1339/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 26 Μαρτίου 2007, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Γιαννέλη, για να δικάσει μεταξύ : Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 9-7-1999 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Γρεβενών.
Legislator headnote
AI generated1339/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 26 Μαρτίου 2007, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Γιαννέλη, για να δικάσει μεταξύ : Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 9-7-1999 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Γρεβενών.
Full text
Απόφαση 1339 / 2007 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1339/2007
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές : Δημήτριο Λοβέρδο, Αντιπρόεδρο, Γεώργιο Καλαμίδα, Δημήτριο Κανελλόπουλο, Διονύσιο Γιαννακόπουλο και Ιωάννη-Σπυρίδωνα Τέντε, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 26 Μαρτίου 2007, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Γιαννέλη, για να δικάσει μεταξύ :
Του αναιρεσείοντος : ............, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Νικόλαο Αγγελάκο.
Του αναιρεσιβλήτου : ..................., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Ποντίκα, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 9-7-1999 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Γρεβενών.
Εκδόθηκε η 233/2000 απόφαση του ίδιου δικαστηρίου η οποία έκρινε εαυτό αναρμόδιο καθ' ύλην και παρέπεμψε την αγωγή για να δικασθεί ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Γρεβενών. Στη συνέχεια εκδόθηκαν οι αποφάσεις : 63/2001 μη οριστική, 3/2004 οριστική του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Γραβενών και 133/2005 του Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητεί ο αναιρεσείων με την από 21 Οκτωβρίου 2005 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ιωάννης-Σπυρίδων Τέντες ανέγνωσε την από 15 Μαρτίου 2007 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1.- Με τη διάταξη του άρθρου 922 ΑΚ, κατά την οποία ο κύριος ή ο προστήσας άλλον σε μία υπηρεσία ευθύνεται για τη ζημία που ο υπηρέτης ή ο προστηθείς προξένησε σε τρίτον παράνομα κατά την υπηρεσία του, θεσπίζεται ευθύνη ενός προσώπου για αλλότρια πράξη. Στην προκείμενη περίπτωση με την από 9-7-1999 αγωγή του ο αναιρεσίβλητος ισχυρίσθηκε ότι, οδηγώντας αυτοκίνητο όχημα, στην επαρχιακή οδό ........-..........-..........., εξετράπη από την πορεία του και έπεσε σε παρακείμενο γκρεμό εξαιτίας διασκορπισμένων στο ασφάλτινο οδόστρωμα χαλικιών, που καθιστούσαν αυτό πολύ ολισθηρό και επικίνδυνο, και ότι υπεύθυνος για το συμβάν αυτό, που είχε ως αποτέλεσμα το σοβαρό τραυματισμό του, είναι ο εναγόμενος και ήδη αναιρεσείων, ο οποίος από αμέλειά του, δηλαδή από έλλειψη της προσοχής την οποία μπορούσε και όφειλε να επιδείξει ως εκ του επαγγέλματός του (εργολάβου δημοσίων έργων και μηχανικού), έχοντας αναλάβει να κατασκευάσει (να υπερυψώσει) το έρεισμα της ως άνω οδού, μετά το πέρα του έργου δεν φρόντισε να απομακρύνει από το ασφάλτινο οδόστρωμα τα χαλίκια που είχαν διασκορπισθεί στις άκρες του και καθιστούσαν αυτό πολύ ολισθηρό και επικίνδυνο για τα διερχόμενα οχήματα.
Κατ' ακολουθίαν δε του ιστορικού αυτού ζήτησε να υποχρεωθεί ο εναγόμενος σε αποζημίωση και χρηματική ικανοποίησή του για την ηθική βλάβη που υπέστη. Με το περιεχόμενο αυτό η αγωγή είναι ορισμένη, η πληρότητά της δε δεν πάσχει από την παράλειψη αναφοράς της σε υπαίτιες πράξεις ή παραλείψεις προσώπων προστηθέντων από τον εναγόμενο εργολάβο, αφού αυτή στηρίζεται όχι σε αλλότρια αλλά σε ίδια υπαίτια συμπεριφορά του εναγομένου, ήτοι στην παράλειψή του να φροντίσει για την απομάκρυνση των χαλικιών κατά οποιονδήποτε πρόσφορο τρόπο.
Το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, έκανε δεκτή την αγωγή αυτή ως παραδεκτή και εν μέρει κατ' ουσίαν βάσιμη, σχετικά δε με την ευθύνη του εναγόμενου εργολάβου έκρινε ότι είναι (και) αυτός υπαίτιος "διότι δεν απομάκρυνε τα χαλίκια από την ως άνω οδό, μετά την περάτωση του έργου ανυψώσεως του ως άνω έργου, τα οποία απετέλεσαν εμπόδιο στην διέλευση του αυτοκινήτου του ενάγοντος επί της οδού και συντέλεσαν αιτιωδώς και αυτά στην πρόκληση του ατυχήματος και τον σοβαρό τραυματισμό του ενάγοντος, που επήλθε, συνεπεία αυτού".
Με την κρίση του αυτή το Εφετείο αφενός μεν, μη απορρίπτοντας την αγωγή ως αόριστη και απαράδεκτη, δεν υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ, αφετέρου δε, κρίνοντας ότι θεμελιώνεται ευθύνη του εναγομένου ανεξάρτητα από υπαίτια συμπεριφορά τρίτου προστηθέντος από αυτόν προσώπου δεν παραβίασε ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 922 ΑΚ και δεν υπέπεσε έτσι στις αναιρετικές πλημμέλειες των λόγων του άρθρου 559 αριθ. 1 και 19 του ΚΠολΔ, οι δε περί του αντιθέτου πρώτος και τρίτος λόγοι της αναιρέσεως είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι.
Ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αριθμ. 10 ΚΠολΔ, όπως αυτό ίσχυε πριν από την τροποποίησή του με το άρθρο 17 παρ. 2 του ν. 2915/2001, αναιρετικός λόγος, κατά τον οποίο αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχθηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς να διατάξει απόδειξη γι' αυτά, είναι απορριπτέος ως αόριστος, αν δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι η πλημμέλεια της οικείας πράξεως του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου προτάθηκε στο Εφετείο, αφού δεν πρόκειται για παράβαση που δεν μπορούσε να προβληθεί ενώπιόν του, ούτε για σφάλμα που προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, ούτε, τέλος, για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη (άρθρο 562 παρ. 2 ΚΠολΔ). Επομένως, ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο υποστηρίζεται ότι το Εφετείο υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 10 ΚΠολΔ γιατί δέχθηκε συνυπαιτιότητα του αναιρεσιβλήτου στο προσδιοριζόμενο με την απόφασή του ποσοστό και επιδίκασε στον ίδιο διάδικο χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης του, χωρίς να έχουν διαταχθεί σχετικές αποδείξεις, είναι απορριπτέος προεχόντως ως αόριστος, αφού δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι η πλημμέλεια της οικείας περί αποδείξεως πράξεως του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου προτάθηκε στο Εφετείο.
Όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο, προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα ως προς την αγωγή της αναιρεσείουσας, έλαβε υπόψη του τις καταθέσεις των εξετασθέντων μαρτύρων και τα εκατέρωθεν επικαλούμενα και νομίμως προσκομιζόμενα έγγραφα. Από τη διατύπωση αυτή, αλλά και από το αιτιολογικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως προκύπτει, χωρίς καμιά αμφιβολία, ότι το Εφετείο, μαζί με όλα τα υπόλοιπα αποδεικτικά μέσα, έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε και τις καταθέσεις των μαρτύρων ............
και ............, καθώς και την 89/1997 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Γρεβενών. Επομένως ο τέταρτος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, με τον οποίο προσάπτεται στο Εφετείο η αιτίαση ότι δεν έλαβε υπόψη του τα προαναφερόμενα αποδεικτικά μέσα και έτσι υπέπεσε στην πλημμέλεια του αναιρετικού λόγου του άρθρου 559 αριθ. 11 Κ.Πολ.Δ., είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί.
Ο ίδιος λόγος αναιρέσεως κατά το μέρος με το οποίο προβάλλεται, ως νομική πλημμέλεια ελεγχόμενη κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 12 ΚΠολΔ, ότι το Εφετείο δεν απέδωσε την προσήκουσα αποδεικτική αξία στις ως άνω καταθέσεις μαρτύρων, κρίνοντας ότι η αποδεικτική αξία άλλων καταθέσεων ήταν ανώτερη, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος.
Διότι ο επικαλούμενος αναιρετικός λόγος (άρθρ. 559 αριθ. 12) ιδρύεται όταν το δικαστήριο προσδίδει σε κάποιο αποδεικτικό μέσο μεγαλύτερη ή μικρότερη αποδεικτική δύναμη από εκείνη που ορίζει ο νόμος και όχι όταν εκτιμά κάποιο αποδεικτικό μέσο ως περισσότερο ή λιγότερο αξιόπιστο σε σχέση με κάποιο άλλο, αφού στην τελευταία αυτή περίπτωση εκφέρει κρίση που, σύμφωνα με το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 21-10-2005, αίτηση του ................, για αναίρεση της 133/2005 αποφάσεως του Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσίβλητου, την οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων εκατόν εβδομήντα (1.170) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 4 Ιουνίου 2007. Και
Δημοσιεύθηκε στο ακροατήριό του στις 11 Ιουνίου 2007.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ