Supreme Court allows retrial and refunds money after overturning lower court judgment on appeal.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece allowed the appeal and the request for retrial, overturning the Second Instance Court's decision. The appellants sought to recover €5,000 and €2,500 each, which they had voluntarily paid to the respondent to prevent a payment order. The Court found the lower court's judgment legally flawed and ordered the respondent to refund the amounts and cover the appellants' legal costs.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559(1) and 559(19) of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court may order a retrial when an appeal is upheld due to substantive law violations or lack of legal basis, mandating the reversal of the executed judgment and restitution of funds paid under its erroneous terms.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1339 / 2008 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1339/2008
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δημήτριο Λοβέρδο Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βασίλειο Ρήγα, Δημήτριο Δαλιάνη, Ιωάννη- Σπυρίδωνα Τέντε και Γεώργιο Χρυσικό, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 21 Ιανουαρίου 2008, με την παρουσία και της γραμματέως Σουζάνας Κουφιάδου, για να δικάσει μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων - αιτούντων την επαναφορά των πραγμάτων στην προτέρα κατάσταση: Χ1, Χ2 και Χ3, τους οποίους εκπροσώπησε ο πληρεξούσιος δικηγόρος τους Αναστάσιος Ηλιόπουλος, χωρίς να καταθέσει προτάσεις.
Του αναιρεσίβλητου- καθού η αίτηση επαναφοράς των πραγμάτων στην προτέρα κατάσταση: Ψ, τον οποίο εκπροσώπησε ο πληρεξούσιος δικηγόρος του Αριστείδης Καλουτσάκης, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 19 Φεβρουαρίου 2002 αγωγή του ήδη αναιρεσίβλητου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 5482/2003 του ίδιου Δικαστηρίου και 2401/2005 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 11 Μαΐου 2005 αίτησή τους και με την από 15 Ιανουαρίου 2007 αίτηση επαναφοράς των πραγμάτων στην προτέρα κατάσταση. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Χρυσικός, διάβασε την από 3 Ιανουαρίου 2007 έκθεση του κωλυομένου να μετάσχει στην σύνθεση του Δικαστηρίου αυτού, τότε Αρεοπαγίτη και ήδη Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Γεωργίου Καλαμίδα, με την οποία εισηγήθηκε να κριθούν βάσιμοι οι λόγοι αναιρέσεως και να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων - αιτούντων την επαναφορά των πραγμάτων στην προτέρα κατάσταση ζήτησε την παραδοχή των αιτήσεων, ο πληρεξούσιος του αναιρεσίβλητου - καθού η αίτηση την απόρριψή τους, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1. Επί της από 11-5-2005 αίτησης αναίρεσηςΙ. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 του Κ.Πολ.Δ αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 7/2006, 4/2005).
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ' αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία (Ολ.
ΑΠ 1/1999). Εξάλλου, κατά το άρθρο 57 του Α.Κ. όποιος προσβάλλεται παράνομα στην προσωπικότητα του έχει δικαίωμα να απαιτήσει να αρθεί η προσβολή και να μην επαναληφθεί στο μέλλον, κατά δε το άρθρο 59 του Α.Κ., στις περιπτώσεις των δυο προηγουμένων άρθρων (στα οποία περιλαμβάνεται και το άρθρο 57), το Δικαστήριο με την απόφαση του, ύστερα από αίτηση αυτού που έχει προσβληθεί, και αφού λάβει υπόψη το είδος της προσβολής μπορεί επί πλέον να καταδικάσει τον υπαίτιο να ικανοποιήσει την ηθική βλάβη αυτού που έχει προσβληθεί.
Η ικανοποίηση συνίσταται σε πληρωμή χρηματικού ποσού, σε δημοσίευμα, ή σε ο,τιδήποτε επιβάλλεται από τις περιστάσεις. Με τις παραπάνω διατάξεις προστατεύεται το δικαίωμα της προσωπικότητας, το οποίο αποτελεί πλέγμα αγαθών που συνθέτουν την υπόσταση του προσώπου με το οποίο είναι αναπόσπαστα συνδεδεμένα.
Τέτοια προστατευόμενα αγαθά είναι, εξάλλου και η τιμή κάθε ανθρώπου, η οποία αντικατοπτρίζεται, στην αντίληψη και την εκτίμηση που έχουν οι άλλοι γι' αυτόν, η ψυχική υγεία και ο συναισθηματικός κόσμος του ατόμου. Προϋποθέσεις για την εφαρμογή των ανωτέρω διατάξεων είναι: α) η προσβολή του δικαιώματος της προσωπικότητας η οποία προκαλείται με οποιαδήποτε πράξη ή παράλειψη τρίτου με την οποία διαταράσσεται η κατάσταση που υπάρχει σε μία ή περισσότερες εκδηλώσεις της σωματικής, ψυχικής, πνευματικής και κοινωνικής ατομικότητας του βλαπτόμενου κατά τη στιγμή της προσβολής.
Β) η προσβολή να είναι παράνομη, πράγμα που συμβαίνει όταν η προσβολή γίνεται χωρίς δικαίωμα ή κατ' ενάσκηση δικαιώματος, το οποίο όμως είναι από άποψη έννομης τάξης μικρότερης σπουδαιότητας, είτε ασκείται υπό περιστάσεις που καθιστούν την άσκηση αυτού καταχρηστική σύμφωνα με το άρθρο 281 Α.Κ. ή το άρθρο 25 παρ. 3 του Συντάγματος, και γ) για την επιδίκαση χρηματικής ικανοποίησης και πταίσμα του προσβολέα.
Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 299, 300, 330, 914 και 932 του Α.Κ. προκύπτει ότι η ευθύνη προς αποζημίωση από αδικοπραξία προϋποθέτει συμπεριφορά παράνομη και υπαίτια, επέλευση ζημίας και ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συμπεριφοράς του δράστη και της ζημίας. Παράνομη είναι η συμπεριφορά που αντίκειται σε απαγορευτικό ή επιτακτικό κανόνα δικαίου, ο οποίος αποτελεί δικαίωμα ή προστατεύει συγκεκριμένο συμφέρον του ζημιωθέντος, μπορεί δε η συμπεριφορά αυτή να συνίσταται σε θετική ενέργεια ή παράλειψη ορισμένης ενέργειας.
Μορφή δε υπαιτιότητας είναι ο δόλος και η αμέλεια (αρθ. 330 Α.Κ). Από τις ίδιες πιο πάνω διατάξεις των άρθρων 299, 300, 330, 914 και 932 του Α.Κ. προκύπτει ότι σε περίπτωση τέλεσης αδικοπραξίας αποκαθίσταται, εκτός από την περιουσιακή ζημία και η μη περιουσιακή ή ηθική βλάβη, με την επιδίκαση εύλογης χρηματικής ικανοποίησης.
Περαιτέρω, σύμφωνα: 1) με τη διάταξη του άρθρου 361 παρ. 1 του Π.Κ: "όποιος εκτός από τις περιπτώσεις της δυσφήμησης (άρθρα 362 και 363) προσβάλλει την τιμή άλλου, με λόγο ή με έργο ή με οποιοδήποτε άλλο τρόπο, τιμωρείται...", 2) με τη διάταξη του άρθρου 362 του Π.Κ "όποιος με οποιονδήποτε τρόπο ενώπιον τρίτου ισχυρίζεται ή διαδίδει για κάποιον άλλο γεγονός που μπορεί να βλάψει την τιμή ή την υπόληψη του τιμωρείται...", και 3) με τη διάταξη του άρθρου 363 του Π.Κ: " αν στην περίπτωση του άρθρου 362, το γεγονός είναι ψευδές και ο υπαίτιος γνώριζε ότι αυτό είναι ψευδές τιμωρείται...".
Τέλος, κατά το άρθρο 367 παρ. 1 περ. α'-δ'του Π.Κ το άδικο των προβλεπόμενων στα άρθρα 361 επ του ίδιου ΑΚ πράξεων αίρεται, μεταξύ άλλων περιπτώσεων που προβλέπονται στο άρθρο αυτό, και όταν πρόκειται για εκδηλώσεις που γίνονται για την εκτέλεση νομικών καθηκόντων, την άσκηση νόμιμης εξουσίας ή για τη διαφύλαξη (προστασία) δικαιώματα ή από άλλο δικαιολογημένο ενδιαφέρον ή σε ανάλογες περιπτώσεις (περ.
γ' και δ'). Η τελευταία αυτή διάταξη (Π.Κ 367) για την ενότητα της έννομης τάξης εφαρμόζεται αναλογικά και στο χώρο του ιδιωτικού δικαίου, όπως αυτός οριοθετείται από τις προαναφερόμενες διατάξεις των άρθρων 57-59 του ΑΚ. Επομένως, αιρομένου του άδικου χαρακτήρα των προαναφερθείσων αξιόποινων πράξεων ( με την επιφύλαξη εφαρμογής, επί αντένστασης προβλητέας από τον ενάγοντα, της διάταξης του άρθρου 367 παρ. 2 του Π.Κ), αποκλείεται και το στοιχείο του παρανόμου της επιζήμιας συμπεριφοράς ως όρου της αντίστοιχης αδικοπραξίας του αστικού δικαίου.
Έτσι, η προβολή περίπτωσης εφαρμογής του άρθρου 367 παρ. 1 του Π.Κ εκ μέρους του εναγομένου αποτελεί αυτοτελή ισχυρισμό καταλυτικό της αγωγής του προβληθέντος προσώπου, δηλαδή (ένσταση) που οδηγεί σε άρση του παρανόμου της προσβολής. Εάν δε το Δικαστήριο της ουσίας απορρίψει παρόμοιο ισχυρισμό ως μη νόμιμο, με την αιτιολογία ότι στην αδικοπρακτική συμπεριφορά του Αστικού Δικαίου δεν εφαρμόζεται η διάταξη του άρθρ367 του Π.Κ, παραβιάζει ευθέως την τελευταία αυτή διάταξη, με το να αρνείται να την εφαρμόσει, και η παραβίαση αυτή δημιουργεί το λόγο αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ. 1 του Κ.Πολ.Δ.
Δικαιολογημένο ενδιαφέρον, που πηγάζει από το συνταγματικά κατοχυρωμένο δικαίωμα στην παροχή έννομης προστασίας από τα δικαστήρια (άρθρο 20 παρ. 1 του Συντάγματος), αποτελεί η άσκηση αγωγής ή ανακοπής για την προστασία δικαιώματος, όπως και η κατάθεση μήνυσης ενώ η ένορκη και η κατάθεση κάποιου ως μάρτυρα συνιστά εκτέλεση νομίμου καθήκοντος, με συνέπεια την άρση του αδίκου, εφόσον τα περιλαμβανόμενα στην αγωγή, την ανακοπή ή την μήνυση, ή όσα κατέθεσε κάποιος ως μάρτυρας, δεν υπερβαίνουν στη συγκεκριμένη περίπτωση, το επιβαλλόμενο και αντικειμενικό αναγκαίο μέτρο για την εκτέλεση του καθήκοντος ή το δικαιολογημένο ενδιαφέρον για τη διαφύλαξη και προστασία του δικαιώματος.
ΙΙ. Στην προκείμενη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο της αναίρεσης κατά το πρώτο μέρος του αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ ότι το Εφετείο, απέρριψε ως μη νόμιμο τον ισχυρισμό των αναιρεσειόντων από τη διάταξη του άρθρου367 του Π.Κ που πρότειναν στο Πρωτοδικείο ως εναγόμενοι με τις έγγραφες προτάσεις τους, και επανέφεραν και στο Εφετείο με τις έγγραφες επίσης προτάσεις τους, για την απόκρουση της έφεσης του αναιρεσιβλήτου κατά της πρωτόδικης απόφασης, με την αιτιολογία ότι η διάταξη αυτή "δεν εφαρμόζεται, ούτε προβάλλεται νομίμως επί της κοινής αδικοπραξίας του αστικού δικαίου, ούτε και επί της προσβολής ης προσωπικότητας".
Εκτίθεται δε στο αναιρετήριο συνδυαστικά και με τις περιλαμβανόμενες σ' αυτό παραδοχές της προσβαλλόμενης, στις οποίες αναφέρεται και το περιεχόμενο του προβληθέντος και απορριφθέντος ισχυρισμού των αναιρεσειόντων: "ότι οι τελευταίοι ισχυρίστηκαν ότι από το δικαιολογημένο ενδιαφέρον και για την προστασία δικαιώματος, αλλά και σε εκπλήρωση νομίμου καθήκοντος, απευθύνθηκαν στις αρμόδιες Δικαστικές Αρχές (Εισαγγελία - προανακριτές - Πρωτοδικείο - Εφετείο κλπ) όπου κατέθεσαν αληθή γεγονότα α) μέσω της υποβολής μήνυσης κατά του αναιρεσιβλήτου ως θύμα κλοπής επιταγών (ο δεύτερος), β) μέσω της άσκησης ανακοπής κατά διαταγής πληρωμής κατά του αναιρεσίβλητου (ο πρώτος), και γ) κατά την εξέτασή τους ως μάρτυρες στο πλαίσιο της προανάκρισης επί της καταγγελθείσας κλοπής (και οι τρεις), ώστε αίρεται ο άδικος χαρακτήρας της αποδιδόμενης σ' αυτούς με την αγωγή του αναιρεσιβλήτου αδικοπρακτικής συμπεριφοράς προσβολής της προσωπικότητάς του, μέσω της υποβολής ψευδούς και συκοφαντικής μήνυσης και ανακοπής κατά της διαταγής πληρωμής".
Εξάλλου, με τον τέταρτο και τελευταίο λόγο της αναίρεσης κατά το δεύτερο μέρος του αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθ. 19 του άρθρ. 559 του Κ.Πολ.Δ ότι η προσβαλλόμενη απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση γιατί στερείται οποιασδήποτε αιτιολογίας κατά την εφαρμογή της διάταξης του άρθρ. 281 του ΑΚ, γιατί δέχθηκε ότι: " η συμπεριφορά των αναιρεσειόντων αντίκειται στους ορισμούς του άρθρου 281 ΑΚ και ήταν καταχρηστική", ως προϋπόθεση ευδοκίμησης της αντίστοιχης αγωγικής αξίωσης του αναιρεσιβλήτου για την επιδίκαση χρηματικής ικανοποίησης λόγω της προσβολής της προσωπικότητάς του.
Με το περιεχόμενο της αυτό η αίτηση αναίρεσης, και ως προς τους ερευνώμενους εδώ δύο πιο πάνω λόγους είναι ορισμένη κατά την έννοια των διατάξεων των άρθρων 118 παρ. 4, 566 παρ. 1, 577 παρ. 3 και 578 του Κ.Πολ.Δ, οι δε προβαλλόμενοι λόγοι κρίνονται παραδεκτοί γιατί αναφέρονται στο αναιρετήριο: α) οι φερόμενοι ως παραβιασθέντες κανόνες ουσιαστικού δικαίου (367 του Π/Κ και 281 του ΑΚ), β) ο προβληθείς κατά τα ουσιώδη στοιχεία του ισχυρισμός των αναιρεσειόντων για την εφαρμογή της διάταξης του άρθρ. 367 του Π.Κ γ) το γεγονός ότι ο ισχυρισμός αυτός προβλήθηκε στο πρωτοβάθμιο και δευτεροβάθμιο Δικαστήριο από τους αναιρεσείοντες παραδεκτά κατά περίπτωση με τις έγγραφες προτάσεις τους ως εναγομένων και εφεσίβλητων αντίστοιχα όπως άλλωστε προκύπτει από την κατ' άρθρο 561 παρ. 2 του Κ.πολ.δ επισκόπηση των ίδιων προτάσεων από το Δικαστήριο του Αρείου Πάγου.
Εξάλλου, σε σχέση με την αποδιδόμενη πλημμέλεια για την παράβαση της διάταξης του άρθρου 281 του ΑΚ δεν ήταν αναγκαία η επίκληση άλλης περαιτέρω παραδοχής της προσβαλλόμενης, αφού η αποδιδόμενη πλημμέλεια δεν αφορά "αντιφατικές ή ελλιπείς αιτιολογίες", αλλά παντελής έλλειψη αιτιολογίας κατά την παραδοχή της αντίστοιχης αγωγικής βάσης.
Ενόψει όλων αυτών, καθίσταται εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος του διατακτικού της προσβαλλόμενης απόφασης από την άποψη της ευθείας και εκ πλαγίου αντίστοιχα παραβίασης των συγκεκριμένων διατάξεων του ουσιαστικού δικαίου των άρθρων 367 του Π.Κ και 281 του ΑΚ. Επομένως, τα όσα αντίθετα ισχυρίζεται ο αναιρεσίβλητος με τις κατά της διάταξη του άρθρου 570 παρ. 2 εδ.
Α'και β'του Κ.πολ.δ, κατατεθείσες έγγραφες προτάσεις του, που ερευνώνται άλλωστε και αυτεπάγγελτα, κρίνονται αβάσιμα και απορριπτέα.
ΙΙΙ. Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο, που δίκασε την έφεση κατά της πρωτόδικης απόφασης, η οποία εκδόθηκε επί της αγωγής του ήδη αναιρεσίβλητου κατά των ήδη αναιρεσειόντων, με την οποία ο πρώτος, για τους αναφερόμενους σ' αυτή λόγους ζήτησε, μετά τον παραδεκτό περιορισμό της, να αναγνωρισθεί ότι οι τελευταίοι υποχρεούνται να του καταβάλουν τα αναφερόμενα ποσά, ως χρηματική ικανοποίηση λόγω της ηθικής βλάβης που υπέστη από τις αναφερόμενες πράξεις των εναγομένων, δέχθηκε ανέλεγκτα τα ακόλουθα: "Οτι στις 28-5-1996 καταγγέλθηκε από τον δεύτερο εναγόμενο (αναιρεσείοντα) στο Α.Τ.
Αγίων Αναργύρων Αττικής ότι, τυγχάνων διευθύνων σύμβουλος της αναφερόμενης εταιρίας, ενώ οδηγούσε το ... Ι.Χ.Ε. αυτοκίνητο και είχε σταματήσει στη συμβολή των οδών ... και ..., λόγω ερυθρού σηματοδότη, άγνωστο άτομο, με κάποιο αντικείμενο, έσπασε το τζάμι του αυτοκινήτου και αφήρεσε μία τσάντα, περιέχουσα τα αναφερόμενα στην προσβαλλομένη είδη.
Ότι, πολύ αργότερα, εξεταζόμενος ο ίδιος προανακριτικώς για την κλοπή, κατέθεσε ότι, μέσα στην κλαπείσα τσάντα υπήρχαν δύο μπλοκ επιταγών, από λογαριασμούς στην Εθνική Τράπεζα των αναφερόμενων εταιριών, 35 συνολικά φύλλων, μερικά από τα οποία είχαν κυκλοφορήσει χωρίς την υπογραφή του εκπροσώπου της πρώτης των άνω εταιριών και χωρίς τη σφραγίδα της.
Ότι στις 28-5-1996 είχε απευθυνθεί (ο δεύτερος εναγόμενος-αναιρεσείων) στην Εθνική τράπεζα και είχε "μπλοκάρει" τα ανωτέρω δύο μπλοκ επιταγών και ότι η εν προκειμένω επίμαχη επιταγή (με αριθμό ...) εκδόθηκε στις 12-2-1999. Ότι στις 19-4-2000 ο τρίτος εναγόμενος -αναιρεσείων, εξεταζόμενος ως μάρτυρας κατηγορίας κατά του ενάγοντος-αναιρεσιβλήτου (επί της κατωτέρω μηνύσεως του πρώτου εναγομένου κατ αυτού) κατέθεσε ενόρκως στην Πταισματοδίκη τα στην προσβαλλόμενη απόφαση λεπτομερώς αναφερόμενα.
Ότι οι εναγόμενοι, προκειμένου να αποδείξουν τους ισχυρισμούς τους ότι η επίμαχη επιταγή εκλάπη, κατά τον προαναφερθέντα ως άνω τρόπο, επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν στις 28-5-1996 φωτοαντίγραφο επιστολής της Εθνικής τράπεζας προς την αναφερόμενη εταιρία. Ότι στις 1-6-1999 ο ενάγων κοινοποίησε στον πρώτο εναγόμενο αντίγραφο εξ απογράφου της αναφερόμενης διαταγής πληρωμής, με την οποία επιτασσόταν ο τελευταίος να καταβάλει στον πρώτο (ενάγοντα) το αναφερόμενο ποσό, για κεφάλαιο της επίμαχης επιταγής, εκδοθείσης από τον ίδιο στις 12-2-1999 και πληρωτέας σε διαταγή του Α, ως λήπτη αυτής επί της Εθνικής τράπεζας της Ελλάδος.
Ότι, κατά της άνω διαταγής πληρωμής ο πρώτος εναγόμενος άσκησε την από 4-6-1999 ανακοπή, στην οποία ιστορούσε ότι στις 28-5-1996 εκλάπη, πλην άλλων, ένα λευκό μπλοκ επιταγών, στο οποίο περιλαμβανόταν και η επίμαχη επιταγή και ότι κατά του εν προκειμένω ενάγοντος, (αναιρεσιβλήτου) είχε ήδη ασκήσει την από 4-6-1999 μήνυση του ,για κλοπή και πλαστογραφία μετά χρήσεως της επιταγής αυτής ,αφού κατονόμαζε ως πλαστογράφο τον ενάγοντα, καθώς και τον λήπτη αυτής Α και τους προηγούμενους οπισθογράφους αυτής.
Ότι, επί της άνω ανακοπής εκδόθηκε η 873/2000 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία έγινε αυτή δεκτή και ακυρώθηκε η διαταγή πληρωμής, η δε κατά της αποφάσεως αυτής έφεση απορρίφθηκε με την 887/2002 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, η οποία κατέστη αμετακλητη, αφού ο ενάγων παραιτήθηκε από την κατ αυτής ασκηθείσα αναίρεση.
Ότι, παράλληλα, ο ενάγων, στην αγωγή του, επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, εξέθετε ότι στην από 4-6-1999 μήνυσή του ο πρώτος εναγόμενος τον μήνυσε και ασκήθηκε κατ αυτού ποινική δίωξη για κλοπή από κοινού, πλην άλλων και των αναφερόμενων λευκών φύλλων επιταγών ,για πλαστογραφία της επίμαχης επιταγής και χρήση της, ως πλαστής και για απάτη επί δικαστηρίου.
Και ότι, συνεπεία των παρανόμων και υπαιτίων ως άνω πράξεων του πρώτου εναγομένου, πέραν της συκοφαντικής του δυσφημήσεως, της ψευδούς καταμηνύσεώς του και της ψευδορκίας αυτού, κατά την ένορκη βεβαίωση του περιεχομένου της άνω μηνύσεως, κατέστη ( ο πρώτος εναγόμενος) και ηθικός αυτουργός σε ψευδορκία των δευτέρου και τρίτου των εναγομένων, αναφορικά με όσα αυτοί ενόρκως κατέθεσαν προανακριτικώς για τις άνω πράξεις, για τις οποίες μηνύθηκε ο ενάγων από τον πρώτο εναγόμενο και ότι όλοι οι ανωτέρω (εναγόμενοι),παρανόμως και υπαιτίως, από βαρεία αμέλεια τους, προσέβαλαν την προσωπικότητα του, ως επιστήμονος, πτυχιούχου χημικού και επιχειρηματία, Ότι, επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η εκκαλούμενη απόφαση, με την οποία απορρίφθηκε αυτή (αγωγή), ως προς όλους τους εναγομένους, με τις σ' αυτή (απόφαση) αναφερόμενες αιτιολογίες, ως προς τη βάση της που θεμελιώνεται στις προαναφερθείσες αξιόποινες πράξεις ,διότι αποδείχθηκε η αλήθεια όλων των επίμαχων ως άνω γεγονότων.
Ότι, ως προς τη βάση της αγωγής πού θεμελιώνεται στην παράνομη και υπαίτια (αδικοπρακτική) συμπεριφορά των εναγομένων και την προσβολή της προσωπικότητας του ενάγοντος, η αγωγή απορρίφθηκε σιωπηρά με την εκκαλούμενη απόφαση. Ότι, ο ενάγων, για τις άνω πράξεις που του είχαν αποδοθεί με την από 4-6-1999 μήνυση του πρώτου εναγομένου απηλλάγη αμετάκλητα με το 3243/2001 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών, ενώ, επί της από 2-5-2000 μηνύσεως αυτού (ενάγοντος) κατά των εναγομένων, συνεπεία της οποίας ασκήθηκε ποινική δίωξη κατά του πρώτου εξ αυτών για συκοφαντική δυσφήμηση και ψευδή καταμήνυση, κατά των λοιπών για ψευδορκία μάρτυρα και κατά του πρώτου και για ηθική αυτουργία στην τελευταία πράξη, εκδόθηκε η 34511/2003 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, με την οποία κηρύχθηκαν όλοι αθώοι με την αιτιολογία ότι τόσο το περιεχόμενο της άνω μηνύσεως του πρώτου εναγομένου όσο και το περιεχόμενο των προανακριτικών καταθέσεων των λοιπών εναγομένων ήταν αληθή.
Και ότι, ανεξαρτήτως της μη διαπράξεως, αντικειμενικώς, εκ μέρους των εναγομένων των άνω αξιόποινων πράξεων, αυτοί (εναγόμενοι), παρανόμως και υπαιτίως, με τις πιο πάνω πράξεις τους, αδικοπράγησαν σε βάρος του ενάγοντος, γιατί, μολονότι είχαν τη δυνατότητα να προβλέψουν την επέλευση του συγκεκριμένου ζημιογόνου αποτελέσματος, να βλαβεί δηλαδή και ζημιωθεί ο αντίδικος τους, δεν κατέβαλαν, ωστόσο, την επιμέλεια που μπορούσαν να καταβάλλουν και στις δικές τους υποθέσεις, στη συγκεκριμένη αυτή περίπτωση, ελπίζοντας ότι θα απέφευγαν τούτο.
Ότι, έπραξαν, δηλαδή και ενήργησαν, με τις αναφερόμενες πιο πάνω πράξεις τους από ενσυνείδητη αμέλεια τους, σε βάρος του αντιδίκου τους και υπαιτίως και παρανόμως, καθόσον η τοιαύτη συμπεριφορά τους αντίκειται στους ορισμούς του άρθρου 281 του ΑΚ και ήταν καταχρηστική και επομένως ευθέως παράνομη." IV. Κατά τις παραδοχές αυτές του Εφετείου 1) ο πρώτος εναγόμενος (αναιρεσείων) άσκησε την από 4-6-1999 ανακοπή κατά της άνω διαταγής πληρωμής και την από 4-6-1999 μήνυση κατά του ενάγοντος - αναιρεσιβλήτου, του λήπτη της επιταγής Α και κατά των λοιπών οπισθογράφων αυτής, στην οποία (μήνυση) διατεινόταν ότι εκλάπη η επιταγή και στη συνέχεια πλαστογραφήθηκε και χρησιμοποιήθηκε ως πλαστή, κατονόμαζε δε ως πλαστογράφους μετά χρήσεως της επιταγής όλους τους ανωτέρω, 2)ο δεύτερος εναγόμενος (αναιρεσείων) κατήγγειλε την κλοπή των άνω ειδών (μεταξύ των οποίων η επιταγή) και κατέθεσε προανακριτικώς επί της καταγγελθείσης κλοπής και 3) ο τρίτος εναγόμενος (αναιρεσείων) κατέθεσε προανακριτικώς επί της κλοπής αυτής.
Οι ανωτέρω εναγόμενοι-αναιρεσείοντες ενήργησαν ως άνω, κατά τα εκτεθέντα στη μείζονα σκέψη, για τη διαφύλαξη (προστασία) των εκ της διατεινομένης υπ αυτού κλοπής και πλαστογραφίας μετά χρήσεως της επιταγής δικαιωμάτων του (ο πρώτος), και για την εκτέλεση νομίμων καθηκόντων (οι λοιποί).Ενόψει του ότι, κατά τα εκτεθέντα στη μείζονα σκέψη, ο παράνομος χαρακτήρας της κατά τις διατάξεις των άρθρων 57,914 και 920 Α.Κ.
αδικοπραξίας κατά της προσωπικότητας, που τελείται με την προσβολή της τιμής και της υπολήψεως άλλου με εξύβρίση ή δυσφήμηση αίρεται, κατά το εφαρμοστέο ,όσον αφορά την παρανομία ως συστατικό στοιχείο και της κατά τις ανωτέρω διατάξεις αδικοπραξίας, άρθρο 367 Π.Κ., αν πρόκειται περί εκδηλώσεων που λαμβάνουν χώρα σε εκτέλεση νομίμων καθηκόντων, χωρίς υπέρβαση του επιβαλλόμενου και αναγκαίου μέτρου ή για τη διαφύλαξη (προστασία) δικαιώματος, εκτός αν πρόκειται περί συκοφαντικής δυσφήμησης ή από τις περιστάσεις προκύπτει σκοπός εξύβρισης ,οι ανωτέρω, ενεργήσαντες για την προστασία δικαιωμάτων και για την εκτέλεση νομίμων καθηκόντων, όπως εκτέθηκε, χωρίς, κατά τις παραδοχές, να τελέσουν συκοφαντική δυσφήμηση ή να ενεργήσουν με σκοπό εξύβρισης και χωρίς τα κατατεθέντα από τους δύο τελευταίους των εναγομένων - αναιρεσειόντων να υπερβαίνουν στη συγκεκριμένη περίπτωση το επιβαλλόμενο και αντικειμενικά αναγκαίο μέτρο για την εκτέλεση του καθήκοντος τους, δεν ενήργησαν παράνομα.
Εφόσον επομένως δέχθηκε το Εφετείο, ότι, υπό τα άνω γενόμενα από αυτό δεκτά περιστατικά, οι αναιρεσείοντες ως εναγόμενοι ενήργησαν παράνομα, παραβίασε ευθέως, με εσφαλμένη εφαρμογή, την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 367 του Π.Κ, που αρνήθηκε να εφαρμόσει, απορρίπτοντας την προβληθείσα από τους αναιρεσείοντες ως εναγόμενους - εφεσίβλητους, εκ του άρθρου αυτού ένσταση και ενώ συνέτρεχαν οι νόμιμες προϋποθέσεις εφαρμογής του, εφόσον παράλληλα δεν δέχεται υπέρβαση του αναγκαίου μέτρου εκ μέρους των αναιρεσειόντων, ούτε τη συνδρομή των προϋποθέσεων εφαρμογής της παρ. 2 του άρθρ. 367 του Π.Κ.
Περαιτέρω, το Εφετείο, χωρίς αιτιολογία δέχθηκε ότι η προαναφερθείσα συμπεριφορά των αναιρεσειόντων αντίκειται στους ορισμούς του άρθρου 281 του ΑΚ και ήταν καταχρηστική, και υπήγαγε τα πιο πάνω γενόμενα δεκτά από αυτό περιστατικά στη διάταξη του άρθρου 281 του ΑΚ χωρίς αιτιολογία. Με τις πιο πάνω παραδοχές του, το Εφετείο υπέπεσε αντίστοιχα στις πλημμέλειες των αριθ. 1 και 19 του αρίθ. 559 του Κ.Πολ.Δ, ως προς την εφαρμογή του ουσιαστικού δικαίου διατάξεων των άρθρων 367 του ΠΚ και 281 του ΑΚ αντίστοιχα, και πρέπει κατά παραδοχή των αντίστοιχων πρώτου (κατά το πρώτο μέρος του) και τετάρτου (κατά το δεύτερο μέρος του) λόγων του αναιρετηρίου ως και βάσιμων, να αναιρεθεί. 2.Επί της από 15-1-2007 αυτοτελούς κατ' άρθρο 579 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ αίτησης επαναφοράς των πραγμάτων.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 579 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ αν αποδεικνύεται προαποδεικτικώς εκούσια ή αναγκαστική εκτέλεση της απόφασης που αναιρέθηκε, ο Άρειος Πάγος αν υποβληθεί αίτηση με το αναιρετήριο ή με προτάσεις ή με αυτοτελές δικόγραφο, που κατατίθεται στη γραμματεία του Αρείου Πάγου ως την παραμονή της συζήτησης, διατάζει με την αναιρετική απόφαση την επαναφορά των πραγμάτων στην κατάσταση που υπήρχε πριν από την εκτέλεση.
Από τη διάταξη αυτή, ως εκ του σκοπού της προκύπτει, ο Άρειος Πάγος, υποβαλλόμενης αίτησης, διατάζει την επαναφορά των πραγμάτων στην κατάσταση που υπήρχε πριν από την εκτέλεση, όταν εκτελέσθηκε εκούσια ή αναγκαστικά η αναιρεθείσα απόφαση, ακόμα και στο πλαίσιο προηγηθείσας απόφασης του Συμβουλίου του Αρείου Πάγου, που διέταξε την αναστολή εκτέλεσης της αναιρεθείσας απόφασης μετά την προσβολή της, αφού και στην περίπτωση αυτή η προηγηθείσα εκτέλεση έχει σαν υπόβαθρο την αναιρεθείσα απόφαση, η δε διατάξασα την αναστολή απόφασης του Συμβουλίου, με τον όρο μερικής καταβολής, αίρεται αυτοδίκως με την έκδοση της αναιρετικής απόφασης, χωρίς να προηγηθεί δίκη ανάκλησής της.
Στην προκείμενη περίπτωση, οι αναιρεσείοντες με το από 15-1-2007 αυτοτελές δικόγραφο, που κατατέθηκε εμπρόθεσμα στη Γραμματεία του Δικαστηρίου τούτου, στις 17-1-2007 και επιδόθηκε στη συνέχεια στον αναιρεσίβλητο, ζητούν να διαταχθεί επαναφορά των πραγμάτων στην προ της εκτέλεσης της αναιρούμενης απόφασης κατάσταση, ώστε να επιστραφούν σ' αυτούς (αναιρεσείοντες) αντίστοιχα τα ποσά των 5.000, 2.500 και 2.500 ευρώ, που καταβλήθηκαν απ' αυτούς στον αναιρεσίβλητο με την από 28-6-2005 απόδειξη του πληρεξούσιου Δικηγόρου του τελευταίου, σε εκτέλεση του όρου που τέθηκε από το τμήμα τούτο σε Συμβούλιο με την υπ' αριθ. 153/205 απόφαση του, για την αναστολή εκτέλεσης της αναιρεσιβληθείσας αναγνωριστικής απόφασης σε ευρεία έννοια, ώστε να αποτραπεί η έκδοση διαταγής πληρωμής.
Με το ιστορικό αυτό και το αντίστοιχο αίτημά της η κρινόμενη αίτηση συνεκδικάζεται με την ένδικη αίτηση αναίρεσης, πρέπει να γίνει δεκτή, ως παραδεκτή και νόμιμη αλλά και βάσιμη στην ουσία της, όπως αυτό προκύπτει από την ενσωματωμένη στην αίτηση απόδειξη καταβολής από τους αναιρεσείοντες των πιο πάνω ποσών που θα καταβληθούν (επιστραφούν) στους αναιρεσείοντες ατόκως, εφόσον δεν υποβλήθηκε αντίστοιχο αίτημα.
Μετά τα παραπάνω, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο αφού είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλους δικαστές (άρθρο 580 παρ. 3 Κ.Πολ.δ) και να καταδικαστεί ο αναιρεσίβλητος στα διακαστικά έξοδα των αναιρεσειόντων (άρθρα 176 και 183 Κ.Πολ.Δ). (που δεν κατέθεσαν έγγραφες προτάσεις) ενιαία για την εκδίκαση της αίτησης αναίρεσης, και την αίτηση επαναφοράς, λόγω διαταχθείσας συνεκδίκασης.
Για τους λόγους αυτούς
Συνεκδικάζει την από 11-5-2005 αίτηση αναίρεσης και την από 15-1-2007 αίτηση επαναφοράς.
Αναιρεί την αριθ. 2401/2005 απόφαση του Εφετείου Αθηνών (τακτική διαδικασία)
Παραπέμπει την υπόθεση, για περαιτέρω εκδίκαση, στο ίδιο δικαστήριο που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές. Δέχεται την από 15-1-2007 αίτηση επαναφοράς των πραγμάτων στην προηγούμενη κατάσταση.
Υποχρεώνει τον αναιρεσίβλητο καθ' ού η αίτηση να καταβάλει (επιστρέψει) στους αναιρεσείοντες, στον πρώτο Χ1 το ποσό των πέντε χιλιάδων (5000) ευρώ, και σε καθένα των λοιπών αναιρεσειόντων - αιτούντων αντίστοιχα Χ2 και Χ3 το ποσό των δυο χιλιάδων πεντακοσίων (2500)ευρώ.
Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο καθ' ου η αίτηση στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειόντων - αιτούντων, που ορίζει σε χίλια επτακόσια (1700) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 27 Μαρτίου 2008. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 13 Ιουνίου 2008.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ