Supreme Court dismisses appeal on inadmissibility grounds regarding mental capacity and procedural violations.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court rejected the appeal filed by four plaintiffs against a lower court's decision regarding a power of attorney. The plaintiffs argued that the defendant lacked mental capacity at the time of signing, citing his hospitalization, but the court found this fact irrelevant to the validity of the declaration. The court ruled that the appeal was inadmissible because it challenged the unreviewable factual findings of the trial court regarding the defendant's mental state.
Legislator headnote
AI generatedArticles 131 of the Civil Code and 561 of the Code of Civil Procedure; An appeal challenging a court's factual finding on a party's mental capacity at the time of a legal declaration is inadmissible as it constitutes a direct attack on the unreviewable judgment of the court of first instance.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1339 / 2010 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 1339/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δημήτριο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο, Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη, Λεωνίδα Ζερβομπεάκο, Μιχαήλ Θεοχαρίδη και Δημήτριο Μαζαράκη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 3 Φεβρουαρίου 2010, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειουσών: 1. Χ1 συζ. Ζ, το γένος Ρ, κατοίκου ..., 2. Χ2 συζ. Φ, το γένος Ρ, κατοίκου ..., οι οποίες εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Κωνσταντίνο Ρήγο με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του ΚΠολΔ, 3. Χ3 συζ. ..., το γένος Ξ, 4. Χ4 συζ. ..., το γένος Ξ και 5. Χ5 χας Ξ, το γένος ..., κατοίκων ... . Οι 3η και 4η εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Αικατερίνη Νταή, η οποία δήλωσε ότι η 5η αναιρεσείουσα (Χ5 χα Ξ) απεβίωσε στις 3-10-2008 και κληρονομήθηκε από την 3η και 4η ήδη αναιρεσείουσες, οι οποίες συνεχίζουν την βιαίως διακοπείσα δίκη.
Των αναιρεσίβλητων: 1. Ψ1 χας Σ, το γένος ..., 2. Ψ2, 3. Ψ3, 4. Ψ4, κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Λάμπρο Θεοτοκάτο με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του ΚΠολΔ, 5. Ψ5 χας Ψ2, το γένος ... και 6. Ψ6, κατοίκων ..., οι οποίες 5η και 6η δεν παραστάθηκαν στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 21-8-1990 αγωγή των ήδη αναιρεσειουσών, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Κεφαλληνίας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 27/1992 μη οριστική, 41/2005 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 608/2007 του Εφετείου Πατρών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείουσες με την από 28-9-2007 αίτησή τους και με τους από 22-12-2008 πρόσθετους λόγους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη ανέγνωσε την από 19-1-2009 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης και των πρόσθετων αυτής λόγων. Η πληρεξούσια των αναιρεσειουσών ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και των προσθέτων λόγων και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Μετά την άσκηση της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης και, ειδικότερα, στις 3-10-2008, πέθανε στην ... η πέμπτη ενάγουσα και ήδη πέμπτη αναιρεσείουσα Χ5 χα Ξ. Οι εγγύτερες συγγενείς αυτής και μοναδικές εξ αδιαθέτου κληρονόμοι της Χ3 σύζ. ... και Χ4 σύζ. ... και ήδη τρίτη και τέταρτη, αντίστοιχα, από τις αναιρεσείουσες, όπως προκύπτει από τα, με επίκληση, προσκομιζόμενα από τις ίδιες έγγραφα, αλλά και δεν αμφισβητείται από τους αναιρεσιβλήτους με προφορική δήλωση της πληρεξούσιας δικηγόρου τους Αικατερίνης Νταή, που καταχωρίστηκε στα πρακτικά, γνωστοποίησαν νόμιμα το θάνατο της πιο πάνω άμεσης δικαιοπαρόχου τους και την εκούσια στο όνομά τους επανάληψη της δίκης, που διακόπηκε βίαια, η οποία πλέον συνεχίζεται νόμιμα.
Από τις ..., αντίστοιχα, εκθέσεις επίδοσης του αρμόδιου δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Αθηνών ..., προκύπτει, ότι, κατόπιν έγγραφης παραγγελίας του πληρεξούσιου δικηγόρου των αναιρεσειουσών, που επισπεύδουν τη συζήτηση, ακριβές αντίγραφο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, καθώς και των πρόσθετων αυτής λόγων με την πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς εμφάνιση κατά τη συζήτηση της 28-1-2009, από την οποία η υπόθεση αναβλήθηκε για τη στην αρχή της παρούσας αναφερόμενη δικάσιμο (της 3-2-2010), επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα στις πέμπτη και έκτη, αντίστοιχα, από τους αναιρεσιβλήτους. Οι τελευταίες όμως δεν εμφανίστηκαν κατά τη συζήτηση αυτή, όταν η υπόθεση εκφωνήθηκε στη σειρά του οικείου πινακίου, ούτε υπέβαλαν έγγραφη δήλωση για παράστασή τους στο ακροατήριο κατά το άρθρο 242 §2 Κ.Πολ.Δ. Πρέπει, επομένως, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 576 §2 Κ.Πολ.Δ., να προχωρήσει η συζήτηση παρά την απουσία των πιο πάνω αναιρεσιβλήτων.
Η έλλειψη μείζονος πρότασης, η παράλειψη, δηλαδή, παράθεσης των διατάξεων στις οποίες βρίσκει έρεισμα το αγωγικό αίτημα, δεν καθιστά την απόφαση αναιρετέα. Και αυτό γιατί η συνταγματική επιταγή της ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολόγησης των αποφάσεων (άρθρο 93 παρ.3 του Συντάγματος) δεν καθιερώνει ούτε επιβάλλει αντίστοιχο αναιρετικό έλεγχο, ενώ εξάλλου, ο κοινός νομοθέτης στο πεδίο της πολιτικής δίκης προβλέπει ως λόγο αναίρεσης την έλλειψη νόμιμης βάσης, "ιδίως αν (η απόφαση) δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης" (άρθρο 559 αριθ.19 ΚΠολΔ).
Ως "αιτιολογίες", όμως νοούνται στην διάταξη αυτή μόνο οι ουσιαστικές παραδοχές, η έλλειψη, αντίφαση ή ανεπάρκεια των οποίων καθιστά ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου. Οι διατάξεις που στηρίζουν το αγωγικό αίτημα αρκεί, έστω και αν δεν μνημονεύονται στην προσβαλλόμενη απόφαση, να υφίσταται και να δικαιολογούν, με βάση τις ουσιαστικές παραδοχές της, το διατακτικό της, οπότε ο 'Αρειος Πάγος μπορεί να τις συμπληρώσει (άρθρο 578 ΚΠολΔ).
Οι συναφείς, επομένως, πρώτος και δεύτερος, κατά το πρώτο μέρος του (υπό στοιχείο δ'), λόγοι της αναίρεσης, με τους οποίους πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για πλημμέλεια από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, γιατί το Εφετείο δεν διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις που εφάρμοσε προτού προχωρήσει στην αξιολόγηση και επανεκτίμηση των αποδείξεων, ούτε τις οικείες διατάξεις του Ιόνιου Αστικού Κώδικα σε σχέση με την έκτακτη χρησικτησία, είναι απορριπτέοι ως απαράδεκτοι, εφόσον η μη αναγραφή στην απόφαση των κανόνων του ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκαν, δεν συνιστά έλλειψη νόμιμης βάσης, ούτε, άλλωστε, εμπίπτει σε κανένα άλλο από τους λόγους αναίρεσης που περιοριστικά μνημονεύονται στο άρθρο 559 ΚπολΔ.
Όπως προκύπτει οπό το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 369, 1033, 1192, 1194 και 1198 ΑΚ, αποκτά κάποιος κυριότητα ακινήτου με παράγωγο τρόπο, ύστερα από συμφωνία με τον κύριο του ακινήτου ότι μετατίθεται σ' αυτόν η κυριότητα για κάποια νόμιμη αιτία, όπως είναι και η πώληση του ακινήτου (άρθρο 513 ΑΚ), εφόσον η σχετική συμφωνία γίνει με συμβολαιογραφικό έγγραφο και υποβληθεί σε μεταγραφή.
Επομένως προϋπόθεση για την κτήση της κυριότητας με παράγωγο τρόπο είναι ότι ο μεταβιβάσας ήταν κύριος του ακινήτου. Εξάλλου από τη διάταξη του άρθρου 974 ΑΚ, με την οποία ορίζεται, ότι όποιος απέκτησε τη φυσική εξουσία πάνω στο πράγμα (κατοχή) είναι νομέας του, αν ασκεί την εξουσία αυτή με διάνοια κυρίου, συνάγεται, ότι η νομή συγκρατείται από δύο στοιχεία, το σωματικό και το πνευματικό, περί της συνδρομής των οποίων κρίνει το δικαστήριο με βάση τις εμφανείς υλικές πράξεις επί του πράγματος, οι οποίες προσιδιάζουν στη φύση και τον προορισμό του και με τις οποίες εκδηλώνεται η θέληση εξουσίασης αυτού με διάνοια κυρίου.
Περαιτέρω, σύμφωνα με τις συνδυασμένες διατάξεις του αμέσως πιο πάνω άρθρου (974 ΑΚ) προς εκείνες των άρθρων 1045 και 1051 ΑΚ, με τον πρωτότυπο τρόπο της έκτακτης χρησικτησίας αποκτά την κυριότητα ακινήτου εκείνος που έχει στη νομή του το ακίνητο για μια εικοσαετία (ανεξάρτητα από καλή πίστη και νόμιμο τίτλο), με τη δυνατότητα εκείνου που απέκτησε τη νομή του ακινήτου με καθολική ή ειδική διαδοχή να συνυπολογίσει το δικό του χρόνο χρησικτησίας στο χρόνο χρησικτησίας του δικαιοπαρόχου του.
Τέλος, κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 19 Κ.Πολ.Δ., η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση όταν στο αιτιολογικό, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν αναφέρονται καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και, έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί, αν, στη συγκεκριμένη περίπτωση, συνέτρεχαν ή όχι οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκε.
Αντίθετα, η απόφαση δεν στερείται νόμιμης βάσης, όταν οι πιο πάνω ελλείψεις αφορούν την εκτίμηση των αποδείξεων (άρθρο 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.) και, ειδικότερα, αναφέρονται στην ανάλυση, αξιολόγηση και στάθμιση του πορίσματος που εξάγεται από αυτές, αρκεί μόνο το πόρισμα να εκτίθεται με σαφήνεια (Ολ.ΑΠ 24/1992). Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, δέχθηκε τα ακόλουθα: "Τα επίδικα είναι δύο αγροτικά ακίνητα, εμβαδού 35.000 τ.μ.
περίπου το πρώτο και 20.000 τ.μ. περίπου το δεύτερο που βρίσκονται στις θέσεις "... και ..., αντίστοιχα, της κτηματικής περιφέρειας ..., μη αμφισβητουμένων ορίων. Το πρώτο από αυτά ανήκε κατά κυριότητα και σε μείζονα έκταση στον απώτερο δικαιοπάροχο των διαδίκων Ω, ο οποίος απεβίωσε το έτος 1907 χωρίς να αφήσει διαθήκη και κληρονομήθηκε από τα έξι τέκνα του Λ, Μ, Ν, Ξ, Π και Ρ ως εξ αδιαθέτου κληρονόμους του, οι οποίοι και υπεισήλθαν δι' αναμίξεως στην κληρονομία κατ' ισομοιρίαν.
Το έτος 1922 απεβίωσε άγαμος και χωρίς διαθήκη ο εκ των συγκληρονόμων Ψ2 και κληρονομήθηκε ισομερώς από τη μητέρα του Κ1 και τους λοιπούς πέντε ως άνω αδελφούς του- εξ αδιαθέτου κληρονόμους του, που υπεισήλθαν στην κληρονομία, το έτος δε 1933 απεβίωσε ομοίως άγαμος και χωρίς διαθήκη και ο εκ των συγκληρονόμων Λ, ο οποίος κληρονομήθηκε από τη μητέρα του Κ1 και τους αδελφούς του Ξ και ..., που υπεισήλθαν στην κληρονομία, ενώ οι λοιποί αδελφοί του Ρ και Μ αποποιήθηκαν την επαχθείσα σ' αυτούς κληρονομία του ως άνω αδελφού τους Λ, η οποία και περιήλθε στα τέκνα του Ρ, Κ2 και Τ, πρώτη και δεύτερη των εναγουσών, και Ν, δεύτερο εναγόμενο, αλλά και στην μητέρα τους (των κληρονομουμένων) Κ1 και στους λοιπούς αδελφούς τους Ξ και Π (υπ' αριθμ. 2 και 8/1934 πράξεις του Γραμματέα Πρωτοδικών Κεφαλληνίας), οι οποίοι και αυτοί αποδέχθηκαν την κληρονομία κατά τα αναλογούντα ποσοστά του ο καθένας.
Το έτος 1936 τα κληρονομικά μερίδια του Μ από τις εξ αδιαθέτου κληρονομίες του πατέρα του Ω και του αδελφού του Ν κατακυρώθηκαν υπέρ του αδελφού του Π (υπ' αριθμ. .../1936 κατακυρωτική περίληψη του συμβολαιογράφου Ερύσσου Δημ. Παπαδημητρίου, νομίμως μεταγεγραμμένη), περί τον μήνα δε Αύγουστο του έτους 1940 η Χ1 χα Ω, μητέρα των αρχικών έξι συγκληρονόμων, μεταβίβασε με άτυπη δωρεά και ισομερώς το εξ αδιαιρέτου μερίδιό της από τις εξ αδιαθέτου κληρονομιές των τέκνων της Ν και Λ στα τέκνα της Π, Ρ και Ξ, αποξενωθείσα έκτοτε η ίδια από τη νομή του ακινήτου.
Τον Οκτώβριο του έτους 1943 οι συγκύριοι του ανωτέρω ακινήτου και συννομείς του κατά το ποσοστό εξ αδιαιρέτου της μητέρας τους, που τους είχε μεταβιβασθεί ατύπως, κατά τα προεκτεθέντα, ήτοι ο Ρ, Ξ και Π, ενεργώντας ο πρώτος για τον εαυτό του αλλά και ως εκπρόσωπος των τριών τέκνων του Κ2, Τ και Ν, προρρηθέντων διαδίκων, προέβησαν σε άτυπη διανομή του επιδίκου ως άνω (πρώτου) αγροτεμαχίου (σχετικές και οι από 23.10.1943 ιδιόχειρες επιστολές του Ρ προς τους αδελφούς του Ξ και Π και του Π προς τον αδελφό του Ρ), και έλαβαν ο μεν Ρ τμήμα νοτίως του μείζονος ακινήτου, εμβαδού 4.000 τ.μ, περίπου, και έτερον τμήμα προς βορράν του ακινήτου, στην ειδικότερη θέση ..., εμβαδού 12.000 τ.μ.
περίπου, οι δε λοιποί συγκύριοι και συννομείς ως άνω Ξ και Π το υπόλοιπο τμήμα του ακινήτου, εμβαδού 35.000 τ.μ. περίπου, που είναι και το πρώτο από τα επίδικα ακίνητα. Από τα ανωτέρω τμήματα που έλαβε ο Ρ το μεν πρώτο (4.000τ.μ.) κρίθηκε με την πρωτόδικη απόφαση ότι αποτελεί αιγιαλό, ήτοι κοινόχρηστο πράγμα, ανεπίδεκτο χρησικτησίας, και ως προς τη σχετική απορριπτική διάταξη της εκκαλουμένης δεν ασκήθηκε έφεση, το δε δεύτερο (12.000 τ.μ.) ο ίδιος Ρ πώλησε νομοτύπως το έτος 1949 στον Α.
Τον Δεκέμβριο, τέλος, του έτους 1943 ο Ξ πώλησε ατύπως το μερίδιό του στο ανωτέρω ακίνητο στον αδελφό του Π έναντι του ποσού των 2.000.000 κατοχικών δραχμών, το οποίο κατέβαλε στον αδελφό τους Ρ για λογαριασμό του Ξ, σύμφωνα και με το προϋπάρχον και ισχύον υπ' αριθμ.... πληρεξούσιο του τελευταίου προς τους αδελφούς του Π και Ρ που συντάχθηκε στον δημόσιο συμβολαιογράφο Μελβούρνης Αυστραλίας, όπου διέμενε ο πωλητής, ..., και έτσι ολόκληρο το πρώτο από τα επίδικα ακίνητα, εμβαδού, όπως προαναφέρθηκε, 35.000 τ.μ.
περίπου, που βρίσκεται στη θέση ..., περιήλθε στον Π. Από την κατά τα ανωτέρω, το έτος 1943, άτυπη διανομή του μείζονος ακινήτου ο Ρ και τα τέκνα του-προαναφερθέντες διάδικοι αποξενώθηκαν από το επίδικο τμήμα των 35.000 τ.μ. του ακινήτου, το οποίο περιήλθε στους αδελφούς του Ξ και Π, και ουδέποτε άσκησαν πράξεις (συν-)νομής σ' αυτό.
Πράξεις νομής στο επίδικο αυτό τμήμα άσκησαν, εν γνώσει των ανωτέρω και χωρίς αντίρρηση εκ μέρους τους, αρχικά (Οκτώβριος-Δεκέμβριος 1943) οι ειρημένοι Ξ και Π (συννομείς), μετά δε το χρόνο αυτό και μέχρι το έτος 1975, για το οποίο γίνεται λόγος κατωτέρω, μόνος ο Π, στον οποίο και, όπως προαναφέρθηκε, πώλησε ατύπως το μερίδιό του ο αδελφός του Ξ, ο οποίος και αποξενώθηκε έκτοτε του ακινήτου.
Ο Π, ειδικότερα, νεμόταν το επίδικο με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας αρχικά μεν κατά τις διατάξεις του Ιόνιου Πολιτικού Κώδικα, ήτοι δημόσια, φανερά, καλόπιστα και επί λόγω κυριότητας, εν συνεχεία δε, από την εισαγωγή του ΑΚ, κατέχοντας αυτό διανοία κυρίου και ασκώντας στο επίδικο τις προσιδιάζουσες στη φύση του ως αγροτικού ακινήτου πράξεις νομής, όπως και ιδίως καλλιέργεια κατά τακτά χρονικά διαστήματα με βρώμη και κριθάρι στο καλλιεργήσιμο μέρος του, συγκομιδή του ελαιοκάρπου και περιποίηση (κλάδεμα) των υπαρχόντων στο επίδικο ελαιοδένδρων, επίβλεψη και προστασία του ακινήτου έναντι τρίτων, μίσθωση προς τρίτους, και δη στους Β1, Β2, Β3 και Α, προς βόσκηση των ζώων τους, γενόμενος έτσι κύριος ολόκληρου του επιδίκου με έκτακτη χρησικτησία, για την οποία αρκεί εν προκειμένω και μόνος ο υπό τον Αστικό Κώδικα ως άνω χρόνος νομής που υπερβαίνει τα είκοσι έτη (άρθρ. 1045 του ΑΚ).
Ο ίδιος Π είχε στην κυριότητά του και το δεύτερο από τα επίδικα ακίνητα, εμβαδού, όπως προαναφέρθηκε, 20.000 τ.μ. περίπου, το οποίο είχε αγοράσει παρά κυρίου με το νομίμως μετεγραφέν υπ' αριθμ. .../1935 συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Ερυσσού Δημ. Παπαδημητρίου και το οποίο νεμόταν έκτοτε μέχρι το έτος 1975 με τα ειρημένα προσόντα έκτακτης χρησικτησίας (αλλά και της τακτικής), λειτουργώντας σ' αυτό λατομείο εξόρυξης στόκου, με τις σχετικές εγκαταστάσεις, και μισθώνοντάς το προς τρίτους (Β1 και Β3) για βόσκηση των ζώων τους.
Με το υπ' αριθμ. ... ειδικό πληρεξούσιο του συμβολαιογράφου Αργοστολίου Γεράσιμου Αυγερινού ο ανωτέρω Π, νοσηλευόμενος στο Κρατικό Νοσοκομείο Αργοστολίου ύστερα από εγκεφαλικό επεισόδιο, κατέστησε ειδικόν πληρεξούσιο του τον Γ και έδωσε σ' αυτόν την εντολή και πληρεξουσιότητα να μεταβιβάσει κατά πλήρη κυριότητα και κατοχή α) στον ανεψιό του Ψ2 του Ρ-δεύτερο εναγόμενο το οικόπεδο του με την εντός αυτού οικία που βρίσκεται στα ...
και το "ελαιοστάσιο" στη θέση ... της κτηματικής περιφέρειας ..., έναντι ισόβιας διατροφής, φροντίδας και ιατροφαρμακευτικής περιθάλψεως, και β) στον ίδιο ως άνω ανεψιό του Ψ2 και στον μικρανεψιό του Σ, πρώτον αρχικά εναγόμενο και δικαιοπάροχο των τεσσάρων πρώτων εφεσίβλητων, όλα τα υπόλοιπα ακίνητά του ή ιδανικά μερίδια ακινήτων του που βρίσκονται στην περιφέρεια ..., από κοινού, αδιαίρετα και κατ' ίσα μέρη, έναντι υποχρεώσεως του καθενός από αυτούς να του παρέχουν ισόβια διατροφή, περίθαλψη και ιατροφαρμακευτική μέριμνα.
Με το υπ' αριθμ. ... συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Σαμαίων Βασ. Δρακουλόγκωνα που μεταγράφηκε νόμιμα ο ειρημένος Γ ως πληρεξούσιος και για λογαριασμό του Π μεταβίβασε κατά κυριότητα, νομή και κατοχή, χάριν ισοβίου προσόδου, προς τον Σ, πρώτο εναγόμενο, και Ψ2, δεύτερο εναγόμενο, οι οποίοι πέθαναν κατά τη διάρκεια της δίκης και στη δικονομική τους θέση υπεισήλθαν οι καθολικοί τους διάδοχοι-και ήδη αναιρεσίβλητοιτα δύο επίδικα ακίνητα και κατά το 1/2 εξ αδιαιρέτου στον καθένα, οι τελευταίοι δε από τη μεταβίβαση αυτή των επιδίκων τα έλαβαν στη φυσική τους εξουσία (κατοχή), την οποία ασκούσαν έκτοτε και μέχρι την άσκηση της αγωγής (Αύγουστος 1990) διάνοια κυρίου, καλοπίστως και με νόμιμο τίτλο κατά το ανωτέρω ποσοστό εξ αδιαιρέτου ο καθένας, μισθώνοντας τα ακίνητα σε τρίτους (Δ και Β3) προς βόσκηση των ζώων τους, συλλέγοντας τον καρπό των ελαιοδένδρων του πρώτου, και περιφράσσοντας και επιτηρώντας τα επίδικα και έναντι των τρίτων χωρίς να ενοχληθούν από κανέναν.
Κατά τη σύνταξη του ως άνω πληρεξουσίου συμβολαίου ο εντολέας Α1 νοσηλευόταν, λόγω εγκεφαλικού επεισοδίου που είχε υποστεί, τούτο όμως δεν του είχε στερήσει τη χρήση του λογικού κα τη συνείδηση των πράξεών του ούτε τον είχε περιαγάγει σε ψυχική ή διανοητική διαταραχή που να περιόριζε αποφασιστικά τη λειτουργία της βούλησής του.
Απεναντίας, ο ανωτέρω βρισκόταν σε απόλυτη πνευματική διαύγεια (σημειώνεται ότι δεν νοσηλευόταν στη Μονάδα Εντατικής Θεραπείας του Νοσοκομείου) και είχε πλήρη συνείδηση των πράξεών του, η επιλογή δε των ως άνω προσώπων (εναγομένων) για τη μεταβίβαση των ακινήτων του έγινε σκοπίμως, μετά την άρνηση των δύο πρώτων εναγουσών (αλλά και του δεύτερου εναγομένου-αδελφού τους) να τον ενισχύσουν οικονομικά, και προς εξασφάλιση της ειρημένης ισόβιας διατροφής και φροντίδας που συμφωνήθηκε έναντι της μεταβιβάσεως των ακινήτων.
Το γεγονός δε και μόνον ότι ο ειρημένος εντολέας απεβίωσε μετά από τριάντα επτά ημέρες από την παροχή της εντολής (20.10.1975) δεν αναιρεί τα ανωτέρω, αφού κατά τον κρίσιμο χρόνο της παροχής της εντολής ο εντολέας είχε πλήρη συνείδηση των πράξεών του, κατά τα προεκτεθέντα. Εξάλλου η κατά τα ανωτέρω μεταβίβαση των επιδίκων στους εναγομένους έγινε εντός των πλαισίων της εντολής που είχε δώσει ο κύριος των ακινήτων Π στον εντολοδόχο Γ, αφού και όπως είχε προαναφερθεί με το ως άνω πληρεξούσιο δόθηκε εντολή στον τελευταίο να μεταβιβάσει στον δεύτερο εναγόμενο από το πρώτο ακίνητο (θέση ...) μόνον το "ελαιοστάσιο", που όμως απαριθμεί περί τα είκοσι δένδρα ελιάς, συγκεντρωμένα σε έκταση μισού περίπου στρέμματος του ακινήτου, τα δε υπόλοιπα ακίνητά του ή τα ιδανικά του μερίδια επί των ακινήτων και στους δύο εναγομένους κατ' ισομοιρίαν, όπως και έγινε με το προαναφερθέν υπ' αριθμ. ...
μεταβιβαστικό των επιδίκων συμβόλαιο. Έτσι, αφ' ενός μεν η περιεχόμενη στο ως άνω πληρεξούσιο συμβόλαιο δήλωση βουλήσεως του εντολέως Π προς μεταβίβαση των ακινήτων (εντολή προς μεταβίβαση) δεν πάσχει από ακυρότητα λόγω στερήσεως της συνειδήσεως των πράξεών του (άρθρ. 131 του ΑΚ), αφ' ετέρου δε η επακολουθήσασα μεταβίβαση των ακινήτων στους εναγομένους από τον εντολοδόχο Γ δεν έγινε καθ' υπέρβαση της δοθείσης στον τελευταίο εντολής και πληρεξουσιότητας, όπως αβάσιμα ισχυρίστηκαν οι ενάγουσες με την ένδικη αγωγή τους, και είναι επίσης αβάσιμα και απορριπτέα τα αντίθετα που οι τελευταίες υποστηρίζουν με τους έβδομον και όγδοο λόγους της εφέσεώς τους, παραπονουμενες για την όμοια παραδοχή της εκκαλουμένης.
Με τη μεταβίβαση αυτή επομένως οι εναγόμενοι έγιναν συγκύριοι των επιδίκων, ως αποκτήσαντες παρά κυρίου (παράγωγος τρόπος κτήσεως της κυριότητας, άρθρ. 1033 του ΑΚ), συγκυριότητα άλλωστε που απέκτησαν και πρωτοτύπως, ήτοι με τακτική (άρθρ. 1041 του ΑΚ), αλλά και με έκτακτη χρησικτησία (άρθρ. 1045 του ΑΚ), με τα προσόντα των οποίων και κατά τον αντίστοιχο χρόνο ενέμοντο τα επίδικα, κατά τα προεκτεθέντα, προσμετρώντας, στη δεύτερη περίπτωση, και τον χρόνο της χρησικτησίας του δικαιοπαρόχου τους (άρθρ. 1051 του ΑΚ).
Οι ενάγουσες και ήδη αναιρεσείουσες ουδέποτε άσκησαν πράξεις νομής επί των επιδίκων, τα οποία και δεν κατείχαν, ούτε αυτές ούτε οι φερόμενοι ως δικαιοπάροχοί τους Ρ και Ξ από την κατά τα ανωτέρω άτυπη διανομή (Οκτώβριος 1943) ο πρώτος και την άτυπη επίσης μεταβίβαση του μεριδίου του στον δικαιοπάροχο των εναγομένων ο δεύτερος (Δεκέμβριος 1943) και μέχρι του χρόνου του θανάτου τους (1965 και 1981, αντίστοιχα), και μόνον το έτος 1989, ενόψει της ασκήσεως της ένδικης αγωγής, οι ενάγουσες προέβησαν σε αποδοχή της κληρονομίας των ανωτέρω Ρ και Ξ (υπ' αριθμ. ....
πράξεις αποδοχής της συμβολαιογράφου Αργοστολίου Νίκης Κυριακάτου-Ρασσιά, νομίμως μεταγεγραμμένης), η οποία όμως κανένα δικαίωμα κυριότητας στα επίδικα δεν προσπόρισε στις ενάγουσες, αφού τα ακίνητα αυτά δεν ανήκαν στην κληρονομιαία περιουσία των φερομένων ως δικαιοπαρόχων τους ως άνω προσώπων". Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο έκρινε, ότι η ένδικη διεκδικητική ακινήτων αγωγή έπρεπε να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμη, ακολούθως δε, απέρριψε την έφεση των εναγουσών και ήδη αναιρεσειουσών, επικυρώνοντας, έτσι, την εκκαλούμενη απόφαση, που είχε εκφέρει όμοια κρίση.
Ο δεύτερος, επομένως, κατά το πρώτο μέρος του, λόγος της αναίρεσης, με τον οποίο οι αναιρεσείουσες μέμφονται την προσβαλλόμενη απόφαση για πλημμέλεια από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, γιατί το Εφετείο στέρησε την απόφασή του από τη νόμιμη βάση της, αφού διέλαβε σ' αυτή ανεπαρκείς και ελλιπείς αιτιολογίες ως προς τα ουσιώδη ζητήματα της κατά το έτος 1936 κατακύρωσης των κληρονομικών μεριδίων του Μ υπέρ του αδελφού του Π, της μη εξειδίκευσης της άτυπης διανομής του πρώτου επίδικου ακινήτου, που πραγματοποιήθηκε κατά μήνα Οκτώβριο 1943 μεταξύ των συγκυρίων του Ρ, Ξ και Π, της μη εξειδίκευσης της άτυπης πώλησης του μεριδίου του Ξ στον αδελφό του Π, που πραγματοποιήθηκε το μήνα Δεκέμβριο 1943 αντί τιμήματος 2.000.000 κατοχικών δραχμών, της μη εξειδίκευσης της "νομότυπης" πώλησης του τμήματος 12.000 τετρ.
μέτρων του προμνημονευόμενου ακινήτου, που πραγματοποιήθηκε το έτος 1949 από τον Ρ στον Α, της μη εξειδίκευσης του προσώπου του "κυρίου", πωλητή του δεύτερου επίδικου ακινήτου, που περιήλθε στην κυριότητα του Π το έτος 1935 (με βάση το ... συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Ερύσσου Δημ. Παπαδημητρίου) και, τέλος, της μη διευκρίνισης γιατί τα επίδικα ακίνητα δεν ανήκαν στην κληρονομιαία περιουσία των φερόμενων ως δικαιοπαρόχων των αναιρεσειουσών Ρ και Ξ, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, εφόσον το Εφετείο, του οποίου το αποδεικτικό πόρισμα εκτίθεται με σαφήνεια, διέλαβε πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο της ουσιαστικής αβασιμότητας της ένδικης διεκδικητικής αγωγής.
Με τους συναφείς δεύτερο, κατά το τρίτο μέρος του, λόγο του κύριου αναιρετηρίου και δεύτερο, αντίστοιχα, πρόσθετο λόγο ψέγεται η προσβαλλόμενη απόφαση για πλημμέλεια από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, γιατί το Εφετείο διέλαβε ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες ως προς τα ουσιώδη ζητήματα της μη εξειδίκευσης των ακινήτων που αναφέρονται στο πληρεξούσιο έγγραφο, για τα οποία δόθηκε η προς μεταβίβασή τους εντολή, καθώς και της μη υπέρβασης της εντολής και πληρεξουσιότητας που δόθηκε στο Γ από το Π, αφού, ειδικότερα, δέχθηκε ότι: "Με το υπ' αριθμ. ...
ειδικό πληρεξούσιο του συμβολαιογράφου Αργοστολίου Γεράσιμου Αυγερινού ο ανωτέρω Α1, νοσηλευόμενος στο Κρατικό Νοσοκομείο Αργοστολίου ύστερα από εγκεφαλικό επεισόδιο, κατέστησε ειδικόν πληρεξούσιό του τον Γ και έδωσε σ' αυτόν την εντολή και πληρεξουσιότητα να μεταβιβάσει κατά πλήρη κυριότητα και κατοχή α) στον ανεψιό του Ψ2 του Ρ -δεύτερο εναγόμενο το οικόπεδό του με την εντός αυτού οικία που βρίσκεται στα ...
και το "ελαιοστάσιο" στη θέση ... της κτηματικής περιφέρειας ..., έναντι ισόβιας διατροφής, φροντίδας και ιατροφαρμακευτικής περιθάλψεως, και β) στον ίδιο ως άνω ανεψιό του Ψ2 και στον μικρανεψιό του Σ, πρώτον αρχικά εναγόμενο και δικαιοπάροχο των τεσσάρων πρώτων εφεσιβλήτων, όλα τα υπόλοιπα ακίνητά του ή ιδανικά μερίδια ακινήτων του που βρίσκονται στην περιφέρεια ..., από κοινού, αδιαίρετα και κατ' ίσα μέρη, έναντι υποχρεώσεως του καθενός από αυτούς να του παρέχουν ισόβια διατροφή, περίθαλψη και ιατροφαρμακευτική μέριμνα.." περαιτέρω, όμως, εντελώς αντιφατικά, δέχθηκε, ότι: "...
Με το υπ' αριθμ. ... συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Σαμαίων Βασ. Δρακουλόγκωνα που μεταγράφηκε νόμιμα ο ειρημένος Γ, ως πληρεξούσιος και για λογαριασμό του Π μεταβίβασε κατά κυριότητα, νομή και κατοχή, χάριν ισοβίου προσόδου, προς τον Σ, πρώτο εναγόμενο, και Ψ2, δεύτερο εναγόμενο, τα δύο επίδικα ακίνητα και κατά το 1/2 εξ αδιαιρέτου στον καθένα, οι τελευταίοι δε από τη μεταβίβαση αυτή των επιδίκων τα έλαβαν στη φυσική τους εξουσία (κατοχή), την οποία ασκούσαν έκτοτε και μέχρι την άσκηση της αγωγής (Αύγουστος 1990) διανοία κυρίου, καλοπίστως και με νόμιμο τίτλο κατά το ανωτέρω ποσοστό εξ αδιαιρέτου ο καθένας, μισθώνοντας τα ακίνητα σε τρίτους (Δ και Β3) προς βόσκηση των ζώων τους ... .
Εξάλλου η κατά τα ανωτέρω μεταβίβαση των επιδίκων στους εναγομένους έγινε εντός των πλαισίων της εντολής που είχε δώσει ο κύριος των ακινήτων Π στον εντολοδόχο Γ, αφού και όπως είχε προαναφερθεί με το ως άνω πληρεξούσιο δόθηκε εντολή στον τελευταίο να μεταβιβάσει στον δεύτερο εναγόμενο από το πρώτο ακίνητο (θέση ...) μόνον το "ελαιοστάσιο", που όμως απαριθμεί περί τα είκοσι δένδρα ελιάς, συγκεντρωμένα σε έκταση μισού περίπου στρέμματος του ακινήτου, τα δε υπόλοιπα ακίνητά του ή τα ιδανικά του μερίδια επί των ακινήτων και στους δύο εναγομένους κατ' ισομοιρίαν, όπως και έγινε με το προαναφερθέν υπ' αριθμ. ...μεταβιβαστικό των επιδίκων συμβόλαιο.
Έτσι, αφ' ενός μεν η περιεχόμενη στο ως άνω πληρεξούσιο συμβόλαιο δήλωση βουλήσεως του εντολέως Π προς μεταβίβαση των ακινήτων (εντολή προς μεταβίβαση) δεν πάσχει από ακυρότητα λόγω στερήσεως της συνειδήσεως των πράξεών του (άρθρ. 131 του ΑΚ), αφ' ετέρου δε η επακολουθήσασα μεταβίβαση των ακινήτων στους εναγομένους από τον εντολοδόχο Γ δεν έγινε καθ' υπέρβαση της δοθείσης στον τελευταίο εντολής και πληρεξουσιότητας, όπως αβάσιμα ισχυρίστηκαν οι ενάγουσες με την ένδικη αγωγή τους, και είναι επίσης αβάσιμα και απορριπτέα τα αντίθετα που οι τελευταίες υποστηρίζουν με τους έβδομο και όγδοο λόγους της εφέσεως τους, παραπονούμενες για την όμοια παραδοχή της εκκαλουμένης.
Με τη μεταβίβαση αυτή, επομένως, οι εναγόμενοι έγιναν συγκύριοι των επιδίκων ως αποκτήσαντες παρά κυρίου (παράγωγος τρόπος, κτήσεως της κυριότητας, άρθρ. 1033 του ΑΚ) ..." Δέχθηκε, δηλαδή, το Εφετείο ότι η μεταβίβαση κυριότητας των επίδικων ακινήτων δεν έγινε καθ' υπέρβαση των ορίων της εντολής και πληρεξουσιότητας που δόθηκε με το ...
ειδικό πληρεξούσιο, που προμνημονεύθηκε, μολονότι από το περιεχόμενο του ... συμβολαίου, που, επίσης, προμνημονεύθηκε, προκύπτει σαφώς, ότι ο ειδικός πληρεξούσιος Γ υπερέβη τα όρια της εντολής και πληρεξουσιότητας που του δόθηκε. Οι εξεταζόμενοι αυτοί αναιρετικοί λόγοι είναι απορριπτέοι, ως αλυσιτελείς, αφού η ένσταση ίδιας κυριότητας των εναγομένων στα επίδικα ακίνητα στηρίζεται τόσο στον παράγωγο, όσο και στον πρωτότυπο τρόπο (τακτική και έκτακτη χρησικτησία), ο τελευταίος δε όσον αφορά την έκτακτη (και μόνο) χρησικτησία δεν πλήττεται επιτυχώς με λόγο αναίρεσης και στηρίζει αυτοτελώς το διατακτικό της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης.
Το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, δέχθηκε, ειδικότερα, ότι: "... Ο Π, ειδικότερα, νεμόταν το επίδικο με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας αρχικά μεν κατά τις διατάξεις του Ιόνιου Πολιτικού Κώδικα, ήτοι δημόσια, φανερά, καλόπιστα και επί λόγω κυριότητας, εν συνεχεία δε, από την εισαγωγή του ΑΚ, κατέχοντας αυτό διανοία κυρίου και ασκώντας στο επίδικο τις προσιδιάζουσες στη φύση του ως αγροτικού ακινήτου πράξεις νομής, όπως και ιδίως καλλιέργεια κατά τακτά χρονικά διαστήματα με βρώμη και κριθάρι στο καλλιεργήσιμο μέρος του, συγκομιδή του ελαιοκάρπου και περιποίηση (κλάδεμα) των υπαρχόντων στο επίδικο ελαιοδένδρων, επίβλεψη και προστασία του ακινήτου έναντι τρίτων, μίσθωση προς τρίτους, και δη στους Β1, Β2, Β3 και Α, προς βόσκηση των ζώων τους, γενόμενος έτσι κύριος ολόκληρου του επιδίκου με έκτακτη χρησικτησία, για την οποία αρκεί εν προκειμένω και μόνος ο υπό τον Αστικό Κώδικα ως άνω χρόνος νομής που υπερβαίνει τα είκοσι έτη (άρθρ. 1045 του ΑΚ).
Ο ίδιος Π είχε στην κυριότητά του και το δεύτερο από τα επίδικα ακίνητα, εμβαδού, όπως προαναφέρθηκε, 20.000 τ. μ. περίπου, το οποίο είχε αγοράσει παρά κυρίου με το νομίμως μετεγραφέν υπ' αριθμ.... συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Ερύσσου Δημ. Παπαδημητρίου και το οποίο νεμόταν έκτοτε μέχρι το έτος 1975 με τα ειρημένα προσόντα έκτακτης χρησικτησίας (αλλά και της τακτικής), λειτουργώντας σ' αυτό λατομείο εξόρυξης στόκου, με τις σχετικές εγκαταστάσεις, και μισθώνοντάς το προς τρίτους (Β1 και Β3) για βόσκηση των ζώων τους...
Με το υπ'αριθμ. .... συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Σαμαίων Βασ. Δρακολόγκωνα που μεταγράφηκε νόμιμα ο ειρημένος Γ ως πληρεξούσιος και για λογαριασμό του Π μεταβίβασε κατά κυριότητα, νομή και κατοχή, χάριν ισοβίου προσόδου προς τον Σ, πρώτο εναγόμενο και Ψ2 τα δύο επίδικα ακίνητα και κατά το 1/2 εξ αδιαιρέτου στον καθένα, οι τελευταίοι δε από τη μεταβίβαση αυτή των επιδίκων τα έλαβαν στη φυσική τους εξουσία (κατοχή), την οποία ασκούσαν έκτοτε και μέχρι την άσκηση της αγωγής (Αύγουστος 1990) διανοία κυρίου, καλοπίστως και με νόμιμο τίτλο κατά το ανωτέρω ποσοστό εξ αδιαιρέτου ο καθένας, μισθώνοντας τα ακίνητα σε τρίτους (Δ και Β3) προς βόσκηση των ζώων τους, συλλέγοντας τον καρπό των ελαιοδένδρων του πρώτου και περιφράσσοντας και επιτηρώντας τα επίδικα και έναντι των τρίτων χωρίς να ενοχληθούν από κανένα ... .
Με τη μεταβίβαση αυτή επομένως οι εναγόμενοι έγιναν συγκύριοι των επιδίκων, ως αποκτήσαντες παρά κυρίου (παράγωγος τρόπος κτήσεως της κυριότητας, άρθρ. 1033 του ΑΚ), συγκυριότητα άλλωστε που απέκτησαν και πρωτοτύπως, ήτοι με τακτική (άρθρ. 1041 του ΑΚ), αλλά και με έκτακτη χρησικτησία (άρθρ. 1045 του ΑΚ), με τα προσόντα των οποίων και κατά τον αντίστοιχο χρόνο ενέμοντο τα επίδικα, κατά τα προεκτεθέντα, προσμετρώντας, στη δεύτερη περίπτωση, και τον χρόνο της χρησικτησίας του δικαιοπαρόχου τους (άρθρ. 1051 του ΑΚ).
Οι ενάγουσες ουδέποτε άσκησαν πράξεις νομής επί των επιδίκων, τα οποία και δεν κατείχαν, ούτε αυτές ούτε οι φερόμενοι ως δικαιοπάροχοί τους Ρ και Ξ από την κατά τα ανωτέρω άτυπη διανομή (Οκτώβριος 1943) ο πρώτος και την άτυπη επίσης μεταβίβαση του μεριδίου του στον δικαιοπάροχο των εναγομένων ο δεύτερος (Δεκέμβριος 1943) και μέχρι του χρόνου του θανάτου τους (1965 και 1981, αντίστοιχα), και μόνον το έτος 1989, ενόψει δε της ασκήσεως της ένδικης αγωγής, οι ενάγουσες προέβησαν σε αποδοχή της κληρονομιάς των ανωτέρω Ρ και Ξ (υπ' αριθμ. ...
πράξεις αποδοχής της συμβολαιογράφου Αργοστολίου Νίκης Κυριακάτου-Ρασσιά, νομίμως μεταγεγραμμένες), η οποία όμως κανένα δικαίωμα κυριότητας στα επίδικα δεν προσπόρισε στις ενάγουσες, αφού τα ακίνητα αυτά δεν ανήκαν στην κληρονομιαία περιουσία των φερομένων ως δικαιοπαρόχων τους ως άνω προσώπων...".
Ακολούθως, το Εφετείο έκρινε, όπως έχει ήδη εκτεθεί, ότι η ένδικη αγωγή έπρεπε να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμη, επικυρώνοντας, έτσι, την πρωτόδικη απόφαση, που είχε εκφέρει όμοια κρίση. Κρίνοντας, έτσι, το Εφετείο, εξέθεσε με σαφήνεια και πληρότητα το από τις αποδείξεις πόρισμα, στο οποίο εκείνο οδηγήθηκε και τα αναγκαία για την εφαρμογή των ουσιαστικού δικαίου διατάξεων των άρθρων 974, 1041 και 1045 ΑΚ πραγματικά γεγονότα.
Ο τρίτος, επομένως, κατά το δεύτερο και τρίτο, αντίστοιχα, μέρος του, λόγος του κύριου αναιρετηρίου, με τον οποίο προβάλλονται αιτιάσεις από τους αριθμούς 1 και 19, αντίστοιχα, του άρθρου 559 ΚΠολΔ, γιατί το Εφετείο, αγνοώντας τα προμνημονευόμενα έγγραφα των αναιρεσειουσών, κατέληξε στην κρίση, ότι οι τελευταίες δεν άσκησαν ποτέ πράξεις νομής στα επίδικα ακίνητα κατά το κρίσιμο χρονικό διάστημα, παραβιάζοντας, έτσι, ευθέως και εκ πλαγίου τις αμέσως πιο πάνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, είναι απορριπτέος προεχόντως μεν, ως αβάσιμος, αλλιώς, ως απαράδεκτος, εφόσον με αυτόν πλήττεται αποκλειστικά η ανέλεγκτη περί πραγμάτων κρίση του δικαστηρίου της ουσίας.
Ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 11 περίπτ. γ' του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ,, κατά τον οποίο επιτρέπεται αναίρεση, αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν, ελέγχεται ουσιαστικά αβάσιμος, αν αποδεικνύεται από την προσβαλλόμενη απόφαση, ότι το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι προς απόδειξη των ισχυρισμών τους.
Προς τούτο αρκεί η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου (μάρτυρες, έγγραφα κλπ), που έλαβε υπόψη του το δικαστήριο, χωρίς την ανάγκη ειδικής μνείας και αξιολόγησης εκάστου και χωρίς διάκριση από ποια αποδεικτικά μέσα προκύπτει άμεση και από ποια έμμεση απόδειξη. Στην προκείμενη περίπτωση, με τους συναφείς τρίτο, κατά το πρώτο μέρος του, λόγο του κύριου αναιρετηρίου και πρώτο, κατά το πρώτο μέρος του, πρόσθετο λόγο προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, η από τον αριθμό 11 περίπτ.
γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, γιατί το Εφετείο, προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα ως προς την απόρριψη της ένδικης αγωγής ως ουσιαστικά αβάσιμης, δεν έλαβε υπόψη και δεν συνεκτίμησε με τις λοιπές αποδείξεις τα ακόλουθα έγγραφα: α) τα από 20-9-1976, 10-8-1985 και 1-11-1967, αντίστοιχα, ιδιωτικά συμφωνητικά μίσθωσης, που συντάχθηκαν το πρώτο μεν απ'αυτά μεταξύ του αρχικά δεύτερου εναγομένου Ψ2 ως εκμισθωτή, ενεργούντος στο όνομα και για λογαριασμό και των λοιπών συγκληρονόμων και του Α, ως μισθωτή, το δε δεύτερο μεταξύ των Ψ2, Χ1 και Χ2 ως εκμισθωτών και του Α ως μισθωτή και, τέλος, το τρίτο μεταξύ των Ψ2, Ψ4 και Χ1, ως εκμισθωτών και του Ε ως μισθωτή καθώς και β) την από 14-7-1946 επιστολή του Ξ προς τον αδελφό του Μ και την από 30-5-1994, αντίστοιχα, επιστολή της Χ5προς το Σ, τα οποία επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι αναιρεσείοντες, προς απόδειξη των ουσιωδών ισχυρισμών τους, ότι στα επίδικα ακίνητα κατά το κρίσιμο χρονικό διάστημα, ασκούσαν πράξεις νομής οι ήδη πρώτη και δεύτερη από τις αναιρεσείουσες Χ1 και Χ2, καθώς και ο αρχικά δεύτερος εναγόμενος Ψ2 στο όνομα και για λογαριασμό όλων των συγκληρονόμων και όχι ο αρχικά πρώτος εναγόμενος Σ και ότι κατά το έτος 1943 δεν έγινε καμιά άτυπη διανομή ολόκληρου του πρώτου επίδικου ακινήτου.
Ο εξεταζόμενος αυτός αναιρετικός λόγος είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, αφού, από την υπάρχουσα στην προσβαλλόμενη απόφαση βεβαίωση, κατά την οποία τα περιστατικά που έγιναν δεκτά από το πιο πάνω Δικαστήριο ως αποδεικνυόμενα αναφορικά με τους ισχυρισμούς των διαδίκων αποδείχθηκαν, μεταξύ άλλων και "από τα έγγραφα τα οποία οι διάδικοι προσκομίζουν και επικαλούνται ...", σε συνδυασμό και με το γεγονός ότι στο αιτιολογικό της απόφασης δεν υπάρχει κανένα απολύτως στοιχείο από το οποίο να μπορεί να δημιουργηθεί αμφιβολία για το αν το Εφετείο έλαβε υπόψη του και τα παραπάνω έγγραφα δεν καταλείπεται καμία αμφιβολία, ότι το εν λόγω Δικαστήριο, προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα, ως προς τους κρίσιμους ισχυρισμούς των διαδίκων, έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε και τα έγγραφα αυτά, από τα οποία μάλιστα τα τρία ιδιωτικά συμφωνητικά μίσθωσης αφορούν το στην αγωγή περιγραφόμενο ακίνητο στη θέση ...
περιοχής ... -εμβαδού 4.000 τετρ. μέτρων- το οποίο κρίθηκε με την πρωτόδικη απόφαση, ότι αποτελεί αιγιαλό, δηλαδή κοινόχρηστο πράγμα, ανεπίδεκτο χρησικτησίας, ως προς δε τη σχετική απορριπτική διάταξη της εκκαλούμενης απόφασης, όπως δέχεται το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφαση, δεν ασκήθηκε έφεση από μέρους των αναιρεσειουσών, - χωρίς να είναι υποχρεωμένο να κάνει ειδική μνεία ή χωριστή αξιολόγηση του περιεχομένου της καθεμιάς από τις επίμαχες επιστολές.
Ο από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης δεν ιδρύεται, όταν οι επισημαινόμενες ελλείψεις στην αιτιολόγηση της απόφασης ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και ιδιαίτερο στην ανάλυση, αξιολόγηση και στάθμιση του πορίσματος που εξάγεται απ' αυτές, εφόσον το εν λόγω πόρισμα εκτίθεται με σαφήνεια. Με τα δεδομένα αυτά, ο πρώτος, κατά το δεύτερο μέρος του, πρόσθετος λόγος, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, γιατί το Εφετείο, με το να μη λάβει υπόψη το περιεχόμενο των προμνημονευόμενων από 14-7-1946 και 30-5-1994, αντίστοιχα, επιστολών, τις οποίες επικαλέστηκαν οι αναιρεσείουσες, ενώ επιλεκτικά δέχθηκε το περιεχόμενο των ειδικότερα αναφερόμενων σ' αυτή επιστολών, διέλαβε ελλιπείς αιτιολογίες ως προς τη θεμελίωση των εμπράγματων δικαιωμάτων των δικαιοπαρόχων των αναιρεσιβλήτων στα επίδικα ακίνητά και, έτσι, στέρησε την απόφασή του από τη νόμιμη βάση της, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, εφόσον οι προβαλλόμενες με αυτόν αιτιάσεις ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων, το από τις οποίες πόρισμα εκτίθεται σαφώς.
Ο από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται μόνο όταν η πλημμέλεια αναφέρεται σε δικονομική ακυρότητα, δηλαδή, σε εκείνη που ανάγεται στη διαδικασία και είναι συνέπεια εφαρμογής δικονομικής διάταξης, όχι δε σε ακυρότητα του ουσιαστικού δικαίου, η παράβαση της οποίας ελέγχεται αναιρετικά με τον από τον αριθμό 1 του ίδιου πιο πάνω άρθρου προβλεπόμενο λόγο (Ολ.ΑΠ 12/2000, Ολ.ΑΠ 1/1999).
Ο τέταρτος, επομένως, λόγος της αναίρεσης, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, γιατί το Εφετείο παρά το νόμο δεν κήρυξε την ακυρότητα του ... συμβολαίου του συμβολαιογράφου Σαμαίων Βασ. Δρακολόγκωνα, γιατί αυτό συντάχθηκε καθ' υπέρβαση των εντολών του Π προς τον πληρεξούσιο δικηγόρο Γ προς μεταβίβαση στους ανηψιούς του Υ και Σ (αρχικούς εναγομένους) τα σ' αυτό το συμβόλαιο ειδικότερα μνημονευόμενα ακίνητα, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, εφόσον η υπέρβαση των ορίων της εντολής, - η οποία, ας σημειωθεί, ισχύει μόνο έναντι του εντολέα, κατ' εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 717 ΑΚ, -επιφέρει ακυρότητα του ουσιαστικού δικαίου και μόνο.
Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 10 Κ.Πολ.Δ., όπως τούτο διαχρονικώς εφαρμόζεται στην εξεταζόμενη υπόθεση (άρθρο 22 §2 ν.2915/2001), αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχθηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς να έχει διατάξει απόδειξη γι' αυτά.
Ο λόγος αυτός αναίρεσης δημιουργείται όταν το δικαστήριο δέχθηκε πράγματα, δηλαδή αυτοτελείς πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων, οι οποίοι τείνουν σε θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του δικαιώματος που ασκείται με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση, ως αληθινά χωρίς να διατάξει απόδειξη περί αυτών στις περιπτώσεις που υποχρεούται να πράξει τούτο κατά νόμο.
Ο τρίτος, επομένως, κατά το δεύτερο μέρος του, πρόσθετος λόγος της αναίρεσης, με τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση, ότι το Εφετείο υπέπεσε στην από τον αριθμό 10 περίπτ. β' του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, γιατί παρά το νόμο δέχθηκε πράγματα ως αληθινά χωρίς να διατάξει απόδειξη περί αυτών και, ειδικότερα, δέχθηκε, ότι ο εντολέας Π δεν νοσηλευόταν στη Μονάδα Εντατικής Θεραπείας του Νοσοκομείου, προκειμένου να στηρίξει την κρίση του ότι αυτός "βρισκόταν σε απόλυτη πνευματική διαύγεια και είχε πλήρη συνείδηση των πράξεών του", χωρίς να διατάξει απόδειξη περί της νοσηλείας ή μη του παραπάνω στη Μονάδα Εντατικής Θεραπείας, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, γιατί το γεγονός της νοσηλείας ή μη του Π στην αμέσως πιο πάνω Μονάδα δεν συνιστά πράγμα, με την έννοια που προπαρατέθηκε.
Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 131 ΑΚ, όπως ίσχυε πριν από την τροποποίησή της με εκείνη του άρθρου 16 του ν. 2447/1996, η δήλωση της βούλησης είναι άκυρη, αν κατά το χρόνο που έγινε, το πρόσωπο δεν είχε συνείδηση των πράξεών του ή δεν είχε τη χρήση του λογικού επειδή έπασχε από πνευματική ασθένεια. Με τη διάταξη αυτή θεσπίζεται απόλυτη ακυρότητα της δήλωσης βούλησης, όταν εκείνος που δηλώνει δεν είχε βούληση τη συγκεκριμένη στιγμή, γιατί βρίσκεται σε μια από τις διαζευκτικώς προβλεπόμενες καταστάσεις διανοητικής διαταραχής.
Κρίσιμος χρόνος για τη διανοητική κατάσταση του προσώπου είναι η στιγμή της δήλωσης της βούλησης, γεγονότα δε προγενέστερα ή μεταγενέστερα από τα οποία έμμεσα μπορεί αυτή να συναχθεί, δεν είναι ουσιώδη. Στην προκείμενη περίπτωση, με τον δεύτερο, κατά το δεύτερο μέρος του, λόγο του κύριου αναιρετηρίου και το συναφή προς αυτόν τρίτο, κατά το πρώτο και τρίτο, αντίστοιχα, μέρος του, πρόσθετο λόγο της αναίρεσης προσάπτονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ.
πλημμέλειες, γιατί το Εφετείο με το να δεχθεί, με εσφαλμένη και ελλιπή αιτιολογία, ότι: "Κατά τη σύνταξη του ως άνω πληρεξουσίου συμβολαίου ο εντολέας Π νοσηλευόταν, όπως προαναφέρθηκε, λόγω εγκεφαλικού επεισοδίου που είχε υποστεί, τούτο όμως δεν του είχε στερήσει τη χρήση του λογικού και τη συνείδηση των πράξεών του ούτε τον είχε περιαγάγει σε ψυχική ή διανοητική διαταραχή που να περιόριζε αποφασιστικά τη λειτουργία της βούλησής του.
Απεναντίας, ο ανωτέρω βρισκόταν σε απόλυτη πνευματική διαύγεια (σημειώνεται ότι δεν νοσηλευόταν στη Μονάδα Εντατικής Θεραπείας τού Νοσοκομείου) και είχε πλήρη συνείδηση των πράξεων ...", δηλαδή με το να δεχθεί, ότι ο εντολέας Π βρισκόταν σε απόλυτη πνευματική διαύγεια και είχε πλήρη συνείδηση των πράξεών του, επιστηρίζοντας την κρίση του αυτή στο γεγονός της μη νοσηλείας του παραπάνω στη Μονάδα Εντατικής Θεραπείας του Νοσοκομείου, μολονότι το Κρατικό Νοσοκομείο ...
δεν διέθετε ποτέ μέχρι τότε τέτοια Μονάδα, παραβίασε εκ πλαγίου (με τους δύο πρώτους αναιρετικούς λόγους) και ευθέως (με τον τρίτο αναιρετικό λόγο) την αμέσως πιο πάνω ουσιαστικού δικαίου διάταξη. Οι ερευνώμενοι αυτοί αναιρετικοί λόγοι είναι απορριπτέοι ως απαράδεκτοι, γιατί, υπό την επίκληση της ευθείας και εκ πλαγίου παραβίασης της αμέσως πιο πάνω διάταξης, πλήττεται αποκλειστικά η αναιρετικά ανέλεγκτη περί πραγμάτων κρίση του δικαστηρίου της ουσίας (άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 28-9-2007 αίτηση της Χ1 συζ. Ζ κλπ, για αναίρεση της 608/2007 απόφασης του Εφετείου Πατρών, καθώς και τους από 22-12-2008 πρόσθετους λόγους αυτής.
Καταδικάζει τις αναιρεσείουσες στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των τεσσάρων πρώτων αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα, στις 11 Μαΐου 2010.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 8 Ιουλίου 2010.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ