Legislator Case Law & Legislation
1339/2009 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against will publication ruling as inadmissible due to lack of substantive review authority.

Case Number 1339/2009
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the monastery's appeal against the First Instance Court's decision to publish a handwritten will. The First Instance Court had rejected the appeal as inadmissible, arguing that will publication decisions cannot be challenged via appeal except for specific formal defects or authenticity issues. The Court agreed, noting that the appeal incorrectly attempted to review substantive issues regarding the validity of the will and the donor's capacity, which fall outside the scope of the publication procedure.

Legislator headnote

AI generated

Articles 808 §§1 and 3, 1771, 1774, 1776, 1777 of the Civil Code; A will publication decision is not subject to appeal except for formal defects or authenticity, and substantive validity issues must be resolved in a separate ordinary proceeding.

Keywords

AI generated
will publication procedure inadmissible appeal handwritten will authenticity substantive validity review testamentary capacity civil procedure limitations ecclesiastical property

Cited Legislation

AI generated
Articles 808 §§1 and 3 of the Code of Civil Procedure
Article 1771 of the Civil Code
Article 1774 of the Civil Code
Article 1776 of the Civil Code
Article 1777 of the Civil Code
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1339 / 2009 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 1339/2009

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δημήτριο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο, Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη, Μίμη Γραμματικούδη, Ιωάννη Σίδερη, Σπυρίδωνα Μιτσιάλη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 14 Ιανουαρίου 2009, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ιεράς Μονής ..., που εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Θεόδωρο Θεοδωρόπουλο.

Της αναιρεσίβλητης: Ψ1, η οποία παραστάθηκε με την πληρεξούσια δικηγόρο της Ελένη Ρωμανού.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 14-12-2000 αίτηση της ήδη αναιρεσίβλητης και με την πρόσθετη παρέμβαση της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2049/2002 του ίδιου Δικαστηρίου και 2333/2003 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 10-2-2006 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη ανέγνωσε την από 23-12-2008 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, η πληρεξούσια της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Σύμφωνα με τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 808 §§1 και 3 εδάφιο α' ΚΠολΔ "η δημοσίευση διαθήκης γίνεται με καταχώρισή της, ολόκληρης, στα πρακτικά του δικαστηρίου, στα οποία βεβαιώνονται και όλα τα εξωτερικά ελαττώματά της (§1). Η κήρυξη ιδιόγραφης διαθήκης ως κύριας γίνεται με απόφαση του αρμόδιου για τη δημοσίευσή της δικαστηρίου, εφόσον πιθανολογηθεί η γνησιότητα της γραφής και της υπογραφής του διαθέτη (§3 εδαφ.

α')". Εξάλλου, σύμφωνα μεν με τη διάταξη του άρθρου 1771 εδάφιο α' Α.Κ. "για τη δημοσίευση της διαθήκης συντάσσεται πρακτικό, όπου καταχωρίζεται ολόκληρη η διαθήκη και βεβαίωση για την ύπαρξη ή την ανυπαρξία των εξωτερικών ελαττωμάτων που προβλέπονται στο άρθρο 1721 §4", σύμφωνα δε με τη διάταξη του άρθρου 1774 του ίδιου Κώδικα "όποιος κατέχει ιδιόγραφη διαθήκη οφείλει χωρίς υπαίτια καθυστέρηση μόλις πληροφορηθεί το θάνατο του διαθέτη να την εμφανίσει για δημοσίευση στο πρωτοδικείο είτε της τελευταίας κατοικίας ή διαμονής του διαθέτη είτε της δική του διαμονής.

Η δημοσίευση γίνεται κατά το άρθρο 1771. Η διάταξη του άρθρου 1772 εφαρμόζεται και σ' αυτή την περίπτωση", και τέλος, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 1777 του πιο πάνω Κώδικα, "ιδιόγραφη διαθήκη που δημοσιεύτηκε και κηρύχθηκε κύρια τεκμαίρεται γνήσια, αν επί πέντε χρόνια από τη δημοσίευσή της δεν αμφισβητήθηκε η γνησιότητα της σε δίκη ανάμεσα σε κάποιον απ' αυτούς που διεκδικούν δικαιώματα απ' αυτήν και κάποιον απ' αυτούς που βλάπτονται από την ύπαρξη της".

Από το συνδυασμό των αμέσως πιο πάνω διατάξεων προκύπτουν τα ακόλουθα : Η διαδικασία δημοσίευσης της διαθήκης, που επιβάλλεται από το δημόσιο συμφέρον και, ειδικότερα, την ασφάλεια των συναλλαγών, αποτελεί υποχρέωση του δικαστηρίου, εφόσον φέρει τα τυπικά στοιχεία διάταξης τελευταίας βούλησης, πρόκειται, δηλαδή, για υποστατή έστω και άκυρη διαθήκη ή διαθήκη που έχει ανακληθεί, έστω και αν τα δικαιώματα απ' αυτή έχουν παραγραφεί λόγω της παρέλευσης μακρού χρόνου από το θάνατο του διαθέτη, παράλληλα δε, βεβαιώνεται ο θάνατος του διαθέτη ή η κήρυξή του σε αφάνεια.

Η δημοσίευση διαθήκης, που αποτελεί θεσμό δημόσιας τάξης και, συνακόλουθα, δεν μπορεί να αποκλειστεί, αναβληθεί ή ρυθμιστεί από την ιδιωτική βούληση κατά τρόπο διαφορετικό, γίνεται μετά την ανάγνωσή της στο ακροατήριο-παρά τη μη μνεία αυτής της ανάγνωσης στο οικείο άρθρο - 1771 Α.Κ,.- με καταχώρισή της (ολόκληρης) στα πρακτικά του δικαστηρίου, στα οποία βεβαιώνονται και όλα τα εξωτερικά της ελαττώματα, δηλαδή προσθήκες σε περιθώριο ή σε υστερόγραφο, διαγραφές, παρεγγραφές, ξέσματα ή άλλα εξωτερικά ελαττώματα (επί μυστικής, επίσης, διαθήκης βεβαιώνεται και το αλύμαντο των σφραγίδων).

Στη ρύθμιση αυτή συνηγορεί ο σκοπός δημοσίευσης της διαθήκης, συνιστάμενος στην αποτροπή αλλοίωσης του πρωτοτύπου της μετά τη δημοσίευσή της, καθώς και στην εξασφάλιση απόδειξης της σύνταξης και του περιεχομένου της στην περίπτωση απώλειας ή (ολικής ή μερικής) καταστροφής του πρωτοτύπου της. Εφόσον, όμως, το πρακτικό δημοσίευσης της διαθήκης δεν αποτελεί δικαστική απόφαση, δεν υπάρχει δυνατότητα άσκησης ένδικων μέσων από τους διαδίκους ή τριτανακοπής από τους τρίτους, ούτε, επίσης, δημιουργείται δεδικασμένο.

Οι τρίτοι πάντως που δεν ακούστηκαν, αλλά έχουν έννομο συμφέρον μπορούν να εναντιωθούν στην πράξη δημοσίευσης του δικαστηρίου με την ανακοπή του άρθρου 583 ΚΠολΔ για την ακύρωσή της εξαιτίας της έλλειψης μιας από τις απαιτούμενες νόμιμες για τη δημοσίευση της διαθήκης προϋποθέσεις, όπως π.χ. της ανυπαρξίας της διαθήκης.

Εξάλλου, μετά από αίτηση όποιου έχει έννομο συμφέρον μπορεί η ιδιόγραφη διαθήκη να κηρυχθεί ως κύρια, με απόφαση του αρμόδιου για τη δημοσίευσή της δικαστηρίου, -είτε συγχρόνως με τη δημοσίευσή της, που είναι σύνηθες στην πράξη, είτε μεταγενέστερα, μετά από υποβολή σχετικής αίτησης, είτε με αυτοτελή πρόσθετη παρέμβαση στην εκκρεμή διαδικασία δημοσίευσης της εν λόγω διαθήκης,- υπό την αυτονόητη όμως προϋπόθεση της πιθανολόγησης της γνησιότητας της γραφής και της υπογραφής του διαθέτη.

Με την κήρυξη της ιδιόγραφης διαθήκης ως κύριας δεν παράγεται τεκμήριο γνησιότητας αυτής υπέρ του επικαλουμένου αυτή, που οφείλει να αποδείξει τη γνησιότητά της. Μαχητό τεκμήριο ως προς τη γνησιότητα της γραφής και της υπογραφής του διαθέτη, που είναι δεσμευτικό για όσους βλάπτονται από τη διαθήκη, δημιουργείται μόνο αν επί πέντε χρόνια από τη δημοσίευσή της δεν αμφισβητηθεί η γνησιότητα της γραφής και της υπογραφής του διαθέτη σε δίκη ανάμεσα σε κάποιον που αντλεί δικαιώματα απ' αυτήν και κάποιον που βλάπτεται από την ύπαρξή της.

Η απόφαση που κηρύσσει την ιδιόγραφη διαθήκη ως κύρια υπόκειται στα ένδικα μέσα της έφεσης και της αναίρεσης κατά τις ειδικές διατάξεις που ισχύουν για τις αποφάσεις της εκούσιας δικαιοδοσίας (άρθρα 760. 761, 762 και 769 ΚΠολΔ), εφόσον η κήρυξη ιδιόγραφης διαθήκης ως κύριας αποτελεί γνήσια υπόθεση της πιο πάνω δικαιοδοσίας, καθώς και σε τριτανακοπή (άρθρο 773 ΚΠολΔ) από μέρους του βλαπτόμενου τρίτου από το παραγόμενο από την κήρυξη της εν λόγω διαθήκης ως κύριας, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 1777 ΑΚ, τεκμήριο γνησιότητάς της.

Εφόσον, επίσης, οι συνέπειες της αμέσως πιο πάνω απόφασης περιορίζονται στη δημιουργία μαχητού τεκμηρίου ως προς τη γνησιότητα της γραφής και υπογραφής του διαθέτη και μάλιστα δεσμευτικού για τους βλαπτομένους από την ιδιόγραφη διαθήκη, παρέπεται ότι η προσβολή της εν λόγω απόφασης με το ένδικο μέσο της έφεσης επιτρέπεται μόνο για λόγους που αφορούν τη γνησιότητα της ιδιόγραφης διαθήκης προς αποτροπή της δημιουργίας του (μαχητού) τεκμηρίου γνησιότητάς της μετά την παρέλευση πενταετίας από τη δημοσίευσή της.

Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, δέχθηκε τα ακόλουθα: "Μετά από αίτηση της εφεσίβλητης, με την εκκαλουμένη 2049/2002 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία εκδόθηκε κατά τη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας (άρθρα 739, 740, 807 και 808 ΚΠολΔ), δημοσιεύθηκε και κηρύχθηκε κύρια η από ...ιδιόγραφη διαθήκη της Θ1, που πέθανε στη ...

στις ...-1997, και όσο ζούσε είχε ονομάσει τον εαυτό της .... Με τη διαθήκη εγκαταστάθηκε ως κληρονόμος της διαθέτιδος σε ακίνητό της η εφεσίβλητη Ψ1. Με την κρινόμενη έφεσή της, η οποία ασκήθηκε με τους νόμιμους τρόπους και μέσα στη νόμιμη προθεσμία, αυτή του άρθρου 518 παρ. 2 ΚπολΔ, η εκκαλούσα ιερά Μονή ... η οποία είχε ασκήσει παρέμβαση ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου και επομένως έχει δικαίωμα να ασκήσει έφεση (άρθρο 761 ΚΠολΔ), ισχυρίζεται, όπως είχε ισχυρισθεί και πρωτοδίκως, ότι η διαθέτις είχε κανονικά αποκτήσει με κουρά την ιδιότητα της Μοναχής της Ανατολικής Ορθοδόξου του Χριστού Εκκλησίας και είχε ονομασθεί ..., σε αντικατάσταση του κοσμικού της ονόματος , ότι το ακίνητο το οποίο άφησε στην εφεσίβλητη με την παραπάνω διαθήκη της είναι πράγμα εκτός συναλλαγής ανεπίδεκτο διαθέσεως και δεν μπορεί να περιέλθει σε λαϊκούς, επειδή αποτελεί το Ιεράτο Μοναστικό Καθίδρυμα Ησυχαστήριο ...) (μετόχιο της εκκαλούσας) και ότι η εφεσίβλητη δεν μπορεί να γίνει δικαιούχος από κληρονομική διαδοχή της πιο πάνω μοναχής.

Σύμφωνα με όσα αναφέρθηκαν στη νομική σκέψη που προηγήθηκε, "συνεχίζει το Εφετείο", η κρινόμενη έφεση, κατά το μέρος που πλήττεται με αυτή η πρωτόδικη απόφαση για τη δημοσίευση της ιδιόγραφης διαθήκης, είναι απαράδεκτη και πρέπει να απορριφθεί, γιατί, όπως προαναφέρθηκε, η απόφαση, με την οποία δημοσιεύεται ιδιόγραφη διαθήκη, δεν προσβάλλεται με ένδικα μέσα.

Αλλά και με την αποκρουόμενη εκδοχή ότι μπορεί να προσβληθεί με έφεση μια τέτοια απόφαση, η προσβολή μπορεί να γίνει μόνο επειδή η διαθήκη δεν φέρει τα τυπικά στοιχεία της διάταξης τελευταίας βούλησης και όχι επειδή δεν προσπορίζονται με αυτή κληρονομικά δικαιώματα. Επίσης, η έφεση, κατά το μέρος που πλήττεται με αυτή η πρωτόδικη απόφαση για την κήρυξη της ιδιόγραφης διαθήκης κυρίας, είναι απαράδεκτη, επειδή μια τέτοια απόφαση μπορεί να προσβληθεί με έφεση μόνο για το λόγο ότι η ιδιόγραφη διαθήκη δεν είναι γνήσια, με σκοπό να αποτραπεί η παραγωγή τεκμηρίων γνησιότητάς της μετά την πάροδο της πενταετίας από τη δημοσίευσή της και όχι για το λόγο ότι, δεν προσπορίζονται κληρονομικά δικαιώματα με τη διαθήκη, ζήτημα το οποίο θα κριθεί σε άλλη δίκη, διαγνωστική, κατά την τακτική διαδικασία.

Μετά από όλα αυτά η κρινόμενη έφεση πρέπει να απορριφθεί". Έτσι, που έκρινε το Εφετείο, απορρίπτοντας δηλαδή την έφεση της παρεμβαίνουσας στην πρωτόδικη δίκη και ήδη αναιρεσείουσας ως απαράδεκτη για τον αμέσως πιο πάνω λόγο, δεν παραβίασε ευθέως τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 1771, 1776 και 1777 του ΑΚ.

Ο μοναδικός, επομένως, λόγος της αναίρεσης, με τον οποίο προβάλλεται η από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια της ευθείας παραβίασης των προμνημονευόμενων ουσιαστικού δικαίου διατάξεων, -από τις οποίες μάλιστα εκείνη του άρθρου 1776 ΑΚ, παρεκκλίνουσα της διάταξης του άρθρου 808§3 ΚΠολΔ, καταργήθηκε σιωπηρά με την εισαγωγή του ΚΠολΔ, ως ασυμβίβαστη με τις ρυθμίσεις αυτού-, γιατί το Εφετείο έπρεπε να ερευνήσει όχι μόνο την ύπαρξη ή μη των εξωτερικών τυπικών στοιχείων της επίμαχης ιδιόγραφης διαθήκης, ενόψει της κατ' αντιδικίαν μεταξύ των διαδίκων διεξαγωγής της προκείμενης δίκης, αλλά και εάν η διαθέτιδα μοναχή είχε κατά νόμο τη δυνατότητα να διαθέσει αιτία θανάτου, μετά την κουρά της ως μοναχής, τα περιουσιακά της στοιχεία σε άλλους εκτός της αναιρεσείουσας Ιεράς Μονής, δηλαδή σε λαϊκούς, όπως στην αναιρεσίβλητη, καθώς και εάν το κληρονομιαίο Ιερό Ησυχαστήριο, ως πράγμα εκτός συναλλαγής, μπορούσε να διατεθεί με διάταξη τελευταίας βούλησης της πιο πάνω διαθέτιδας σε τρίτους και μάλιστα σε λαϊκούς, -ζητήματα των οποίων η διάγνωση αρμόζει κατά την εκδίκαση της υπόθεσης κατά την τακτική διαδικασία, αφού το αρμόδιο για τη δημοσίευση και κήρυξη κύρια διαθήκης δικαστήριο, δικάζον κατά την εκούσια δικαιοδοσία, δεν δικαιούται να κρίνει θέματα κύρους ή μη της διαθήκης είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 10-2-2006 αίτηση της Ιεράς Μονής ..., για αναίρεση της 2333/2003 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1.800) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα, στις 19 Μαΐου 2009. Και

Δημοσιεύθηκε, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 3 Ιουνίου 2009.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ