταβάλει, είτε δεν πρόβλεψε το αξιόποινο αποτέλεσμα, που προκάλεσε η πράξη του, είτε το πρόβλεψε ως δυνατό, πίστεψε όμως ότι δεν θα επερχόταν ".

Από τον συνδυασμό των διατάξεων αυτών προκύπτει, ότι για την στοιχειοθέτηση του προβλεπομένου από αυτές εγκλήματος της ανθρωποκτονίας από αμέλεια απαιτείται, αντικειμενικά μεν πρόκληση θανατώσεως άλλου, από πράξη του δράστη, ενέργεια ή παράλειψη, η οποία να βρίσκεται σε αιτιώδη σύνδεσμο με το αξιόποινο αυτό αποτέλεσμα που επήλθε, κατά τις αρχές της θεωρίας του ισοδυνάμου των όρων ( conditio sine qua non ) που επικρατεί στον χώρο του ποινικού δικαίου, ώστε να είναι βέβαιο ότι το συγκεκριμένο εγκληματικό αποτέλεσμα προήλθε από την αμελή συμπεριφορά του δράστη και δεν θα επερχόταν, αν ο δράστης τηρούσε την ενδεδειγμένη συμπεριφορά (Α.Π. 726/2015).

Υποκειμενικά δε απαιτείται : α ) μη καταβολή από το δράστη της επιβαλλόμενης, κατ’ αντικειμενική κρίση, προσοχής, την οποίαν κάθε μετρίως συνετός και ευσυνείδητος άνθρωπος οφείλει υπό τις ίδιες περιστάσεις να καταβάλει, βάσει των νομικών κανόνων, των συνηθειών που επικρατούν στις συναλλαγές και της κοινής πείρας και λογικής και β ) δυνατότητα αυτού, βάσει των προσωπικών περιστάσεων, γνώσεων και ικανοτήτων, να προβλέψει και αποφύγει το αξιόποινο αποτέλεσμα, το οποίο από έλλειψη της προαναφερόμενης προσοχής, είτε δεν προέβλεψε ( άνευ συνειδήσεως αμέλεια ), είτε το προέβλεψε ως δυνατό, πίστευε όμως ότι δεν θα επερχόταν ( συνειδητή αμέλεια ).

Έτσι από τον συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων των άρθρων 28 και 302 του Π.Κ. προκύπτει ότι, για την θεμελίωση του εγκλήματος της ανθρωποκτονίας από αμέλεια, όταν αυτή δεν είναι ενσυνείδητη, απαιτείται : α) ο δράστης να μην έχει καταβάλει την επιβαλλόμενη, κατ’ αντικειμενική κρίση, προσοχή ( περίσκεψη - επιμέλεια ), την οποίαν, κάτω από τις ίδιες πραγματικές περιστάσεις, συνήθως καταβάλλει ο μέσος συνετός και ευσυνείδητος άνθρωπος του οικείου τομέα κοινωνικής δραστηριότητας με βάση τους νομικούς κανόνες, τις συναλλακτικές συνήθειες και την κοινή πείρα και λογική, β) ο δράστης να είχε τη δυνατότητα, με βάση τις ατομικές ιδιότητες, ικανότητες, γνώσεις και λοιπές προσωπικές περιστάσεις, που συνάπτονται ιδίως με το επάγγελμα ή την υπηρεσία που ασκεί, να προβλέψει και να αποφύγει το συγκεκριμένο αξιόποινο αποτέλεσμα, δηλαδή (να προβλέψει και να αποφύγει) την πραγμάτωση της αντικειμενικής υποστάσεως του συγκεκριμένου εγκλήματος που τελέσθηκε, (και όχι οποιουδήποτε άλλου εγκλήματος ή επιβλαβούς αποτελέσματος) και γ) να υπάρχει αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της πράξεως του δράστη, ενέργειας ή παραλείψεως, και του επελθόντος αποτελέσματος της θανατώσεως άλλου, υπό την εκτεθείσα έννοια.

Εάν δε η αμελής πράξη δεν συνίσταται μόνο σε ορισμένη ενέργεια ή παράλειψη, αλλά αποτελεί σύνολο συμπεριφοράς που προηγήθηκε του εγκληματικού αποτελέσματος, για την ανθρωποκτονία από αμέλεια που διαπράττεται με αυτόν τον τρόπο και συνιστά έγκλημα που τελείται με παράλειψη, απαιτείται (επιπλέον των όρων του άρθρου 28 του Π.Κ.) και η συνδρομή των όρων του άρθρου 15 του Π.Κ., το οποίο ορίζει ότι, " όπου ο νόμος για την ύπαρξη αξιόποινης πράξεως απαιτεί να έχει επέλθει ορισμένο αποτέλεσμα, η μη αποτροπή του " (με παράλειψη) "τιμωρείται όπως η πρόκλησή του με ενέργεια, αν ο υπαίτιος της παραλείψεως είχε ιδιαίτερη νομική υποχρέωση να παρεμποδίσει την επέλευση του αποτελέσματος".

Από την τελευταία διάταξη αυτή συνάγεται ότι αναγκαία προϋπόθεση της εφαρμογής της είναι η ύπαρξη ιδιαίτερης νομικής υποχρεώσεως του υπαιτίου να προβεί σε ενέργεια αποτρεπτική του αποτελέσματος, για την επέλευση του οποίου ο νόμος απειλεί ορισμένη ποινή. Δεν αρκεί δηλαδή η ύπαρξη απλής ηθικής υποχρεώσεως, ούτε γενικής νομικής υποχρεώσεως για συνδρομή, ώστε να προληφθεί το επιβλαβές αποτέλεσμα, αλλά απαιτείται ιδιαίτερη (ειδική) νομική υποχρέωση, η οποία επιφορτίζει τον υπαίτιο της παραλείψεως με τη δημιουργία και διασφάλιση πραγματικής καταστάσεως, που εξυπηρετεί και διαφυλάσσει τα έννομα αγαθά που προσβάλλονται με την επέλευση του εγκληματικού αποτελέσματος.

Η ιδιαίτερη νομική υποχρέωση αυτή αποτελεί πρόσθετο στοιχείο της αντικειμενικής υποστάσεως του εγκλήματος που τελείται με παράλειψη και μπορεί να πηγάζει από ρητή διάταξη νόμου που επιβάλλει συγκεκριμένη ενέργεια ή από σύμπλεγμα νομικών καθηκόντων που συνδέονται με ορισμένη έννομη θέση του υπόχρεου για ενέργεια ή από ειδική έννομη σχέση που απορρέει από σύμβαση ή από προηγουμένη μονομερή ενέργεια του υπόχρεου, με την οποίαν αυτός αυτοβούλως αναδέχεται την αποτροπή μελλοντικών κινδύνων για έννομα αγαθά τρίτων ή από προγενέστερη συμπεριφορά του υπαιτίου που δημιούργησε τον κίνδυνο επελεύσεως του εγκληματικού αποτελέσματος.

Στα εγκλήματα που τελούνται με παράλειψη υπάρχει αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της παραλείψεως και του εγκληματικού αποτελέσματος που επήλθε, όταν, με μεγάλη πιθανότητα ( και όχι βεβαιότητα, όπως συμβαίνει στα άλλα εγκλήματα αμελείας και στα εγκλήματα δόλου ), θα αποτρεπόταν το συγκεκριμένο εγκληματικό αποτέλεσμα ( θανάτωση προσώπου, σωματική βλάβη κ.λ.π. ), εάν ο υπόχρεος πραγματοποιούσε την ενέργεια, στην οποία είχε ιδιαίτερη νομική υποχρέωση να προβεί και την οποίαν παρέλειψε.

Για την θεμελίωση δε αιτιώδους συνδέσμου, αρκεί η σχετική παράλειψη να ήταν ένας μόνο από τους περισσοτέρους όρους παραγωγής του εγκληματικού αποτελέσματος, χωρίς τον οποίο αυτό δεν θα επερχόταν ( Α.Π. 469/2016,Α.Π. 244/2014, Α.Π. 448/2013, Α.Π. 300/2013 ). Όταν το έγκλημα είναι απότοκο της συγκλίνουσας αμέλειας περισσοτέρων προσώπων, το καθένα από αυτά ευθύνεται αυτοτελώς και ανεξαρτήτως των άλλων, μέσα στα πλαίσια της αμέλειας που επέδειξε και εφόσον το επελθόν αποτέλεσμα τελεί σε αιτιώδη σύνδεσμο προς αυτήν.

Συνεπώς, αν μεταξύ των παραγωγικών όρων του αποτελέσματος στην συγκεκριμένη περίπτωση περιλαμβάνεται και η ανθρώπινη ενέργεια ή αποχή από συγκεκριμένη ενέργεια, τότε υπάρχει αιτιώδης συνάφεια μεταξύ ενέργειας ή παραλείψεως και αποτελέσματος, έστω και αν συγχρόνως ή μεταγενεστέρως συνέτρεξε προς παραγωγή του αποτελέσματος και άλλη ανθρώπινη ενέργεια ή παράλειψη. Έτσι και εκεί που υπάρχει συντρέχουσα αμέλεια του παρεμβαλλομένου, που συχνά μάλιστα είναι και το θύμα, το γεγονός αυτό δεν εμποδίζει τον καταλογισμό ευθύνης στον πράττοντα. Μόνον δε όταν η αμέλεια του παθόντος ή τρίτου συνετέλεσε αποκλειστικά στην επέλευση του ζημιογόνου γεγονότος διακόπτεται ο αντικειμενικός αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της πράξεως ή της παραλείψεως του δράστη και του αποτελέσματος (Α.Π. 524/2015, Α.Π. 304/2012).

Εξ άλλου, με τις διατάξεις των άρθρων 4 παρ. 1, 2 και 3, 5 και 9 παρ. 1, 3, 4 και 10 παρ. 6 του Νόμου 2696/1999 (Κ.Ο.Κ.) ορίζονται τα εξής: Οι για την σήμανση των οδών τοποθετούμενες πινακίδες είναι κατά κατηγορία, μεταξύ των άλλων και οι εξής: α) Αναγγελία κινδύνου (Κ), δηλωτικές. Οι πινακίδες αναγγελίας κινδύνου (Κ - 1 μέχρι Κ - 41) τοποθετούνται για να εφιστούν την προσοχή αυτών που χρησιμοποιούν τις οδούς για τους κινδύνους που υπάρχουν στην οδό προς την κατεύθυνση της κινήσεώς τους, ώστε να λαμβάνουν έγκαιρα τα κατάλληλα μέτρα και, σε περίπτωση ανάγκης να μειώνουν την ταχύτητα πορείας τους για να τους αποφύγουν.

β ) Ρυθμιστικές της κυκλοφορίας (Ρ), δηλωτικές. Η δηλωτική ρυθμιστική της κυκλοφορίας (...) πινακίδα σημαίνει ότι υπάρχει κίνδυνος λόγω εκτελουμένων εργασιών στην οδό. Η δηλωτική ρυθμιστική της κυκλοφορίας (...) πινακίδα σημαίνει ότι η μέγιστη ταχύτητα περιορίζεται στον αναγραφόμενο αριθμό (π.χ. 50) χιλιομέτρων την ώρα.

Οι ρυθμιστικές της κυκλοφορίας πινακίδες ( Ρ - 1 μέχρι Ρ - 77) τοποθετούνται για να πληροφορούν αυτούς που χρησιμοποιούν τις οδούς για τις ειδικές υποχρεώσεις, περιορισμούς ή απαγορεύσεις, προς τις οποίες πρέπει αυτοί να συμμορφώνονται. Οι σημάνσεις των οδοστρωμάτων με διαγραμμίσεις ή σύμβολα χρησιμοποιούνται για την ρύθμιση της κυκλοφορίας ή για την προειδοποίηση ή καθοδήγηση αυτών που χρησιμοποιούν οδούς, είτε μόνες είτε σε συνδυασμό με πινακίδες σημάνσεως ή σηματοδότες, για να τονισθεί ή διευκρινισθεί η σημασία αυτών.

Τέτοιες σημάνσεις ή σύμβολα αποτελούν η γραμμή συνεχής, απλή ή διπλή, διακεκομμένη και λοιπά σύμβολα και αναλάμποντες φανοί για την επισήμανση κινδύνου και την οπτική καθοδήγηση των οδηγών. Όταν εκτελούνται στις οδούς εργασίες, τοποθετούνται σε κατάλληλες θέσεις όλες οι πινακίδες σημάνσεως που απαιτούνται κατά περίπτωση (κινδύνου, ρυθμιστικές, πληροφοριακές), κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 10 του παρόντος Κώδικα.

Τα μέσα σημάνσεως των προηγουμένων παραγράφων τοποθετούνται με μέριμνα και ευθύνη των εργοληπτών ή των εκτελούντων τις εργασίες, σε περίπτωση δε που οι εργασίες εκτελούνται απολογιστικά, από τον επιβλέποντα το έργο. Οι φορείς που κατασκευάζουν τα διάφορα έργα στις οδούς ή αναθέτουν την κατασκευή τους σε τρίτους υποχρεούνται να ελέγχουν την τοποθέτηση των μέσων σημάνσεως.

Με απόφαση του Υπουργού Χωροταξίας και Δημοσίων Έργων καθορίζονται οι λεπτομέρειες και οι προδιαγραφές, τις οποίες πρέπει να πληρούν οι διάφορες σημάνσεις των εργασιών που εκτελούνται στις οδούς. Τέλος, με απόφαση του ιδίου Υπουργού καθορίζονται οι τεχνικές προδιαγραφές, οι όροι και ο τρόπος της κατακόρυφης και οριζόντιας σημάνσεως των οδών, της σηματοδοτήσεώς τους, της σημάνσεως και της σηματοδοτήσεως των εκτελουμένων έργων, της δημιουργίας ειδικών διαμορφώσεων του οδοστρώματος, της τοποθετήσεως κινητών εμποδίων και κάθε άλλη συναφής λεπτομέρεια...Περαιτέρω, από τις ανωτέρω διατάξεις σε συνδυασμό με εκείνες της παρ. 3 του Κεφαλαίου της Εισαγωγής της υπ’ αριθμ.

ΔΙΠΑΔ/οικ/502/2003 αποφάσεως του Υπουργού Περιβάλλοντος, Χωροταξίας και Δημοσίων Έργων, με τις οποίες ορίζεται,ότι "με τον όρο "εργοταξιακή ζώνη" νοείται κάθε περιοχή του οδικού δικτύου που άμεσα ή έμμεσα επηρεάζεται από εκτελούμενα έργα επί της οδού ή στην άμεση γειτνίαση αυτής, κατά τρόπο που αυτά να προξενούν, με οποιαδήποτε μορφή, μεταβολή των κανονικών συνθηκών κυκλοφορίας" ως και ότι "η εργοταξιακή ζώνη είναι έννοια ευρύτερη από την "περιοχή έργων" καθ` όσον εκτείνεται και πέραν αυτής, λόγω της αναγκαίας τοποθέτησης συστημάτων ελέγχου (πινακίδων και διαγραμμίσεων σήμανσης και άλλων σχετικών στοιχείων προειδοποίησης) και εκτός της περιοχής έργων, με σκοπό την έγκαιρη ενημέρωση και προειδοποίηση των οδηγών για τους επερχόμενους κινδύνους/αλλαγές των συνθηκών κυκλοφορίας", προκύπτει ότι η σήμανση των έργων που εκτελούνται στις οδούς, δεν θα πρέπει να περιορίζεται μόνον στην ζώνη όπου εκτελούνται τα έργα αλλά, αντίθετα, επιβάλλεται να υπάρχει στις προηγούμενες αυτής ζώνες και σε όλη την περιοχή των έργων, έτσι ώστε να παρέχεται στους οδηγούς των οχημάτων έγκαιρη και επαρκής πληροφόρηση για την μεταβολή των κανονικών συνθηκών κυκλοφορίας, με σκοπό την ασφαλή διέλευση των οχημάτων (Α.Π. 117/2011).

Κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε’ του Κ.Π.Δ. λόγο αναιρέσεως αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει όταν ο δικαστής αποδίδει στο νόμο διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υπάρχει όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν στη διάταξη που εφαρμόσθηκε.

Περίπτωση δε εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως συνιστά και η εκ πλαγίου παραβίαση της διατάξεως αυτής, η οποία υπάρχει όταν στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στον συνδυασμό του αιτιολογικού με το διατακτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσεως.

Έτσι, ενόψει της κατά το ως άνω άρθρο 28 του Π.Κ., διακρίσεως της αμέλειας σε μη συνειδητή και σε ενσυνείδητη, το δικαστήριο της ουσίας, όταν απαγγέλλει καταδίκη για έγκλημα από αμέλεια, πρέπει να εκθέτει στην απόφασή του με σαφήνεια ποίο από τα ανωτέρω δύο είδη της αμέλειας συνέτρεξε στην συγκεκριμένη περίπτωση, διότι αν δεν εκθέτει τούτο σαφώς ή δέχεται και τα δύο είδη αμέλειας δημιουργείται ασάφεια και αντίφαση, η οποία καθιστά ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή ή μη εφαρμογή της ουσιαστικής αυτής ποινικής διατάξεως.

Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτουμένη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Π.Δ. ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας στοιχειοθετεί λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ του Κ.Π.Δ., όταν αναφέρονται σ’ αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για την συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε.

Για την ύπαρξη ειδικής αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό της αποφάσεως, που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Ειδικά στα εγκλήματα από αμέλεια, που τελούνται με παράλειψη του υπόχρεου (κατά το άρθρο 15 του Π.Κ.) σε ορισμένη ενέργεια αποτροπής του εγκληματικού αποτελέσματος, πρέπει στην απόφαση να προσδιορίζεται η πηγή προελεύσεως της ειδικής νομικής υποχρεώσεως και να μνημονεύεται η αντίστοιχη επιτακτική διάταξη, όταν αυτή είναι η πηγή της σχετικής υποχρεώσεως.

Ως προς τα αποδεικτικά μέσα, που ελήφθησαν υπόψη από το δικαστήριο για τη διαμόρφωση της κρίσεώς του, για την πληρότητα της αιτιολογίας αρκεί ο γενικός προσδιορισμός ως προς το είδος τους, χωρίς να απαιτείται αναλυτική παράθεση αυτών ή να διευκρινίζεται τι προκύπτει από το καθένα χωριστά ή από ποιο συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο αποδείχθηκε η κάθε παραδοχή.

Ακόμη, δεν είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους ή να προσδιορίζεται ποιο βάρυνε περισσότερο για τον σχηματισμό της δικανικής κρίσεως. Το δε γεγονός ότι στην απόφαση εξαίρονται ορισμένα μόνον από τα αποδεικτικά μέσα δεν σημαίνει ότι δεν έχουν ληφθεί υπόψη και δεν έχουν συνεκτιμηθεί τα υπόλοιπα, ούτε απαιτείται να αιτιολογείται γιατί δεν εξαίρονται και εκείνα.

Δεν αρκεί, όμως, να περιορίσθηκε το δικαστήριο σε τυπική ρηματική αναφορά των αποδεικτικών μέσων ως προς το είδος τους ή σε επιλεκτική εκτίμηση και αξιολόγηση μερικών μόνον από αυτά, αλλά απαιτείται να συνάγεται με βεβαιότητα από την απόφαση ότι αυτό έλαβε πράγματι υπόψη του, συνεκτίμησε και αξιολόγησε το περιεχόμενο όλων των αποδεικτικών μέσων για τη διαμόρφωση της δικανικής πεποιθήσεώς του.

Επίσης, δεν αποτελούν λόγο αναιρέσεως αιτιάσεις που ανάγονται σε εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων, όπως είναι η στάθμιση από το δικαστήριο της ουσίας της αποδεικτικής σημασίας και βαρύτητας συγκεκριμένων εγγράφων και μαρτυρικών καταθέσεων, η παράλειψη αξιολογικής συσχετίσεως και συγκρίσεως των αποδεικτικών μέσων μεταξύ τους, η αμφισβήτηση ή η απόκρουση του αποδεικτικού πορίσματος, στο οποίο κατέληξε το δικαστήριο από την λειτουργική συσχέτιση και συναξιολόγηση του περιεχομένου όλων των αποδεικτικών μέσων κ.λ.π., αφού σ’ αυτές τις περιπτώσεις, με επίφαση την έλλειψη αιτιολογίας, πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου για την ουσία της υποθέσεως ( Α.Π. 469/2016 ).

Η κατά τα ανωτέρω απαιτουμένη, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της αποφάσεως πρέπει να υπάρχει όχι μόνο ως προς την κατηγορία, αλλά πρέπει να εκτείνεται και στους αυτοτελείς ισχυρισμούς, που προβάλλονται από τον κατηγορούμενο ή τον συνήγορό του. Τέτοιοι ισχυρισμοί είναι εκείνοι που προβάλλονται στο δικαστήριο της ουσίας, σύμφωνα με τα άρθρα 170 παρ. 2 και 333 παρ. 2 του Κ..Δ.

και τείνουν στην άρση του αδίκου χαρακτήρα της πράξεως ή την μείωση της ποινής. Η απόρριψη ενός τέτοιου ισχυρισμού πρέπει να αιτιολογείται ιδιαιτέρως. Όταν όμως, ο αυτοτελής ισχυρισμός δεν προβάλλεται παραδεκτά, κατά τρόπο ορισμένο και πλήρη ή ο φερόμενος ως αυτοτελής ισχυρισμός, δεν είναι στην πραγματικότητα αυτοτελής, κατά την έννοια που προαναφέρθηκε, αλλά αρνητικός της κατηγορίας, το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει και μάλιστα ιδιαίτερα και αιτιολογημένα, αφού δεν υπάρχει υποχρέωση ιδιαίτερης απαντήσεως σε απαράδεκτο ισχυρισμό ή σε ισχυρισμό αρνητικό της κατηγορίας.

Στην προκειμένη περίπτωση το Τριμελές Εφετείο ( Πλημμελημάτων ) Ανατολικής Κρήτης, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, όπως προκύπτει από το αιτιολογικό της υπ’ αριθμ. 279/2015 αποφάσεώς του μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των αποδεικτικών μέσων που αναφέρονται κατ’ είδος, και την παράθεση νομικής σκέψεως, δέχθηκε κατά την ανέλεγκτη ως προς τα πράγματα κρίση του ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Δυνάμει της από 28-5-2005 συμβάσεως, η ανώνυμη εταιρεία, με την επωνυμία "..." ανέλαβε, ως ανάδοχος, την κατασκευή του έργου "Εργασίες κυκλοφοριακών διαμορφώσεων στους κόμβους Μεσσαράς και Κνωσσού, ηλεκτροφωτισμού στις παρακάμψεις Ρεθύμνου και Ηρακλείου και κυκλοφοριακών συνδέσεων με το αστικό δίκτυο Ηρακλείου", κυρία του οποίου ήταν η Διεύθυνση οδικών έργων της Γ.Γ.Ε.

του Υ.Π.Ε.ΧΩ.Δ.Ε. και φορέας κατασκευής ήταν ο Ε.Υ.Δ.Ε. Β.Ο.Α.Κ. Για την εκτέλεση του έργου η ανωτέρω ανάδοχος όρισε τον πρώτο κατηγορούμενο, Ι. Λ., ως υπεύθυνο εργοταξίου-προϊστάμενο εργοταξιακού γραφείου και διευθύνοντα το έργο και τον δεύτερο κατηγορούμενο, Μ. Α., ως μηχανικό ασφαλείας του έργου. Αμφότεροι οι κατηγορούμενοι, στο πλαίσιο των καθηκόντων τους, είχαν υποχρέωση, κατά την εκτέλεση των εργασιών του έργου, λόγω της θέσεώς τους, να λάβουν τα απαιτούμενα προστατευτικά μέτρα.

Την 12η Σεπτεμβρίου 2008 και κατά την 02:40 πρωινή ώρα ο Χ. Π., υιός της πρώτης και αδελφός των δευτέρου και τρίτου των πολιτικώς εναγόντων, οδηγούσε το με στοιχεία κυκλοφορίας ... Ι.Χ.Ε. αυτοκίνητο, το οποίο ανήκε κατά κυριότητα στην ανώνυμη εταιρεία, με την επωνυμία "..." και εκινείτο επί της Νέας Εθνικής Οδού (Ν.Ε.Ο.) Χανίων-Σητείας με κατεύθυνση από Σητεία προς Χανιά.

Ο ανωτέρω οδηγός, κινούμενος στη δεξιά λωρίδα κυκλοφορίας του ρεύματος πορείας προς Χανιά, όταν έφθασε στο ... χιλιομετρικό σημείο αυτής, απώλεσε τον έλεγχο του αυτοκινήτου του, εκτράπηκε από την πορεία του προς τα δεξιά, προσέκρουσε στο πορτοκαλί πλέγμα εργοστασιακής σημάνσεως της εθνικής οδού, που είχε τοποθετηθεί από τους κατηγορουμένους κατά την εκτέλεση των εργασιών του έργου, αφήνοντας δε ίχνη πλάγιας ολισθήσεως μήκους 25,10 μέτρων πάνω στο οδόστρωμα και το έρεισμα, συνέχισε την ανεξέλεγκτη πορεία του στο χωμάτινο πρανές και τελικώς κατακρημνίσθηκε στην οδό ..., που βρίσκεται χαμηλότερα από την εθνική οδό και εμφανίζει υψομετρική διαφορά 4,50 μέτρων από αυτήν.

Ακολούθως, προσέκρουσε σε ξύλινο στύλο φωτισμού της Δ.Ε.Η. και τέλος σε γωνία παρακείμενης οικίας, καθώς και στο με αριθμό κυκλοφορίας ... αυτοκίνητο, που ήταν σταθμευμένο επί της οδού .... Το αποτέλεσμα ήταν ο σοβαρός τραυματισμός του ανωτέρω οδηγού, ο οποίος υπέστη διάχυτη υπαραχνοειδή αιμορραγία στην βάση του εγκεφάλου και στο εγκεφαλικό στέλεχος, κατάγματα στο θόλο αλλά και στην βάση του κρανίου, θλάσεις εγκεφαλικού στελέχους και στην βασική επιφάνεια του δεξιού κροταφικού λοβού, αστεροειδή διάσχιση και ευρεία εκδορά στην αριστερή βρεγματική χώρα, εκδορές στο ακρορίνιο, στο αριστερό πλάγιο θωρακικό τοίχωμα και στο δεξιό αγκώνα, εκδορές σε εκχυμωτική βάση στην αριστερή και δεξιά υπερκλείδια χώρα, γωνιώδεις πολλαπλές μικροδιασχίσεις σε όλη την οπίσθια επιφάνεια και στην ραχιαία επιφάνεια του αριστερού άνω άκρου, συμπερασματικά δε υπαραχνοειδή αιμορραγία και θλάσεις εγκεφαλικού στελέχους λόγω των κρανιοεγκεφαλικών κακώσεων, συνεπεία των οποίων ως μόνων ενεργών αιτίων επήλθε ο θάνατός του.

Στο σημείο του ατυχήματος τα δύο ρεύματα κυκλοφορίας της Ν.Ε.Ο. διαχωρίζονται με σιδερένιο προστατευτικό στηθαίο, ενώ κάθε ρεύμα έχει δύο λωρίδες κυκλοφορίας. Το πλάτος οδοστρώματος του ρεύματος κυκλοφορίας από Σητεία προς Χανιά είναι 8,10 μέτρα, δεξιά και στο υψομετρικό επίπεδο της Ν.Ε.Ο. υπάρχει έρεισμα πλάτους 2,50 μέτρων και χωμάτινο πρανές πλάτους 4,20 μέτρων, στην συνέχεια υπάρχει χωμάτινο έρεισμα πλάτους 2,90 μέτρων με υψομετρική διαφορά 4,50 μέτρα χαμηλότερα της Ν.Ε.Ο.

και στην συνέχεια εκτείνεται η οδός ... με πλάτος οδοστρώματος 5 μέτρων και όμοια υψομετρική διαφορά από τη Ν.Ε.Ο. Κατά τον συγκεκριμένο χρόνο οι εργασίες εκτελούνταν εκτός οδοστρώματος, χωρίς να προκαλείται στένωση της οδού, είχαν αφαιρεθεί, ωστόσο, τα προϋπάρχοντα, στο σημείο, στηθαία ασφαλείας, προκειμένου να καταστεί δυνατή για τις ανάγκες κατασκευής του έργου η ένωση των ασφαλτοταπήτων μεταξύ της κατασκευαζομένης ράμπας και του υπάρχοντος οδικού δικτύου.

Ενόψει των εργασιών είχε τοποθετηθεί πινακίδα προειδοποιητική της εκτελέσεως έργων και ένα πλαστικό πορτοκαλί πλέγμα στερεωμένο με λεπτούς σιδερένιους στύλους-μπετόβεργες σε συνέχεια του ερείσματος της Ν.Ε.Ο., όπου υπήρχε η εκσκαφή. Όμως τα προστατευτικά αυτά μέτρα ήσαν ελλιπή, σε σχέση με τα απαιτούμενα από τους κανόνες επιμέλειας, που διέπουν την άσκηση του επαγγέλματος των κατηγορουμένων, αλλά και ανεπαρκή για την προστασία από τους κινδύνους, που είχαν δημιουργηθεί από τις ενέργειες αυτών στο πλαίσιο της εκτελέσεως των εργασιών του έργου.

Ειδικότερα, οι δύο πρώτοι κατηγορούμενοι παρέλειψαν να τοποθετήσουν, στη μεν ζώνη προειδοποιήσεως, που απαιτείται να έχει μήκος 800- 2.000 μέτρα, πινακίδες εκτελέσεως έργων επί της οδού (...) και πινακίδες σταδιακής μειώσεως της ταχύτητας (...), στη δε ζώνη των έργων επαναληπτικές πινακίδες ορίου ταχύτητας (...) σε απόσταση 500 μέτρων μεταξύ τους.

Επίσης, παρέλειψαν να τοποθετήσουν οριζόντια προσωρινή εργοταξιακή σήμανση (γραμμή συνεχής, απλή ή διπλή, διακεκομμένη και λοιπά σύμβολα) και αναλάμποντες φανούς για την επισήμανση κινδύνου και την οπτική καθοδήγηση των οδηγών. Η ιδιαίτερη νομική υποχρέωση των κατηγορουμένων να λάβουν τα ως άνω μέτρα ασφαλείας και να παρεμποδίσουν την επέλευση του ζημιογόνου αποτελέσματος πηγάζει από τις διατάξεις της υπ’ αριθμ.

ΔΙΠΑΔ/οικ/502/2003 αποφάσεως του Υπουργού Περιβάλλοντος, Χωροταξίας και Δημοσίων Έργων, σε συνδυασμό και με τα άρθρα 4, 5 και 9 του Νόμου 2696/1999 (Κ.Ο.Κ.). Εξάλλου, η σήμανση των έργων που εκτελούνται στις οδούς δεν θα πρέπει να περιορίζεται μόνον στην ζώνη όπου εκτελούνται τα έργα αλλά, αντίθετα, επιβάλλεται να υπάρχει ζώνη προειδοποιήσεως και ζώνη προσαρμογής εισόδου στην περιοχή των έργων, έτσι ώστενα παρέχεται στους οδηγούς των οχημάτων έγκαιρη και επαρκής πληροφόρηση με σκοπό την ασφαλή διέλευση των οχημάτων τους ( σχ.

ΑΠ 117/2011 ). Επιπροσθέτως, η ανωτέρω σήμανση, ήταν απαραίτητη, κατά τους κανόνες της κοινής πείρας και της λογικής, διότι στο συγκεκριμένο σημείο υπάρχει μεγάλη ευθεία και αναπτύσσονται αυξημένες ταχύτητες από τους οδηγούς, αλλά και λόγω της επικινδυνότητας των εργασιών, οι οποίες εκτελούνταν δίπλα στην Ν.Ε.Ο.

και σε συνέχεια του οδοστρώματος της εκτεινομένης οδού ..., εμφανίζουσας υψομετρική διαφορά 4,50 μέτρων. Περαιτέρω, η ανάγκη τοποθετήσεως προειδοποιητικών σημάτων και αναλαμπόντων φανών ήταν περισσότερο επιτακτική, εξαιτίας της αφαιρέσεως της προϋπάρχουσας προστατευτικής μπάρας, της υπάρξεως υψομετρικής διαφοράς και του ανεπαρκούς φωτισμού στο σημείο, παρά την ύπαρξη των πυλώνων της Δ.Ε.Η.

Σύμφωνα με τα ανωτέρω αποδειχθέντα περιστατικά, δεν είχαν ληφθεί όλα τα απαιτούμενα προστατευτικά μέτρα, στα οποία εμπίπτει η λειτουργία αναλαμπόντων φανών και η παράλειψη αυτή αποτελεί, κατά την κρίση του δικαστηρίου, ιδιαίτερα κρίσιμο στοιχείο στην πρόκληση του ένδικου ατυχήματος, που όφειλαν και μπορούσαν να προβλέψουν και αποφύγουν αμφότεροι οι κατηγορούμενοι.

Εξάλλου, η εκσκαφή επιχειρείτο ακριβώς στο άκρο της Ν.Ε.Ο. και σε βάθος τουλάχιστον μισού μέτρου, οριοθετούμενη από το πορτοκαλί πλαστικό πλέγμα, το οποίο δεν παρείχε προστασία, απλά αποσκοπούσε σε σήμανση της γραμμής των έργων. Η εκσκαφή βρισκόταν σε εξέλιξη και δημιουργούσε μία κατάσταση επικινδυνότητας, χωρίς περαιτέρω πρόβλεψη για αποτροπή τυχόν ατυχήματος, ενόψει μάλιστα του σκότους που επικρατούσε.

Έτσι οι κατηγορούμενοι παρέλειψαν κυρίως να θέσουν σε πλήρη και ορθή λειτουργία αναλάμποντες φανούς για την σήμανση της γραμμής των έργων, ώστε έκαστος κινούμενος επί της οδού να λαμβάνει εγκαίρως σαφή γνώση της καταστάσεως, να προσαρμόζει, σε κάθε περίπτωση, την ταχύτητά του, να βρίσκεται σε εγρήγορση ενόψει της επικινδυνότητας, λόγω της εκτελέσεως έργων και να καταβάλει ιδιαίτερη προσοχή διερχόμενος από το σημείο αυτό.

Κατά τα προεκτεθέντα, η πλημμελής λειτουργία των φανών τελεί, μεταξύ των άλλων, σε αιτιώδη συνάφεια με το επελθόν αποτέλεσμα, παρά την υπερβολική ταχύτητα και την ύπαρξη αλκοόλης στο αίμα του θανόντος, διότι οι φωτεινοί παλλόμενοι σηματοδότες θα προκαλούσαν τουλάχιστον οπτικό ερέθισμα στον οδηγό, ώστε να μειώσει την ταχύτητα του οχήματός του, έτσι το ζημιογόνο αποτέλεσμα θα ήταν προδήλως μικρότερης σημασίας.

Έτσι οι κατηγορούμενοι, υπό τις προαναφερόμενες ιδιότητες τους, δεν εκπλήρωσαν τις ανωτέρω υποχρεώσεις τους και δεν κατέβαλαν, αν και μπορούσαν, την απαιτουμένη προσοχή, που κάτω από ανάλογες περιστάσεις, με βάση τους νομικούς κανόνες, την συνήθεια που επικρατεί στις συναλλαγές και την κατά την κανονική πορεία των πραγμάτων, την κοινή πείρα και την λογική, οφείλει να καταβάλει κάθε μέτρια συνετός και ευσυνείδητος άνθρωπος και έτσι δεν πρόβλεψαν και δεν φρόντισαν να αποτρέψουν το επελθόν αποτέλεσμα του θανάσιμου τραυματισμού του ανωτέρω οδηγού, οικείου των πολιτικώς εναγόντων.

Λόγω των ως άνω παραλείψεων, που οφείλονται σε συγκλίνουσα μη συνειδητή αμέλεια αμφοτέρων των κατηγορουμένων, συνισταμένων κυρίως στην έλλειψη πληροφορήσεως των κινουμένων επί της οδού οδηγών και στην έλλειψη της ενδεδειγμένης σημάνσεως, όπως ανωτέρω εκτίθεται, στο σημείο όπου εκτελούνταν τα έργα, επήλθε ο θάνατος του ανωτέρω Χ.

Π., ανεξάρτητα από την συνυπαιτιότητά του, η οποία δεν ασκεί έννομη επιρροή στην παραπάνω ευθύνη των κατηγορουμένων. Η συγκεκριμένη συμπεριφορά συνδεόταν αιτιωδώς με τον θάνατο του οδηγού αυτού, που θα αποφεύγετο, αν δεν είχαν παραλείψει τις ανωτέρω απαιτούμενες ενέργειες οι κατηγορούμενοι, οι οποίοι είχαν τη δυνατότητα, με βάση τις ιδιότητες, γνώσεις και ικανότητές τους, να προβλέψουν τον κίνδυνο και να λάβουν τα αναγκαία μέτρα για την αποφυγή του θανάτου του ανωτέρω οδηγού του αυτοκινήτου.

Ενόψει όλων των αποδειχθέντων πραγματικών περιστατικών και σύμφωνα με όσα αναφέρθηκαν στη νομική σκέψη που προηγήθηκε, το ατύχημα και ο εντεύθεν θάνατος του Χ. Π., οφείλεται, πέραν της δικής του αμελούς συμπεριφοράς, ενόψει της μεγάλης ταχύτητας την οποίαν είχε αναπτύξει, αλλά και της ποσότητας αλκοόλ που είχε καταναλώσει - 1,40 g/lαίματος σύμφωνα με την με αριθμό ...2008 τοξικολογική έκθεση - και σε συγκλίνουσα αμέλεια των πρώτου και δευτέρου των κατηγορουμένων, που κρίνεται ως μη συνειδητή και εξειδικεύεται από το δικαστήριο με βάση τα αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά ( Α.Π. 1317/2010, Α.Π. 1943/2008, Α.Π. 2319/2002 ), δεδομένου ότι στην προκειμένη περίπτωση έλειψε απ’ αυτούς, κάθε πρόβλεψη για ενδεχόμενη παραγωγή του αξιοποίνου αποτελέσματος που προκλήθηκε από συγκεκριμένες παραλείψεις τους, που τελούν σε αιτιώδη σύνδεσμο, με το επελθόν αποτέλεσμα.

Πλέον ειδικότερα αμφότεροι οι κατηγορούμενοι παρέλειψαν να προβούν στα όσα εκτέθηκαν παραπάνω, μολονότι είχαν ιδιαίτερη νομική υποχρέωση να προβούν στην σχετική πράξη, η οποία πηγάζει από το νόμο (απόφαση ΔΙΠΑΔ/οικ/502/2003 του Υπουργού Περιβάλλοντος, Χωροταξίας και Δημοσίων Έργων, σε συνδυασμό και με τα άρθρα 4, 5 και 9 του Νόμου 2696/1999 (Κ.Ο.Κ.), από την προαναφερομένη ιδιότητα ενός εκάστου εξ αυτών, από την συμβατική ανάληψη καθηκόντων, από την συνήθεια που επικρατεί στις συναλλαγές και την, κατά την συνήθη πορεία των πραγμάτων, πείρα και λογική.

Κατ’ ακολουθίαν, υπάρχουν τα αντικειμενικά και υποκειμενικά στοιχεία της αξιόποινης πράξεως που αποδίδεται στους δύο πρώτους των κατηγορουμένων, επομένως πρέπει, να κηρυχθούν ένοχοι αυτής, αλλά με τις ελαφρυντικές περιστάσεις του άρθρου 84 παρ. 2α του Π.Κ., διότι έζησαν μέχρι τον χρόνο τελέσεως της πράξεώς τους έντιμη, ατομική, οικογενειακή, επαγγελματική και γενικά κοινωνική ζωή." Μετά ταύτα το δικαστήριο και υπό τις παραδοχές αυτές κήρυξε ενόχους αμφοτέρους τους κατηγορουμένους - αναιρεσείοντες, κατά πιστή μεταφορά του ότι: "Στο Ηράκλειο, στις 12 Σεπτεμβρίου 2008 από αμέλειά τους επέφεραν τον θάνατο άλλου, ήτοι από έλλειψη της, κατ’ αντικειμενική κρίση, απαιτουμένης από τις περιστάσεις και δυναμένης να καταβληθεί από αυτούς, με βάση τις προσωπικές τους ικανότητες, περιστάσεις και κυρίως εξαιτίας του επαγγέλματός τους, προσοχής, δεν προέβλεψαν το αξιόποινο αποτέλεσμα, το οποίο προκάλεσε η πράξη τους και έτσι δεν μπόρεσαν να το αποφύγουν.

Ειδικότερα, ο πρώτος κατηγορούμενος ( Ι. Λ. ), ως υπεύθυνος εργοταξίου - προϊστάμενος εργοταξιακού γραφείου της εταιρείας, με την επωνυμία " ... ", που είχε αναλάβει ως ανάδοχος την εκτέλεση του έργου "Εργασίες κυκλοφοριακών διαμορφώσεων στους κόμβους Μεσσαράς και Κνωσσού, στις παρακάμψεις Ρεθύμνου και Ηρακλείου και κυκλοφοριακών συνδέσεων με το αστικό δίκτυο Ηρακλείου " και ο δεύτερος κατηγορούμενος ( Μ.

Α. ), ως μηχανικός ασφαλείας του παραπάνω έργου, παρέλειψαν να τοποθετήσουν την απαιτουμένη εργοταξιακή σήμανση. Συγκεκριμένα, ενώ εκτελούνταν εργασίες στο ύψος του ...υ χιλιομετρικού σημείου της Ν.Ε.Ο. Χανίων - Σητείας, αυτοί παρέλειψαν να τοποθετήσουν στη μεν ζώνη προειδοποιήσεως, που απαιτείται να έχει μήκος 800 - 2000 μέτρων πινακίδες προειδοποιήσεως έργων επί της οδού ( ... ) και πινακίδες σταδιακής μειώσεως της ταχύτητας ( ... ), στη δε ζώνη των έργων επαναληπτικές πινακίδες ορίου ταχύτητας ( ... ) σε απόσταση 500 μέτρων μεταξύ τους.

Επίσης, παρέλειψαν να τοποθετήσουν οριζόντια προσωρινή εργοταξιακή σήμανση ( γραμμή συνεχής, απλή ή διπλή, διακεκομμένη και λοιπά σύμβολα ) και αναλάμποντες φανούς για την επισήμανση κινδύνου και την οπτική καθοδήγηση των οδηγών. Έτσι όταν το με αριθμό κυκλοφορίας ... Ι.Χ.Ε. αυτοκίνητο που οδηγούσε ο Χ.

Π., έβαινε στο προαναφερόμενο σημείο της Ν.Ε.Ο. Χανίων - Σητείας ( ... χιλιομετρικό σημείο ), με κατεύθυνση από Σητεία προς Χανιά, εξαιτίας των έργων που εκτελούνταν σε συνδυασμό με την έλλειψη πληροφορήσεως των οδηγών, καθόσον δεν υπήρχε η ενδεδειγμένη σήμανση που αναλυτικά περιγράφηκε παραπάνω, εξετράπη πλάγια και δεξιά της πορείας του, προσέκρουσε αρχικά σε προστατευτικό πλέγμα εκτελέσεως εργασιών και διερχόμενο από το χωμάτινο πρανές ( με χώματα και πέτρες ) κατακρημνίσθηκε προς την οδό ..., ακολούθως προσέκρουσε σε ξύλινο στύλο φωτισμού της Δ.Ε.Η.

και τέλος σε γωνία παρακείμενης οικίας, καθώς και στο με αριθμό κυκλοφορίας ... Ι.Χ.Ε. αυτοκίνητο που ήταν σταθμευμένο επί της οδού .... Αποτέλεσμα της προσκρούσεως αυτής ήταν να τραυματισθεί σοβαρά ο προαναφερόμενος οδηγός ( Χ. Π. ), ο οποίος υπέστη διάχυτη υπαραχνοειδή αιμορραγία στην βάση του εγκεφάλου και στο εγκεφαλικό στέλεχος, κατάγματα στο θόλο αλλά και στην βάση του κρανίου, θλάσεις εγκεφαλικού στελέχους και στην βασική επιφάνεια του δεξιού κροταφικού λοβού, αστεροειδή διάσχιση και ευρεία εκδορά στην αριστερή βρεγματική χώρα, εκδορές στο ακρορίνιο, στο αριστερό πλάγιο θωρακικό τοίχωμα και στο δεξιό αγκώνα, εκδορές σε εκχυμωτική βάση στην αριστερή και δεξιά υπερκλείδια χώρα, γωνιώδεις πολλαπλές μικροδιασχίσεις σε όλη την οπίσθια επιφάνεια και την ραχιαία επιφάνεια του αριστερού άνω άκρου, συμπερασματικά δε υπαραχνοειδή αιμορραγία και θλάσεις εγκεφαλικού στελέχους συνεπεία κρανιοεγκεφαλικών κακώσεων, εξαιτίας των οποίων, ως μόνων ενεργών αιτίων, προήλθε ο θάνατός του.

Αμφότεροι οι κατηγορούμενοι παρέλειψαν να προβούν στα όσα εκτέθηκαν παραπάνω, μολονότι είχαν ιδιαίτερη νομική υποχρέωση να προβούν στην σχετική πράξη, η οποία πηγάζει από την προαναφερομένη ιδιότητα ενός εκάστου εξ αυτών, την συμβατική ανάληψη ευθύνης, τα διδάγματα της κοινής πείρας και της λογικής αλλά και το νόμο.

Πλέον ειδικότερα, με τις προαναφερόμενες ιδιότητές τους, παρέλειψαν την τοποθέτηση των μέσων σημάνσεως που προβλέπονται στις διατάξεις της υπ’ αριθμ. ΔΙΠΑΔ/οικ/502/2003 αποφάσεως του Υπουργού Περιβάλλοντος, Χωροταξίας και Δημοσίων Έργων, σε συνδυασμό και με τα άρθρα 4, 5 και 9 του Νόμου 2696/1999 ( Κ.Ο.Κ. ) και αναλυτικά περιγράφηκαν αμέσως παραπάνω.

Το Δικαστήριο δέχεται ότι οι κατηγορούμενοι τέλεσαν την παραπάνω πράξη με τις ελαφρυντικές περιστάσεις του άρθρου 84 παρ. 2α του Π.Κ., καθότι αυτοί έζησαν μέχρι τον χρόνο που έγινε η πράξη τους έντιμη, ατομική, οικογενειακή, επαγγελματική και γενικά κοινωνική ζωή.".

Με αυτά που δέχτηκε το δικαστήριο της ουσίας διέλαβε, κατ’ αλληλοσυμπλήρωση του σκεπτικού και του διατακτικού, στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού αναφέρει με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία στήριξε την κρίση του για συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, για το οποία καταδίκασε τους αναιρεσείοντες -κατηγορουμένους, τις αποδείξεις από τις οποίες εξήγαγε τα περιστατικά που δέχτηκε ότι αποδείχτηκαν και τους νομικούς συλλογισμούς υπαγωγής των περιστατικών αυτών στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 1, 12, 14, 15, 16, 17, 18 εδ.

β, 26 παρ. 1, 28, 51, 53, 61, 63, 64, 67, 79, 302 παρ. 1 του Π.Κ., 4, 5, 9 και 10 του Νόμου 2696/1999 (Κ.Ο.Κ. σε συνδυασμό με την υπ’ αριθμ. ΔΙΠΑΔ/οικ/502/2003 απόφαση του Υπουργού Περιβάλλοντος, Χωροταξίας και Δημοσίων Έργων, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν τις παραβίασε, ευθέως ή εκ πλαγίου, ουδέ στέρησε αυτήν της νομίμου βάσεως.

Ειδικότερα, διαλαμβάνονται και προσδιορίζονται στην προσβαλλόμενη απόφαση και αιτιολογούνται, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, οι εξής, κρίσιμες και αναγκαίες για τη θεμελίωση καταδικαστικής κρίσης, ουσιαστικές και νομικές παραδοχές: 1) Οι συγκεκριμένες περιστάσεις, υπό τις οποίες επήλθε ο θάνατος του παθόντος, ήτοι ότι κατά την υπ’ αυτού οδήγηση του ως άνω αυτοκινήτου λόγω απωλείας υπ’ αυτού (παθόντος) του ελέγχου του, το τελευταίο εξετράπη της πορείας του δεξιά, προσέκρουσε στο πλέγμα εργοταξιακής σημάνσεως της προαναφερομένης οδού, που είχε τοποθετηθεί από τους κατηγορουμένους κατά την εκτέλεση των εργασιών του έργου, πλαγιολίσθησε σε μήκος 25,10 μέτρων επί του οδοστρώματος και του ερείσματος της οδού, εν συνεχεία διήλθε το χωμάτινο πρανές και τελικώς κατέπεσε στην οδό ..., που βρίσκεται κατά 4,50 μέτρα χαμηλότερα από την οδό που εκινείτο, όπου προσέκρουσε σε ξύλινο στύλο φωτισμού της Δ.Ε.Η.

και τέλος σε γωνία παρακείμενης οικίας, καθώς και στο με αριθμό κυκλοφορίας ... αυτοκίνητο, που ήταν σταθμευμένο επί της οδού ..., και ότι συνέπεια των ως άνω προσκρούσεων του αυτοκινήτου ήταν ο ίδιος (παθών) να υποστεί διάχυτη υπαραχνοειδή αιμορραγία στην βάση του εγκεφάλου του και στο εγκεφαλικό στέλεχος, κατάγματα στο θόλο αλλά και στην βάση του κρανίου του, θλάσεις εγκεφαλικού στελέχους και στην βασική επιφάνεια του δεξιού κροταφικού λοβού του, αστεροειδή διάσχιση και ευρεία εκδορά στην αριστερή βρεγματική χώρα, εκδορές στο ακρορίνιο, στο αριστερό πλάγιο θωρακικό τοίχωμα και στο δεξιό αγκώνα, εκδορές σε εκχυμωτική βάση στην αριστερή και δεξιά υπερκλείδια χώρα, γωνιώδεις πολλαπλές μικροδιασχίσεις σε όλη την οπίσθια επιφάνεια και την ραχιαία επιφάνεια του αριστερού άνω άκρου, από τις κρανιοεγκεφαλικές δε αυτές κακώσεις της υπαραχνοειδούς αιμορραγίας και των θλάσεων του εγκεφαλικού στελέχους του, ως μόνων ενεργών αιτίων, προήλθε ο θάνατός του. 2) Οι συγκεκριμένες παραλείψεις για την λήψη των αναγκαίων προστατευτικών μέτρων καθενός από τους αναιρεσείοντες - κατηγορουμένους, που οδήγησαν στη θανάτωση του παθόντος, ήτοι ότι υπό την ιδιότητα του υπευθύνου εργοταξίου- προϊσταμένου εργοταξιακού γραφείου ο εξ αυτών Ι.

Λ. και του μηχανικού ασφαλείς του έργου του ετέρου Μ. Α., παρέλειψαν α) να τοποθετήσουν, στη μεν ζώνη προειδοποιήσεως, που απαιτείτο να είχε μήκος 800 - 2.000 μέτρα, πινακίδες εκτελέσεως έργων επί της οδού (...) και πινακίδες σταδιακής μειώσεως της ταχύτητας (...), στη δε ζώνη των έργων επαναληπτικές πινακίδες ορίου ταχύτητας (...) σε απόσταση 500 μέτρων μεταξύ τους, και β) να τοποθετήσουν οριζόντια προσωρινή εργοταξιακή σήμανση ήτοι συνεχή γραμμή, απλή ή διπλή, διακεκομμένη και λοιπά σύμβολα και αναλάμποντες φανούς για την επισήμανση κινδύνου και την οπτική καθοδήγηση των κινουμένων στην οδό αυτή οδηγών, ώστε έκαστος αυτών και επομένως και ο παθών κινούμενος επί της οδού να λαμβάνει εγκαίρως σαφή γνώση της καταστάσεως, να προσαρμόζει, σε κάθε περίπτωση, την ταχύτητά του, να βρίσκεται σε εγρήγορση ενόψει της επικινδυνότητας, λόγω της εκτελέσεως έργων και να καταβάλει ιδιαίτερη προσοχή διερχόμενος από το σημείο αυτό, η δε ανάγκη τοποθετήσεως προειδοποιητικών σημάτων και αναλαμπόντων φανών, κατά τις αυτές παραδοχές, ήταν περισσότερο επιτακτική, εξαιτίας της αφαιρέσεως της προϋπάρχουσας προστατευτικής μπάρας, της υπάρξεως υψομετρικής διαφοράς και του ανεπαρκούς φωτισμού στο σημείο αυτό (εκτελέσεως των έργων), παρά την ύπαρξη των πυλώνων της Δ.Ε.Η.

δεδομένου ότι η εκσκαφή επιχειρείτο και βρισκόταν σε εξέλιξη ακριβώς στο άκρο της οδού αυτής στο σημείο του ατυχήματος και σε βάθος τουλάχιστον μισού μέτρου, οριοθετούμενη απλώς από το πορτοκαλί πλαστικό πλέγμα, το οποίο δεν παρείχε προστασία, αλλά απλά αποσκοπούσε σε σήμανση της γραμμής των έργων και δημιουργούσε ) η εν λόγω (εκσκαφή) επικίνδυνη κατάσταση, ενόψει μάλιστα του σκότους που επικρατούσε, 3) Η ειδική νομική υποχρέωση των αναιρεσειόντων να προβούν στη λήψη των συγκεκριμένων μέτρων για την προστασία της υγείας και της ζωής του παθόντος.

Ειδικότερα, ως πηγές προέλευσης της σχετικής ειδικής νομικής υποχρέωσης α) προσδιορίζεται η ιδιότητά τους ως υπευθύνου εργοταξίου- προϊσταμένου εργοταξιακού γραφείου και διευθύνοντος το έργο του εξ αυτών Ι. Λ. και ως μηχανικού ασφαλείας του έργου του ετέρου Μ. Α., που είχαν την υποχρέωση λήψεως των ανωτέρω μέτρων για την ασφαλή κίνηση των οδηγών που εκινούντο στο ανωτέρω οδικό σημείο κατά την εκτέλεση του προαναφερομένου έργου των κυκλοφοριακών διαμορφώσεων στο επίδικο (οδικό) σημείο και β) παρατίθενται οι συγκεκριμένες νομοθετικές διατάξεις, από τις οποίες απορρέει η ειδική νομική υποχρέωση των κατηγορουμένων να αποτρέψουν το εγκληματικό αποτέλεσμα που επήλθε, προβαίνοντας στις παραπάνω ενέργειες που παρέλειψαν να προβούν, δηλαδή οι διατάξεις των ανωτέρω άρθρων των , 12, 14, 15, 16, 17, 18 εδ.

β, 26 παρ. 1, 28, 51, 53, 61, 63, 64, 67, 79, 302 παρ. 1 του Π.Κ., 4, 5, 9 και 10 του Νόμου 2696/1999 (Κ.Ο.Κ. σε συνδυασμό με την υπ’ αριθμ. ΔΙΠΑΔ/οικ/502/2003 απόφαση του Υπουργού Περιβάλλοντος, Χωροταξίας και Δημοσίων Έργων, που προαναφέρθηκαν. 4) Η δυνατότητα των κατηγορουμένων αυτών να προβλέψουν το αξιόποινο αποτέλεσμα των παραλείψεων τους, δηλαδή την μη έγκαιρη αντίληψη από τον παθόντα, εν όψει των ανωτέρω συνθηκών και περιστάσεων, των εκτελουμένων έργων ώστε να μετριάσει την ταχύτητα με την οποίαν εκινείτο και να την ρυθμίσει αναλόγως προς τις υφιστάμενες συνθήκες, την εκτροπή του υπό του παθόντος οδηγουμένου ως άνω αυτοκινήτου από την οδό και ακολούθως την πτώση του και της πρόσκρουσή του στα ανωτέρω σημεία και εξ αυτού του λόγου την θανάτωση αυτού από τις κρανιοεγκεφαλικές κακώσεις που υπέστη. 5) Η μορφή υπαιτιότητας των αναιρεσειόντων, ήτοι η συγκλίνουσα μη ενσυνείδητη αμέλεια, υπό την σαφή παραδοχή, τόσον στο σκεπτικό, όσον και στο διατακτικό, ότι αυτοί δεν πρόβλεψαν το αξιόποινο αποτέλεσμα των ως άνω παραλείψεων τους, καίτοι όφειλαν και μπορούσαν να το προβλέψουν και να το αποτρέψουν.

Και 6) Ο αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ των παραλείψεων αυτών και του συγκεκριμένου εγκληματικού αποτελέσματος, ο οποίος προκύπτει από τις παραδοχές, ότι η θανάτωση του παθόντος επήλθε εκ της παραλείψεώς των να λάβουν τα προαναφερόμενα συγκεκριμένα μέτρα προειδοποιήσεως και ασφαλείας, στις οποίες λογικώς και αναγκαίως περιέχονται και εκείνες ότι εάν ελαμβάνοντο τα μέτρα αυτά με πιθανότητα, που αγγίζει τα όρια της βεβαιότητας το εγκληματικό αυτό αποτέλεσμα δεν θα είχε επέλθει.

Επομένως η αιτίαση με την οποίαν πλήττεται η προσβαλλομένη απόφαση για τον εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Δ’ του ΚΠΔ λόγο της ελλείψεως της απαιτουμένης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, είναι αβάσιμος. Η αυτή αιτίαση, που ταυτοσήμως προβάλλεται από τους αναιρεσείοντες με δεύτερο σκέλος του πρώτου λόγου αναιρέσεως, κατ’ εκτίμηση, από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.

Ε’ του ΚΠΔ, για εσφαλμένη εφαρμογή των ανωτέρω ουσιαστικών ποινικών διατάξεων, συνισταμένης στο ότι οι εκ των άρθρων 4, 5, 9 και 10 του Νόμου 2696/1999 (Κ.Ο.Κ.) σε συνδυασμό με την υπ’ αριθμ. ΔΙΠΑΔ/οικ/502/2003 απόφαση του Υπουργού Περιβάλλοντος, Χωροταξίας και Δημοσίων Έργων επιβαλλόμενες υποχρεώσεις σημάνσεως των εκτελουμένων στις οδούς έργων εφαρμόζονται μόνον όταν τα έργα εκτελούνται επί των οδών, και όχι και επί των έργων που εκτελούνται εκτός της οδού, όπως εν προκειμένω, είναι αβάσιμη, εν όψει των ανωτέρω ορισμών της υπ’ αριθμ.

ΔΙΠΑΔ/οικ/502/2003 αποφάσεως του Υπουργού Περιβάλλοντος, Χωροταξίας και Δημοσίων Έργων με την οποίαν καθορίζεται ότι τα μέτρα εφαρμόζονται και στην "εργοταξιακή ζώνη" έργων που εκτελούνται σε άμεση γειτνίαση με την οδό, όπως εν προκειμένω κατά τις οικείες παραδοχές της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως συμβαίνει, και όχι μόνον επ’ αυτής (οδού), κατά τρόπο που αυτά να προξενούν, με οποιαδήποτε μορφή, μεταβολή των κανονικών συνθηκών κυκλοφορίας, όπως επίσης εν προκειμένω κατά τις ίδιες παραδοχές συμβαίνει, αφού με την αφαίρεση της προϋπάρχουσας προστατευτικής μπάρας, οι τελευταίες είχαν μεταβληθεί και στο σημείο εκείνο, δεν υφίσταντο πλέον κανονικές συνθήκες κυκλοφορίας και υπό την έννοια της ασφαλούς κυκλοφορίας.Αλλά και κατά τις διατάξεις των άρθρων 4, 5, 9 και 10 του ν.2696/1999 (Κ.Ο.Κ.) υφίστατο η ανωτέρω υποχρέωση των αναιρεσειόντων, ως τούτο συνάγεται από το οριζόμενο με την διάταξη της παρ. 2 του άρθρου 9 του ως άνω ν. 2696/1999, ότι τα όρια των επί του οδοστρώματος εκτελουμένων εργασιών ή οι χώροι εναποθέσεως υλικών πρέπει να σημαίνονται κατά τα οριζόμενα στην παράγραφο 1 του άρθρου αυτού, συναγομένου εκ τούτου ότι οι ως άνω διατάξεις εφαρμόζονται και στα έργα που εκτελούνται εκτός μεν του οδοστρώματος σε επαφή όμως με αυτό κατά τρόπο που να δημιουργείται κίνδυνος για την ασφαλή κυκλοφορία των οχημάτων ως εν προκειμένω.

Η αυτή αιτίαση με την οποίαν πλήττεται η προσβαλλομένη απόφαση για τον εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Δ’ του ΚΠΔ λόγο της ελλείψεως της απαιτουμένης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, είναι επίσης αβάσιμος.

Η περαιτέρω αιτίαση, με την οποίαν επίσης πλήττεται η προσβαλλομένη απόφαση για έλλειψη της απαιτούμενης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, συνισταμένης στο ότι δεν διαλαμβάνεται αιτιολογία περί του αντικειμενικού αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της εκτροπής του υπό του παθόντος οδηγουμένου αυτοκινήτου και της ελλείψεως των υπ’ αυτών οφειλομένων να ληφθούν μέτρων σημάνσεως, είναι αβάσιμη, αφού κατά τις σχετικές παραδοχές, ως προεκτίθεται, η παράλειψή των αναιρεσειόντων να τοποθετήσουν οριζόντια προσωρινή εργοταξιακή σήμανση, ήτοι συνεχή γραμμή, απλή ή διπλή, διακεκομμένη και λοιπά σύμβολα και αναλάμποντες φανούς, ώστε να επισημαίνονται οι κίνδυνοι κινδύνου και να καθοδηγούνται οπτικώς οι κινούμενοι στην οδό αυτή οδηγοί, ώστε έκαστος αυτών και επομένως και ο παθών κινούμενος επί της οδού να λαμβάνει εγκαίρως σαφή γνώση της καταστάσεως, να προσαρμόζει, σε κάθε περίπτωση, την ταχύτητά του, να βρίσκεται σε εγρήγορση ενόψει της επικινδυνότητας, λόγω της εκτελέσεως έργων και να καταβάλει ιδιαίτερη προσοχή διερχόμενος από το σημείο αυτό, πολλώ μάλλον αφού η ανάγκη τοποθετήσεως προειδοποιητικών σημάτων και αναλαμπόντων φανών, κατά τις αυτές παραδοχές, ήταν περισσότερο επιτακτική, εξαιτίας της αφαιρέσεως της προϋπάρχουσας προστατευτικής μπάρας στο σημείο της εξόδου από το οδόστρωμα του αυτοκινήτου που ο παθών οδηγούσε, της υπάρξεως στο σημείο αυτό υψομετρικής διαφοράς και του ανεπαρκούς φωτισμού στο σημείο αυτό (εκτελέσεως των έργων), παρά την ύπαρξη των πυλώνων της Δ.Ε.Η.

και δεδομένου ότι η εκσκαφή επιχειρείτο και βρισκόταν σε εξέλιξη ακριβώς στο άκρο της οδού αυτής στο σημείο του ατυχήματος και σε βάθος τουλάχιστον μισού μέτρου, οριοθετούμενη απλώς από το πορτοκαλί πλαστικό πλέγμα, το οποίο δεν παρείχε προστασία, αλλά απλά αποσκοπούσε σε σήμανση της γραμμής των έργων και δημιουργούσε (η εν λόγω εκσκαφή) επικίνδυνη κατάσταση, ενόψει μάλιστα του σκότους που επικρατούσε.

Στις παραδοχές δε αυτές αναγκαίως περιέχονται και εκείνες ότι εάν ελαμβάνοντο τα μέτρα αυτά από τους αναιρεσείοντες με πιθανότητα, που αγγίζει τα όρια της βεβαιότητας το εγκληματικό αυτό αποτέλεσμα δεν θα είχε επέλθει, αφού ο παθών θα είχε πολύ προηγουμένως αντιληφθεί τα ανωτέρω έργα, θα είχε ένεκα τούτου μετριάσει και ρυθμίσει την ταχύτητα του αυτοκινήτου που οδηγούσε ώστε να διέλθει από το σημείο αυτό ασφαλώς και έτσι τούτο δεν θε εξετρέπετο της πορείας του, ουδέ ο θάνατος του παθόντος θα επήρχετο.

Οι λοιπές αιτιάσεις ως αναγόμενες σε τοιαύτες για εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων είναι απαράδεκτες, γιατί, με την επίφαση της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής του νόμου πλήττουν την, αναιρετικώς ανέλεγκτη, περί τα πράγματα κρίση του δικαστηρίου της ουσίας.

Κατ’ ακολουθίαν όλων αυτών και μη υπάρχοντος ετέρου λόγου αναιρέσεως προς έρευνα, πρέπει η κρινόμενη αίτηση (ορθώς δήλωση) αναιρέσεως να απορριφθεί στο σύνολό της και να καταδικασθεί έκαστος αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠοινΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την επιδοθείσα την 8-3-2016 στην Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, υπ’ αριθμ. πρωτ: 1920/8-3-2016 από 2 Μαρτίου 2016 αίτηση των Ι. Λ. του Η. και Μ. Α. του Β., κατοίκων ..., για αναίρεση της υπ’ αριθμ. 279/2015 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Ανατολικής Κρήτης.

Καταδικάζει έκαστο των αναιρεσειόντων στα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται στο ποσό των διακοσίων πενήντα ( 250 ) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 22 Ιουλίου 2016.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 4 Αυγούστου 2016.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ