Supreme Court dismisses land expropriation compensation claim due to ten-year statute of limitations. The court rejects the claim as time-barred. The court rules that the statute of limitations began from the provisional compensation payment.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the State's appeal against the First Instance Court's decision to reject the plaintiffs' claim for expropriation compensation. The plaintiffs argued the claim was valid, but the State contended it was time-barred. The court ruled that the ten-year limitation period started from the provisional compensation payment in 2001, rendering the 2014 claim inadmissible.
Legislator headnote
AI generatedArticles 34, 35 of the Code of Civil Procedure; Article 10, paragraph 1 of Law 2882/2001: A claim for compensation arising from expropriation is subject to a ten-year statute of limitations that commences from the date of the provisional compensation payment, not from the expropriation itself.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 1338 / 2019 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1338/2019
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Καλού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Μαρία Τζανακάκη, Αντώνιο Τσαλαπόρτα, Ελένη Φραγκάκη και Ζαμπέτα Στράτα, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 10 Μαΐου 2019, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα και το Γενικό Γραμματέα Αποκεντρωμένης Διοίκησης Θεσσαλίας - Στερεάς Ελλάδας, που κατοικοεδρεύει στη Λάρισα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Θεοδώρα Καραχάλιου, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Θ. Π. του Γ., κατοίκου ... (ΑΚΠ ....1), 2) Χ. Ν. του Ν., κατοίκου ... (ΑΚΠ ...8), 3) α. Ι. Μ. του Ν., κατοίκου ... (ΑΚΠ ...5), β. Ε. Μ. του Ν., κατοίκου ... (ΑΚΠ ...5), 4) Μ. Δ. του Δ., κατοίκου ... (ΑΚΠ ....36, ΑΚΠ ....19), 5) Β. Τ. του Θ., κατοίκου ... (ΑΚΠ ...79, ΑΚΠ ...80), 6) Α. Τ. του Α. (ΑΚΠ ...37), που δεν παραστάθηκε, 7) Α. Χ. του Χ. (ΑΚΠ ....29), που δεν παραστάθηκε και 8) Ά. συζ. Δ. Α., κατοίκου ... (ΑΚΠ ....32), εκ των οποίων οι 1ος έως και 5ος, καθώς και η 8η εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Στέργιο Ροφαλή, που δήλωσε στο ακροατήριο ότι: α) ο Α. Τ. του Α. (6ος) απεβίωσε στις 6-7-2017 και τη βιαίως διακοπείσα δίκη συνεχίζουν οι νόμιμοι εξ αδιαθέτου κληρονόμοι του i. Ε. συζ. Μ. Δ., το γένος Α. Τ., κάτοικος ..., ii. Α. Τ. του Α. και iii. Ε. συζ. Δ. Β., το γένος Α. Τ., κάτοικοι ..., που εκπροσωπούνται από τον ίδιο και β) ο Α. Χ. του Χ. (7ος) απεβίωσε στις 2-1-2016 και τη βιαίως διακοπείσα δίκη συνεχίζουν οι νόμιμοι εξ αδιαθέτου κληρονόμοι του i. Κ. Χ. του Α., κάτοικος ... και ii. Χ. Χ. του Α., κάτοικος ..., που εκπροσωπούνται από τον ίδιο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 21-10-2014 αγωγή των ήδη 1ου έως και 5ου, καθώς και της 8ης των αναιρεσιβλήτων και των ήδη αποβιωσάντων Α. Τ. του Α. και Α. Χ. του Χ., που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Λάρισας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 118/2016 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 241/2017 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λάρισας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 6-10-2017 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγητή τον Αρεοπαγίτη Αντώνιο Τσαλαπόρτα, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η πληρεξούσια του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις διατάξεις των άρθρων 34, 35 ΑΚ, 62, 73, 313 παρ. 1 περ. δ' Κ.Πολ.Δ. σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 286 επ. του ίδιου κώδικα, που κατ' άρθρον 573 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ. εφαρμόζονται και στην αναιρετική δίκη, προκύπτει ότι σε περίπτωση αποβιώσεως κάποιου διαδίκου πριν από την αμετάκλητη περάτωση της δίκης, αν ο θάνατος επέλθει μετά την έκδοση της οριστικής αποφάσεως, οπότε δεν υπάρχει εκκρεμής δίκη ούτε στάδιο εφαρμογής των διατάξεων για διακοπή και επανάληψη της δίκης, το ασκούμενο ένδικο μέσον της αναιρέσεως κατά της αποφάσεως αυτής από τον αντίδικο του αποβιώσαντος πρέπει να απευθύνεται σύμφωνα με το άρθρο 558 Κ.Πολ.Δ. κατά των καθολικών διαδόχων (κληρονόμων) του αποβιώσαντος. Αν απευθύνεται κατά του τελευταίου είναι απαράδεκτο υπό την προϋπόθεση όμως ότι ο αναιρεσείων πριν από την άσκηση της αναίρεσης είχε λάβει γνώση με οποιονδήποτε τρόπο του θανάτου του αντιδίκου του, ώστε να διαπιστώσει τους κληρονόμους του και να απευθύνει κατ' αυτών την αναίρεση. Η απευθυνόμενη κατά του αποβιώσαντος αναίρεση χωρίς ο αναιρεσείων να γνωρίζει το θάνατο του αντιδίκου του, δεν είναι απαράδεκτη, νόμιμα δε χωρεί η συζήτηση αυτής με τους κληρονόμους του αποβιώσαντος, οι οποίοι εμφανίζονται κατά τη συζήτηση με την ιδιότητα αυτή και προβάλλουν υπεράσπιση επί της ουσίας της διαφοράς.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα διαδικαστικά έγγραφα της υπόθεσης, ο έκτος των αναιρεσιβλήτων, Α. Τ. και ο έβδομος αυτών Α. Χ. απεβίωσαν την 6-7-2017 και την 2-1-2016 αντίστοιχα, δηλαδή πριν από την άσκηση της ένδικης αίτησης αναίρεσης (11-10-2017) και κληρονομήθηκαν εξ αδιαθέτου, ο μεν Α. Τ. από τα τέκνα του Ε.
συζ. Μ. Δ., Α. Τ. και Ε. συζ. Δ. Β., ο δε Α. Χ. από τα τέκνα του Κ. Χ. και Χ. Χ.. Ο θάνατος των παραπάνω αναιρεσιβλήτων, και η συγγενική σχέση που στηρίζει την εξ αδιαθέτου κληρονομική διαδοχή, αποδεικνύονται 1) όσον αφορά τον Α. Τ. από α) την υπ' αρ. 7.7.2017 ληξιαρχική πράξη θανάτου του Α. Τ., β) το με αριθ. πρωτ. .....47/2017 πιστοποιητικό πλησιέστερων συγγενών του ανωτέρω θανόντος, γ) το υπ' αριθ. ....70/2019 πιστοποιητικό περί μη δημοσίευσης άλλης διαθήκης του θανόντος Α.
Τ., πλην της με αριθ. 2057/2017, η οποία δημοσιεύτηκε νόμιμα με το υπ' αριθ. ....85/14.11.2017 πρακτικό του Ειρηνοδικείου Λάρισας, ως και το αυτό πρακτικό, δ) το με αριθ. ...69/2019 πιστοποιητικό περί μη αποποίησης της κληρονομιάς του ανωτέρω από τους διαδίκους της κληρονομιάς του και 2) όσον αφορά τον Α. Χ. από α) την υπ' αρ. 1.1.2016 ληξιαρχική πράξη θανάτου του Α.
Χ. του Χ., β) το με αριθ. πρωτ. ....95/2016 πιστοποιητικό πλησιέστερων συγγενών του ανωτέρω θανόντος, γ) την υπ' αριθ. ....6/1/2016 ληξιαρχική πράξη θανάτου της θανούσης συζ. του Α. Χ. και μητρός τους Ε. Χ., δ) το υπ' αριθ. 10284/2016 πιστοποιητικό πλησιέστερων συγγενών της ανωτέρω, ε) το υπ' αριθ. 2971/2019 πιστοποιητικό περί μη δημοσίευσης άλλης διαθήκης του θανόντος Α.
Χ., πλην της με αριθ. ...97/2004 διαθήκης, η οποία δημοσιεύτηκε νόμιμα με το υπ' αριθ. ....02/5.4.2016 πρακτικό του Ειρηνοδικείου Λάρισας, ως και το αυτό πρακτικό, στ) το υπ' αριθ. .....2/2019 πιστοποιητικό περί μη δημοσίευσης διαθήκης της θανούσης Ε. Χ., ζ) τα με αριθ. ....1/2019 και ....0/2019 πιστοποιητικά περί μη αποποίησης της κληρονομιάς των ανωτέρω από τους διαδίκους της κληρονομιάς των θανόντων γονέων τους.
Από κανένα όμως αποδεικτικό μέσον προκύπτει ότι το αναιρεσείον γνώριζε κατά την άσκηση της αίτησης αναίρεσης το θάνατο των παραπάνω αντιδίκων του, οι δε κληρονόμοι τους παρίστανται νομίμως κατά την αναφερομένη στην αρχή της αποφάσεως δικάσιμο, στη θέση των κληρονομηθέντων διαδίκων, εκπροσωπούνται από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Στέργιο Ροφαλή, νομοτύπως διορισμένο, δηλώνουν ότι συνεχίζουν τη δίκη και προβάλουν υπεράσπιση επί της ουσίας της υπόθεσης.
Επομένως η αίτηση αναίρεσης είναι έγκυρη και κατά το μέρος που στρέφεται κατά των παραπάνω διαδίκων, που απεβίωσαν πριν από την άσκησή της και νομίμως χωρεί η συζήτησή της και ως προς αυτούς.
Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία όλων των διαδίκων εκδοθείσα κατά την τακτική διαδικασία υπ' αριθμ. 241/2017 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λάρισας. Η προσβαλλόμενη απόφαση, αποτελεί κατάληξη της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής, όπως προκύπτει από την παραδεκτή, κατ` άρθρ. 561 παρ. 2 του ίδιου Κώδικα, επισκόπηση των σχετικών διαδικαστικών εγγράφων:
Οι εφεσίβλητοι και ήδη αναιρεσείοντες με την με αρ. κατάθ. ....53/2014 αγωγή τους, που απηύθυναν στο Ειρηνοδικείο Λάρισας, στρεφόμενοι κατά του εκκαλούντος και νυν αναιρεσείοντος εξέθεταν ότι με την υπ' αριθμ. 1049935/3131/0010/25-5-1998 κοινή υπουργική απόφαση των Υπουργών Οικονομικών, Γεωργίας και ΠΕ.ΧΩ.ΔΕ. (ΦΕΚ 403/16-6-1998 τεύχος Δ'), απαλλοτριώθηκε αναγκαστικά για λόγους δημόσιας ωφέλειας και ειδικότερα για τη βελτίωση του αυτοκινητοδρόμου ..., στο τμήμα αρχή ..., υπότμημα τέλος ..., χ.θ. 0 + 000 έως χ.θ. 8 + 380, έκταση συνολικού εμβαδού 479.401 τ.μ.
που βρίσκεται στους νομούς … και … όπως αυτή απεικονίζεται στα από το μήνα Απρίλιο του έτους 1994 κτηματολογικά διαγράμματα και τους αντίστοιχους κτηματολογικούς πίνακες, που έχουν συνταχθεί και θεωρηθεί νόμιμα. Ότι η απαλλοτρίωση κηρύχθηκε υπέρ του Ελληνικού Δημοσίου και με δαπάνη αυτού και των παρόδιων ιδιοκτητών που ωφελούνται.
Ότι μεταξύ των απαλλοτριούμενων ακινήτων περιλαμβάνονται και τα περιγραφόμενα στο αγωγικό δικόγραφο ακίνητα ιδιοκτησίας τους, ευρισκόμενα στις κτηματικές περιφέρειες ... και ..., από τα οποία απαλλοτριώθηκαν οι αναλυτικά εκτιθέμενες εκτάσεις, εκ των οποίων τα ειδικά αναφερόμενα τμήματα θεωρήθηκαν αυτοαποζημιούμενα, κατ' εφαρμογή του άρθρου 1 του ν. 653/1977, και για το λόγο αυτό δεν τους καταβλήθηκε αποζημίωση.
Ότι η εν λόγω απαλλοτρίωση συντελέσθηκε την 12-11-2001 με τη δημοσίευση στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως την 12-11-2001 (ΦΕΚ 944 τεύχος Δ') της γνωστοποίησης ότι η προσωρινή, δυνάμει της με αριθμό 343/2001 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λάρισας, αποζημίωση για την εν λόγω απαλλοτρίωση κατατέθηκε στο Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων την 12-10-2001.
Ότι με την υπ' αριθμ. 540/2004 απόφαση του Εφετείου Λάρισας καθορίστηκε η οριστική τιμή μονάδας αποζημίωσης για τα ως άνω ακίνητα και το ποσοστό μείωσης της αξίας του εναπομείναντος εκτός της απαλλοτρίωσης τμήματος εκάστου εξ αυτών, κατά τα ειδικότερα εκτιθέμενα στο δικόγραφο. Ότι τα εναπομείναντα μετά την απαλλοτρίωση τμήματα της ιδιοκτησίας τους, δεν ωφελήθηκαν από τη κατασκευή του έργου για το οποίο έγινε η εν λόγω απαλλοτρίωση, ήτοι από την βελτίωση και διαπλάτυνση της παραπάνω οδού, αλλά, αντίθετα, υπέστησαν ζημία, για τους λόγους που ειδικότερα εκθέτουν στην αγωγή, και συνεπώς δεν μπορεί να τύχει εφαρμογής στην περίπτωσή τους το τεκμήριο ωφέλειας του άρθρου 1 του ν. 653/1977 κατ' εφαρμογή του οποίου το εναγόμενο δεν τους κατέβαλε αποζημίωση για τα ως άνω τμήματα της ιδιοκτησίας τους, τα οποία θεωρήθηκαν ως αυτοαποζημιούμενα, ενώ τους κατέβαλε την αποζημίωση για την υπόλοιπη απαλλοτριωθείσα έκτασή τους.
Με βάση τα περιστατικά αυτά ζητούσαν να υποχρεωθεί το εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο να καταβάλει σ' αυτούς αποζημίωση για τα ως άνω μη αποζημιωθέντα τμήματα και δη: ι) στον πρώτο εξ αυτών (ΑΚΠ ....1) και ως μοναδικό κληρονόμο της μητέρας του Π. χας Γ. Π., το ποσό των 15.397 ευρώ, 2) στο δεύτερο (ΑΚΠ ....8) το ποσό των 12.320 ευρώ, 3) στους τρίτους (ΑΚΠ ....5) εξ αδιαθέτου κληρονόμους κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου έκαστο της μητέρας τους Α.
χας Ν. Μ., το ποσό των 6.072 ευρώ, ήτοι 3.036 ευρώ για τον καθένα, 4) στον τέταρτο (ΑΚΠ ....36, ....19) το ποσό των 9.415,48 ευρώ και 5.823,04 ευρώ αντίστοιχα, 5) στον πέμπτο (ΑΚΠ ...79, ....80) το ποσό των 8.729 και 7.482 ευρώ αντίστοιχα, 6) στον έκτο (ΑΚΠ ....37) το ποσό των 9.591,58 ευρώ, 7) στον έβδομο (ΑΚΠ ....29) το ποσό των 9.157.20 ευρώ και 8) στην όγδοη (ΑΚΠ ....32) το ποσό των 13.090 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επομένη επίδοσης της αγωγής και να καταδικασθεί το εναγόμενο στα δικαστικά τους έξοδα.
Για την υπόθεση αυτή εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 118/2016 εκκαλουμένη απόφαση του Ειρηνοδικείου Λάρισας. Με αυτή το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο έκανε δεκτή κατά ένα μέρος την αγωγή και υποχρέωσε το εναγόμενο να καταβάλει στον πρώτο ενάγοντα ιδιοκτήτη του ακινήτου με ΑΚΠ ...1, το ποσό των 15.397 ευρώ, στο δεύτερο ενάγοντα ιδιοκτήτη του ακινήτου με ΑΚΠ ...8 το ποσό των 12.320 ευρώ, στους τρίτους συνιδιοκτήτες κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου εκάστου του ακινήτου με ΑΚΠ ....5, το ποσό των 6.072 ευρώ, ήτοι το ποσό των 3.036 ευρώ στον καθένα, στον τέταρτο ενάγοντα ιδιοκτήτη των ακινήτων με ΑΚΠ ...36 και ....19, τα ποσά των 9.415.48 και 5.823,04 ευρώ αντίστοιχα, στον πέμπτο ενάγοντα ιδιοκτήτη των ακινήτων με ΑΚΠ ....79 και .....80 τα ποσά των 8.729 και 7.482 ευρώ αντίστοιχα, στον έκτο ενάγοντα ιδιοκτήτη του ακινήτου με ΑΚΠ ...37 το ποσό των 9.591.58 ευρώ, στον έβδομο ενάγοντα ιδιοκτήτη του ακινήτου με ΑΚΠ ....29 το ποσό των 9.157 ευρώ και στην όγδοη ενάγουσα ιδιοκτήτρια του ακινήτου με ΑΚΠ ....2 το ποσό των 13.090 ευρώ, με το νόμιμο τόκο απ' την επομένη της επίδοσης της αγωγής.
Κατά της αποφάσεως αυτής το Ελληνικό Δημόσιο άσκησε την από 27.06.2016 έφεσή του, με την οποία ζήτησε να εξαφανιστεί η 118/2016 οριστική απόφαση του Ειρηνοδικείου Λάρισας, με σκοπό να απορριφθεί, στο σύνολό της, η από 21-10-2014 (με αριθ. καταθ. 453/2014) αγωγή των αντιδίκων του.
Για την ανωτέρω έφεση του Ελληνικού Δημοσίου εκδόθηκε η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση 241/2017 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λάρισας, με την οποία έγινε αυτή τυπικά δεκτή και απορρίφθηκε στην ουσία της. Κατά αυτής της απόφασης άσκησε την κρινόμενη αναίρεση το Ελληνικό Δημόσιο. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564, 566 § 1 ΚΠολΔ), είναι επομένως παραδεκτή (άρθρ. 577 § 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς τους προβαλλόμενους λόγους της (άρθρ. 577 § 3 ΚΠολΔ).
Κατά το άρθρο 560 ΚΠολΔ, όπως ισχύει μετά την τροποποίησή του με το ν. 4335/2015, έχει δε στην προκειμένη περίπτωση εφαρμογή, σύμφωνα με το άρθρο ένατο παρ. 2 του ως άνω ν. 4335/2015, εφόσον η αίτηση αναιρέσεως ασκήθηκε μετά την 1.1.2016, κατά των αποφάσεων των Ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των Πρωτοδικείων, που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των Ειρηνοδικείων, επιτρέπεται αναίρεση μόνο, 1) αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών κ.λπ., 2) αν το δικαστήριο δεν συγκροτήθηκε, όπως ορίζει ο νόμος ή δίκασε ειρηνοδίκης, του οποίου είχε γίνει δεκτή η εξαίρεση, 3) αν το δικαστήριο έχει υπερβεί τη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων ή δεν είχε καθ` ύλην αρμοδιότητα, 4) αν παράνομα αποκλείστηκε η δημοσιότητα της διαδικασίας, 5) αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν...
και 6) αν η απόφαση δεν είχε νόμιμη βάση... Όπως προκύπτει από την σαφή διατύπωση των ως άνω διατάξεων, οι λόγοι αναίρεσης κατά των αποφάσεων των Ειρηνοδικείων και των αποφάσεων των Πρωτοδικείων, που εκδίδονται επί εφέσεων κατά αποφάσεων των Ειρηνοδικείων, απαριθμούνται περιοριστικά σ' αυτές (Ολ.ΑΠ 45/ 1987, ΑΠ 608/2015, ΑΠ 91/2015, ΑΠ 1870/ 2013, ΑΠ 901/2013), οι οποίες είναι ειδικές, ως προς τους επιτρεπομένους λόγους αναίρεσης κατά των αναφερομένων εκεί αποφάσεων και αποκλείουν την εφαρμογή των διατάξεων του άρθρ. 559 ΚΠολΔ, που αναφέρονται στους λόγους αναίρεσης των αποφάσεων των λοιπών δικαστηρίων (ΑΠ 313/2017, ΑΠ 608/2015, 1870/2013, 901/2013).
Οι έξι λόγοι αντιστοιχούν προς τους λόγους των αριθ. 1, 2, 4, 5, 8 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ προς τους οποίους όμως δεν ταυτίζονται πλήρως. Ο από το άρθρο 560 αριθμ. 1 εδ. α` ΚΠολΔ, αντίστοιχος του από το άρθρο 559 αριθμ.1 εδ. α` ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης για ευθεία παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου ιδρύεται, αν αυτός δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις της εφαρμογής του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, αντίστοιχα δε, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου τα πραγματικά περιστατικά ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται με βάση το πραγματικό κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας, που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της.
Στην περίπτωση, που το δικαστήριο έκρινε κατ` ουσία την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχτηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο, και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση (Ολ.ΑΠ 9/2013, ΑΠ 938/2018).
Κατά τη διάταξη του άρθρου 10 παρ. 1 του ν. 2882/2001, όπως αντικαταστάθηκε με την παρ. 4 του άρθρου 126 του ν. 4070/ 2012 (ΦΕΚ Α' 82/10-4-2012), που ισχύει και στις συντελεσμένες κατά την έναρξη της ισχύος του ως άνω νόμου απαλλοτριώσεις (άρθρο 146 του ν. 4070/2012), "1. Η αξίωση για την είσπραξη της αποζημίωσης που προσδιορίσθηκε προσωρινά ή οριστικά παραγράφεται μετά την παρέλευση οκταετίας από την αποδεδειγμένη κατάληψη του απαλλοτριωθέντος ακινήτου και σε κάθε περίπτωση μετά την παρέλευση δεκαετίας από τη συντέλεση της απαλλοτρίωσης, σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο 7.
Εάν η οριστική αποζημίωση καθορισθεί μετά τη συντέλεση της απαλλοτρίωσης και την κατάληψη του ακινήτου, η αξίωση για την είσπραξη της τυχόν διαφοράς μεταξύ οριστικής και προσωρινής αποζημίωσης παραγράφεται μετά την παρέλευση πενταετίας από τη δημοσίευση της απόφασης που καθορίζει την οριστική τιμή".
Κατά δε την παρ. 2 του ίδιου άρθρου 10 του ν. 2882/2001, "Η παραγραφή διακόπτεται και με την ενέργεια πράξεων του δικαιούχου της αποζημίωσης που αποβλέπουν: α) στη δικαστική ή διοικητική αναγνώριση, β) στην είσπραξη μέρους ή του συνόλου της αποζημίωσης και γ) στον οριστικό προσδιορισμό της αποζημίωσης". Εξάλλου, η αποζημίωση του ιδιοκτήτη απαλλοτριωθέντος ακινήτου για το τμήμα του ακινήτου ως προς το οποίο θεωρήθηκε ότι έχει υποχρέωση αποζημίωσης τρίτων ή (και) αυτοαποζημίωσης κατ' εφαρμογήν του τεκμηρίου της ωφέλειας του άρθρου 1 παρ. 1, 3 και 4 του ν. 653/1977, το οποίο (τεκμήριο) ήδη και νομοθετικώς ορίστηκε ως μαχητό (άρθρ. 33 του ν. 2971/2001) και το οποίο ανατράπηκε δικαστικώς, έχει ως βάση νόμιμη, κατά τις προρρηθείσες διατάξεις των άρθρων 1 του ν. 653/77 και 33 του ν. 2971/01, ενέργεια των οργάνων του Δημοσίου, αποτελεί δε η αποζημίωση αυτή μέρος της πλήρους αποζημίωσης που κατ' εφαρμογήν της σχετικής συνταγματικής επιταγής (άρθρ. 17 παρ. 2 του Συντάγματος) οφείλεται για την απαλλοτριούμενη ιδιοκτησία.
Επομένως, η προβαλλόμενη με τακτική αγωγή αξίωση για την αποζημίωση αυτή, που καθορίζεται από τα πολιτικά δικαστήρια μετά την ανατροπή του τεκμηρίου της ωφέλειας (ήδη άρθρου 33 του ν. 2971/2001, Ολομ.ΑΠ 10 και 11/2004, 11/2011), υπόκειται στην δεκαετή παραγραφή του άρθρου 10 του ν. 2882/2001 (ΑΠ 631/ 2017) Κατά δε την παρ. 2 του ίδιου άρθρου 10 του ν. 2882/2001, "Η παραγραφή διακόπτεται και με την ενέργεια πράξεων του δικαιούχου της αποζημίωσης που αποβλέπουν:
α) στη δικαστική ή διοικητική αναγνώριση, β) στην είσπραξη μέρους ή του συνόλου της αποζημίωσης και γ) στον οριστικό προσδιορισμό της αποζημίωσης".
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, οι αναιρεσίβλητοι με την αγωγή τους ενώπιον του Ειρηνοδικείου Λάρισας εξέθεσαν, ότι με την αναφερόμενη σ' αυτήν Κ.Υ.Α. των Υπουργών Οικονομικών, Γεωργίας και Περιβάλλοντος και ΠΕΧΩΔΕ, που δημοσιεύθηκε νόμιμα, απαλλοτριώθηκε αναγκαστικά για δημόσια ωφέλεια και ειδικότερα για τη βελτίωση του αυτοκινητοδρόμου ..., στο τμήμα αρχή ..., υπότμημα τέλος ..., χ.θ. 0+000 έως χ.θ. 8+380, έκταση συνολικού εμβαδού 479.401 τ.μ.
που βρίσκεται στους νομούς ..... και .... στην οποία περιλαμβάνονται ακίνητα ιδιοκτησίας τους, τμήμα των οποίων απαλλοτριώθηκε, ενώ έτερο τμήμα αυτών θεωρήθηκε ως αυτοαποζημιούμενο, κατ' εφαρμογήν του άρθρου 1 του ν. 653/1977. Με την υπ' αριθμ. 343/2001 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λάρισας καθορίστηκε προσωρινή τιμή μονάδος αποζημίωσης και με την υπ' αριθμ. 540/2004 απόφαση του Εφετείου Λάρισας καθορίστηκε οριστική τιμή μονάδας αποζημίωσης, καθώς επίσης κρίθηκε ότι τα εναπομείναντα μετά την απαλλοτρίωση τμήματα των εν λόγω ακινήτων τους δεν ωφελήθηκαν από την κατασκευή του έργου, γι' αυτό το λόγο ζήτησαν με την επίδικη αγωγή να υποχρεωθεί το εναγόμενο και ήδη αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο να τους καταβάλει τα αναφερόμενα στην αγωγή ποσά, με βάση τα ποσοστά ιδιοκτησίας τους επί των τμημάτων, που θεωρήθηκαν ως αυτοαποζημιούμενα, νομιμοτόκως από την επίδοση της αγωγής.
Με τον τρίτο λόγο έφεσης το εκκαλούν και ήδη αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο ισχυριζόταν ότι το πρωτόδικο δικαστήριο κατ' εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου και συγκεκριμένα των διατάξεων των άρθρων 1 του ν. 653/1997, 33 παρ. 1 και 37 του ν. 2971/2001 και κατά πλημμελή εκτίμηση των αποδείξεων έκρινε ότι πρόκειται για δικαστικό προσδιορισμό αποζημίωσης συνεπεία απαλλοτρίωσης και ότι η αξίωση αυτή, έχουσα ως περιεχόμενο το δικαίωμα προς καθορισμό της εν λόγω αποζημίωσης, μετά την ανατροπή του τεκμηρίου ωφέλειας, υπόκειται στη γενική εικοσαετή παραγραφή της ΑΚ 249 και απέρριψε την ένστασή του περί παραγραφής, ενώ εάν ερμήνευε κι εφάρμοζε ορθά το νόμο θα έπρεπε να απορρίψει την αγωγή ως απαράδεκτη, καθόσον αυτή κατατέθηκε στις 24-10-2014 κι επομένως ασκήθηκε μετά την πάροδο δέκα ετών από την παρακατάθεση της προσωρινώς καθορισθείσας αποζημίωσης, που έλαβε χώρα στις 12-11-2001 και ως εκ τούτου η αρξάμενη παραγραφή απ' την παρακατάθεση της προσωρινής καθορισθείσας αποζημίωσης είχε συμπληρωθεί μέχρι την έγερση της επίμαχης αγωγής.
Το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφαση απέρριψε τον συγκεκριμένο λόγο έφεσης διαλαμβάνοντας ως προς το ζήτημα αυτό την εξής αιτιολογία: "Με αυτό το περιεχόμενο ο λόγος της έφεσης πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, διότι κατά το άρθρο 10 παρ. 1 του ν.δ/τος 797/1971 "Συντελεσθείσης της αναγκαστικής απαλλοτριώσεως, η προς είσπραξιν της προσωρινώς ή οριστικής προσδιορισθείσης αποζημιώσεως αξίωσις κατά του υπόχρεου εις καταβολήν αυτής, παραγράφεται μετά δεκαετίαν, αρχομένην από της καταλήψεως του απαλλοτριωθέντος", κατά δε την παρ. 3 του ίδιου άρθρου "το δικαίωμα προς δικαστικόν προσδιορισμόν της αποζημιώσεως δεν υπόκειται εις την παραγραφή του παρόντος άρθρου".
Η ίδια διάταξη επαναλαμβάνεται και στο Ν. 2882/2001 "Κώδικας Αναγκαστικών Απαλλοτριώσεων Ακινήτων". Από το συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων συνάγεται ότι επί αναγκαστικής απαλλοτριώσεως το δικαίωμα για δικαστικό προσδιορισμό της αποζημιώσεως υπόκειται στην κατά το άρθρο 249 ΑΚ γενική εικοσαετή παραγραφή, η οποία αρχίζει από την κήρυξη της απαλλοτριώσεως (ΑΠ 410/2015, ΑΠ 411/2015, ΕφΛαμ 48/2013 και ΕφΠατρ 1130/2006 ΑΧΑΝΟΜ 2007/597), που, εν προκειμένω, με δεδομένη την κήρυξη της απαλλοτρίωσης το έτος 1998, συμπληρώνεται το 2018".
Με την παραδοχή αυτή, το ανωτέρω δικαστήριο με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφασή του, ως εξ αυτής προκύπτει, καθ' ερμηνεία των προμνημονευθεισών διατάξεων, υπέλαβε εσφαλμένα ότι αντικείμενο της προκείμενης δίκης είναι η αξίωση των αντιδίκων για δικαστικό προσδιορισμό της αποζημίωσης και, ως εκ τούτου, έκρινε ότι αυτή υπόκειται στη γενική 20ετή παραγραφή του άρθρου 249 του ΑΚ, σύμφωνα με τα αναφερόμενα στη διάταξη της παραγράφου 3 του άρθρου 10 του v. 2882/2001 (και την αντίστοιχη του προϊσχύσαντος π.δ. 797/1971).
Ενώ αν εφάρμοζε και ερμήνευε ορθά το νόμο και τις προδιαληφθείσες διατάξεις θα έπρεπε να δεχθεί ότι αντικείμενο της συγκεκριμένης δίκης είναι η αποκατάσταση της ζημίας των εναγόντων από τη μη καταβολή της αποζημίωσης που προσδιορίστηκε για τα ακίνητά τους που απαλλοτριώθηκαν, με την 343/2001 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λάρισας, η οποία απαλλοτρίωση συντελέσθηκε στις 12.11.2001 με τη δημοσίευση στην Εφημερίδα της Κυβέρνησης, στο ΦΕΚ 944 Δ'/12-11-2001, της γνωστοποίησης της παρακατάθεσης του ποσού αποζημίωσης που ορίσθηκε με την ανωτέρω απόφαση και την κατάληψη των επιδίκων, δεδομένου ότι το ποσό της ζημίας τους αυτής ταυτίζεται με το ποσό της παραπάνω αποζημίωσης.
Ενόψει των ανωτέρω, θα έπρεπε το ανωτέρω δικαστήριο να δεχτεί ότι η αξίωση των αντιδίκων έχει υποπέσει στη δεκαετή παραγραφή της παρ. 1 του άρθρου 10 του ν. 2882/2001, καθώς από τη συντέλεση της απαλλοτρίωσης (στις 12.11.2001), σύμφωνα με το άρθρο 7 του ν. 2882/2001, μέχρι την άσκηση της αγωγής (03.11.2014) παρήλθε χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των 10 ετών, χωρίς να έχουν μεσολαβήσει και χωρίς, σε κάθε περίπτωση, οι αντίδικοι να επικαλούνται τη διενέργεια πράξεων, που αποτελούν διακοπτικά της παραγραφής γεγονότα, κατ' εφαρμογή της παραγράφου 2 του άρθρου 10 του παραπάνω νόμου.
Σε κάθε περίπτωση όμως, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της απόφασης 540/2004 του Εφετείου Λάρισας, κατόπιν σχετικών αιτήσεων-παρεμβάσεων που είχαν ασκήσει και οι αντίδικοι, ενώπιον του ανωτέρω δικαστηρίου, για τον καθορισμό οριστικής αποζημίωσης, εκδόθηκε η ανωτέρω απόφαση (540/2004) με την οποία καθορίστηκε η οριστική αποζημίωση, η οποία δημοσιεύτηκε στις 29.06.2004.
Συνεπώς, ακόμη και αν ήθελε κριθεί ότι με τις σχετικές ως άνω αιτήσεις-παρεμβάσεις των αντιδίκων προς το Εφετείο Λάρισας, διεκόπη η δεκαετής παραγραφή του άρθρου 10 παρ. 1 του ν. 2882/2001, αυτή άρχισε εκ νέου από την δημοσίευση της απόφασης του Εφετείου Λάρισας και είχε συμπληρωθεί μέχρι την άσκηση της κρινόμενης αγωγής (03.11.2014) (ΑΠ 631/2017). Με τη μη εφαρμογή όμως εν προκειμένω των εν λόγω διατάξεων ενώ συνέτρεχαν οι προς τούτο προϋποθέσεις το Δικαστήριο υπέπεσε στην πλημμέλεια από τον αριθμό 1 εδ. α` του άρθρου 560 Κ.Πολ.Δ., όπως βάσιμα υποστηρίζει το αναιρεσείον με τον μοναδικό λόγο του αναιρετηρίου. Κατόπιν όλων αυτών πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση κατά το κεφάλαιο αυτής που αναφέρεται στην παραγραφή ή όχι της επίδικης αξίωσης που γεννάται μετά την ανατροπή του τεκμηρίου ωφέλειας και στη διακοπή της εν λόγω παραγραφής.
Κατά το άρθρο 580 § 3 Κ.Πολ.Δικ "αν ο Άρειος Πάγος αναιρέσει την απόφαση για οποιονδήποτε λόγο, εκτός από εκείνους που αναφέρονται στις παραγράφους 1 και 2 (για υπέρβαση δικαιοδοσίας και για παράβαση των διατάξεων των σχετικών με την αρμοδιότητα) μπορεί να κρατήσει την υπόθεση και να τη δικάσει, αν κατά την κρίση του δεν χρειάζεται άλλη διευκρίνιση.
Από τη διάταξη αυτή, συνδυαζόμενη και με την διάταξη της §4 του ίδιου άρθρου, η οποία ορίζει ότι "οι αποφάσεις της Ολομέλειας και των τμημάτων του Αρείου Πάγου δεσμεύουν τα δικαστήρια που ασχολούνται με την ίδια υπόθεση ως προς τα νομικά ζητήματα που έλυσαν" συνάγεται, ότι οσάκις μετά την αναίρεση της απόφασης δεν υπάρχει δικονομικώς έδαφος για "περαιτέρω εκδίκαση" της υποθέσεως γιατί δεν έχει ανάγκη από άλλες διευκρινίσεις, αλλά υπολείπεται μόνο η διατύπωση του διατακτικού της αποφάσεως, με βάση το περιεχόμενο της προσβαλλόμενης αποφάσεως και την έκταση της αναιρέσεως αυτής, η παραπομπή, κατά την παραπάνω διάταξη, σε ισόβαθμο δικαστήριο ουσίας δεν αποτελεί υποχρεωτικό στάδιο δίκης, αλλά μπορεί η τελειωτική επί της υποθέσεως απόφαση να εκδοθεί και από τον Άρειο Πάγο (Ολομ.ΑΠ 42/2005, 25/2001, ΑΠ 352/2018).
Έτσι, στην προκείμενη περίπτωση, εφόσον ο Άρειος Πάγος κρίνει δεσμευτικά για το δικαστήριο της παραπομπής ότι η αξίωση των αναιρεσιβλήτων, μέχρι την άσκηση της κρινόμενης αγωγής (03.11.2014) έχει υποπέσει στη δεκαετή παραγραφή της παρ. 1 του άρθρου 10 του ν. 2882/2001, καθώς από τη συντέλεση της απαλλοτρίωσης (στις 12.11.2001), σύμφωνα με το άρθρο 7 του ν. 2882/2001, μέχρι την άσκηση της αγωγής (03.11.2014) παρήλθε χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των 10 ετών, δεν υπάρχει δικονομικό έδαφος για περαιτέρω εκδίκαση της υποθέσεως, αλλά υπολείπεται μόνον η κατά το περιεχόμενο της αποφάσεως αυτής διατύπωση του διατακτικού της εκδοθησομένης αποφάσεως, με βάση την έκταση της αναίρεσης (ΑΠ 353/2015, ΑΠ 1162/2013).
Γι` αυτό παρέλκει η παραπομπή και για λόγους οικονομίας της δίκης επιβάλλεται να κρατηθεί η υπόθεση από τον Άρειο Πάγο, να γίνει δεκτή η έφεση κατά παραδοχή του σχετικού τρίτου λόγου έφεσης, με τον οποίο το εκκαλούν και ήδη αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο ισχυρίζονταν ότι το πρωτόδικο δικαστήριο κατ' εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου και συγκεκριμένα των διατάξεων των άρθρων 1 του ν. 653/ 1997, 33 παρ. 1 και 37 του ν. 2971/2001 και κατά πλημμελή εκτίμηση των αποδείξεων έκρινε ότι πρόκειται για δικαστικό προσδιορισμό αποζημίωσης συνεπεία απαλλοτρίωσης και ότι η αξίωση αυτή, έχουσα ως περιεχόμενο το δικαίωμα προς καθορισμό της εν λόγω αποζημίωσης, μετά την ανατροπή του τεκμηρίου ωφέλειας, υπόκειται στη γενική εικοσαετή παραγραφή της ΑΚ 249 και απέρριψε την ένστασή του περί παραγραφής, ενώ εάν ερμήνευε κι εφάρμοζε ορθά το νόμο θα έπρεπε να απορρίψει την αγωγή ως απαράδεκτη, καθόσον αυτή κατατέθηκε στις 24-10-2014 κι επομένως ασκήθηκε μετά την πάροδο δέκα ετών από την παρακατάθεση της προσωρινώς καθορισθείσας αποζημίωσης, που έλαβε χώρα στις 12-11-2001 και ως εκ τούτου η αρξάμενη παραγραφή απ' την παρακατάθεση της προσωρινώς καθορισθείσας αποζημίωσης είχε συμπληρωθεί μέχρι την έγερση της επίμαχης αγωγής.
Επίσης, πρέπει να καταδικαστούν οι αναιρεσίβλητοι που ηττήθηκαν, στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου, που παραστάθηκε και κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο αίτημα αυτού, μειωμένη όμως κατά τους περιορισμούς του άρθρου 22 του Ν. 3693/1957, που εφαρμόζεται υπέρ και κατά του Δημοσίου, διότι η παρούσα δίκη με αντικείμενο την ανατροπή του τεκμηρίου ωφέλειας εκδικάζεται με την τακτική διαδικασία, κατά το άρθρο 22 παρ. 3 Ν. 2982/2001, σε συνδυασμό 176, 183 ΚΠολΔ (ΑΠ 239/2016, ΑΠ 1129/2014), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ' αριθμ. 241/2017 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λάρισας (τακτική διαδικασία). Κρατεί την υπόθεση και δικάζει επί της εφέσεως.
Δέχεται την έφεση.
Εξαφανίζει την προαναφερόμενη υπ' αριθμ. 241/2017 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λάρισας κατά το κεφάλαιο αυτής που αναφέρεται στην παραγραφή ή όχι της επίδικης αξίωσης που γεννάται μετά την ανατροπή του τεκμηρίου ωφέλειας και στη διακοπή ή όχι της εν λόγω παραγραφής.
Δικάζει επί της αγωγής.
Δέχεται την ένσταση του Ελληνικού Δημοσίου περί παραγραφής της επίδικης αξίωσης και απορρίπτει στο σύνολό της την αγωγή. Και
Καταδικάζει τους αναιρεσιβλήτους στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου, που ορίζει σε τριακόσια (300) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 4 Οκτωβρίου 2019.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 8 Νοεμβρίου 2019.
H ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ
Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ