Supreme Court dismisses appeal on will interpretation, ruling lower court correctly applied substantive law.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the final judgment of the Athens Court of First Instance regarding a will interpretation dispute. The appellant argued the lower court erred in applying substantive law by failing to consider specific statutory provisions regarding the testator's intent. The court found the appeal inadmissible because the lower court did not actually apply the cited substantive law rules, rendering the appellant's complaint based on a false premise.
Legislator headnote
AI generatedArticles 173 and 1781 of the Civil Code; The court must not apply substantive law rules regarding will interpretation if the lower court did not actually engage with them, as the appeal rests on a false premise.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1338 / 2021 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1338/2021
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Χριστοδούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Μαρία Μουλιανιτάκη - Εισηγήτρια, Μαρουλιώ Δαβίου - Απέργη, Μαρία Κουφούδη, Γεώργιο Καλαμαρίδη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 8 Σεπτεμβρίου 2021, με την παρουσία και του Γραμματέα Παναγιώτη Μπούκη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Β. Μ. του Α. και Α., κατοίκου … , ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αλκαίο Γεωργιάδη με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και δεν κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Κ. Ν. του Ν. και Ο., κατοίκου …, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Θεόδωρο Γιαννατσή με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις, 2) Ι. Κ. του Η. και Ά., κατοίκου …, ο οποίος παραστάθηκε αυτοπροσώπως λόγω της δικηγορικής του ιδιότητας με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 28-5-2013 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Το Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών, στο οποίο εισήχθη προς εκδίκαση η υπόθεση, με την 2944/2014 παραπεμπτική απόφαση κήρυξε εαυτό αναρμόδιο καθ' ύλην και παρέπεμψε την υπόθεση στο αρμόδιο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 10335/2017 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 896/2019 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 12-4-2019 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την κρινόμενη από 12/04/2019 αίτηση αναιρέσεως προσβάλλεται η 896/2019 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, που εκδόθηκε, αντιμωλία των διαδίκων, κατά την τακτική διαδικασία, το οποίο απέρριψε ως ουσία αβάσιμη την εισαχθείσα ενώπιόν του αγωγή περί κλήρου του ήδη αναιρεσείοντος Β. Μ. κατά των ήδη αναιρεσιβλήτων Κ.
Ν. και Ι. Κ., αφού δέχθηκε τυπικά και κατ'ουσία την έφεση των εναγομένων - αναιρεσιβλήτων, εξαφάνισε την εκκαλούμενη με αριθμό 10335/2017 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που είχε κρίνει αντίθετα και είχε δεχθεί ως ουσία βάσιμη την ένδικη περί κλήρου αγωγή. Η ανωτέρω αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα, είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566§1, 577§1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρ.571, 577§3 ΚΠολΔ).
Α1. Από τις διατάξεις των άρθρων 173 και 1781 του ΑΚ προκύπτει ότι κατά την ερμηνεία της διαθήκης αναζητείται μόνο η αληθινή βούληση του διαθέτη, χωρίς προσήλωση στις λέξεις και δεν έχουν εφαρμογή τα κριτήρια του άρθρου 200 ΑΚ, αφού αυτά αναφέρονται όχι σε μονομερείς δικαιοπραξίες, αλλά σε συμβάσεις. Σκοπείται δηλαδή, η ανεύρεση της υποκειμενικής άποψης του διαθέτη, χωρίς να ερευνάται η αντικειμενική έννοια, υπό την οποία θα αντιλαμβάνονταν τη βούλησή του οι τρίτοι, κατά τη συναλλακτική καλή πίστη.
Προσφυγή σε ερμηνεία της διαθήκης συγχωρείται μόνο εάν το δικαστήριο της ουσίας διαπιστώσει, έστω και εμμέσως κενό ή ασάφεια στο περιεχόμενο της διαθήκης. Η κρίση, όμως, του δικαστηρίου της ουσίας τόσο για την ύπαρξη κενού ή ασάφειας στη δήλωση του διαθέτη, όσο και η, μετά τη διαπίστωση αυτή, κρίση για την αληθινή βούληση του διαθέτη, ως κρίσεις αναγόμενες σε εκτίμηση πραγματικών γεγονότων, δεν υπόκεινται, σύμφωνα με το άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔικ, στον έλεγχο του Αρείου Πάγου.
Αντίθετα, ιδρύεται ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αρ.1 ΚΠολΔικ. λόγος αναίρεσης για παραβίαση των ανωτέρω ερμηνευτικών κανόνων, όταν το δικαστήριο της ουσίας, παρότι αμέσως ή εμμέσως διαπίστωσε κενό ή (και) ασάφεια στη διαθήκη δεν προσέφυγε σε ερμηνεία της ή, αν και προσέφυγε σε ερμηνεία της, δεν αναζήτησε, ακόμη και λαμβάνοντας στοιχεία εκτός της διαθήκης, την αληθινή βούληση του διαθέτη, κατά την υποκειμενική αυτού άποψη, αλλά ερμήνευσε τη βούληση αυτού όπως αντικειμενικά, κατά την συναλλακτική καλή πίστη την εκλαμβάνουν οι τρίτοι (ΑΠ 97/2019, ΑΠ29/2019). 2.
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 1800 πα.2, 1801 και 1802 ΑΚ σαφώς συνάγεται ότι εφόσον ο επί δήλου εγκατασταθείς μόνος ή με άλλους, φέρει την ιδιότητα του κληρονόμου, η μνεία του δήλου ενέχει και προσδιορισμό του ποσοστού της κληρονομίας στο οποίο αυτός καλείται, καθώς και ότι όταν τα δήλα δεν εξαντλούν τον κλήρο, ως προς το μη διατεθέν υπόλοιπον αυτού χωρεί η εξ αδιαθέτου διαδοχή, εκτός αν οι εγκατάστατοι κατά τη βούληση του διαθέτη εγράφησαν ως μόνοι κληρονόμοι, οπότε το απολειπόμενο μετά την αφαίρεση των δήλων, που δεν έχει άλλως διατεθεί, διανέμεται μεταξύ τούτων, ανάλογα με τη μερίδα ενός εκάστου, την οποία αναλόγως επαυξάνει ώστε οι εγκατάστατοι να λάβουν ολόκληρη την κληρονομία.
Πότε αυτό συμβαίνει, δηλαδή ότι η εγκατάσταση έγινε κατά τέτοιο τρόπο ώστε να αποκλείεται η εξ αδιαθέτου διαδοχή είναι ζήτημα ερμηνείας της διαθήκης (ΑΠ 715/2015, ΑΠ 1371/2014). 3
.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση, για ευθεία παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, επιτρέπεται, αν το δικαστήριο της ουσίας ερμήνευσε εσφαλμένα τον κανόνα αυτό, του προσέδωσε, δηλαδή, έννοια διαφορετική από την αληθινή ή αν δεν τον εφάρμοσε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αν τον εφάρμοσε, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, απαιτώντας περισσότερα ή αρκούμενο σε λιγότερα, αντίστοιχα, στοιχεία από όσα αξιώνει ο νόμος για την εφαρμογή του ή αν τον εφάρμοσε εσφαλμένα (ΟλΑΠ 7/2006).
Αν το δικαστήριο απεφάνθη για την ουσία της υπόθεσης, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται βάσει των πραγματικών περιστατικών που ανέλεγκτα δέχτηκε ότι αποδείχθηκαν και της υπαγωγής αυτών στο νόμο. Ιδρύεται δε ο παραπάνω λόγος, αν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε ότι αποδείχτηκαν, δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή αν δεν τον εφάρμοσε, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε, αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών που αποδείχτηκαν σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (ΟλΑΠ 4/2018).
Εξάλλου, κατά την έννοια του λόγου αναίρεσης του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και υπάρχει, έτσι, εκ πλαγίου παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ανωτέρω ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο που την εξέδωσε, στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα να μη μπορεί να ελεγχθεί, αν, στη συγκεκριμένη περίπτωση, συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν εκείνου που δεν εφαρμόστηκε (ΟλΑΠ 1/1999).
Ειδικότερα, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει, όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά, που, κατά το νόμο, είναι αναγκαία είτε για τη στοιχειοθέτηση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε στη συγκεκριμένη περίπτωση, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, ενώ αντιφατικότητα των αιτιολογιών υπάρχει, όταν, εξ αιτίας της, δεν προκύπτει από την απόφαση ποια πραγματικά περιστατικά δέχθηκε το δικαστήριο για να στηρίξει το διατακτικό της απόφασής του, ώστε να μπορεί να ελεγχθεί, αν σωστά εφάρμοσε το νόμο, αν, δηλαδή, στη συγκεκριμένη περίπτωση, συνέτρεχαν τα στοιχεία για την εφαρμογή της διάταξης που εφαρμόστηκε (ΟλΑΠ 12/2016).
Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες (ΑΠ 608/2013).
Συνεπώς, η έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης για ελλιπείς, ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες, πρέπει να προκύπτει από την ελάσσονα πρόταση, που διατύπωσε το δικαστήριο για να στηρίξει το διατακτικό της απόφασής του, δηλαδή από τις παραδοχές της απόφασης για τα ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και με βάση τις οποίες παραδοχές το δικαστήριο, ως αναγκαίες, κατέληξε στην κρίση του για παραδοχή ή απόρριψη της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης.
Εάν τα περιστατικά που προβάλλονται με τους λόγους αναίρεσης, δεν αποτέλεσαν αντικείμενο έρευνας από το δικαστήριο της ουσίας ή αν αυτά διατυπώθηκαν ως εκ περισσού ως παραδοχές της απόφασης, χωρίς να είναι αναγκαία για τη θεμελίωση του δικαιώματος που προβάλλεται με την αγωγή κλπ και τη στήριξη του διατακτικού της απόφασης με βάση τους προταθέντες ισχυρισμούς των διαδίκων ή αν οι παραδοχές της απόφασης ανάγονται σε ισχυρισμό των διαδίκων που δεν προτάθηκε ως ένσταση ή αντένσταση αυτών, τότε οι αιτιάσεις που προβάλλονται για τη θεμελίωση των λόγων αυτών αναίρεσης στηρίζονται σε εσφαλμένη προϋπόθεση ή είναι αλυσιτελείς και οι λόγοι αναίρεσης απορρίπτονται ως αβάσιμοι (ΑΠ 255/2010).
Για την πληρότητα των άνω λόγων πρέπει με σαφήνεια να αναφέρονται στο αναιρετήριο: 1) ο κανόνας ουσιαστικού δικαίου που φέρεται ότι παραβιάσθηκε, και μάλιστα ενάριθμα (ΟλΑΠ 32/1996), αφού παγίως γίνεται δεκτό ότι ο Άρειος Πάγος δεν μπορεί να προβεί στην αυτεπάγγελτη θεμελίωση του σχετικού λόγου, βάσει της αρχής jura novit curia, η οποία δεν εφαρμόζεται στην αναιρετική διαδικασία (ΑΠ 120/2017), 2) οι ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά και υπό τα οποία συντελέσθηκε η επικαλουμένη παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου (ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 20/2005), έστω και κατά τρόπο συνοπτικό ή τη μνεία ότι αυτή δεν περιέχει καθόλου αιτιολογία, ώστε να είναι εφικτή με βάση το περιεχόμενο του αναιρετηρίου η στοιχειοθέτηση του προβαλλόμενου λόγου αναίρεσης, ενώ δεν αρκούν οι όλως περιορισμένες, μεμονωμένες και κατ' επιλογήν αποσπασματικές παραδοχές της απόφασης (ΑΠ 1373/2019), 3)ο ουσιώδης αυτοτελής ισχυρισμός (αγωγικός, ένσταση κλπ) και τα πραγματικά περιστατικά που προτάθηκαν για τη θεμελίωσή του, ως προς τον οποίο εμφανίζεται η προβαλλόμενη έλλειψη ή ανεπάρκεια και τη σύνδεση αυτού με το διατακτικό της απόφασης, καθώς και ότι ο εν λόγω νόμιμος και ουσιώδης ισχυρισμός είχε προταθεί παραδεκτά στο δικαστήριο της ουσίας που εξέδωσε την απόφαση και 4) εξειδίκευση της πλημμέλειας που προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, δηλαδή τη μνεία ότι δεν υπάρχει καθόλου αιτιολογία ή, αν προβάλλεται ανεπαρκής και ελλειπής αιτιολογία, τα επιπλέον ουσιώδη πραγματικά περιστατικά που έπρεπε να περιέχονται στην απόφαση ή να προσδιορίζει ως προς τι υπάρχει και σε τι συνίσταται η έλλειψη του νομικού χαρακτηρισμού των ουσιωδών περιστατικών που έγιναν δεκτά (Ολ ΑΠ 20/2005), η δε αοριστία του λόγου αυτού δεν μπορεί να θεραπευθεί με παραπομπή σε άλλο διαδικαστικό έγγραφο (Ολ ΑΠ 57/1990).
Στην προκείμενη περίπτωση με τον πρώτο, κατά το πρώτο μέρος, λόγο της αναιρέσεως, υπό την επίκληση της αναιρετικής πλημμέλειας του αριθμού 1α'του άρθρου 559 ΚΠολΔ, προσάπτεται η αιτίαση ότι το Εφετείο παραβίασε ευθέως τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 173, 1781 ΑΚ (με την επισήμανση ότι τα κριτήρια του άρθρου 200ΑΚ, το οποίο επίσης επικαλείται ο αναιρεσείων ως παραβιασθέν, δεν ισχύουν επί ερμηνείας των διαθηκών), καθόσον αν και η ένδικη από 01/08/1995 ιδιόγραφη διαθήκη της αποβιώσασας στις 04/03/2012 Ε.
Μ. δεν είχε κενό ή ασάφεια και συνεπώς δεν υπήρχε ανάγκη προσφυγής στην ερμηνεία αυτής, εν τούτοις προέβη στην ερμηνεία αυτής. Ο ανωτέρω λόγος, ως προς την αιτίαση αυτή, είναι απαράδεκτος, και, τούτο διότι η αποδιδόμενη στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλεια, αφορά στην κρίση του δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου περί της συνδρομής λόγου ερμηνείας της διαθήκης και την, μετά τη διαπίστωση αυτή, κρίση περί της αληθινής βούλησης της διαθέτιδας, οι οποίες όμως κρίσεις, ως αναγόμενες, σύμφωνα με τα αναφερόμενα στη μείζονα νομική σκέψη, σε εκτίμηση πραγματικών γεγονότων, δεν υπόκεινται, σύμφωνα με το άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔικ, στον έλεγχο του Αρείου Πάγου.
Αιτίαση, ωστόσο, ότι η ερμηνεία της διαθήκης έγινε αντικειμενικά, όπως οι τρίτοι, κατά τη συναλλακτική καλή πίστη, την εκλαμβάνουν και όχι υποκειμενικά, όπως απαιτείται, ώστε να στοιχειοθετείται ο ερευνώμενος από το άρθρο 559 αρ.1 ΚΠολΔικ λόγος, δεν υφίσταται (ΑΠ 1375/2014, ΑΠ 569/2013, ΑΠ 225/2009). Περαιτέρω, με τον ίδιο αναιρετικό λόγο, κατά το δεύτερο μέρος του, υπό την επίκληση της αναιρετικής πλημμέλειας των αριθμών 1α' και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, προσάπτεται η αιτίαση ότι το Εφετείο παραβίασε ευθέως και εκ πλαγίου τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 1800, 1801 και 1802 ΑΚ και ειδικότερα ότι:
α) προέβη σε κακή εφαρμογή του ερμηνευτικού κανόνα της δηλώσεως βουλήσεως που προβλέπεται από το άρθρο 173 ΑΚ, εφαρμόζοντας εσφαλμένα τη διάταξη του άρθρου 1802 ΑΚ αντί εκείνης του άρθρου 1801 ΑΚ και β) διέλαβε ελλιπείς αιτιολογίες ως προς το κρίσιμο ζήτημα ότι η διαθέτιδα Ε. Μ. με την ένδικη διαθήκη δεν εγκατέστησε ως μοναδικούς - αποκλειστικούς κληρονόμους της στην κληρονομιαία περιουσία της τους εναγομένους ήδη αναιρεσιβλήτους, αλλά τους εγκατέστησε κληρονόμους της σε μέρος της κληρονομίας ήτοι σε δήλα πράγματα - ακίνητα, και ότι ως προς το υπόλοιπο μέρος αυτής χωρεί διαδοχή εξ αδιαθέτου, κατ'εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 1801 ΑΚ και όχι εκείνης του άρθρου 1802 ΑΚ, που εφάρμοσε.
Ο λόγος αυτός ως προς τις άνω αιτιάσεις είναι, προεχόντως, απαράδεκτος εξαιτίας της αοριστίας του, καθόσον για την πληρότητά του, δεν παρατίθενται στο αναιρετήριο, έστω και συνοπτικά, οι ουσιαστικές παραδοχές του δικαστηρίου της ουσίας (Εφετείου), υπό τις οποίες συντελέσθηκε η επικαλούμενη παραβίαση, ώστε να ερευνηθεί η ίδρυση ή μη των πλημμελειών από το πιο πάνω άρθρο, δηλαδή, τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε το δικαστήριο ως θεμελιωτικά της κρίσης του για την αναγνώριση των εναγομένων ως αποκλειστικών κληρονόμων της αποβιώσασας Ε.
Μ., παρά μόνο, επιλεκτικά, το κείμενο της ένδικης διαθήκης, που, όμως, δεν αρκεί. Σε κάθε περίπτωση οι πιο πάνω αιτιάσεις είναι αβάσιμες, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης (οι παραδοχές της οποίες παρατίθενται παρακάτω), καθόσον με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο, ως προς το κρίσιμο ζήτημα της εφαρμογής στην επίδικη περίπτωση του άρθρου 1802 ΑΚ, μετά από ερμηνεία της ένδικης διαθήκης, αφού διαπίστωσε κενό σ' αυτή, δεν παραβίασε ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου τις άνω ουσιαστικές διατάξεις, αλλά ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε αυτές και διέλαβε στην απόφασή του επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες οι οποίες στηρίζουν το αποδεικτικό του πόρισμα, ως προς το ανωτέρω ουσιώδες ζήτημα της ιδιότητας των αναιρεσιβλήτων ως αποκλειστικών κληρονόμων της διαθέτιδος που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή εφαρμογή τους (ΑΠ 766/2013).
Συνεπώς, ο πρώτος λόγος της αναιρέσεως είναι απορριπτέος στο σύνολό του. 3.Κατά τα άρθρα1980 (αδύνατη κληροδοσία), 1981 (ματαίωση κληροδοσίας), 1982 (παραρτήματα του αντικειμένου που κληροδοτήθηκε) και 1983 (βάρη του αντικειμένου που κληροδοτήθηκε) ΑΚ, "Είναι άκυρη η κληροδοσία της οποίας η παροχή κατά το θάνατο του διαθέτη είναι αδύνατη ή αντιβαίνει στο νόμο", "Κληροδοσία που είναι άκυρη ή που ματαιώνεται ωφελεί το βεβαρημένο, αν δεν υπάρχει περίπτωση υποκατάστασης ή προσαύξησης", "Σε περίπτωση αμφιβολίας, η κληροδοσία ενός πράγματος περιλαμβάνει και τα παραρτήματά του, που υπάρχουν κατά το θάνατο του διαθέτη.
Αν ο διαθέτης έχει απαίτηση αποζημίωσης εξαιτίας βλάβης του πράγματος που προκλήθηκε μετά τη διάταξη της κληροδοσίας, σε περίπτωση αμφιβολίας λογίζεται ότι κληροδοτήθηκε και η απαίτηση αυτή", "Αν κληροδοτήθηκε αντικείμενο που ανήκει στην κληρονομία, σε περίπτωση αμφιβολίας ο βεβαρημένος δεν έχει υποχρέωση να το απαλλάξει από τα βάρη του.
Αν ο διαθέτης έχει δικαίωμα να απαιτήσει τέτοια απαλλαγή, σε περίπτωση αμφιβολίας η κληροδοσία περιλαμβάνει και την απαίτηση αυτή". Στην προκείμενη περίπτωση από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης (άρθρ. 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) προκύπτει ότι το Εφετείο, αναφορικά με την ένδικη από 12/06/2013 αγωγή περί κλήρου του αναιρεσείοντος, δέχθηκε, μετ' ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Στη Θεσσαλονίκη, στις 4-3-2012, απεβίωσε η Ε.
Μ. του Α. καν της Α., κάτοικος εν Ζ. …, επί της οδού Α. αριθ. …, η οποία άφησε πλησιέστερο, κατά τον χρόνο του θανάτου της, συγγενή, τον ενάγοντα και ήδη εφεσίβλητο αδελφό της Β. Μ. του Α. και της Α. (βλ. υπ' αριθ. πρωτ. 59261/5-10-2012 περί πλησιεστέρων συγγενών πιστοποιητικό του Ληξιαρχείου …). Με τα υπ' αριθ. 2838/8-6-2012 πρακτικά του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών δημοσιεύθηκε η από 1-8-1995 ιδιόγραφη διαθήκη της ως άνω αποβιώσασας, ενώ με την υπ' αριθ. 1021/8-6-2012 απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου κηρύχθηκε αυτή κυρία.
Το περιεχόμενο της ανωτέρω διαθήκης έχει ως εξής: "Σήμερα Τρίτη 1η Αυγούστου 1995 και ώρα 22:00 εγώ η υπογράφουσα Ε. Μ. του Α. με αριθ.ταυτότητας ... ΑΣΤ. ΤΜΗΜΑ … γράφω την διαθήκη μου "έχουσα σώας τας φρένας" (έτσι δεν λένε;): 1ον Στον Κ. Ν. του Ν. και Ο. αφήνω: Α) Το μερίδιο μου από το μαγαζί μας (μου ανήκει το 50%) της οδού ...
και ότι άλλο θα έχουμε ενδεχομένως κάνει σαν δουλειά μέχρι να πεθάνω. Β) Το μερίδιο μου από την οικοδομική εταιρεία που έχουμε (και εδώ μου ανήκει το 50%). Γ) Του αφήνω το σπίτι που μένω τώρα (επί της οδού Α. … 3ος όροφος) που αγόρασα στις 3-8-90 με πολλή χαρά. Δ) Του αφήνω (πέντε) 5 κιλίμια απ' αυτά που έχω στο σπίτι.
Τα υπόλοιπα να τα πάρει ο Γ. Η. Κ.. Ε)Οι πίνακες όλοι είναι του Κ.. Είναι δηλαδή δικοί μου τους έχει δανείσει (εκτός από 2) που θα περιγράψω πιο κάτω) 2ο Στον Γ. Κ. του Η. και Ά. αφήνω Α) το σπίτι της …. Ξέρω ότι αγαπάει και το σπίτι και την …. Εκεί γνωριστήκαμε και αγαπηθήκαμε (;) αλλά και εκεί χωρίσαμε. Αν έχεις κάνει Γιάννη παιδιά κάντα να αγαπήσουν την θάλασσα, το σπίτι, το νησί.
Αν δεν έχεις κάνει παιδιά ή παιδί άφησέ τα (μετά τον θάνατο σου) σε όποιον νομίζεις ότι θα χαρεί (θα το χαρεί) περισσότερο. Αν, όταν ανοίξει αυτή η διαθήκη, δεν είναι εν Ζ. ο Γ. Κ., τότε το σπίτι πάει στον Κ. Ν. του Ν. και της Ο., όπως και τα παρακάτω πράγματα. Β) Τα υπόλοιπα κιλίμια που ανέφερα και παραπάνω. Γ) Τον πίνακα του Φασιανού σε χρώματα πορτοκαλί (με τις μελισσούλες) διαστάσεων 160 Χ 120 περίπου.
Και τον πίνακα του Τσαρούχη με το σκηνικό από την παράσταση της οδού … διαστάσεων περίπου 97 Χ 70. 3ον Στον Β. Ά. του Α. και Ε. (και αν δεν υπάρχει πια αυτός τότε στον γιο του Θ.) να δοθούν τα βιβλία μου και ένα δακτυλίδι που μου είχε χαρίσει στο γάμο μας η μητέρα του. Είναι από την Μικρά Ασία. 4ον Στον αδελφό μου Β.
Μ. που με πίκρανε τόσο πολύ μα τόσο πολύ αφήνω τα χρήματα που θα υπάρχουν την στιγμή του θανάτου μου στο υπ' αριθ. … βιβλιάριο της Εθνικής Τράπεζας. Αν, όταν ανοίξει αυτή η διαθήκη, δεν είναι εν Ζ. ο Β. Μ., τότε τα χρήματα πηγαίνουν στον γιό του Α. Β. Μ.. 5ον Στον Α. Β. Μ. τον ανεψιό μου αφήνω 5.000.000 (πέντε εκατομ. δραχμές) αυτό θα το φροντίσει ο Κ.
Ν.. 6ον Θέλω να δοθούν ενθύμια από εμένα στους: Ν. Γ. Β. (και εν συνεχεία στις κόρες του Ζ. και Μ.) κοσμήματα χρυσά της μητέρας μου, 2 (δύο) τηλεοράσεις του σπιτιού και 2.000.000 (δύο εκατομ.) δραχμές, Ε. Ν. - Σ. τα 2 ωρολόγιά μου BULGARI (1 χρυσό και 1 ατσάλι). Αν θέλει έπιπλα (όποια θέλει), κηροπήγια ξύλινα 2 και χρηματικό ποσό 5.000.000 (πέντε εκατομ.) δραχμών.
Από 1.000.000 (ένα εκατομ.) δραχμές να δοθούν: Α) Στην Α. Δ., Β) Κ. Ν.. Ενθύμια επίσης να δοθούν στην Α. Λ. και Α. Λ. και Π. Κ. (ή στα παιδιά της). Στην Πολυξένη επίσης να δοθεί 1.000.000 (ένα εκατ.) δραχμές. Στο σπίτι μου θα μπουν ο Γ. Κ. και Κ. Ν. για να εκτελέσουν τις επιθυμίες μου όπως τις περιγράφω παραπάνω. Κανείς άλλος. ΠΡΟΣΟΧΗ αυτό είναι αντίγραφο με καρμπόν.
Το πρωτότυπο υπάρχει σε ασφαλές μέρος κρυμμένο. Μην τολμήσει να αμφισβητήσει κανείς αυτή την διαθήκη. Αυτά τα λίγα είχα να σας πω. Να είστε καλά. Ε. Μ.." Με την ως άνω ιδιόγραφη διαθήκη η κληρονομούμενη διέθεσε το σύνολο της υπάρχουσας κατά τον χρόνο σύνταξης αυτής (1-8-1995) κινητής και ακίνητης περιουσίας της, ενώ κατά τον ίδιο χρόνο η τελευταία δεν ήταν κυρία ή νομέας άλλων ακινήτων πλην των αναφερομένων στην εν λόγω διαθήκη.
Μετά την άσκηση της από 28-5-2013 αγωγής, επί της οποίας εκδόθηκε η εκκαλούμενη απόφαση, ο ενάγων προέβη στην υπ' αριθ. … δήλωση αποδοχής κληρονομιάς ενώπιον του Συμβολαιογράφου Δράμας Αναστασίου Καραπαναγιωτίδη, με την οποία, ενεργώντας ατομικά και για λογαριασμό α) του αδιαθέτως αποβιώσαντος στις 30-3-1979 πατέρα του, Α.
Μ. του Β., β) της αδιαθέτως αποβιώσασας στις 18-5-1979 μητέρας του, Α. χήρας Α. Μ., το γένος Σ. Β., γ) της αδιαθέτως αποβιώσασας στις 8-4-1961 γιαγιάς του, Α. χήρας Κ. Τ., πρώην χήρας Β. Μ., το γένος Α. Ζ., και δ) της αποβιώσασας στις 4-3-2012 αδελφής του, Ε. Μ. του Α., αποδέχθηκε, ως μοναδικός εξ αδιαθέτου κληρονόμος της τελευταίας, την κατωτέρω ακίνητη περιουσία της που δεν είχε συμπεριληφθεί στην από 1-8-1995 ιδιόγραφη διαθήκη της.
Στην ως άνω δήλωση αποδοχής, η οποία μεταγράφηκε νόμιμα στα οικεία βιβλία του υποθηκοφυλακείου Δράμας (τόμος 3149,αριθ. 324243) στις 13-3- 2015, περιγράφεται η κληρονομιά που αποδέχθηκε ο ενάγων ως εξής: α) ποσοστό 1/8 εξ αδιαιρέτου ενός αγρού υπ' αριθ. τεμαχίου 3716, έκτασης 3.203 τ.μ., κείμενου εντός του αγροκτήματος ..., β) ποσοστό 1/8 εξ αδιαιρέτου ενός αγρού υπ' αριθ.
τεμαχίου 5985, έκτασης 2.310 τ.μ., κείμενου εντός του αγροκτήματος ..., γ) ποσοστό 1/8 εξ αδιαιρέτου ενός αγρού υπ' αριθ. τεμαχίου 6340, έκτασης 2.475 τ.μ., κείμενου εντός του αγροκτήματος ..., δ) ποσοστό 1/8 εξ αδιαιρέτου ενός αγρού υπ' αριθ. τεμαχίου 6654, έκτασης 2.280 τ.μ., κείμενου εντός του αγροκτήματος ..., ε) ποσοστό 1/8 εξ αδιαιρέτου ενός αγρού υπ' αριθ.
τεμαχίου 6655, έκτασης 1.003 τ.μ., κείμενου εντός του αγροκτήματος ..., στ) ποσοστό 1/8 εξ αδιαιρέτου ενός αγρού υπ' αριθ. τεμαχίου 6704, έκτασης 2.644 τ.μ., κείμενου εντός του αγροκτήματος ..., ζ) ποσοστό 1/24 εξ αδιαιρέτου ενός αγρού υπ' αριθ. τεμαχίου 5808, έκτασης 1.924 τ.μ., κείμενου εντός του αγροκτήματος ..., η) ποσοστό 1/6 εξ αδιαιρέτου ενός αγρού υπ' αριθ.
τεμαχίου 3029, έκτασης 3.228 τ.μ., κείμενου εντός του αγροκτήματος ..., και θ) ποσοστό 1/6 εξ αδιαιρέτου ενός αγρού υπ' αριθ. τεμαχίου 6227, έκτασης 2.948 τ.μ., κείμενου εντός του αγροκτήματος .... Όπως προελέχθη, κατά τον χρόνο σύνταξης της από 1-8-1995 ιδιόγραφης διαθήκης η Ε. Μ. δεν ήταν κυρία ή νομέας των ανωτέρω υπό στοιχ.
α' έως θ' ακινήτων ούτε ενδιαφερόταν να περιέλθουν αυτά στην κυριότητά της κατά το ιδανικό μερίδιο που της αναλογούσε από την κληρονομιά των γονέων της, καθόσον αφενός η αξία τους ήταν μηδαμινή σε σχέση με την υπόλοιπη ακίνητη περιουσία της και αφετέρου αυτή δεν διατηρούσε κανένα δεσμό με την περιοχή της ..., όπου είχε γεννηθεί ο πατέρας της.
Συνεπώς, δεν τα θεωρούσε ως στοιχεία της περιουσίας της και για τον λόγο αυτό δεν τα συμπεριέλαβε στη διαθήκη της. Η κρίση αυτή του Δικαστηρίου δεν αναιρείται από το γεγονός ότι δυνάμει της από 9-5- 1994 εξουσιοδότησης και του υπ' αριθ. 3506/11-5-1994 πληρεξουσίου του Συμβολαιογράφου Αθηνών Σταματίου Καταπόδη η Ε.
Μ. παρείχε στον ενάγοντα την εντολή και πληρεξουσιότητα όπως, σε σχέση με τα ανωτέρω υπό στοιχ. α' έως θ' ακίνητα, προβεί, για λογαριασμό της, σε δήλωση αποδοχής κληρονομιάς και μεταγραφή αυτής, υποβολή των απαιτούμενων δηλώσεων φόρου κληρονομιάς, καθώς και στην πώληση αυτών με οποιοδήποτε τίμημα και οποιουσδήποτε όρους αυτός εγκρίνει.
Και τούτο διότι η παροχή της ανωτέρω πληρεξουσιότητας προς τον ενάγοντα εκ μέρους της αδελφής του δεν εξέφραζε την επιθυμία της τελευταίας να καταστεί κυρία των ανωτέρω ακινήτων κατά το ιδανικό μερίδιο που της αναλογούσε, αλλά ήταν αποτέλεσμα πίεσης που δέχθηκε αυτή από τον ενάγοντα για την τακτοποίηση των εκκρεμοτήτων που αφορούσαν την κληρονομιά των γονέων τους.
Για τον λόγο αυτό άλλωστε, παρά το γεγονός ότι κατά το χρονικό διάστημα των δέκα οκτώ (18) ετών που μεσολάβησε από την παροχή της πληρεξουσιότητας (11-5-1994) έως τον θάνατο της (4-3-2012), ο ενάγων δεν είχε προβεί, δυνάμει του ανωτέρω πληρεξουσίου, σε καμία απολύτως ενέργεια όσον αφορά τα προαναφερόμενα ακίνητα, αυτή ουδέποτε τον ενόχλησε ούτε θέλησε να προβεί η ίδια σε αποδοχή κληρονομιάς ή σε οποιαδήποτε άλλη πράξη σχετική με αυτά.
Περαιτέρω, αποδεικνύεται ότι τα περιουσιακά στοιχεία που κατέλιπε η κληρονομούμενη στους εναγομένους Κ. Ν. και Ι. Κ. αντιπροσώπευαν ποσοστό 95% περίπου της συνολικής αξίας της υφιστάμενης κατά τον χρόνο σύνταξης της διαθήκης κινητής και ακίνητης περιουσίας της, γεγονός το οποίο δεν αμφισβητείται ειδικώς από τον ενάγοντα, συνεπώς συνάγεται ομολογία του τελευταίου ως προς το ποσοστό που αντιπροσώπευαν τα καταλειφθέντα στους εναγομένους περιουσιακά στοιχεία σε σχέση με τη συνολική αξία όλων των κληρονομιαίων πραγμάτων που περιλαμβάνονται στην από 1-8-1995 διαθήκη (άρθρο 261 ΚΠολΔ).
Μετά τη σύνταξη της ανωτέρω διαθήκης περιήλθαν στην κυριότητα της Ε. Μ. και τα κατωτέρω ακίνητα: α) Δυνάμει του υπ' αριθ. 8357/24-12-1996 -πωλητηρίου συμβολαίου του Συμβολαιογράφου Αθηνών Σταματίου Καταπόδη, που μεταγράφηκε νόμιμα στα οικεία βιβλία του υποθηκοφυλακείου ..., ένα οικόπεδο άρτιο' και οικοδομήσιμο, κείμενο στην περιφέρεια της Κοινότητας … της νήσου …, στον Συνοικισμό … και επί του άγοντος προς "… " κοινοτικού δρόμου, επιφάνειας 5.201 τ.μ., β) δυνάμει του υπ' αριθ. 19855/3-7-2002 πωλητηρίου συμβολαίου του Συμβολαιογράφου Αθηνών Σταματίου Καταπόδη, που μεταγράφηκε νόμιμα στα οικεία βιβλία του υποθηκοφυλακείου ..., ένα οικόπεδο υπό στοιχ.
Έψιλον οκτώ (Ε8), άρτιο και οικοδομήσιμο, κείμενο στην περιφέρεια της Κοινότητας ... της νήσου ..., στον Συνοικισμό ... και επί του άγοντος προς "… " κοινοτικού δρόμου, επιφάνειας 600 τ.μ., γ) δυνάμει του υπ' αριθ. 22890/3-8-2004 πωλητηρίου συμβολαίου του Συμβολαιογράφου Αθηνών Σταματίου Καταπόδη, που μεταγράφηκε νόμιμα στα οικεία βιβλία του υποθηκοφυλακείου ..., ένα οικόπεδο υπό στοιχ.
Έψιλον δώδεκα (Ε 12), κείμενο στην περιφέρεια της Κοινότητας ... της νήσου ..., στον Συνοικισμό ... και επί του άγοντος προς "… " κοινοτικού δρόμου, επιφάνειας 300 τ.μ., το οποίο είναι μη άρτιο και μη οικοδομήσιμο, όμως με τη μεταβίβαση του προς την Ε. Μ., η οποία ήταν ήδη κυρία και του τμήματος Ε8 επιφάνειας 600 τ.μ. δημιουργήθηκε μια νέα αρτιότητα Ε8 + Ε12 = 900 τ.μ.
ως ενιαία έκταση ανήκουσα στον ίδιο ιδιοκτήτη, δ) δυνάμει του υπ' αριθ. 4020/20-11-2006 πωλητηρίου συμβολαίου της Συμβολαιογράφου ... Μαρίας Καραγιαννοπούλου, που μεταγράφηκε νόμιμα στα οικεία βιβλία του υποθηκοφυλακείου ..., ένα αγροτεμάχιο μη άρτιο και μη οικοδομήσιμο, κείμενο στη θέση "..." της κτηματικής περιφέρειας του Δημοτικού Διαμερίσματος ...
του Δήμου ..., επιφάνειας 300 τ.μ., ε) δυνάμει του υπ' αριθ. 29948/21-1-2009 πωλητηρίου συμβολαίου του Συμβολαιογράφου Αθηνών Σταματίου Καταπόδη, που μεταγράφηκε νόμιμα στα οικεία βιβλία του υποθηκοφυλακείου ..., ένα οικόπεδο υπό στοιχ. Έψιλον δεκατρία άλφα (Ε 13α), άρτιο και οικοδομήσιμο, κείμενο στην περιφέρεια της Κοινότητας ...
της νήσου ..., στον Συνοικισμό ... και επί του άγοντος προς "… " κοινοτικού δρόμου, επιφάνειας 1.021 τ.μ. και στ) δυνάμει του υπ' αριθ. 33038/20-4-2011 πωλητηρίου συμβολαίου του Συμβολαιογράφου Αθηνών Σταματίου Καταπόδη, που μεταγράφηκε νόμιμα στα οικεία βιβλία του υποθηκοφυλακείου ..., ένα οικόπεδο υπό στοιχ. Έψιλον τρία (Ε3), άρτιο αλλά μη οικοδομήσιμο, κείμενο στην περιφέρεια της Κοινότητας ...
της νήσου ..., στον Συνοικισμό ... και επί του άγοντος προς "… " κοινοτικού δρόμου, επιφάνειας 6.004,50 τ.μ. Αποδεικνύεται, επίσης, ότι ο εναγόμενος Κ. Ν. και η Ε. Μ. διατηρούσαν από τα τέλη της δεκαετίας του 1960 επιχείρηση εμπορίας επίπλων, φωτιστικών και διακοσμητικών ειδών με τον διακριτικό τίτλο "O.", στο … και επί της οδού … αριθ.
…, καθώς και οικοδομική εταιρεία, έκαστος δε εξ αυτών συμμετείχε στις ανωτέρω επιχειρήσεις κατά ποσοστό 50%. Επίσης, ο εναγόμενος Κ. Ν. κατάγεται από τα ... της ..., όπου βρίσκεται η πατρική κατοικία του, και είχε μεταδώσει στην Ε. Μ. την αγάπη του για το νησί. Για τον λόγο αυτό, το έτος 1979 αμφότεροι αγόρασαν στην ανωτέρω περιοχή από ένα οικόπεδο, επί του οποίου ακολούθως ανήγειρε έκαστος την εξοχική κατοικία του, ειδικότερα δε, ο Κ.
Ν. δυνάμει του υπ' αριθ. 19951/27-12-1979 πωλητηρίου συμβολαίου του Συμβολαιογράφου Αθηνών Κ.υ Κανακάρη, ενώ η Ε. Μ. δυνάμει του υπ' αριθ. 19950/27-12-1979 πωλητηρίου συμβολαίου του ιδίου Συμβολαιογράφου. Αμφότερα τα ως άνω οικόπεδα βρίσκονται πλησίον της πατρικής κατοικίας του εναγομένου Κ. Νομικού. Όπως προελέχθη, μετά τη σύνταξη της από 1-8-1995 ιδιόγραφης διαθήκης της, η Ε.
Μ. αγόρασε τα προαναφερόμενα υπό στοιχ. α' έως στ' οικόπεδα, τα οποία βρίσκονται επίσης στα ... ... και είναι όμορα μεταξύ τους και με το οικόπεδο επί του οποίου έχει ανεγερθεί η εξοχική κατοικία της, στη συνέχεια δε, προέβη αυτή σε οικοδομικές εργασίες και ειδικότερα στην καθαίρεση της παλαιάς κλίμακας - εισόδου προς την εξοχική κατοικία της και στη δημιουργία νέας κλίμακας - εισόδου μέσω των ως άνω οικοπέδων, καθώς και στη δενδροφύτευση των τελευταίων και την ενοποίησή τους (με την καθαίρεση παλαιών μανδρότοιχων και την κατασκευή νέων) με το οικόπεδο επί του οποίου βρίσκεται η ανωτέρω κατοικία, την οποία και επεξέτεινε με την ανέγερση ξενώνα.
Ο Κ. Ν. και η Ε. Μ. διατηρούσαν άριστες φιλικές και επαγγελματικές σχέσεις καθ' όλη τη διάρκεια της συνεργασίας τους, η οποία διήρκεσε μέχρι τον θάνατο της τελευταίας, ενώ κάθε καλοκαίρι παραθέριζαν στις γειτονικές εξοχικές κατοικίες τους στην …, στις οποίες και φιλοξενούσαν κοινούς φίλους τους. Η Ε. Μ. είχε νυμφευθεί το έτος 1961 τον Β.
Ά., από τον γάμο της δε αυτόν, ο οποίος λύθηκε το έτος 1978, δεν απέκτησε τέκνα. Το 1979 η τελευταία γνώρισε στην … τον εναγόμενο Ι. Κ., με τον οποίο συνήψε δεσμό που διήρκεσε μέχρι το έτος 1992, ωστόσο και μετά τον χωρισμό τους εξακολούθησαν να διατηρούν φιλικές σχέσεις. Αντιθέτους, οι σχέσεις της Ε. Μ. με τον ενάγοντα - αδελφό της είχαν διαρραγεί οριστικά από το καλοκαίρι του έτους 1995 και συγκεκριμένα πριν από τη σύνταξη της από 1-8-1995 ιδιόγραφης διαθήκης της, έκτοτε δε αυτοί δεν είχαν καμία επαφή.
Ενδεικτικό, άλλωστε, της έλλειψης οποιασδήποτε επαφής μεταξύ τους είναι το γεγονός ότι ο ενάγων δεν είχε πληροφορηθεί τον θάνατο της αδελφής του και για τον λόγο αυτό δεν παρευρέθηκε στην κηδεία της. Επίσης, κατά τον χρόνο θανάτου της κληρονομούμενης Ε. Μ., δεν υπήρχε κανένα χρηματικό ποσό στον υπ' αριθ. ...
λογαριασμό της τελευταίας στην Εθνική Τράπεζα, για τον οποίο αναφέρει στην από 1-8-1995 ιδιόγραφη διαθήκη της τα εξής: "Στον αδελφό μου Β. Μ. που με πίκρανε τόσο πολύ μα τόσο πολύ αφήνω τα χρήματα που θα υπάρχουν την στιγμή του θανάτου μου στο υπ1 αριθ. ... βιβλιάριο της Εθνικής Τράπεζας." Με αυτές τις παραδοχές, η βούληση της διαθέτιδος Ε.
Μ., όπως προκύπτει από την ερμηνεία της από 1-8-1995 ιδιόγραφης διαθήκης της, σύμφωνα με όσα αναφέρονται στη μείζονα σκέψη, ήταν αφενός μεν να εγκαταστήσει τους εναγομένους ως μοναδικούς κληρονόμους της εφ' όλης της κινητής και ακίνητης περιουσίας της, ενώ τους λοιπούς τετιμημένους ως κληροδόχους, με τις κληροδοσίες των οποίων βαρύνονται οι εναγόμενοι ανάλογα με τη μερίδα τους (άρθρο 1986 παρ. 1 ΑΚ), η οποία υπολογίζεται σε ποσοστό 80% για τον Κ.
Ν. και 20% για τον Ι. Κ., αφετέρου δε να αποκληρώσει τον ενάγοντα - αδελφό της κατ' άρθρο 1713 ΑΚ, ήτοι να αποκλείσει αυτόν από την εξ αδιαθέτου διαδοχή. Κατά συνέπεια, η από 28-5-2013 αγωγή, με την οποία ο τελευταίος ζητεί να αναγνωριστεί το εξ αδιαθέτου κληροΝ. του δικαίωμα, κατά ποσοστό 100%, επί των ως άνω υπό στοιχ.
α' έως στ' ακινήτων, που βρίσκονται στην περιφέρεια της Κοινότητας ... της νήσου ... και στον Συνοικισμό ..., και να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι να του αποδώσουν αυτά κατά ποσοστό εξ αδιαιρέτου 4/5 άλλως 80% ο πρώτος και 1/5 άλλως 20% ο δεύτερος εξ αυτών, κρίνεται απορριπτέα ως κατ' ουσίαν αβάσιμη. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο με την εκκαλούμενη απόφασή του δέχθηκε την αγωγή, έσφαλε ως προς την εφαρμογή των διατάξεων που αναφέρονται στη μείζονα σκέψη και πλημμελώς εκτίμησε τις αποδείξεις.
Συνεπώς, πρέπει να εξαφανιστεί η εκκαλούμενη απόφαση, γενομένων δεκτών των υπό κρίση εφέσεων ως κατ' ουσίαν βάσιμων, αφού κρατηθεί δε η υπόθεση από το Δικαστήριο τούτο και δικαστεί κατ' ουσίαν (άρθρο 535 παρ. 1 ΚΠολΔ), να απορριφθεί η αγωγή ως ουσιαστικά αβάσιμη" Με τον δεύτερο λόγο της αναιρέσεως, υπό την επίκληση της αναιρετικής πλημμέλειας των αριθμών 1α' και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο παραβίασε ευθέως και εκ πλαγίου τις προαναφερόμενες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 1980, 1981, 1982 και 1983 ΑΚ, τις οποίες δεν εφάρμοσε αν και τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ως αποδεδειγμένα αρκούσαν για την εφαρμογή τους "ότι, δηλαδή, η διαθέτης είχε κληρονομήσει τα ακίνητα στη … και συνειδητά δεν συμπεριέλαβε στη διαθήκη της", και διέλαβε ελλιπείς αιτιολογίες ως προ το ζήτημα ότι η διαθέτης "ουδεμία σχετική βούληση δεν εκφράζει για όσα θα αποκτήσει στο όνομά της, ενώ προβλέπει όσα τυχόν μελλοντικά αποκτήσει ως προς την εταιρική περιουσία, πράγμα το οποίο εάν επιθυμούσε θα το προέβλεπε".
Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος και απορριπτέος, καθόσον στηρίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση, διότι από τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το Εφετείο δεν ασχολήθηκε καθόλου με την ερμηνεία και εφαρμογή των εν λόγω ουσιαστικού δικαίου διατάξεων, τις οποίες δεν εφάρμοσε ούτε ήταν εφαρμοστέες κατά τις παραδοχές του, ούτε και τέθηκε θέμα υπαγωγής πραγματικών γεγονότων από την προσβαλλομένη, όπως από το περιεχόμενό της προκύπτει, στους ως άνω κανόνες ουσιαστικού δικαίου, και συνακόλουθα δεν όφειλε να διαλάβει σχετικές αιτιολογίες (ΑΠ 1335/2015, ΑΠ 2/2007).
Κατόπιν τούτων και αφού δεν υπάρχει άλλος αναιρετικός λόγος προς έρευνα, πρέπει η αίτηση αναίρεσης να απορριφθεί, να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος από τον αναιρεσείοντα παραβόλου στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ εδάφ. ε' του ΚΠολΔ, όπως ισχύει) και να καταδικαστεί ο τελευταίος λόγω της ήττας του στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, οι οποίοι παραστάθηκαν χωριστά και κατέθεσαν χωριστές προτάσεις, κατά παραδοχή του σχετικού νόμιμου και βάσιμου αιτήματός τους, όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό (άρθρα 176, 183 και 191 § 2 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 12/04/2019 αίτηση αναίρεσης του Β. Μ. κατά της 896/2019 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου που κατέθεσε ο αναιρεσείων στο δημόσιο ταμείο. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ για καθένα από αυτούς.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 20 Οκτωβρίου 2021.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 15 Νοεμβρίου 2021.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ