Legislator Case Law & Legislation
1338/2022 AI generated

Supreme Court dismisses bank's appeal against lower court ruling on civil liability for alleged unauthorized investment losses.

Case Number 1338/2022
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court of Greece dismissed the bank's appeal against the Third Instance Court of Evia's final judgment. The bank argued that the defendant acted as its agent regarding a €176,000 investment, but the lower court found the money was illegally withheld by the defendant rather than deposited. The court rejected the appeal as unfounded, ruling that the lower court correctly applied civil liability provisions and that the bank's claims regarding the transfer of funds were baseless.

Legislator headnote

AI generated

Articles 914, 922, 926, 300 of the Civil Code; Articles 830, 806, 827 of the Civil Code; Article 559 of the Code of Civil Procedure: An appeal is inadmissible and must be rejected when the appellate court's findings of fact contradict the lower court's established facts regarding the nature of the funds and the agent's authority, rendering the alleged procedural violations baseless.

Keywords

AI generated
civil liability agency relationship unauthorized investment appeal dismissal Code of Civil Procedure Civil Code provisions judicial costs

Cited Legislation

AI generated
Articles 286, 287, 290 of the Code of Civil Procedure
Article 573 of the Code of Civil Procedure
Articles 914, 922, 926, 300 of the Civil Code
Articles 830, 806, 827 of the Civil Code
Article 559 of the Code of Civil Procedure
Article 495 of the Code of Civil Procedure
Articles 106, 176, 183, 191 of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1338 / 2022 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1338/2022

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Χρήστο Τζανερρίκο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ευδοξία Κιουπτσίδου - Στρατουδάκη, Ιωάννα Κλάπα - Χριστοδουλέα - Εισηγήτρια, Χρήστο Κατσιάνη και Ασημίνα Υφαντή, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 4 Απριλίου 2022, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης Τραπεζικής Εταιρείας με την επωνυμία "…" και το διακριτικό τίτλο "…..", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, ως καθολικής διαδόχου της αρχικά αναιρεσείουσας Ανώνυμης Τραπεζικής Εταιρείας με την επωνυμία "….." και το διακριτικό τίτλο "…." (πρώην "…."), η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Σπυρίδωνα Λάλα με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Κ. Α. του Ι., ο οποίος δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο, 2) Π. συζύγου Κ. Α., κατοίκου ... Διρφύων Ευβοίας, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αλέξανδρο Στρίμπερη κατέθεσε προτάσεις.

Στο σημείο αυτό, ο συνήγορος της ως άνω αναιρεσιβλήτου, αφού έλαβε το λόγο από τον Πρόεδρο, δήλωσε ότι ο υπό στοιχείο 1 αναιρεσίβλητος Κ. Α. του Ι. απεβίωσε στις 7/4/2021 σύμφωνα με την προσκομισθείσα υπ' αριθμό 38/1/2021 ληξιαρχική πράξη θανάτου της ληξιάρχου του Δήμου Διρφύων, και την παρούσα δίκη συνεχίζουν οι μοναδικοί εξ αδιαθέτου κληρονόμοι αυτού α) Α. Α. του Κ., κάτοικος Χαλκίδας Ευβοίας, β) Ν. Α. του Κ., γ) Σ. Α. του Κ., κάτοικοι Γαλατσίου Αττικής, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον ίδιο ως άνω δικηγόρο και κατέθεσαν προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 13/5/2014 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Χαλκίδας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 171/2017 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 221/2019 του Τριμελούς Εφετείου Ευβοίας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 18/10/2019 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τις διατάξεις των άρθρων 286 περ.α', 287 και 290 του Κ.Πολ.Δ., που εφαρμόζονται, κατά το άρθρο 573 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα και στη διαδικασία της αναιρετικής δίκης, προκύπτει ότι η δίκη διακόπτεται και όταν, μετά την άσκηση της αίτησης αναίρεσης και μέχρι να τελειώσει η προφορική συζήτηση, επί της οποίας εκδίδεται η απόφαση του Αρείου Πάγου, αποβιώσει κάποιος διάδικος.

Η διακοπή επέρχεται από τη γνωστοποίηση του λόγου της διακοπής προς τον αντίδικο, με επίδοση δικογράφου ή με τις προτάσεις ή με προφορική δήλωση στο ακροατήριο ή εκτός ακροατηρίου, κατά την επιχείρηση διαδικαστικής πράξης από εκείνον, που έχει το δικαίωμα να επαναλάβει τη δίκη ή και από εκείνον που, μέχρι την επέλευση του θανάτου, ήταν πληρεξούσιος του θανόντος.

Ως διάδικος, υπέρ του οποίου επήλθε η διακοπή της δίκης, στην περίπτωση θανάτου του αρχικού διαδίκου, νοείται ο καθολικός του διάδοχος (κληρονόμος του). Η επανάληψη της δίκης, που έχει διακοπεί, μπορεί να γίνει εκούσια, με ρητή ή σιωπηρή δήλωση του διαδίκου, υπέρ του οποίου επήλθε η διακοπή. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το επικαλούμενο και νομίμως προσκομιζόμενο από τη δεύτερη των αναιρεσιβλήτων απόσπασμα της από 31-1-2021 ληξιαρχικής πράξης θανάτου του ληξίαρχου Δ.Ε.

Διρφύων προκύπτει ότι ο πρώτος εξ αυτών απεβίωσε στις 7-4-2021, ήτοι, μετά την άσκηση της αίτησης αναίρεσης, η οποία κατατέθηκε στη γραμματεία του εκδόσαντος την προσβαλλόμενη απόφαση Δικαστηρίου (Τριμελούς Εφετείου Εύβοιας), στις 18-10-2019, χωρίς να αφήσει διαθήκη, κατέλειπε δε ως πλησιέστερους συγγενείς του και μοναδικούς εξ αδιαθέτου κληρονόμους του τη σύζυγό του, δεύτερη αναιρεσίβλητη και τα τέκνα του, Α.

Α., Ν. Α. και Σ. Α. (βλ. το 2378/22-2-2022 πιστοποιητικό εγγυτέρων συγγενών, το 1368/30-3-2022 πιστοποιητικό του γραμματέα του Ειρηνοδικείου Χαλκίδας περί μη δημοσιεύσεως διαθήκης και το 1370/30-3-2022 πιστοποιητικό του γραμματέα Ειρηνοδικείου Χαλκίδας περί μη αποποιήσεως της κληρονομίας). Επομένως, νομίμως, σύμφωνα με τις διατάξεις που προαναφέρθηκαν, οι ανωτέρω κληρονόμοι του αποβιώσαντος αρχικού διαδίκου (πρώτου αναιρεσιβλήτου) δήλωσαν στο ακροατήριο, κατά την συζήτηση της υποθέσεως, δια του νομίμως παρισταμένου και εκπροσωπούντος αυτούς πληρεξούσιου δικηγόρου τους, Α.

Σ., το θάνατο του παραπάνω αναιρεσιβλήτου και την εκούσια στο όνομά τους επανάληψη της βιαίως, εκ του λόγου τούτου, διακοπείσας δίκης. Κατόπιν τούτου και αφού δεν αμφισβητείται από την αναιρεσείουσα η ιδιότητα των ανωτέρω προσώπων ως κληρονόμων του θανόντος πρώτου αναιρεσίβλητου, η διακοπείσα δίκη νομίμως και παραδεκτώς συνεχίζεται από αυτούς.

Η υπό κρίση από 18-10-2019 (447/13/18-10-2019) αίτηση αναίρεσης, με την οποία προσβάλλεται η, αντιμωλία των διαδίκων, κατά την τακτική διαδικασία, εκδοθείσα 221/2019 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Εύβοιας, ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (495, 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.), είναι παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα) και πρέπει να ερευνηθεί, περαιτέρω, ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων αυτής, κατ' άρθρο 577 παρ. 3 του ίδιου Κώδικα.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 922 του Α.Κ., ο κύριος ή ο προστήσας κάποιον άλλο σε μια υπηρεσία ευθύνεται για τη ζημία, που ο υπηρέτης ή ο προστηθείς προξένησε σε τρίτο παράνομα κατά την υπηρεσία του. Η εφαρμογή της ως άνω διάταξης προϋποθέτει: 1) σχέση πρόστησης, η οποία υπάρχει, όταν ο προστήσας διατηρεί το δικαίωμα να δίδει εντολές στον προστηθέντα, αναφορικά με τον τρόπο εκπλήρωσης της υπηρεσίας του, όπως συμβαίνει στην περίπτωση υπαλλήλου τράπεζας, απλού ή διευθυντικού, 2) ενέργεια του προστηθέντος, παράνομη και υπαίτια, πληρούσα τις προϋποθέσεις του άρθρου 914 του Α.Κ.

και 3) η ενέργεια αυτή του προστηθέντος να έγινε κατά την εκτέλεση της υπηρεσίας, που του είχε ανατεθεί, ακόμη και κατά κατάχρηση ή καθ' υπέρβαση της υπηρεσίας του αυτής, η οποία υφίσταται, όταν η ζημιογόνος πράξη τελέστηκε εντός των ορίων των καθηκόντων, που ανατέθηκαν στον προστηθέντα ή επ' ευκαιρία ή εξ αφορμής της υπηρεσίας, αλλά, κατά παράβαση των εντολών και των οδηγιών, που δόθηκαν σ' αυτόν ή καθ' υπέρβαση αυτών, υπό την προϋπόθεση, όμως, ότι, μεταξύ της ζημιογόνου ενέργειας του προστηθέντος και της υπηρεσίας του υπάρχει εσωτερική συνάφεια, με την έννοια ότι η αδικοπραξία δεν θα ήταν δυνατόν να τελεστεί, χωρίς την πρόστηση ή ότι η τελευταία υπήρξε το αναγκαίο μέσο για τη διάπραξή της.

Δηλαδή, ο προστήσας ευθύνεται και για κάθε πράξη του προστηθέντος, της οποίας η εκτέλεση κατέστη δυνατή στον τελευταίο, λόγω ακριβώς της θέσης του, των ευκαιριών, τις οποίες αυτή (πρόστηση) του παρέσχε να χρησιμοποιήσει για άλλο σκοπό, τα τεθέντα στη διάθεσή του μέσα και γενικότερα, όταν η υπηρεσία του προστηθέντος αποτέλεσε το αναγκαίο μέσο προς επιχείρηση της ζημιογόνου πράξεως.

Με τις προϋποθέσεις αυτές θεμελιώνεται η γνήσια αντικειμενική ευθύνη του προστήσαντος για τις ζημίες που παράνομα και υπαίτια προκάλεσε ο προστηθείς, με τον οποίο ευθύνεται εις ολόκληρον, όπως συνάγεται από τις διατάξεις των άρθρων 481, 486 και 926 του Α.Κ. Η ευθύνη αυτή του προστήσαντος έναντι των ζημιωθέντων τρίτων από την παράνομη και υπαίτια ως άνω συμπεριφορά του προστηθέντος έχει ως δικαιολογητικό λόγο ότι ο προστήσας ωφελείται από τις υπηρεσίες του προστηθέντος, διευρύνοντας το πεδίο της επαγγελματικής, συνήθως, δραστηριότητάς του και, ως εκ τούτου, είναι εύλογο να φέρει την ευθύνη και τους κινδύνους που προκύπτουν από τη δραστηριότητα τούτου.

Στον προστήσαντα δεν παρέχεται η δυνατότητα απαλλαγής του από την ευθύνη, αν αποδείξει ότι δεν τον βαρύνει πταίσμα (αμέλεια) ως προς την εκ μέρους του επιλογή του προστηθέντος ή ως προς τις οδηγίες που του παρείχε, ούτε αν αποδείξει ότι ο προστηθείς είχε αναπτύξει πρωτοβουλία κατά την παροχή της υπηρεσίας που του ανατέθηκε (Α.Π. 418/2016, Α.Π. 995/2008, Α.Π. 1226/2007).

Αντίθετα, δεν ευθύνεται ο προστήσας, όταν η παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά του προστηθέντος οφείλεται σε προσωπικούς λόγους του τελευταίου, άσχετους με την υπηρεσία που του έχει ανατεθεί, δηλαδή, όταν η αδικοπραξία είναι άσχετη ή ξένη με την υπηρεσία που του έχει ανατεθεί, αφού η ύπαρξη των λόγων αυτών διακόπτει την αιτιώδη συνάφεια ανάμεσα στη βλαπτική πράξη του προστηθέντος και την άσκηση ή κατάχρηση της υπηρεσίας του.

Αυτό συμβαίνει και στην περίπτωση, που υπάρχει μεν τυπικός ή χρονικός σύνδεσμος της επιβλαβούς συμπεριφοράς του προστηθέντος με την υπηρεσία του, δηλαδή, η συμπεριφορά του εκδηλώθηκε τοπικά και χρονικά με την ευκαιρία της υπηρεσίας του, πλην όμως, οφείλεται σε προσωπικό πταίσμα του προστηθέντος, τον κίνδυνο του οποίου δεν μπορεί να φέρει ο προστήσας (Α.Π. 780/2019, Α.Π. 1621/2018, Α.Π. 1888/2013).

Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 300, 334 και 922 του Α.Κ. προκύπτει ότι ο κύριος ή ο προστήσας άλλον σε κάποια υπηρεσία, που ευθύνεται για τις ζημίες που προξενήθηκαν από τον προστηθέντα παρανόμως σε τρίτο, κατά την εκτέλεση της ανατεθείσας σ' αυτόν υπηρεσίας, απαλλάσσεται της ευθύνης, όταν ο προστηθείς έδρασε κατά κατάχρηση της ανατεθείσας σ' αυτόν υπηρεσίας, υπό την προϋπόθεση, όμως, ότι ο ζημιωθείς γνώριζε ή όφειλε να γνωρίζει την κατάχρηση αυτή ή από αμέλειά του, δεν κατέβαλε την επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές από μέσο συνετό άνθρωπο του ιδίου επαγγελματικού και λοιπού κύκλου αυτού, συνετέλεσε δια πράξεως ή παραλείψεώς του στην πρόκληση ή την έκταση της ζημίας, περιστατικά, τα οποία πρέπει να προτείνει και να αποδείξει για την απαλλαγή του ο εναγόμενος προστήσας έναντι της αγωγής του ζημιωθέντος (Α.Π. 1359/2019, Α.Π. 780/2019, Α.Π. 418/2016, Α.Π. 530/2014, Α.Π. 1718/2012, Α.Π. 331/2010).

Κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 1α' του Κ.Πολ.Δ., παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που ιδρύει τον προβλεπόμενο από τη διάταξη αυτή λόγο αναίρεσης, υπάρχει, όταν ο κανόνας δικαίου είτε ερμηνεύτηκε εσφαλμένα, δηλαδή, το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σ` αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε δεν εφαρμόσθηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, είτε εφαρμόσθηκε, ενώ αυτές δεν συνέτρεχαν ή εφαρμόσθηκε εσφαλμένα.

Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσία την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ελέγχεται, ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που, ανελέγκτως, δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο, ιδρύεται δε ο λόγος αυτός, όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα περιστατικά αυτά αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται.

Κατά την έννοια του λόγου αναίρεσης από τον αριθμό 19 του άρθρ. 559 του Κ.Πολ.Δ., η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και υπάρχει, συνεπώς, εκ πλαγίου παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, όταν, από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα έτσι να μην μπορεί να ελεγχθεί, αν, στη συγκεκριμένη περίπτωση, συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε (Ολ.

Α.Π 1/1999, Α.Π. 98/2019, Α.Π. 2267/2013). Αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή, για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή στην κατάλυση του επίδικου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.

Αντίστοιχα, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει, όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά, που είτε είναι κατά το νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε στην ένδικη περίπτωση είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι δε και όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (Ολ.Α.Π. 15/2006).

Δηλαδή, δεν υπάρχει ανεπάρκεια αιτιολογίας, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτική, αλλά πλήρη αιτιολογία, αφού αναγκαίο να εκτίθεται σαφώς στην απόφαση είναι μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε και όχι ο λόγος, για τον οποίο αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Συνακόλουθα, τα επιχειρήματα ή οι κρίσεις του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση απλώς των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές διαμορφωτικές του αποδεικτικού πορίσματός του και επομένως αιτιολογία της απόφασης ικανή να ελεγχθεί αναιρετικά με τον παραπάνω λόγο για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα, ούτε ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν το δικαστήριο της ουσίας δεν ανέλυσε ιδιαιτέρως ή διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς τους.

Στην προκειμένη περίπτωση, από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το Εφετείο δέχθηκε τα ακόλουθα: "Ο Α. Κ. προσλήφθηκε την 2α Οκτωβρίου του έτους 1978 ως τραπεζικός υπάλληλος από την... 'ΤΡΑΠΕΖΑ ΕΡΓΑΣΙΑΣ Α.Ε.'. Η τελευταία..., κατά το έτος 2000, συγχωνεύθηκε με την ανώνυμη τραπεζική εταιρεία με την επωνυμία "… A.E."..., συνέχισε δε να προσφέρει τις υπηρεσίες του σε αυτήν μέχρι τη συνταξιοδότησή του, που επήλθε την 30η Νοεμβρίου του έτους 2010, κατέχοντας κατά τα τελευταία έτη πριν τη συνταξιοδότησή του θέσεις ευθύνης και συγκεκριμένα διετέλεσε διευθυντής στο υποκατάστημα 146 της δεύτερης εναγόμενης Τράπεζας στη Θήβα και κατά τα έτη 2008-2010 στο υποκατάστημα 213...

στη Χαλκίδα, καθιστάμενος, λόγω της συμβάσεως αυτής προστηθείς στης εναγομένης Τράπεζας... Λόγω δε του ότι καταγόταν από το χωρίο Καθενούς Εύβοιας, διατηρούσε φιλικούς διαπροσωπικούς δεσμούς με τους ενάγοντες Κωνσταντίνο και Παναγιώτα Ακριώτη, που ζούσαν ομοίως στο ίδιο χωριό... οι ενάγοντες είχαν επιλέξει την ανώνυμη τραπεζική εταιρεία 'ΤΡΑΠΕΖΑ ΕΡΓΑΣΙΑΣ Α.Ε.', συναλλασσόμενοι σε διάφορα υποκαταστήματα αυτής (Θηβών και Αλιβερίου Εύβοιας), στα οποία σημαντική θέση κατείχε ο Α.

Κ., για τοποθέτηση των χρημάτων τους είτε σε προθεσμιακής καταθέσεις είτε για αγορά ομολόγων του Ελληνικού Δημοσίου είτε για την αγορά εντόκων γραμματίων ορισμένης χρονικής διάρκειας. Επί των εντύπων αυτών, η γνησιότητα των οποίων δεν αμφισβητείται από την εναγομένη Τράπεζα, έχουν τεθεί οι υπογραφές του εναγομένου Α.

Κ., σε ορισμένα δε από τα οποία αναγράφεται μάλιστα η ιδιότητα του τελευταίου ως διευθυντή, ενώ σε άλλα ως προϊσταμένου του υποκαταστήματος, αλλά και άλλων υπαλλήλων... Από τα έγγραφα αυτά προκύπτει ότι ο Α. Κ. έχαιρε της εκτίμησης και της πλήρους εμπιστοσύνης των εναγόντων, οι οποίοι από το έτος 1993, ανέθεταν σε αυτόν με την προαναφερόμενη ιδιότητά του και μέσω του δικτύου και των διαδικασιών της εναγομένης τράπεζας να επενδύουν τις αποταμιεύσεις τους, που τηρούνταν στα υποκαταστήματα σε προθεσμιακές καταθέσεις και αμοιβαία κεφάλαια με κίνητρο υψηλότερο επιτόκιο συγκριτικά και σε σχέση με αυτό των απλών τραπεζικών καταθέσεων ταμιευτηρίου της ίδιας τράπεζας.

Μέχρι το έτος 2006, η σχέση τους έβαινε ομαλώς... Ωστόσο, ο Α. Κ., εκμεταλλευόμενος τη θέση του στην εναγομένη τράπεζα και τελώντας σε γνώση του ύψους των αποταμιεύσεων των εναγόντων στην εναγομένη τράπεζα, της εν γένει οικονομικής κατάστασής τους αλλά και εξαιτίας της προηγούμενης επαγγελματικής συνεργασίας τους, πρότεινε σε αυτούς να επενδύσουν εκ νέου χρήματα σε επενδυτικά προγράμματα, που προσφέρονταν από την εναγομένη τράπεζα, τονίζοντας σε αυτούς ότι οι συνήθεις καταθέσεις ταμιευτηρίου είχαν πολύ μικρή απόδοση, επιπλέον δε αυτός εγγυήθηκε την πλήρη διασφάλιση του κεφαλαίου τους, το οποίο θα τελούσε κάτω από την εγγύηση του ίδιου και της εναγομένης τράπεζας.

Κατά κύριο λόγο, παρέστησε σε αυτούς ότι η απόδοση του κεφαλαίου από τα επενδυτικά προγράμματα της εναγομένης τράπεζας θα ήταν πολλαπλάσια αυτής, που απέδιδαν οι απλές καταθέσεις ταμιευτηρίου και ότι το κεφάλαιο, που επρόκειτο να επενδυθεί, θα ήταν άμεσα διαθέσιμο, ολόκληρο ή μέρος του, στους ενάγοντες μέσα σε προθεσμία δύο (2) ημερών, από τότε, που θα προέβαιναν σε δήλωσης διάθεσής του, επιπλέον δε τους υποσχέθηκε ότι σε περίπτωση επιλογής του συγκεκριμένου επενδυτικού προϊόντος ('κλειστές προθεσμιακές καταθέσεις'), η τράπεζα θα χορηγούσε σε αυτούς χαμηλότοκο δάνειο, εφόσον επιθυμούσαν κάτι τέτοιο.

Εξαιτίας των παραστάσεων αυτών... πεπεισμένοι οι ενάγοντες από την προηγούμενη χωρίς οποιοδήποτε πρόβλημα επαγγελματική συνεργασία τους, σε συνδυασμό με την εμπιστοσύνη, με την οποία περιέβαλαν τον Α. Κ., στην ιδιότητα του οποίου ως διευθυντή της εναγόμενης τράπεζας απέβλεπαν, αλλά και λόγω της μακρόχρονης γνωριμίας τους με αυτόν, παρέδωσαν στον τελευταίο το χρηματικό ποσό των εκατόν εβδομήντα έξι χιλιάδων (176.000) ευρώ, προκειμένου αυτός να επενδύσει τούτο, μέσω της εναγόμενης τράπεζας σε κλειστή προθεσμιακή κατάθεση, με επιτόκιο 5,35%, με χρόνο έναρξης την 1η Μαρτίου του έτους 2006 και λήξης την 31η Μαρτίου του ιδίου έτους, ποσού τόκων κατά τη λήξη της 784,67 ευρώ.

Προς απόδειξη της συγκεκριμένης συναλλαγής εκδόθηκε η από 1η Μαρτίου 2006 απόδειξη συναλλαγής του υποκαταστήματος της εναγόμενης τράπεζας, η οποία έφερε το λογότυπο αυτής και για λογαριασμό της υπέγραψαν ο Α. Κ. και Π. Ν.. Κατά το χρόνο λήξης της συγκεκριμένης κατάθεσης, οι ενάγοντες ενημερώθηκαν από τον Α.

Κ. ότι είχαν τη δυνατότητα να προβούν σε νέα προθεσμιακή κατάθεση διάρκειας 365 ημερών, με επιτόκιο απόδοσης 13,20%, χρόνο έναρξης την 31η Μαρτίου του έτους 2006 και λήξης την αντίστοιχη ημέρα του επόμενου έτους... για κεφάλαιο 176.784,67 ευρώ και ποσού απόδοσης τόκων 23.516,29 ευρώ. Λόγω της δελεαστικής αυτής απόδοσης οι ενάγοντες αποδέχθηκαν την προς αυτούς γενόμενη πρόταση του Α.

Κ. και συναίνεσαν σε τέτοια επενδυτική κίνηση. Προς απόδειξη της συναλλαγής αυτής εκδόθηκε η από 3 Απριλίου 2006 απόδειξη συναλλαγής του υποκαταστήματος Θηβών της εναγόμενης τράπεζας, η οποία έφερε το λογότυπο αυτής και για λογαριασμό αυτής υπέγραψαν οι Α. Κ. και Π. Ν.. Κατά το χρόνο λήξης της παραπάνω κατάθεσης, οι ενάγοντες ενημερώθηκαν από τον Α.

Κ. ότι είχαν τη δυνατότητα να προβούν σε άλλη προθεσμιακή κατάθεση ομοίως διαρκείας 365 ημερών, με επιτόκιο απόδοσης 13,26%, χρόνο έναρξης την 2α Απριλίου 2007 και λήξης τη 2α Απριλίου 2008, για κεφάλαιο 130.300,96 ευρώ και ποσού απόδοσης τόκων 17.649,85 ευρώ. Οι ενάγοντες αποδέχθηκαν την προς αυτούς γενόμενη πρόταση και συμφώνησαν.

Προς απόδειξη της συγκεκριμένης συναλλαγής εκδόθηκε η από 2 Απριλίου 2007 απόδειξη συναλλαγής του υποκαταστήματος Θηβών της εναγομένης τράπεζας, η οποία έφερε το λογότυπο αυτής και για λογαριασμό της υπέγραψε ο Α. Κ.... Κατά το χρόνο λήξης της εν λόγω καταθέσεως... ο Κ. Α. παρείχε τηλεφωνικά την εντολή στον Α.

Κ. να προβεί για λογαριασμό τους σε νέα προθεσμιακή κατάθεση, διαρκείας 365 ημερών, με επιτόκιο 13,76%, χρόνο έναρξης τη 2α Απριλίου 2008 και λήξης τη 2α Απριλίου 2009 για κεφάλαιο 130.300,96 ευρώ και ποσού απόδοσης τόκων 20.647,00 ευρώ. Προς απόδειξη της συγκεκριμένης συναλλαγής εκδόθηκε η από 2 Απριλίου 2008 απόδειξη συναλλαγής του υποκαταστήματος Χαλκίδας της εναγομένης τράπεζας, η οποία έφερε το λογότυπο αυτής και για λογαριασμό της υπέγραψε ο Α.

Κ.. Περαιτέρω, κατά το χρόνο λήξης της κατάθεσης αυτής, οι ενάγοντες, κατόπιν των παραστάσεων του Α. Κ., συναίνεσαν σε νέα προθεσμιακή κατάθεση, διαρκείας 365 ημερών, με επιτόκιο απόδοσης 12,85%, χρόνο έναρξης τη 2α Απριλίου 2009 και λήξης τη 2α Απριλίου 2010 για κεφάλαιο 160.300,96 ευρώ και ποσού απόδοσης τόκων 20.845,00 ευρώ.

Προς απόδειξη της συγκεκριμένης συναλλαγής, εκδόθηκε η από 2 Απριλίου 2009 απόδειξη συναλλαγής του υποκαταστήματος Χαλκίδας της εναγομένης τράπεζας, η οποία έφερε το λογότυπο αυτής και για λογαριασμό της υπέγραψε ο Α. Κ.. Ακολούθησε και νέα προθεσμιακή κατάθεση διαρκείας 365 ημερών, με επιτόκιο 11,25%, χρόνο έναρξης τη 2α Απριλίου 2012 και λήξης τη 2α Απριλίου 2013 για κεφάλαιο 255.966,00 ευρώ και ποσού απόδοσης τόκων 29.800,00 ευρώ.

Προς απόδειξη της συγκεκριμένης συναλλαγής, εκδόθηκε η από 2 Απριλίου 2012 απόδειξη συναλλαγής του υποκαταστήματος Χαλκίδας της εναγομένης τράπεζας, η οποία έφερε το λογότυπο αυτής και για λογαριασμό της υπέγραψε ο Α. Κ.. Έτσι, ο Α. Κ., προκειμένου να ενισχύσει την πεπλανημένη αυτή εντύπωση των εναγόντων σχετικά με την τοποθέτηση των χρημάτων τους σε επενδυτικά προϊόντα της εναγόμενης τράπεζας, εγχείρισε σε αυτούς τις παραπάνω αποδείξεις συναλλαγής, που ήταν πλαστές, αφού δεν προέρχονταν από τη φερόμενη ως εκδότη τους εναγόμενη τράπεζα, ανεξαρτήτως του ότι έφεραν το λογότυπο αυτής.

Δηλαδή, επρόκειτο για έγγραφα, προορισμένα να αποδείξουν την ύπαρξη έννομης σχέσης, τα οποία είχαν καταρτιστεί από τον Α. Κ. ή από άλλο πρόσωπο σε συνεννόηση με αυτόν..., ο οποίος εν γνώσει της πλαστότητάς τους τις κατέστησε προσιτές στους ενάγοντες, προκειμένου να παραπλανήσει αυτούς σχετικά με γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, ότι δηλαδή, είχε συντελεστεί η τοποθέτηση ορισμένου κάθε φορά χρηματικού ποσού, αποτελούμενου από το κεφάλαιο και την κάθε φορά προκύπτουσα απόδοση αυτού, κατά το συγκεκριμένο χρονικό διάστημα, σε επενδυτικό προϊόν της εναγόμενης τράπεζας.

Στην πραγματικότητα, ο Α. Κ. ιδιοποιήθηκε το χρηματικό ποσό των 176.000 ευρώ, το οποίο, αφού απέσπασε με αθέμιτες μεθόδους από τους ενάγοντες, στη συνέχεια ενσωμάτωσε και διατήρησε αυτό στη δική του ατομική περιουσία, παριστάνοντας ότι το χρηματικό ποσό, που αυτοί δικαιούνταν, ανερχόταν σε 255.966,00 ευρώ, μετά τις υποτιθέμενες αποδόσεις του...

Στην πραγματικότητα όμως ουδέποτε έλαβε χώρα η τοποθέτηση του χρηματικού ποσού 176.000,00 ευρώ, που οι ενάγοντες παρέδωσαν στον Α. Κ. για το σκοπό αυτό στις παραπάνω προθεσμιακές καταθέσεις. Αντίθετα, αυτός συστηματικά και κατ' εξακολούθηση επιδιδόταν σε απατηλές και παραπλανητικές παραστάσεις προς τους ενάγοντες σχετικά με 'δήθεν' επένδυση του εκάστοτε χρηματικού ποσού σε 'κλειστή' προθεσμιακή κατάθεση ανά έτος, έπειθε, δηλαδή, αυτούς ότι όντως προέβαινε για λογαριασμό τους σε 'κλειστή' προθεσμιακή κατάθεση του χρηματικού ποσού που προέκυπτε από την επένδυση αυτή, ήτοι, κατά το παραδοθέν σε αυτόν, ενεργούντα για λογαριασμό της εναγόμενης τράπεζας, κεφάλαιο χρημάτων, προσαυξημένο κατά τη φερόμενη απόδοση ανά έτος, ότι η 'κλειστή' αυτή κατάθεση έληγε ανά έτος, ότι ήταν διαθέσιμο το συγκεκριμένο επενδυτικό προϊόν με τη συγκεκριμένη απόδοση και ότι το ποσό ως σύνολο μπορούσε να τοποθετηθεί σε ασφαλές επενδυτικό προϊόν, που ήταν άμεσα διαθέσιμο και ότι κατόπιν των διαδοχικών τοποθετήσεων των αποταμιεύσεών τους σε κλειστές προθεσμιακές καταθέσεις-προϊόντα της εναγόμενης τράπεζας, το χρηματικό ποσό που δικαιούνταν οι ενάγοντες, ανέρχονταν σε 255.966,00 ευρώ.

Ωστόσο, οι παραστάσεις αυτές ουδόλως ανταποκρίνονταν στην πραγματικότητα και ως εκ τούτου ήταν καθ' ολοκληρίαν ψευδείς, καθώς ο Α. Κ., εκμεταλλευόμενος και καταχρώμενος τη θέση στην εναγόμενη τράπεζα, κατά τα ανωτέρω, που του παρείχε τη δυνατότητα να προβαίνει σε τέτοιες ενέργειες, ενέργησε παράνομα και υπαίτια σε βάρος των εναγόντων...

η κατά τα παραπάνω περιουσιακή επίδοση από την πλευρά των εναγόντων με τη μορφή της παράδοσης στον Α. Κ. του χρηματικού ποσού των 176.000,00 ευρώ, έστω και αν αυτή έλαβε χώρα εκτός του υποκαταστήματος της εναγόμενης τράπεζας και όχι με τη μορφή τραπεζικής ενέργειας-συναλλαγής... δεν στοιχειοθετεί πταίσμα συντρέχον των εναγόντων στην επελθούσα ζημία τους, καθώς μια τέτοια ενέργεια δικαιολογείται από τη χωρίς προβλήματα μακροχρόνια επαγγελματική σχέση των διαδίκων και την εξαιτίας αυτού του λόγου πρόκληση εύλογης πεποίθησης σε αυτούς ότι αντισυμβαλλόμενός τους εξακολουθούσε να είναι η εναγομένη τράπεζα και όχι ατομικά ο Α.

Κ.. Εξάλλου, η πεποίθηση των εναγόντων ότι οι κατά παραπάνω συναλλαγές λάμβαναν χώρα στα πλαίσια δραστηριότητας της εναγόμενης τράπεζας ενισχύθηκε και από το γεγονός ότι ο Α. Κ. προέβαινε μετά την τέλεση της σε βάρος τους αδικοπραξίας σε τμηματικές καταβολές χρηματικών ποσών από το αρχικά παραδοθέν σε αυτόν χρηματικό ποσό τραπεζικά και συγκεκριμένα οι καταβολές γίνονταν σε πίστωση του υπ' αριθμό 0026.0213.53.0100299 440 κοινού λογαριασμού τους, που αυτοί διατηρούν στην εναγόμενη τράπεζα και όχι ατομικά...

Επιπλέον, η επελθούσα ζημία των εναγόντων συνέχεται αιτιωδώς με τη σχέση πρόστησης ανάμεσα στην εναγόμενη τράπεζα και στον Α. Κ., λόγω της χρονικής και τυπικής εξάρτησης του τελευταίου από τον εναγόμενη τράπεζα, καθώς και κατά τον επίδικο χρόνο τέλεσης της σε βάρος τους αδικοπραξίας (Μάρτιος του έτους 2006), οπότε συντελέστηκε η κατά τα παραπάνω περιουσιακή επίδοση, ο Α.

Κ. ενεργούσε ως διευθυντής υποκαταστήματός της, στα πλαίσια σύμβασης εξαρτημένης εργασίας του με την εναγομένη τράπεζα, χωρίς δε τη σχέση αυτή (της πρόστησης) είναι βέβαιο ότι δεν θα μπορούσε να διαπραχθεί η κατά τα παραπάνω αδικοπραξία, αφού, λόγω της σχέσης πρόστησής του με την εκκαλούσα τράπεζα παρασχέθηκε η ευκαιρία στον Α.

Κ. να αδικοπρακτήσει... Κατ' ακολουθία των παραπάνω, για τη ζημία που προκλήθηκε στους ενάγοντες ευθύνεται ως προστήσασα η εναγόμενη τράπεζα, αφού αυτή τυγχάνει υπεύθυνη για την επιλογή, πρόσληψη και διατήρηση του Α. Κ. στο στελεχιακό της δυναμικό, ως προστηθέντος υπαλλήλου της, υπέχουσα γνήσια αντικειμενική ευθύνη...".

Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο δέχθηκε τυπικά και κατ' ουσία την έφεση της εναγομένης και, αφού εξαφάνισε την εκκληθείσα απόφαση, κράτησε την υπόθεση και δέχθηκε εν μέρει ως ουσία βάσιμη την αγωγή, κρίνοντας ότι η εναγομένη και ήδη αναιρεσείουσα τράπεζα ευθύνεται, ως προστήσασα, κατά τη διάταξη του άρθρου 922 του Α.Κ., λόγω της παράνομης και υπαίτιας συμπεριφοράς του υπ' αυτής προστηθέντος έναντι των ζημιωθέντων εναγόντων και ήδη αναιρεσιβλήτων και οφείλει να καταβάλει σ' αυτούς την ορισθείσα αποζημίωση για την αποκατάσταση της θετικής ζημίας, την οποία υπέστησαν.

Ειδικότερα, το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε ότι: α) Ο ανωτέρω αναφερόμενος, Α. Κ. (μη διάδικος), όντας, κατά τον κρίσιμο χρόνο, υπάλληλος της εναγομένης-εκκαλούσας και ήδη αναιρεσείουσας τράπεζας και συγκεκριμένα διευθυντής υποκαταστήματός της, που τελούσε υπό τον έλεγχο και την εποπτεία της, ενεργώντας, κατά κατάχρηση της υψηλόβαθμης θέσης του και των υπηρεσιακών του καθηκόντων, εκμεταλλευόμενος τις δυνατότητες και τα μέσα, που του παρείχε η υπηρεσία του καθώς και την καλόπιστη συμπεριφορά των αρχικώς εναγόντων, οι οποίοι τον περιέβαλαν με πολυετή φιλία και εμπιστοσύνη, λόγω των μακροχρόνιων σχέσεών τους, λόγω της υψηλόβαθμης θέσης που κατείχε καθώς και της επί μακρόν απρόσκοπτης και ανεπίληπτης συνεργασίας τους με αυτόν, ως υπάλληλο και, στη συνέχεια, ως διευθυντικό στέλεχος της αναιρεσείουσας, στο τομέα των τραπεζικών και επενδυτικών συναλλαγών τους, υλοποίησε το εγκληματικό του σχέδιο και συγκεκριμένα τους παρέπεισε να του αναθέσουν να προβεί, για λογαριασμό τους, σε "κλειστή" προθεσμιακή κατάθεση, ποσού 176.000 ευρώ, ενιαύσιας διάρκειας, με απόδοση υψηλότερη αυτής που απέδιδαν οι απλές τραπεζικές καταθέσεις, που τηρούσαν μέχρι τότε στην αναιρεσείουσα και, έτσι, τους απέσπασε το ως άνω χρηματικό ποσό (των 176.000 ευρώ), το οποίο ιδιοποιήθηκε.

β) Η τέλεση της άδικης και υπαίτιας πράξης του ως άνω προστηθέντος της ήδη αναιρεσείουσας σε βάρος των αρχικώς εναγόντων δεν ήταν ξένη ούτε άσχετη προς τα υπηρεσιακά του καθήκοντα και τις αρμοδιότητες που του είχε εμπιστευθεί και αναθέσει η αναιρεσείουσα, υλοποιήθηκε δε, ακριβώς, λόγω της ως άνω ιδιότητάς του, υπό το μανδύα της οποίας, άλλωστε, ενήργησε, στα πλαίσια δήθεν διεκπεραιώσεως τραπεζικών εργασιών πελατών (όπως οι ενάγοντες), χρησιμοποιώντας τα μέσα, που είχε στη διάθεσή του, ακριβώς, λόγω της θέσης του, ως διευθυντικό στέλεχος της αναιρεσείουσας και, συνεπώς, η υπ' αυτού τελεσθείσα αδικοπραξία σε βάρος των αρχικώς εναγόντων τελούσε σε εσωτερική συνάφεια με τα υπαλληλικά-διευθυντικά καθήκοντα, που είχαν ανατεθεί σ' αυτόν (προστηθέντα) από την αναιρεσείουσα, με την έννοια δεν μπορούσε να την πραγματοποιήσει, χωρίς την πρόστηση, αφού, διαφορετικά, δεν θα ήταν σε θέση να πείσει τους ενάγοντες να του παραδώσουν το ανωτέρω χρηματικό ποσό των 176.000 ευρώ, το οποίο αυτός ουδέποτε κατέθεσε στην εναγομένη και ήδη αναιρεσείουσα, τράπεζα, αλλά το ενεθυλάκωσε, αλλά ούτε θα είχε στη διάθεσή του τα μέσα, που συνετέλεσαν ουσιαστικά στην πραγμάτωση της ιστορούμενης ζημιογόνου συμπεριφοράς του και την παραπλάνηση των ζημιωθέντων, δηλαδή, τα απαραίτητα προς πιστοποίηση των δήθεν υπ' αυτού διενεργηθεισών τραπεζικών συναλλαγών έγγραφα παραστατικά (αποδεικτικά συναλλαγών) με το λογότυπο της αναιρεσείουσας τράπεζας, τα οποία έφεραν την υπογραφή του ως διευθυντή του υποκαταστήματος αυτής, ορισμένα δε εξ αυτών και την υπογραφή άλλου υπαλλήλου, δ) Η παράδοση στον ως άνω προστηθέντα του προαναφερόμενου χρηματικού ποσού έλαβε μεν χώρα εκτός τραπεζικού καταστήματος, χωρίς την τήρηση της προβλεπόμενης από το νόμο και την τραπεζική πρακτική διαδικασίας, πλην όμως, η ενέργεια αυτή δικαιολογείται, στην προκειμένη περίπτωση, από την επίκληση του προσχήματος της ταχύτερης εξυπηρετήσεως των αρχικώς εναγόντων, οι οποίοι παραπείστηκαν, λόγω της οικειότητας και της μακροχρόνιας φιλικής σχέσης τους με τον αδικοπραγήσαντα-προστηθέντα, της εμπιστοσύνης που έτρεφαν προς αυτόν καθώς και της στενής συνεργασίας τους, επί μακρόν, σε τραπεζικές εργασίες, χωρίς να έχει ανακύψει, μέχρι τότε, οποιοδήποτε πρόβλημα, το οποίο να προκαλέσει τη δυσπιστία τους στο πρόσωπό του, σχετικά με την εντιμότητά του και τη συνεπή εκτέλεση των καθηκόντων του, με συνέπεια να μην έχει δοθεί σ' αυτούς καθ' οιονδήποτε τρόπο η αφορμή να αμφισβητήσουν την αξιοπιστία του προστηθέντος και να υποπτευθούν ότι με τις ιστορούμενες ενέργειές του αποσκοπούσε στο να τους παραπλανήσει και να ιδιοποιηθεί τα χρήματά τους, σε συνδυασμό και με το γεγονός ότι αυτός (προστηθείς), προκειμένου να ενισχύσει την πλάνη τους, φρόντιζε να καταθέτει, τμηματικά, τα ως άνω αναφερόμενα σημαντικά χρηματικά ποσά στο κοινό τραπεζικό λογαριασμό, που τηρούσαν στην αναιρεσείουσα, ως δήθεν αποδόσεις της υποτιθέμενης τραπεζικής επένδυσης, στην οποία είχε προβεί.

Εξ αυτών εξηγείται επαρκώς η δημιουργία εύλογης πεποίθησης στους αρχικώς ενάγοντες ότι ο προστηθείς ενήργησε ως όργανο της αναιρεσείουσας και όχι ατομικώς και δη ότι είχε τη δυνατότητα να παραλάβει το παραπάνω χρηματικό ποσό για λογαριασμό της (αναιρεσείουσας), έστω και χωρίς την τήρηση της προβλεπόμενης τυπικής διαδικασίας και ότι τα χρήματα αυτά διατέθηκαν (επενδύθηκαν), πράγματι, στην παραπάνω υποτιθέμενη τραπεζική συναλλαγή, ενώ η ζημιογόνα συμπεριφορά του, συνεπεία της οποίας ζημιώθηκαν, κατά τ' ανωτέρω οι αρχικώς ενάγοντες, ήτοι με την απώλεια του προαναφερθέντος χρηματικού ποσού, έλαβε χώρα πριν τη συνταξιοδότηση αυτού, έως 30-11-2010 και ειδικότερα κατά το Μάρτιο 2006.

Έτσι που έκρινε το Εφετείο, με σαφείς, επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 914, 922, 926 και 300 του Α.Κ. Οι προβαλλόμενες, λοιπόν, περί του αντιθέτου αιτιάσεις της αναιρεσείουσας, οι οποίες περιέχονται στους δεύτερο και τρίτο λόγους της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης, με τις οποίες αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ.

αναιρετικές πλημμέλειες για ευθεία και εκ πλαγίου παραβίαση των ανωτέρω διατάξεων, είναι αβάσιμες. Περαιτέρω, με τον πρώτο λόγο της αίτησης αναίρεσης και δη με το πρώτο και δεύτερο σκέλος τούτου, αποδίδονται, αντίστοιχα, στην προσβαλλόμενη απόφαση οι από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. αναιρετικές πλημμέλειες, συνισταμένες στην ευθεία και εκ πλαγίου παραβίαση των διατάξεων των άρθρων 830 παρ. 1, 806 και 827 του Α.Κ.

Ο λόγος αυτός, ως προς αμφότερα τα σκέλη του, είναι απαράδεκτος, καθόσον ερείδεται επί της εσφαλμένης προϋποθέσεως ότι το ποσό των 176.000 ευρώ, το οποίο οι αρχικώς ενάγοντες παρέδωσαν στον υπό της αναιρεσείουσας προστηθέντα, περιήλθε στην κυριότητά της, ενώ, το Εφετείο, ανελέγκτως, δέχθηκε ότι το ποσό αυτό ουδέποτε κατατέθηκε σε τραπεζικό λογαριασμό ούτε αποτέλεσε αντικείμενο οποιασδήποτε τραπεζικής επένδυσης, αλλά παρακρατήθηκε παρανόμως από τον ως άνω υπ' αυτής προστηθέντα.

Κατόπιν αυτών και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος προς έρευνα, η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως πρέπει ν' απορριφθεί, να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο, ενόψει της ήττας της αναιρεσείουσας (άρθρο 495 παρ. 3 Β περ.δ' του Κ.Πολ.Δ. και να καταδικαστεί αυτή στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, που κατέθεσαν προτάσεις, κατά παραδοχή του νόμιμου και βάσιμου αιτήματός τους (άρθρ. 106, 176, 183 και 191 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.), όπως ειδικότερα ορίζονται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 18-10-2019 (447/13/18-10-2019) αίτηση της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "…" για αναίρεση της 221/2019 τελεσίδικης απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Εύβοιας.

ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του παραβόλου, που κατέθεσε η αναιρεσείουσα.

ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο συνολικό ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 1 Ιουνίου 2022.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 25 Ιουλίου 2022.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ