Legislator Case Law & Legislation
1338/2018 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on inadmissibility grounds due to contradictory arguments regarding contract nature in lawyer fee dispute.

Case Number 1338/2018
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appeal against the First Instance Court's judgment regarding a lawyer's fee dispute. The appellant argued that a separate fee agreement existed and was irrevocable, but the court found this claim contradicted their earlier submissions asserting a single, revocable contract. Consequently, the court ruled the appeal inadmissible for failing to substantiate a new legal argument previously rejected at lower levels.

Legislator headnote

AI generated

Articles 92(1) and 98 et seq. of the Code of Lawyers; The argument that a separate fee agreement exists and cannot be revoked is inadmissible if the party previously asserted the existence of a single, revocable contract.

Keywords

AI generated
lawyer fee contract inadmissible appeal contradictory arguments revocable mandate legal representation fees contractual consistency appeal admissibility

Cited Legislation

AI generated
Article 92(1) of Law 3026/1954
Article 98 et seq. of the Code of Lawyers
Article 5(3) of Law 4272/1962
Article 8 of Law 1093/1980
Article 534 of the Code of Civil Procedure
Articles 176, 183 and 191(2) of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1338 / 2018 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1338/2018

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Χριστόφορο Κοσμίδη, προεδρεύοντα αρεοπαγίτη, Μαρία Νικολακέα, Αρετή Παπαδιά, Αντιγόνη Καραΐσκου - Παλόγου και Γεώργιο Δημάκη, αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 9η Ιανουαρίου 2018, με την παρουσία και της γραμματέα Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "...όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που ... και παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Γεωργίου Αντωνόπουλου, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.

Της αναιρεσίβλητης: Δικηγορικής εταιρίας με την επωνυμία "...", που ... και διατηρεί ..., όπως εκπροσωπείται νόμιμα από τον εταίρο διαχειριστή, Γ. Λ., δικηγόρο, ο οποίος παραστάθηκε αυτοπροσώπως και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 18-10-2013 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιώς. Εκδόθηκαν η 115/2015 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, η οποία διορθώθηκε με την 1082/2015 απόφαση του ιδίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 365/2017 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Πειραιώς. Την αναίρεση της τελευταίας ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 25-8-2017 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

Εισηγητής ορίσθηκε ο αρεοπαγίτης, Γ. Δ..

Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στα δικαστικά έξοδα.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

1. Κατά το άρθρο 92 παρ.1 του ν.δ 3026/1954, όπως ίσχυε κατά τον ένδικο χρόνο, "τα της αμοιβής του δικηγόρου κανονίζονται κατά συμφωνίαν μετά του εντολέως αυτού, εν ουδεμιά, όμως, περιπτώσει επιτρέπεται η αμοιβή να υπολείπεται των εν άρθρω 98 και επόμενα ελαχίστων ορίων". Σύμφωνα δε με το εδ. β' της τελευταίας αυτής διατάξεως, που είχε προστεθεί με την παρ.3 του άρθρου 5 του ν.δ. 4272/1962 και αντικαταστάθηκε με το άρθρο 8 του ν. 1093/1980, "πάσα συμφωνία περί λήψεως μικροτέρας αμοιβής είναι άκυρος, ανεξαρτήτως χρόνου συνάψεώς της".

Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών, οι οποίες αποσκοπούν όχι μόνο στην προστασία του ιδιωτικού συμφέροντος του δικηγόρου ως εργαζομένου, αλλά και στην κατοχύρωση του κύρους του δικηγορικού λειτουργήματος ως θεράποντος του δημοσίου συμφέροντος, συνάγεται ότι η αμοιβή του δικηγόρου κανονίζεται με συμφωνία αυτού και του εντολέως του, η οποία μπορεί να αφορά μία μόνο κατ' ιδίαν πράξη ή το σύνολο των πράξεων που αφορούν συγκεκριμένη υπόθεση.

Αν δεν καταρτίστηκε συμφωνία για την αμοιβή, ο δικηγόρος δικαιούται ως αμοιβή τα ελάχιστα όρια αυτής, που ορίζονται από τα άρθρα 98 και επόμενα του Κώδικα Δικηγόρων Η σύμβαση μεταξύ του δικηγόρου και του πελάτη, με την οποία ο δεύτερος αναθέτει στον πρώτο το δικαστικό ή εξώδικο χειρισμό μιας υπόθεσής του και αναλαμβάνει την υποχρέωση να του καταβάλει για το σύνολο των ενεργειών του ορισμένη αμοιβή είναι καθαρή και δεν τελεί υπό την αίρεση της επιτυχούς εκβάσεως της δίκης (άρθρο 92 παρ.3, 4 και 5 του Κώδικα Δικηγόρων).

Κάθε συμφωνία για λήψη κατώτερης αμοιβής από τα ανωτέρω καθοριζόμενα όρια είναι άκυρη, ανεξάρτητα από το χρόνο συνάψεώς της (πριν ή μετά την εκτέλεση της συμφωνημένης εργασίας) και της μορφής υπό την οποία συνάπτεται (αφέσεως χρέους του άρθρου 454 ΑΚ ή άλλης συμφωνίας) και θεωρείται, κατά τα άρθρα 174 και 180 ΑΚ, ως μη γενομένη (ΑΠ 957/2014, ΑΠ 1213/2013.

ΑΠ 439/2013).

2. Για να είναι ορισμένη η αγωγή, με την οποία ο δικηγόρος ζητεί την επιδίκαση της αμοιβής, που συμφωνήθηκε με τον εντολέα για δικαστικές και εξώδικες ενέργειες συναφείς με το δικηγορικό επάγγελμα, μετά την εκτέλεση τούτων, αρκεί στο δικόγραφο αυτής να μνημονεύονται: α) η συμφωνία περί της εντολής και του ύψους της αμοιβής και β) η εκτέλεση της εντολής με διενέργεια των αναγκαίων για τη διεκπεραίωση της ανατεθείσας υπόθεσης δικαστικών και εξώδικων πράξεων.

Δεν απαιτείται να αναφέρονται αναλυτικώς οι επιμέρους πράξεις του δικηγόρου, η επιτυχής έκβαση της δίκης και ότι ο δικηγόρος ανέλαβε την υποχρέωση να διεξαγάγει τη δίκη μέχρι τελεσιδικίας, χωρίς σε περίπτωση αποτυχίας να δικαιούται να λάβει αμοιβή, αφού τα δύο τελευταία στοιχεία απαιτούνται μόνο επί συμφωνίας περί εργολαβίας δίκης (ΑΠ 556/2009, ΑΠ 374/2007, ΑΠ 57/2005).

Εξ άλλου, το δικαίωμα του εντολέα να άρει την εμπιστοσύνη του από τον εντολοδόχο δικηγόρο και να αφαιρέσει από αυτόν την υπόθεση ασκείται, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 167 και 724 ΑΚ, με μονομερή και απευθυντέα στον αντισυμβαλλόμενο δήλωση βουλήσεως, η δε λύση της εντολής επέρχεται με την περιέλευση αυτής στο πρόσωπο που απευθύνεται.

Η ανάκληση της εντολής μπορεί να γίνει και σιωπηρά, αρκεί ο εντολέας να καταστήσει γνωστή την περί τούτου βούλησή του στον εντολοδόχο. Στο δικαστήριο της ουσίας απόκειται κάθε φορά να κρίνει αν υπάρχει ή όχι ανάκληση της εντολής (ΑΠ 1309/2012, ΑΠ 1278/2010, ΑΠ 193/2008). Πάντως, από τη διάταξη του άρθρου 170 του Κώδικα Δικηγόρων συνάγεται ότι ο εντολέας, ενόψει της απόλυτα προσωπικής σχέσης εμπιστοσύνης μεταξύ αυτού και του δικηγόρου του, δύναται κατά πάντα χρόνο να ανακαλέσει την εντολή είτε υφίστανται λόγοι που δικαιολογούν την ανάκληση είτε όχι.

Σε καθεμία από τις περιπτώσεις αυτές γεννώνται οι αντίστοιχες υποχρεώσεις του εντολέα, που προβλέπει η εν λόγω διάταξη. Στην περίπτωση αυτή, εάν δηλαδή ο εντολέας ανακάλεσε την εντολή και αρνείται να αποδεχθεί τις υπηρεσίες του εντολοδόχου του δικηγόρου, δεν μπορεί να γίνει λόγος ούτε για παράνομη προσβολή της προσωπικότητας του δικηγόρου κατ' άρθρο 57 ΑΚ ούτε για αδικοπραξία κατά την έννοια άρθρων 914 και 932 ΑΚ.

Εκτός εάν η ανάκληση έγινε με πρόθεση και υπό περιστάσεις προσβολής της προσωπικότητας του δικηγόρου ή σε όλως εξαιρετικές περιπτώσεις κατά κατάχρηση δικαιώματος κατ' άρθρο 281 ΑΚ (ΑΠ 328/2003), όπως όταν η ανάκληση γίνεται χωρίς οποιοδήποτε συμφέρον του δικαιούχου, αυθαίρετα και αδικαιολόγητα από καθαρή κακοβουλία και επιφέρει βλάβη στα συμφέροντα του εντολοδόχου δικηγόρου.

Τέλος, ο από το άρθρο 559 αρ.14 ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης ιδρύεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, η ακυρότητα πρέπει να έχει λάβει χώρα ενώπιον του δικάζοντος δικαστηρίου και να χαρακτηρίζεται ως δικονομική.

3. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το προσκομιζόμενο αντίγραφο της ένδικης αγωγής, το οποίο παραδεκτώς επισκοπείται ως διαδικαστικό έγγραφο (ΚΠολΔ 561 παρ.2), η ενάγουσα και ήδη αναιρεσίβλητη δικηγορική εταιρία εκθέτει τα εξής: Ότι, το έτος 2009, ο νόμιμος εκπρόσωπος της εναγόμενης και ήδη αναιρεσείουσας, Ν.

Κ., επικοινώνησε με τον εταίρο και διαχειριστή της ενάγουσας, Γ. Λ. και ανέθεσε στον τελευταίο, καθώς και στο συνάδελφό του, δικηγόρο Αθηνών, Ι. Π., την εκπροσώπηση της εναγομένης προς υποστήριξη της από 12-3-2009 (αρ. 45011/2009) μισθωτικής αγωγής ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, απευθυνόμενης κατά της γαλλικής εταιρίας με την επωνυμία "...".

Ότι οι προαναφερόμενοι δικηγόροι, σε εκτέλεση της εντολής αυτής, παραστάθηκαν κατά τη συζήτηση της αγωγής, αφού συνέταξαν και υπέβαλαν προτάσεις και προσθήκη, εκδόθηκε δε η 2804/2009 απόφαση του ως άνω δικαστηρίου, με την οποία η αγωγή έγινε εν όλω δεκτή. Ότι η προαναφερόμενη απόφαση κατέστη τελεσίδικη και ακολούθως αμετάκλητη, μετά την απόρριψη της εφέσεως και της αιτήσεως αναιρέσεως που άσκησε διαδοχικά η αντίδικος γαλλική εταιρία, στις δίκες δε αυτές εκπροσώπησαν την εναγομένη οι προαναφερθέντες δικηγόροι.

Ότι περί το έτος 2010 εκδηλώθηκε διένεξη μεταξύ των μετόχων της εναγομένης, οι οποίοι διασπάστηκαν σε δύο ομάδες. Ότι το θέρος του έτους 2011 εκλέχτηκε νέα διοίκηση στην εναγομένη, χωρίς ωστόσο να επηρεαστούν από αυτό οι καλές σχέσεις που είχαν αναπτύξει οι Γ. Λ. και Ι. Π. με αμφότερες τις πλευρές των μετόχων, καθόσον οι εν λόγω δικηγόροι ενεργούσαν για το συμφέρον του νομικού προσώπου της εναγομένης ανεξαρτήτως του ποια ήταν η μετοχική της σύνθεση.

Ότι οι ίδιοι εξακολούθησαν να εκπροσωπούν την εναγομένη σε νέες μισθωτικές αγωγές, οι οποίες ασκήθηκαν η μεν πρώτη (αρ. 1335/2011) κατόπιν εντολής του Ν. Κ. που εγκρίθηκε από τη νέα διοίκηση, η δε δεύτερη (αρ. 3984/2012) κατόπιν εντολής της νέας διοίκησης. Ότι επί της πρώτης αγωγής εκδόθηκε η 400/2013 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία έκανε εν μέρει δεκτή την αγωγή, κατόπιν δε εντολής της νέας διοίκησης οι Γ.

Λ. και Ι. Π. άσκησαν έφεση. Ότι κατόπιν διαπραγματεύσεων με τη νέα διοίκηση της εναγομένης για την αμοιβή των δικηγόρων, ο Γ. Λ. συνέταξε το από 19-2-2013 σχέδιο εργολαβικού δίκης, το οποίο υπέγραψε μόνον αυτός και το απέστειλε στη διοίκηση της εναγομένης, η οποία του το επέστρεψε με μία μόνο υπογραφή, με αποτέλεσμα αυτό να μην είναι έγκυρο και δεσμευτικό, αφού απαιτούνταν δύο υπογραφές (από τον πρόεδρο και αντιπρόεδρο της εναγομένης).

Ότι η εναγομένη, παρότι έδωσε εντολή για την άσκηση έφεσης κατά της ως άνω 400/2013 αποφάσεως, εντούτοις το θέρος του έτους 2013 δήλωσε στους δικηγόρους ότι επιθυμεί να λύσει τη συνεργασία μαζί τους, για το λόγο ότι είχε χάσει την εμπιστοσύνη της προς αυτούς, καθόσον πληροφορήθηκε την έκδοση της 400/2013 αποφάσεως από την αντίδικό της και όχι από τους ίδιους.

Ότι οι Γ. Λ. και Ι. Π. αποδέχτηκαν στη λύση της συνεργασίας, αλλά ζήτησαν την αμοιβή τους κατά τα προβλεπόμενα στον Κώδικα Δικηγόρων, ελλείψει συμφωνίας, για τις λεπτομερώς αναφερόμενες στην ένδικη αγωγή ενέργειες και πράξεις, στις οποίες προέβησαν, όπως ειδικότερα αναλύονται κατ' είδος και ποσό. Ότι η εναγομένη κατέβαλε μόνο το ποσό των 4.500 ευρώ έναντι της αιτηθείσας αμοιβής, με αποτέλεσμα να εξακολουθεί να οφείλει στην ενάγουσα το ποσό των 352.811,11 ευρώ.

Ότι παρά το γεγονός ότι η ενάγουσα θα μπορούσε να προσβάλει το κύρος της προαναφερόμενης ανάκλησης και να αμφισβητήσει την προβαλλόμενη (μη υπάρχουσα) δικαιολογημένη αιτία, εντούτοις δεν το πράττει, αλλά αποδέχεται την ανάκληση της εντολής, η οποία, κατά το άρθρο 170 του Κώδικα Δικηγόρων, δεν της στερεί το δικαίωμα να ζητήσει την αμοιβή που οφείλεται σ' αυτήν σύμφωνα με τον ως άνω Κώδικα.

Με βάση το ιστορικό αυτό και μετά από παραδεκτό, σύμμετρο μερικό περιορισμό εκάστου των κονδυλίων της αγωγής κατά ποσοστό 85% σε έντοκο αναγνωριστικό, που έγινε με προφορική δήλωση των πληρεξούσιων δικηγόρων της ενάγουσας στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου σε συνδυασμό με τις κατατεθείσες προτάσεις της, η ενάγουσα ζήτησε, σύμφωνα με τα προβλεπόμενα ελάχιστα όρια αμοιβής του Κώδικα Δικηγόρων, καθόσον δεν είχε συναφθεί έγκυρο συμφωνητικό εργολαβίας δίκης, αλλά και για την περίπτωση που ήθελε κριθεί ότι εχώρησε ανάκληση της εντολής από δικαιολογημένη αιτία, α) να αναγνωρισθεί η υποχρέωση της εναγομένης να της καταβάλει το ποσό των 299.889,40 ευρώ και β) να υποχρεωθεί η εναγόμενη να της καταβάλει, επί πλέον, το ποσό των 52.921,71 ευρώ.

Τα ως άνω ποσά αιτείται με το νόμιμο τόκο από τα διαλαμβανόμενα στην αγωγή, για κάθε επιμέρους κονδύλιο, χρονικά σημεία, άλλως από την επίδοση της αγωγής. Η αγωγή με το προαναφερθέν περιεχόμενο και αιτήματα είναι πλήρως ορισμένη, γιατί περιέχει σαφή έκθεση των γεγονότων, που τη θεμελιώνουν σύμφωνα με το νόμο (άρθρα 90 παρ.1, 92 παρ.1 του Κώδικα Δικηγόρων, ΑΚ 341 παρ.1, 345 παρ.1, 361) και δικαιολογούν την άσκησή της από τους ενάγοντες κατά της εναγομένης (ΚΠολΔ 68), ακριβή περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς, με αναλυτική αναφορά της κάθε επιμέρους εργασίας και ορισμένο αίτημα, που επέχει τη θέση πίνακα του άρθρου 680 ΚΠολΔ (ΟλΑΠ 43/1996).

Επομένως, ο πρώτος λόγος της αίτησης, με τον οποίο υποστηρίζεται το αντίθετο και προβάλλεται η αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ.14 ΚΠολΔ, με τον ισχυρισμό ότι παρά τον νόμο το εφετείο δεν απέρριψε την αγωγή ως αόριστη, διότι [δήθεν] δεν συνοδεύεται από τον προβλεπόμενο από το άρθρο 680 ΚΠολΔ πίνακα, με αναγραφή σ' αυτόν κάθε επιμέρους διενεργηθείσας από την ενάγουσα εργασίας και της αντίστοιχης αμοιβής, είναι αβάσιμος.

4. Σύμφωνα με το άρθρο 562 παρ.2 ΚΠολΔ, είναι απαράδεκτος λόγος αναιρέσεως που στηρίζεται σε ισχυρισμό, ο οποίος δεν προτάθηκε νομίμως στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται α) για παράβαση που δεν μπορούσε να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση, γ) για ισχυρισμό που αφορά στη δημόσια τάξη. Η διάταξη αυτή αποτελεί εκδήλωση της αρχής ότι ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της προσβαλλομένης αποφάσεως με βάση τα πραγματικά γεγονότα και τους ισχυρισμούς, που είχαν τεθεί από τους διαδίκους υπ' όψη του δικαστηρίου της ουσίας. Ισχυρισμοί που δεν είχαν προβληθεί, έστω και επιγενόμενοι, δεν μπορούν να προταθούν για τη θεμελίωση λόγων αναιρέσεως, αν δεν συντρέχει κάποια από τις προαναφερόμενες εξαιρέσεις. Ο αναιρεσείων φέρει το βάρος να επικαλεσθεί τη νόμιμη προβολή των ισχυρισμών στο δικαστήριο της ουσίας και να την αποδείξει με τα προσκομιζόμενα διαδικαστικά έγγραφα. Αν δεν συμβεί αυτό, ο Άρειος Πάγος οφείλει να ερευνήσει αυτεπαγγέλτως αν οι ισχυρισμοί είχαν προβληθεί νομίμως και, σε περίπτωση παράλειψης, πρέπει να απορρίψει ως απαράδεκτο λόγο αναιρέσεως που στηρίζεται σε μη προβληθέντα ισχυρισμό (ΑΠ 1482/2006).

5. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Μονομελές Εφετείο Πειραιώς δέχθηκε, κατά το ενδιαφέρον την αναιρετική διαδικασία μέρος, τα ακόλουθα: Ότι στο με ημερομηνία 19-2-2013 ιδιωτικό συμφωνητικό αναφέρεται, μεταξύ άλλων, ότι η εναγομένη και ήδη αναιρεσείουσα αναθέτει στο Γ.

Λ., μέλος και νόμιμο εκπρόσωπο της ενάγουσας και ήδη αναιρεσίβλητης δικηγορικής εταιρείας, ενεργούντα είτε μόνο του, είτε από κοινού με το συνεργάτη του Ι. Π., είτε και με άλλο δικηγόρο, τη διεξαγωγή δικαστικού αγώνος οιασδήποτε μορφής ως και την επιχείρηση πάσης εξωδίκου ενεργείας προ πάσης ενάρξεως δίκης ή/και διαρκούντος του δικαστικού αγώνος, ενώπιον παντός δικαστηρίου κάθε βαθμού και δικαιοδοσίας, μέχρι τελεσιδίκου αποφάνσεως της Δικαιοσύνης.

Ότι η εναγομένη εγκρίνει την από 9-3-2011 (αρ. δικογράφου 1335/2011) ασκηθείσα και συζητηθείσα την 5-6-2012 αγωγή και την εκπροσώπησή της κατά την εκδίκαση αυτής από τους προαναφερόμενους δικηγόρους. Ότι, επίσης, εγκρίνει και την από 30-10-2012 ασκηθείσα αγωγή, καθώς και την από 4-2-2013 αίτηση ασφαλιστικών μέτρων (αρ. δικογράφου 2047/2013).

Ότι, περαιτέρω, στον υπό στοιχείο 2 όρο του συμφωνητικού αναγράφεται ότι η εντολέας θα καταβάλει στον εντολοδόχο ποσοστό 4% επί του δικαστικώς επιδικασθησομένου ποσού μόνο σε περίπτωση τελεσίδικης νικηφόρου εκβάσεως της σχετικής δίκης, πλέον εξόδων, ενώ δεν θα υποχρεούται να καταβάλει καμία αμοιβή αν η δίκη χαθεί τελεσίδικα.

Ότι η εντολέας θα καταβάλει στον εντολοδόχο ποσοστό 2% επί του τυχόν συμβιβαστικώς εισπραχθησομένου ποσού, πλέον εξόδων. Ότι με το από 23-1-2012 πρακτικό του διοικητικού συμβουλίου (ΔΣ) της εναγόμενης, που δημοσιεύθηκε νομίμως, εκλέχτηκε ως νέο μέλος του ΔΣ η Ε. χήρα Ι. Κ. του Κ.. Ότι μετά την αντικατάσταση αυτή η σύνθεση του ΔΣ, του οποίου η θητεία λήγει την 22-7-2015, είναι:

α) πρόεδρος και διευθύνουσα σύμβουλος η Χ. Ι. Κ., β) αντιπρόεδρος και διευθύνουσα σύμβουλος η Ε. σύζυγος Α. Κ., γ) μέλος Ε. χήρα Ι. Κ., δ) μέλος ο Α. Κ. Κ. Ότι στο ίδιο πρακτικό αναφέρεται ακόμη ότι το ΔΣ αναθέτει την ενάσκηση όλων των κατά το καταστατικό και το νόμο αρμοδιοτήτων του, πλην εκείνων που απαιτούν συλλογική δράση, στις διευθύνουσες συμβούλους Χ.

Ι. Κ. και Ε. σύζυγο Α. Κ., που θα δρουν από κοινού. Ότι η δυνατότητα να δεσμεύσει την εναγόμενη η καθεμία από τις διευθύνουσες συμβούλους χωριστά, δόθηκε μόνο για τραπεζικές συναλλαγές μέχρι το ποσό των 10.000 ευρώ. Ότι, ακολούθως, το ΔΣ της εναγομένης κατά τη συνεδρίαση της 22-1-2013, με παρουσία όλων των μελών του και με παμψηφία, αποφάσισε να δεσμευτεί η εταιρία από συμφωνητικό εργολαβίας δίκης (αυτό, που κατόπιν συντάχθηκε από τον εκπρόσωπο της ενάγουσας Γ.

Λ.) και εξουσιοδότησε την πρόεδρο και διευθύνουσα σύμβουλο Χ. Κ. να το υπογράψει κατ' εντολή και για λογαριασμό της. Ότι, όπως ήδη αναφέρθηκε, συντάχθηκε από τον εκπρόσωπο της ενάγουσας και υπογράφηκε από τη Χ. Κ. το ως άνω από 19-2-2013 ιδιωτικό συμφωνητικό. Ότι, εφ' όσον η υπογράφουσα για λογαριασμό της εναγομένης ενεργούσε βάσει ειδικής εξουσιοδότησης που είχε παρασχεθεί με απόφαση του ΔΣ, το συμφωνητικό αυτό είναι έγκυρο και δεσμεύει την εναγομένη, πράγμα που και η ίδια δεν αμφισβητεί.

Ότι, στη συνέχεια, η εναγομένη επέδωσε στην ενάγουσα την από 1-8-2013 εξώδικη ανάκληση της εντολής παροχής νομικών υπηρεσιών, που είχε αναθέσει εγγράφως στην ενάγουσα στα πλαίσια του μεταξύ τους από 19-2-2013 συμφωνητικού εργολαβίας δίκης. Ότι η ανάκληση αυτή, της οποίας το δικαιολογημένο δεν προσβάλλει η ενάγουσα, προκειμένου να στηρίξει την ένδικη αγωγή στις διατάξεις του Κώδικα Δικηγόρων, είναι δικαιολογημένη.

Ότι εν όψει των ανωτέρω, εφ' όσον αποδεικνύεται ότι υπήρξε έγγραφη συμφωνία μεταξύ των διαδίκων για την αμοιβή της ενάγουσας και συγκεκριμένα συμφωνητικό εργολαβίας δίκης, η οποία, όμως, ανακλήθηκε δικαιολογημένα, έχουν εφαρμογή οι διατάξεις των άρθρων 100 επ. του Κώδικα Δικηγόρων. Ότι, ειδικότερα, η ενάγουσα δικαιούται τα κάτωθι αναλυτικώς αναφερόμενα ποσά (ακολουθεί η παράθεση των ποσών).

Μετά τις παραδοχές αυτές, το Μονομελές Εφετείο έκρινε ότι η εναγομένη, εκεί εκκαλούσα, όφειλε, πράγματι, να καταβάλει στην ενάγουσα, εκεί εφεσίβλητη, τη σύμφωνα με τις διατάξεις του Κώδικα Δικηγόρων αναλογούσα αμοιβή, ως προς τον υπολογισμό της οποίας δεν είχε υπάρξει ειδική αμφισβήτηση και ότι ορθώς το πρωτοβάθμιο δικαστήριο αφ' ενός είχε αναγνωρίσει την υποχρέωση της εναγομένης να καταβάλει στην ενάγουσα το ποσό των διακοσίων ενενήντα εννέα χιλιάδων οκτακόσιων ογδόντα εννέα ευρώ και σαράντα λεπτών (299.889,40) και αφ' ετέρου είχε καταδικάσει την εναγομένη να καταβάλει στην ενάγουσα το ποσό των πενήντα δύο χιλιάδων εννιακοσίων είκοσι ενός ευρώ και εβδομήντα ενός λεπτών (52.921,71), με το νόμιμο τόκο κατά τα ειδικότερα αναφερόμενα στο σκεπτικό αυτής.

Γι' αυτό και, αντικαθιστώντας την εν μέρει εσφαλμένη αιτιολογία της τότε εκκαλούμενης απόφασης με αυτήν που ήδη αναφέρθηκε, απέρριψε την έφεση (ΚΠολΔ 534).

6. Με το δεύτερο λόγο της αίτησης, η αναιρεσείουσα ισχυρίζεται ότι η ως άνω κρίση του εφετείου θα ήταν διαφορετική, αν αυτό είχε λάβει υπ' όψη ότι μεταξύ αυτής και της αναιρεσίβλητης υπήρχαν δυο διακριτές, "αυτοτελείς και μη εξαρτώμενες η μία από την άλλη" συμβάσεις, ήτοι μία πρώτη σύμβαση εντολής παροχής δικηγορικών υπηρεσιών και μία δεύτερη σύμβαση καθορισμού αμοιβής του δικηγόρου για τις εργασίες του, η οποία (σύμβαση αμοιβής) δεν είναι δεκτική ανακλήσεως.

Ότι αυτή, η δεύτερη σύμβαση δεν ανακλήθηκε με την ως άνω, από 1-8-2013 εξώδικη δήλωση της αναιρεσείουσας και, συνεπώς, με βάση αυτήν θα έπρεπε να γίνει ο υπολογισμός της αμοιβής που οφείλεται στην αναιρεσίβλητη. Παρατηρείται, όμως, ότι η αναιρεσείουσα όχι μόνο δεν προέβαλε στο δικαστήριο της ουσίας τον ισχυρισμό περί δύο διακριτών και ανεξάρτητων συμβάσεων (σύμβαση εντολής και σύμβαση εργολαβίας δίκης), αλλά αντιθέτως ισχυρίσθηκε, σε περισσότερα μάλιστα σημεία των προτάσεών της (βλ.

σελ. 11, 12, 13 των πρωτόδικων προτάσεών της, οι οποίες έχουν ενσωματωθεί και στις προτάσεις της ενώπιον του Μονομελούς Εφετείου) ότι με την ανάκληση της εντολής παροχής νομικών υπηρεσιών "έπαυσε να υφίσταται η έννομη σχέση της εργολαβίας δίκης", ότι "η συμφωνία ήταν μία και μόνη, αυτή της εργολαβίας δίκης" (βλ.

σελ. 12 των πρωτόδικων προτάσεων) και ότι "δεν ανακάλεσα κάποια άλλη εντολή, διότι δεν υπήρχε άλλη εντολή, αφού υπήρχε μόνον η εργολαβία δίκης" (σελ. 13 των πρωτόδικων προτάσεων). Επίσης, η αναιρεσείουσα δεν διαλαμβάνει στο αναιρετήριο, όπως όφειλε για το παραδεκτό του εξεταζόμενου λόγου αναιρέσεως, ότι πράγματι είχε προβάλει εξ αρχής τέτοιο ισχυρισμό ή ότι τον είχε προτείνει παραδεκτά κατά τη συζήτηση επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση.

Και δεν διαλαμβάνει τέτοιον ισχυρισμό, γιατί η αναιρεσείουσα στα δικαστήρια της ουσίας είχε προτείνει τον ακριβώς αντίθετο ισχυρισμό. Επομένως, ο εξεταζόμενος λόγος είναι απαράδεκτος.

7. Σύμφωνα με τις σκέψεις αυτές και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναιρέσεως, πρέπει να απορριφθεί η κρινομένη αίτηση και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα αυτής (ΚΠολΔ 176, 183 και 191 παρ.2).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 25-8-2017 αίτηση περί αναιρέσεως της 365/2017 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Πειραιώς. -Και

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στην πληρωμή χιλίων οχτακοσίων (1.800) ευρώ, για τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης.

Κρίθηκε, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, την 23η Μαΐου 2018.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ

Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

Δημοσιεύθηκε σε έκτακτη, δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, την 9η Αυγούστου 2018.

Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ

Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ