Legislator Case Law & Legislation
1338/2017 AI generated

1338/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1338/2017
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ελένη Διονυσοπούλου, Σοφία Ντάντου, Γεώργιο Χοϊμέ και Αλεξάνδρα Κακκαβά, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

1338/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Εξ ετέρου, με βάση τις §§ 8 και 11 του άρθρου 25 της ...1978 AYE, που εκδόθηκε κατ’ εξουσιοδότηση του άρθρου 6 § 7 του Ν. 489/1976, αποκλείονται της ασφαλίσεως ζημίες οι οποίες προξενήθηκαν σε χρόνον που ο οδηγός του αυτοκινήτου οχήματος τελούσε υπό την επίδραση οινοπνεύματος ή τοξικών ουσιών κατά την έννοιαν και τις προϋποθέσεις του άρθρου 42 του ΚΟΚ.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1338 / 2017 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1338/2017

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ’ Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ελένη Διονυσοπούλου, Σοφία Ντάντου, Γεώργιο Χοϊμέ και Αλεξάνδρα Κακκαβά, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 5 Μαΐου 2017, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1) Κ. Α. του Β. και 2) Μ. Ρ. του Ν., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Βασίλειο Γεωργίου, που δήλωσε στο ακροατήριο ότι οι αναιρεσείοντες παραιτούνται από το δικόγραφο της από 18-10-2012 αιτήσεώς τους για αναίρεση της 618/2009 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Λάρισας ως προς τους 2ο, 3η και 4ο των αναιρεσιβλήτων, Κ. Π. του Β., Ο. συζ. Β. Π. και Β. Π. του Κ., αντίστοιχα. Δεν κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) ΝΠΙΔ με την επωνυμία "ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ ΕΥΘΥΝΗΣ ΑΠΟ ΑΤΥΧΗΜΑΤΑ ΑΥΤΟΚΙΝΗΤΩΝ" και το διακριτικό τίτλο "ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, α) ατομικά και β) ως ειδικού διαδόχου της ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "... ΑΕΕΓΑ", της οποίας η άδεια λειτουργίας ανακλήθηκε, 2) Κ. Π. του Β., 3) Ο. συζ. Β. Π. και 4) Β. Π. του Κ., κατοίκων ..., εκ των οποίων το 1ο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Μανουσάκη, ενώ οι 2ος, 3η και 4ος δεν παραστάθηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν στο ακροατήριο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10-7-2006 αγωγή των ήδη 2ου, 3ης και 4ου των αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Καρδίτσας και συνεκδικάστηκε με την από 8-11-2006 παρεμπίπτουσα αγωγή της "... ΑΕΕΓΑ", στη θέση της οποίας έχει ήδη υπεισέλθει το 1ο των αναιρεσιβλήτων, καθώς και με την από 20-2-2007 αγωγή του ήδη 1ου των αναιρεσειόντων.

Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 263/2007 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 618/2009 του Τριμελούς Εφετείου Λάρισας.

Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 18-10-2012 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκαν μόνο οι αναιρεσείοντες και το 1ο των αναιρεσιβλήτων όπως σημειώνεται πιο πάνω.

Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Αλεξάνδρα Κακκαβά διάβασε την από 11-2-2016 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη όλων των λόγων της από 18-10-2012 αιτήσεως για αναίρεση της υπ’ αριθμ. 618/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Λάρισας.

Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος του παραστάντος αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τις διατάξεις των άρθρων 294, 295 παρ. 1, 297, 299 και 573 παρ. 1 ΚΠολΔ, προκύπτει, ότι η παραίτηση του αναιρεσείοντος από το δικόγραφο του ενδίκου μέσου της αναιρέσεως, μπορεί να γίνει χωρίς τη συναίνεση του αναιρεσιβλήτου, πριν αυτός προχωρήσει στην προφορική συζήτηση της ουσίας της υποθέσεως, και με δήλωση που καταχωρίζεται στα πρακτικά, είτε από τον ίδιο το διάδικο, είτε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του, που αρκεί να έχει γενική πληρεξουσιότητα (άρθρ. 94 παρ. 1, 96 παρ. 1, 97, 98 ΚΠολΔ).

Η νομότυπη ως άνω παραίτηση έχει ως συνέπεια ότι η αίτηση αναιρέσεως θεωρείται ότι δεν ασκήθηκε και επιφέρει κατάργηση της δίκης, χωρίς να είναι αναγκαία η έκδοση σχετικής απόφασης. Στην προκείμενη περίπτωση, πριν από την έναρξη της προφορικής συζητήσεως της υποθέσεως κατά την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσης δικάσιμο, ο πληρεξούσιος δικηγόρος των αναιρεσειόντων, Βασίλειος Αν.

Γεωργίου, ο οποίος τους εκπροσώπησε στη δίκη αυτή δυνάμει του υπ’ αριθμ. .../26-7-2013 ειδικού πληρεξουσίου της συμβολαιογράφου Αθηνών Μ. θυγ. Φ. Π., παραιτήθηκε από το δικόγραφο της ένδικης από 18-10-2012 αιτήσεώς τους για αναίρεση της υπ’ αριθμ. 618/2009 οριστικής αποφάσεως του Εφετείου Λάρισας, ως προς τους: δεύτερο, τρίτη και τέταρτο αναιρεσιβλήτους Κ.

Β. Π., Ο. συζ. Β. Π. και Β. Κ. Π., αντίστοιχα. Επομένως, ως προς τους αναιρεσιβλήτους αυτούς, οι οποίοι, όπως προκύπτει από τα ταυτάριθμα με την παρούσα απόφαση πρακτικά, δεν εμφανίσθηκαν κατά την ανωτέρω δικάσιμο και δεν εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο, πρέπει να θεωρηθεί ότι δεν ασκήθηκε η ένδικη αίτηση αναιρέσεως και να κηρυχθεί καταργημένη η δίκη ως προς αυτούς.

Κατά τις διατάξεις των άρθρων 2 παρ. 1, 6 παρ. 1, 10 παρ. 1 και 11 παρ. 1 του Ν. 489/1976 "περί της υποχρεωτικής ασφαλίσεως της εξ ατυχημάτων αυτοκινήτων αστικής ευθύνης" ορίζονται μεταξύ άλλων τα εξής: ο κύριος, ή κάτοχος αυτοκινήτου που κυκλοφορεί μέσα στην Ελλάδα, επί οδού, υποχρεούται να έχει καλύψει με ασφάλιση την εκ τούτου έναντι τρίτων αστική ευθύνη, σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος (2 παρ. 1).

Η ασφάλιση πρέπει να καλύπτει την αστική ευθύνη του κυρίου, του κατόχου και κάθε οδηγού ή προστηθέντος για την οδήγηση ή υπεύθυνου του ασφαλισμένου αυτοκινήτου (6 παρ. 1). Το πρόσωπο που ζημιώθηκε, έχει από την ασφαλιστική σύμβαση και μέχρι το ποσό αυτής ιδία αξίωση κατά του ασφαλιστή (10 § 1). Ο ασφαλιστής δεν μπορεί να αντιτάξει κατά του προσώπου που ζημιώθηκε, όταν τούτο ασκεί την κατά το άρθρο 10 § 1 αξίωση, ενστάσεις που απορρέουν από την ασφαλιστική σύμβαση, επιφυλασσομένου σ’ αυτόν του δικαιώματος αγωγής κατά του ασφαλισμένου, του αντισυμβαλλομένου και του οδηγού (11 § 1).

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 25 § 8 της με αριθ. ...5.4.1978 Απόφασης του Υπουργού Εμπορίου "περί καθορισμού των γενικών όρων του ασφαλιστηρίου του καλύπτοντος την εξ ατυχημάτων αυτοκινήτων αστικήν ευθύνην" (ΦΕΚ 795/1978 ΑΕ και ΕΠΕ) αποκλείονται της ασφαλίσεως ζημίες που προκαλούνται καθ’ ον χρόνον ο οδηγός του αυτοκινήτου οχήματος ετέλει υπό την επίδραση οινοπνεύματος ή τοξικών ουσιών κατά την έννοια και τις προϋποθέσεις του άρθρου 42 του ΚΟΚ.

Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 9 § 2 του ν. 2496/ 1997, τον λήπτη της ασφάλισης βαρύνουν όλες οι υποχρεώσεις που απορρέουν από την ασφαλιστική σύμβαση, εκτός από εκείνες που από τη φύση τους πρέπει να εκπληρωθούν από τον ασφαλισμένο. Από τον συνδυασμό των παραπάνω διατάξεων, της τελευταίας εφαρμοζόμενης συμπληρωματικά και στην ασφάλιση της αστικής ευθύνης εξ αυτοκινητικών ατυχημάτων, συνάγεται ότι η ρήτρα στο ασφαλιστήριο για εξαίρεση από την ασφαλιστική κάλυψη των ζημιών που προκαλούνται κατά το χρόνο που ο οδηγός έχει καταναλώσει οινόπνευμα περισσότερο του επιτρεπτού από τον ΚΟΚ, αποτελεί αληθώς καλυμμένο συμβατικό ασφαλιστικό βάρος.

Όμως, προϋπόθεση για την λειτουργία αυτής σε βάρος του λήπτη της ασφάλισης, ο οποίος δεν έχει τις υποχρεώσεις από την ασφαλιστική σύμβαση που μπορούν να εκπληρωθούν μόνο από τον ασφαλισμένο οδηγό του αυτοκινήτου, είναι να υφίσταται υπαιτιότητα αυτού (330 ΑΚ). Επομένως, ο ασφαλιστής που υποχρεώθηκε να καταβάλει αποζημίωση σε ζημιωθέντα τρίτο χωρίς να έχει ευθύνη, λόγω της συμβατικής εξαίρεσης από την ασφαλιστική κάλυψη των ζημιών που προκαλούνται, όταν ο οδηγός του ασφαλισμένου αυτοκινήτου ευρίσκεται υπό την επίδραση οινοπνεύματος, δεν δικαιούται να στραφεί αναγωγικά κατά του κυρίου και μη οδηγού του ζημιογόνου αυτοκινήτου και να αξιώσει απ’ αυτόν τα καταβληθέντα ποσά, αν τον τελευταίο δεν βαρύνει υπαιτιότητα σε σχέση με το γεγονός ότι ο οδηγός του αυτοκινήτου του, βρισκόταν υπό την επήρεια οινοπνεύματος όταν προξένησε το ατύχημα.

Για την απόδειξη του ως άνω στοιχείου, που αποτελεί την κύρια προϋπόθεση απαλλαγής του ασφαλιστή, δεν υπάρχουν στο Ελληνικό δίκαιο ειδικές διατάξεις που να ρυθμίζουν το θέμα αυτό. Αλλά ούτε και στα άρθρα 25 και 26 της ...1978 ΑΥΕ, ούτε στο Ν. 2496/1997 υπάρχουν ειδικές ή γενικές ρυθμίσεις από τις οποίες θα μπορούσε να συναχθεί ερμηνευτικά απάντηση στο εν λόγω ζήτημα.

Επομένως, η απάντηση πρέπει να δοθεί με αξιοποίηση των γενικών αρχών, όπως είναι η ανώμαλη εξέλιξη της ενοχής που εκδηλώνεται με την αδυναμία παροχής, την υπερημερία του οφειλέτη ή την πλημμελή εκπλήρωση της παροχής (βλ. ΑΚ 330, 335, 336, 337 και 382). Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει, ότι η ευθύνη του οφειλέτη στις περιπτώσεις της ανώμαλης εξέλιξης της ενοχής διέπεται από την αρχή της τεκμαιρόμενης υπαιτιότητας.

Κατά συνέπεια, εναπόκειται στον εναγόμενο να προτείνει συγκεκριμένα περιστατικά και να καταρρίψει το εις βάρος του τεκμήριο υπαιτιότητας (ΑΠ 736/2014, 1068/2013, ΑΠ 991/2011, 1357/2008, 1571/2006). Στην προκείμενη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο της αναιρέσεως, προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια εκ των αριθμών 1 και 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, διότι, κατ’ εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή εκ μέρους του δικαστηρίου του άρθρου 4 του Ν.

ΓΠΝ/1911, 2 παρ. 2 αυτού, 2 περ. 1, 6 παρ. 1, 10 παρ. 1 και 11 παρ. 1 του Ν. 489/1976, 25 παρ. 8 της ...5-4-1978 αποφάσεως του Υπουργού Εμπορίου περί καθορισμού των γενικών όρων του ασφαλιστηρίου, του καλύπτοντος την εξ ατυχημάτων αυτοκινήτων αστικήν ευθύνην και του άρθρου 9 παρ. 2 του Ν. 2496/1997, έγινε δεκτή και δεν απορρίφθηκε ως απαράδεκτη και ως προς τη δεύτερη αναιρεσείουσα η παρεμπίπτουσα εξ αναγωγής αγωγή της ασφαλιστικής εταιρείας "...

ΑΕΕΓΑ", ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις της παθητικής νομιμοποιήσεώς της ως λήπτριας μόνο της ασφαλίσεως και μη βαρυνόμενης με υπαιτιότητα σε σχέση με το γεγονός ότι ο οδηγός του ασφαλισμένου αυτοκινήτου βρισκόταν υπό την επίδραση οινοπνεύματος όταν προξένησε το ένδικο ατύχημα. Ο λόγος αυτός της αναιρέσεως είναι αβάσιμος και απορριπτέος, προεχόντως διότι δεν επικαλούνται οι αναιρεσείοντες ότι προβλήθηκε στο δικαστήριο της ουσίας (άρθρο 562 παρ. 2 ΚΠολΔ), αλλά και διότι δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι έγινε επίκληση περιστατικών καταλυτικών της τεκμαιρόμενης υπαιτιότητος της δεύτερης αναιρεσείουσας για το ότι ο πρώτος οδηγούσε υπό την επήρεια οινοπνεύματος.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται μόνον αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.ΑΠ 7/2006, 4/2005).

Με το λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (παραβίαση κανόνα του ουσιαστικού δικαίου) ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λπ.

ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ’ ουσίαν (Ολ.ΑΠ 27 και 28/1998). Εξάλλου κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος, προκύπτει, ότι ο προβλεπόμενος απ’ αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) (Ολ.ΑΠ 1/1999).

Ο προβλεπόμενος από το όρθρο 559, αριθ. 19 λόγος αναίρεσης για έλλειψη νόμιμης βάσης με την έννοια της ανεπαρκούς αιτιολογίας αφορά ελλείψεις αναγόμενες αποκλειστικά στη διατύπωση του αιτιολογικού πορίσματος αναφορικά με τη συνδρομή ή μη γεγονότων, που στη συγκεκριμένη περίπτωση συγκροτούν το πραγματικό του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, έτσι ώστε, από την ανεπαρκή ή αντιφατική έκθεσή τους, να μην μπορεί να κριθεί αν η απόφαση στηρίζεται ή όχι νομικώς (Ολ.ΑΠ 13/1995).

Η ύπαρξη νόμιμης βάσης και η αντίστοιχη έλλειψή της πρέπει να προκύπτουν αμέσως από την προσβαλλόμενη απόφαση, ο δε Άρειος Πάγος διαπιστώνει την ύπαρξη ή την ανυπαρξία του προκειμένου λόγου αναίρεσης, ελέγχοντας μόνο την προσβαλλόμενη απόφαση και το αιτιολογικό της και όχι το περιεχόμενο άλλων εγγράφων ή αποφάσεων σε εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ.

Αντίθετα, δεν υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης όταν πρόκειται για ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του εξαγόμενου από αυτές πορίσματος, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανέλεγκτα, κατά το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, εκτός αν δεν είναι σαφές το πόρισμα και για το λόγο αυτό γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος (ΑΠ 96/2015).

Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 297, 298, 300, 330 και 914 ΑΚ, συνάγεται, ότι προϋπόθεση της ευθύνης για αποζημίωση από αδικοπραξία είναι η υπαιτιότητα του υπόχρεου, η οποία υπάρχει και στην περίπτωση της αμέλειας, δηλαδή όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές, η παράνομη συμπεριφορά του υπόχρεου σε αποζημίωση έναντι εκείνου που ζημιώθηκε και η ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της παράνομης συμπεριφοράς και της ζημίας.

Η παράνομη συμπεριφορά ως όρος της αδικοπραξίας μπορεί να συνίσταται όχι μόνο σε θετική πράξη, αλλά και σε παράλειψη, εφόσον στην τελευταία αυτή περίπτωση εκείνος που υπέπεσε στην παράλειψη, ήταν υποχρεωμένος σε πράξη από το νόμο ή τη δικαιοπραξία, είτε από την καλή πίστη, κατά την κρατούσα κοινωνική αντίληψη.

Αιτιώδης δε συνάφεια υπάρχει, όταν η πράξη ή η παράλειψη του ευθυνόμενου προσώπου, που μπορεί να είναι και ο ζημιωθείς, στην περίπτωση που συνετέλεσε και ο ίδιος στην πρόκληση ή την επαύξηση της ζημίας, ήταν κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας ικανή και μπορούσε να επιφέρει, κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων, το επιζήμιο αποτέλεσμα.

Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ως αποδειχθέντα επιτρέπουν το συμπέρασμα να θεωρηθεί κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας ορισμένο γεγονός ως πρόσφορη αιτία της ζημίας, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 1 και 19 ΚΠολΔ, γιατί είναι κρίση νομική, αναγόμενη στην ορθή ή μη υπαγωγή από το δικαστήριο της ουσίας των διδαγμάτων της κοινής πείρας στην αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας.

Αντίθετα, η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, περί του ότι στη συγκεκριμένη (ένδικη) περίπτωση η πράξη ή η παράλειψη εκείνη αποτέλεσε ή δεν αποτέλεσε την αιτία του επιζήμιου αποτελέσματος, περί του ότι δηλαδή το ζημιογόνο γεγονός, σε σχέση με τη ζημία βρίσκεται ή δεν βρίσκεται σε σχέση αιτίου και αποτελέσματος, ως αναγόμενη σε εκτίμηση πραγματικών γεγονότων (άρθρ. 561 παρ. 1 ΚΠολΔ), δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο.

Με το δεύτερο λόγο της αναιρέσεως προσάπτεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια της παραβάσεως του άρθρου 559 αρ. 1 και 19 του ΚΠολΔ. Στην προκείμενη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη υπ’ αριθμ. 618/2009 απόφαση του Εφετείου Λάρισας έγιναν δεκτά τα ακόλουθα, κατά την ανέλεγκτη επί της ουσίας εκτίμηση των αποδείξεων: "Την 1-5-2015 και περί ώρα 6.05’ ο πρώτος των εναγόντων οδηγούσε το υπ’ αριθμ.

κυκλ. ... ΙΧΕ αυτοκίνητο κυριότητός του και έβαινε επί της Ε.Ο. Ν. Μοναστηρίου - Καρδίτσας - Τρικάλων με κατεύθυνση προς Καρδίτσα. Η άνω οδός, εύρους 14 μέτρων είναι διπλής κατευθύνσεως με δύο λωρίδες κυκλοφορίας ανά κατεύθυνση και με ανώτατο όριο ταχύτητας 80 χιλιόμ. ανά ώρα. Και ενώ κατά τον άνω χρόνον οι καιρικές συνθήκες ήσαν καλές, το οδόστρωμα ξηρό και ο φωτισμός λόγω νύκτας ανεπαρκής, η δε κίνηση των οχημάτων κανονική, ο πρώτος των εναγομένων, ο οποίος εκινείτο επί της προδιαληφθείσης οδού με κατεύθυνση προς ..., οδηγών το υπ’ αριθμ.

κυκλ. ... ΙΧΕ αυτοκίνητο κυριότητος της συζύγου του, ασφαλισμένου με ενεργόν σύμβαση ασφαλίσεως εις την τρίτη των εναγομένων ασφαλιστικήν εταιρείαν, εισήλθε εις το ρεύμα πορείας του ενάγοντος και επέπεσε με σφοδρότητα εις το αριστερό εμπρόσθιο τμήμα του ... ΙΧΕ αυτοκινήτου με αποτέλεσμα να προκληθούν σοβαρές σωματικές βλάβες εις τον ενάγοντα οδηγόν και εις την συνεπιβαίνουσα εις οπίσθιο από τον οδηγόν κάθισμα δευτέρα ενάγουσα μητέρα του.

Ειδικώτερον απεδείχθη ότι ο εναγόμενος οδηγός δεν εκινείτο εις το δεξί τμήμα της οδού, έβαινε με υπερβολική ταχύτητα διά τις επικρατούσες συνθήκες (νύκτα), ενώ ευρίσκετο και υπό την επήρειαν οινοπνεύματος (0,56%ο). Ο εναγόμενος και λόγω ελλείψεως προσοχής εξετράπη της πορείας του σε παρακείμενη περίφραξη καταστήματος, μετά την πρόσκρουση εις τα υποστυλώματα διηνήργησε ελιγμόν προς αριστερά ώστε να αποφύγει την είσοδον εις το κατάστημα, δεν μπόρεσε λόγω της καταστάσεώς του να επαναφέρει το οδηγούμενον όχημα εις την πορείαν του αλλ’ ούτε να ελέγξει την κίνηση των επί της οδού κινουμένων οχημάτων, εισήλθε εις το αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας και επέπεσε με σφοδρότητα εις το κανονικώς εις την δεξιά λωρίδα κυκλοφορίας και με κανονική ταχύτητα κινούμενον ...

ΙΧΕ αυτοκίνητο οδηγούμενον από τον πρώτον ενάγοντα, αρχικώς εις το εμπρόσθιο αριστερό τμήμα και λόγω της αναστροφής του (υπ’ αριθμ. ...) επέπεσε εν συνεχεία εις το οπίσθιο πλάγιο τμήμα αυτού. Το προπεριγραφόμενον αυτοκινητικό ατύχημα οφείλεται αποκλειστικώς εις την υπαιτιότητα του πρώτου των εναγομένων οδηγού του υπ’ αριθμ ...

αυτοκινήτου, οι υποστάντες δε τις σωματικές βλάβες πρώτος και δευτέρα ενάγοντες απεδείχθη ότι έφεραν ζώνη ασφαλείας. Δεχθέν το πρωτοβάθμιον Δικαστήριον ότι το επελθόν ζημιογόνον εις τους ενάγοντες αποτέλεσμα οφείλεται εις αποκλειστική υπαιτιότητα του εναγομένου οδηγού και απορρίψαν την περί συντρέχοντος πταίσματος του ενάγοντος ένσταση (ΑΚ 300) ως αβάσιμη κατ’ ουσίαν, ορθώς τον Νόμον εφήρμοσε και τις αποδείξεις εκτίμησε και πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος κατ’ ουσίαν ο πρώτος λόγος της υπ’ αριθμ.

καταθ. ...2007 εφέσεως και ο δεύτερος λόγος της υπ’ αριθμ. καταθ. ...2007 εφέσεως. Εξ ετέρου εξ ουδενός αποδεικτικού μέσου απεδείχθη ότι την πορεία του ζημιογόνου αυτοκινήτου ανέκοψε αγνώστων στοιχείων οδηγούμενον από άγνωστον οδηγόν ΙΧΕ αυτοκίνητο, προς αποφυγήν του οποίου ο εναγόμενος διενήργησε ελιγμόν δεξιά, έχασε τον έλεγχον του οχήματός του, εισήλθε εις το (αντίθετο) ρεύμα πορείας του ενάγοντος και συνεκρούσθη με το οδηγούμενον από τον τελευταίον αυτοκίνητο.

Απορρίψαν το πρωτοβάθμιον Δικαοτήριον ως αβάσιμη κατ’ ουσίαν την υπ’ αριθμ. .../2007 αγωγή του πρώτου εναγομένου κατά του Επικουρικού Κεφαλαίου, ορθώς τις αποδείξεις εκτίμησε και πρέπει να απορριφθεί ο δεύτερος λόγος της υπ’ αριθμ. ...2007 εφέσεως του ενάγοντος ως αβάσιμος κατ’ ουσίαν... Περαιτέρω, καθόσον αφορά εις τον πρώτον λόγον της υπ’ αριθμ.

καταθ. ...2007 εφέσεως της παρεμπιπτόντως εναγούσης ασφαλιστικής εταιρείας διά του οποίου πλήττεται η εκκαλουμένη απόφαση, απορρίψασα ως αβάσιμη την υπ’ αριθμ. καταθ. ...2006 αγωγή κατά των εναγομένων οδηγού και κυρίας του ζημιογόνου αυτοκινήτου, ασφαλισμένου με ενεργόν σύμβαση ασφαλίσεως διά την αστικήν ευθύνη της έναντι τρίτων ζημίας, πρέπει να λεχθούν τα εξής:

Εκ των διατάξεων των άρθρων 185, 189, 192, 361 ΑΚ, 189 και 192 του Εμπ.Ν προκύπτει, ότι η σύμβαση ασφαλίσεως καταρτίζεται με απλή συναίνεση των μερών, συντελείται από τον χρόνον αποδοχής της αιτήσεως για ασφάλιση από τον ασφαλιστή, η οποία μπορεί να υποδηλωθεί και σιωπηρώς με την αποστολήν του ασφαλιστηρίου εις τον αιτούντα και αποδεικνύεται με το ασφαλιστήριο, διά το κύρος του οποίου αρκεί μόνον η υπογραφή του ασφαλιστή.

Εξ ετέρου, με βάση τις §§ 8 και 11 του άρθρου 25 της ...1978 AYE, που εκδόθηκε κατ’ εξουσιοδότηση του άρθρου 6 § 7 του Ν. 489/1976, αποκλείονται της ασφαλίσεως ζημίες οι οποίες προξενήθηκαν σε χρόνον που ο οδηγός του αυτοκινήτου οχήματος τελούσε υπό την επίδραση οινοπνεύματος ή τοξικών ουσιών κατά την έννοιαν και τις προϋποθέσεις του άρθρου 42 του ΚΟΚ.

Ο όρος αυτός για να είναι δεσμευτικός για τα μέρη της ασφαλιστικής σύμβασης πρέπει να έχει καταστεί περιεχόμενον της συμβάσεως ασφαλίσεως. Τούτο μπορεί να γίνει είτε με ενσωμάτωση αυτούσιου του όρου εις την σύμβαση ασφαλίσεως είτε με παραπομπή της σύμβασης εις τους όρους της ...1978 Α.Υ.Ε. και συγκεκριμένα εις τον ανωτέρω όρον.

Αρκεί προς τούτο και παραπομπή απευθείας στο Φ.Ε.Κ. που περιέχει την άνω Υπουργική απόφαση. Εάν εις την πρόταση την οποία απευθύνει ο αντισυμβαλλόμενος εις τον ασφαλιστήν του περιέχεται ο μνημονευθείς όρος, διά να καταστεί αυτός περιεχόμενον της καταρτιζόμενης ασφαλιστικής συμβάσεως απαιτείται και αρκεί αποδοχή του από τον ασφαλιστήν του, χωρίς αποστολή νέας πρότασης με το ίδιο περιεχόμενον από τον τελευταίον εις τον αντισυμβαλλόμενον.

Διά την δέσμευση του ασφαλισμένου δεν είναι απαραίτητο να υπογράφεται το ασφαλιστήριο από αυτόν αλλά αρκεί να καταβάλλει τα ασφάλιστρα και να παραλαμβάνει το ασφαλιστήριο. Το ασφαλιστήριο είναι αποδεικτικό και όχι συστατικό της συμβάσεως έγγραφον. Οι περιεχόμενοι εις αυτό γενικοί και ειδικοί όροι, από τους οποίους οι ειδικοί επικρατούν των γενικών, δεσμεύουν τον ασφαλιζόμενον και όταν ακόμη δεν το υπέγραψε, εφόσον εις αυτό στηρίζει τις αξιώσεις του, το επικαλείται και το προσκομίζει εις το Δικαστήριο.

Τέλος, οι γενικοί όροι της ασφαλίσεως υπάγονται εις την ευρύτερη κατηγορία των γενικών όρων των συναλλαγών. Εις την ουσία πρόκειται για όρους που επιβάλλονται από τον ασφαλιστή εις τον αντισυμβαλλόμενον και ισχύουν σε όλες τις ασφαλιστικές συμβάσεις ορισμένου τύπου. Ειδικώτερον, εις τα αυτοκινητικά ατυχήματα οι γενικοί όροι δεν επιβάλλονται από τον ασφαλιστή αλλά διατυπώνονται εις την άνω ...1978 Α.Υ.Ε.

Δεν δικαιολογείται άγνοια των όρων από τα συμβαλλόμενα μέρη και δεν επιτρέπεται τροποποίησή τους με συμφωνία των μερών ή μονομερώς από τον ασφαλιστή (ΑΠ 76/2005 Ελλ.Δνη 46.1415).

Εν προκειμένω, εκ της μετ’ επικλήσεως προσκομίσεως του υπ’ αριθμ. ...2005 ασφαλιστηρίου συμβολαίου απεδείχθη ότι η δευτέρα εναγομένη κυρία του ζημιογόνου ΙΧΕ αυτοκινήτου διά της προδιαληφθείσης συμβάσεως με την ενάγουσα ασφαλιστική εταιρεία είχε ασφαλιστική κάλυψη διά την αστικήν ευθύνην ζημίας προς τρίτους.

Εις το προδιαληφθέν ασφαλιστήριο αναφέρεται ότι "το ασφαλιστήριο αυτό διέπεται από τις διατάξεις του ν.δ. 400/70, του Ν. 489/1976, του Ν. 2496/1997, από τις διατάξεις της υπ’ αριθμ. .../1978 απόφασης του Υπουργού Εμπορίου, όπου δεν έχει τροποποιηθεί από τους παραπάνω νόμους και από τους συνημμένους ασφαλιστικούς όρους (γενικούς και ειδικούς)...

από το παρόν εξαιρούνται οι περιπτώσεις που αναφέρονται στα άρθρα 25 και 26 της Υ.Α. .../78, όπως αναφέρονται στους συνημμένους Γενικούς Όρους". Η εναγομένη έλαβε γνώση των όρων της συμβάσεως ασφαλίσεως τους οποίους απεδέχθη, κατέβαλε το ορισθέν ασφάλιστρο. Συμφώνως προς τον 9ον όρον της προδιαληφθείσης συμβάσεως "δεν καλύπτονται με το ασφαλιστήριο και αποκλείονται από την ασφάλιση ζημίες που προξενήθηκαν....§8:

Εάν κατά το ατύχημα ο οδηγός του αυτοκινήτου ευρίσκεται υπό την επίδραση οινοπνεύματος ή τοξικών ουσιών κατά την έννοιαν και τις προϋποθέσεις του άρθρου 42 του ΚΟΚ". Απεδείχθη επίσης ότι ο εναγόμενος οδηγός του καλυμμένου με την ως άνω ασφάλιση ζημιογόνου αυτοκινήτου τελούσε κατά την οδήγηση υπό την επήρεια αλκοόλης ανιχνευθείσα με εξέταση αίματος σε ποσοστό 0,56%ο και 0,51%ο κατά την επανεξέταση (υπ’ αριθμ.

πρωτ. .../8-5-2005 και .../26.7.2005 έκθεση εξετάσεως και επανεξετάσεως, αντιστοίχως, αίματος του Τμήματος Χημικών και Φυσικών εξετάσεων της Υποδιευθύνσεως Εγκληματικών Ερευνών Βορείου Ελλάδος), η ύπαρξη δε μέθης εις τον εναγόμενον οδηγόν αποδεικνύεται και από τον τρόπον οδηγήσεως του ζημιογόνου αυτοκινήτου του (πρόσκρουση σε περίφραξη ανθοπωλείου, αναστροφή επί του οδοστρώματος, είσοδος εις το αντίθετο ρεύμα, παντελής απώλεια ελέγχου του οχήματος και σφοδρότητα συγκρούσεως).

Επομένως, υφίσταται εν προκειμένω περίπτωση αποκλεισμού της ευθύνης της εναγομένης - παρεμπιπτόντως εναγούσης ασφαλιστικής εταιρείας από την ως άνω σύμβαση ασφαλίσεως βάσει συνομολογηθέντος όρου της παραβάσεως του άρθρου 42 ΚΟΚ, η ενάγουσα διατηρεί δικαίωμα αναγωγής κατά των παρεμπιπτόντως εναγομένων διά την καταβολήν του ποσού αποζημιώσεως των εναγόντων και πρέπει να γίνει δεκτή η ασκηθείσα από την ασφαλιστική εταιρεία αγωγή.

Απορρίψαν το πρωτοβάθμιον Δικαστήριον την αγωγή ως αβάσιμη με την αιτιολογίαν ότι η ενάγουσα ασφαλιστική εταιρεία δεν προσκόμισε με επίκληση το επίδικο ασφαλιστήριο συμβόλαιο και δεν απεδείχθη ότι συμπεριελήφθη ο όρος του άρθρου 25 αρ. 8, έσφαλε περί την εκτίμηση των αποδείξεων και πρέπει να γίνει δεκτός ως και κατ’ ουσίαν βάσιμος ο πρώτος λόγος της υπ’ αριθμ. ...2007 εφέσεως...".

Με τα ως άνω περιστατικά το Εφετείο, αφού συνεκδίκασε τις με αρ. καταθ. ... και ...2007 εφέσεις των εκκαλούντων: 1) ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "... ΑΕΕΓΑ", 2) Κ. Π., Ο. συζ. Β. Π. και Β. Π. και 3) Κ. Β. Α. και Μ. Ν. Ρ. συζύγου Κ. Α., απέρριψε την τελευταία έφεση ως προς την τέταρτη εφεσίβλητη στην τρίτη έφεση "...", ως απαράδεκτη, απέρριψε κατά τα λοιπά κατ’ ουσίαν την υπ’ αριθμ.

εκθ. κατάθ. ...2007 έφεση, δέχθηκε κατ’ ουσίαν τις υπ’ αριθμ. εκθ. καταθ. .../2007 εφέσεις, εξαφάνισε την εκκαλουμένη υπ’ αριθμ. 263/2007 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Καρδίτσας και αφού κράτησε την υπόθεση και συνεκδίκασε τις με αυξ. αρ. καταθ. …/2006 και ...2006 αγωγές των: Κ. Π. κ.λπ. και της ασφαλιστικής εταιρείας "..." (παρεμπίπτουσα), δέχθηκε αυτές εν μέρει και υποχρέωσε τους εναγομένους να καταβάλουν στους ενάγοντες τα αναφερόμενα σ’ αυτή ποσά.

Με τις ανωτέρω παραδοχές του το Εφετείο ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 297, 298, 300, 330 και 914 ΑΚ και τις λοιπές διατάξεις που εφαρμόσθηκαν, καθόσον τα ανελέγκτως δεκτά γενόμενα ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά για την αποκλειστική υπαιτιότητα του πρώτου αναιρεσείοντος στο ένδικο ατύχημα και την ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της υπαίτιας συμπεριφοράς του και του τραυματισμού των δύο πρώτων εναγόντων Κ.

και Ο. Π., πληρούν το πραγματικό των νομικών εννοιών της υπαιτιότητας και της αιτιώδους συνάφειας. Ειδικότερα, στην απόφαση, πέραν της διαπιστώσεως της ποσότητος οινοπνεύματος στο αίμα του, διαλαμβάνεται ότι αυτός δεν εκινείτο στο δεξιό τμήμα της οδού και έβαινε με υπερβολική ταχύτητα για τις επικρατούσες συνθήκες (νύκτα) και λόγω ελλείψεως της προσοχής του εξετράπη της πορείας του σε παρακείμενη περίφραξη καταστήματος...

Επίσης αναφέρεται, ότι η ύπαρξη μέθης του αποδεικνύεται και από τον τρόπο οδηγήσεως του ζημιογόνου αυτοκινήτου (πρόσκρουση σε περίφραξη ανθοπωλείου, αναστροφή εντός του οδοστρώματος, είσοδος στο αντίθετο ρεύμα, παντελής απώλεια ελέγχου του οχήματος και σφοδρότητα συγκρούσεως). Έτσι το Εφετείο δεν περιορίστηκε μόνο στη διαπίστωση της ποσότητος οινοπνεύματος στο αίμα του για να καταλήξει στην κατάφαση της υπαιτιότητός του για το ατύχημα, όπως αβάσιμα υποστηρίζουν οι αναιρεσείοντες με το δεύτερο λόγο της αναιρέσεως από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ υπό τα ειδικότερα στοιχεία α) και β).

Επίσης με τις άνω παραδοχές του το δικαστήριο, ούτε τα διδάγματα της κοινής πείρας παραβίασε, εφόσον για τη συναγωγή του δικανικού του πορίσματος, δεν περιορίστηκε αποκλειστικά στο περιστατικό της μέθης του πρώτου αναιρεσείοντος. Επομένως και το υπό στοιχείο γ) αναφερόμενα στον ίδιο, από τον αριθμό 1 του άρθρου 559, λόγο, είναι αβάσιμα και απορριπτέα.

Από τις ίδιες πιο πάνω παραδοχές, προκύπτει, ότι η προσβαλλόμενη απόφαση έχει νόμιμη βάση και δη την απαιτούμενη αιτιολογία, γιατί καλύπτεται χωρίς λογικά κενά και αντιφάσεις και με πληρότητα και σαφήνεια, χωρίς να χρειαζόταν οποιαδήποτε άλλη περαιτέρω παραδοχή για το πραγματικό των εφαρμοστέων κανόνων του ουσιαστικού δικαίου, τους οποίους η απόφαση δεν παραβίασε εκ πλαγίου με ασαφείς, αντιφατικές και ανεπαρκείς αιτιολογίες, ενώ δεν ήταν αναγκαία η παράθεση και άλλων να αιτιολογηθεί χωρίς αμφιβολία η υπαιτιότητα του πρώτου αναιρεσείοντος στο ζημιογόνο αποτέλεσμα.

Κατόπιν αυτών, όσα περί του αντιθέτου υποστηρίζουν οι αναιρεσείοντες με τον ίδιο λόγο για παράβαση από την προσβαλλόμενη απόφαση, του άρθρου 559 αρ. 19 του ΚΠολΔ, κρίνονται αβάσιμα.

Από τις διατάξεις των άρθρων 335 και 338 έως 341 του ΚΠολΔ, συνάγεται, ότι το δικαστήριο για να σχηματίσει τη δικανική του πεποίθηση ως προς την βασιμότητα ή μη των προβαλλόμενων από τους διαδίκους πραγματικών γεγονότων, που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη όλα τα νόμιμα αποδεικτικά μέσα που επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι για άμεση και έμμεση απόδειξη, χωρίς να είναι ανάγκη να γίνεται ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση του καθενός από αυτά, κατ’ αντιδιαστολή προς τα λοιπά έγγραφα και εν γένει προς τα άλλα αποδεικτικά μέσα, τα οποία φέρονται ότι ελήφθησαν υπόψη προς σχηματισμό της κρίσης του.

Βέβαια δεν αποκλείεται το δικαστήριο της ουσίας να μνημονεύει και να εξαίρει μερικά από τα αποδεικτικά μέσα, λόγω της, κατά την ελεύθερη κρίση του, μεγαλύτερης σημασίας τους, αρκεί να γίνεται αδίστακτα βέβαιο από το όλο περιεχόμενο της απόφασης, ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν νόμιμα οι διάδικοι.

Η παραβίαση της υποχρέωσης αυτής ιδρύει το λόγο της αναίρεσης του άρθρου 559 αρ. 11 περ. γ’ του ΚΠολΔ, υπό την αποκλειστική προϋπόθεση, ότι το πραγματικό γεγονός που επικαλείται ο διάδικος, ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, αφού μόνο ένα τέτοιο (ουσιώδες) γεγονός καθίσταται αντικείμενο απόδειξης (Ολ.ΑΠ 14/2005 και 2/2008).

Στην προκείμενη περίπτωση, όπως από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει, το δικαστήριο κατέληξε στο παραπάνω αποδεικτικό του πόρισμα, αφού εκτίμησε τις ένορκες καταθέσεις των επιμελεία των διαδίκων, ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, εξετασθέντων μαρτύρων, που περιέχονται στα ταυτάριθμα με την επικαλουμένη απόφαση πρακτικά και όλα τα έγγραφα, τα οποία νομίμως επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι.

Από την περιλαμβανόμενη στην ως άνω απόφαση ρητή βεβαίωση του Εφετείου, ότι έλαβε υπόψη του όλα τα έγγραφα και από το όλο περιεχόμενό της (απόφασης), με την οποία απορρίφθηκε ο αγωγικός ισχυρισμός του πρώτου αναιρεσείοντος στην υπ’ αριθμ. εκθ. .../2007 αγωγή του κατά του επικουρικού κεφαλαίου, ότι στην πορεία του αυτοκινήτου του παρενεβλήθη άλλο άγνωστο όχημα, το οποίο στη συνέχεια εξαφανίσθηκε, καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε μαζί με τις υπόλοιπες αποδείξεις και την υπ’ αριθμ. 165/31-1-2007 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Καρδίτσας και τα πρακτικά αυτής, η οποία περιλαμβάνεται στην κατηγορία των εγγράφων, που κατά τα άνω αναγνώστηκαν, ο δε σχετικός τρίτος λόγος της αναιρέσεως εκ του άρθρου 559 αρ. 11γ’ ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος και απορριπτέος.

Με τον τέταρτο λόγο της αναιρέσεως προσβάλλεται η απόφαση, διότι το δικαστήριο, παρά το νόμο, απέρριψε συλλήβδην την με αρ. καταθ. ...2007 έφεση των αναιρεσειόντων κατά της ασφαλιστικής εταιρείας "...", διότι, ναι μεν στην κύρια αγωγή των εναγόντων Κ., Ο. και Β. Π. ήταν ομόδικός τους, δεν ήταν όμως και στην υπ’ αριθμ. εκθ. καταθ. ...2006 παρεμπίπτουσα αγωγή της εν λόγω ασφαλιστικής εταιρείας εναντίον τους. Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος και απορριπτέος, διότι όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων και ειδικότερα της πρωτόδικης υπ’ αριθμ. 263/2007 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Καρδίτσας και της ως άνω εφέσεως των αναιρεσειόντων κατ’ αυτής, με την πρωτόδικη απόφαση απορρίφθηκε η παρεμπίπτουσα αγωγή της ασφαλιστικής εταιρείας "..." κατά των αναιρεσειόντων και επομένως αυτοί, ως νικήσαντες διάδικοι και μη επικαλούμενοι έννομο συμφέρον, δεν προσέβαλαν την ως άνω απόφαση κατά τούτο.

Με τον πέμπτο και τελευταίο λόγο της αναιρέσεως προβάλλεται η αιτίαση, ότι παρά το νόμο δεν κηρύχθηκε απαράδεκτη λόγω αοριστίας η με αρ. καταθ. ...2006 παρεμπίπτουσα αγωγή εναντίον τους, καθ’ ότι ήταν αόριστη, ως περιέχουσα ανεπαρκείς και ασαφείς αιτιολογίες ως προς την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της δήθεν παραβιάσεως του ασφαλιστικού όρου και της ζημίας και ειδικότερα του μη προσδιορισμού του συγκεκριμένου τρόπου, κατά τον οποίο, η οδήγηση του αυτοκινήτου από τον πρώτο αναιρεσείοντα, πέραν από την ενδεχόμενη έλλειψη της προσοχής του ως οδηγού, συνετέλεσε ουσιωδώς στην πρόκληση του ατυχήματος ή την επαύξηση της ζημίας των παθόντων.

Ο ισχυρισμός αυτός είναι αβάσιμος και απορριπτέος, κατά πρώτον διότι η αγωγή δεν είναι αναγκαίο να περιέχει αιτιολογίες όπως η δικαστική απόφαση, αλλά τα οριζόμενα στα άρθρα 216 παρ. 1, 118 και 117 ΚΠολΔ. Εξ άλλου από την παραδεκτή (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) επισκόπηση της προσκομιζόμενης ήδη αγωγής - αναγωγής της ασφαλιστικής εταιρείας "...

ΑΕΕΓΑ" με αρ. καταθ. ...2006, στην οποία προσαρτάται και αποτελεί ενιαίο δικόγραφο, η κύρια αγωγή των: Κ. Β. Π., Ο. συζ. Β. Π. και Β. Κ. Π., προκύπτει ότι αυτή περιέχει τα στοιχεία της υπαιτιότητος του πρώτου αναιρεσείοντος στο ένδικο ατύχημα και του αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της υπαίτιας συμπεριφοράς του κατά την οδήγηση του αυτοκινήτου και της προκλήσεως του ατυχήματος, διαλαμβανόμενα πλήρως στις σελίδες 1, 2 και 3 της αγωγής.

Επίσης στις σελίδες 20 και επόμενες αυτής διαλαμβάνεται, ότι η παρεμπιπτόντως ανάγουσα είχε πράγματι ασφαλισμένο το φερόμενο ως ζημιογόνο υπ’ αριθμ. ... ΙΧΕ αυτοκίνητο ιδιοκτησίας της δεύτερης εναγομένης, που οδηγούσε ο πρώτος εναγόμενος, διά του υπ’ αριθμ. ... ασφαλιστηρίου Αστικής ευθύνης και προαιρετικών καλύψεων αυτοκινήτου για την έναντι των τρίτων αστική ευθύνη για σωματικές βλάβες και υλικές ζημίες, ότι το ασφαλιστήριο διεπόταν από τις διατάξεις του Ν.Δ. 400/1970, του Ν. 489/1976, του Ν. 2496/1997 και τις διατάξεις της υπ’ αριθμ. .../1978 αποφάσεως του Υπουργού Εμπορίου και από τους συνημμένους ασφαλιστικούς όρους με τις εξαιρέσεις του άρθρου 2, όπως αυτή της οδηγήσεως υπό την επίδραση οινοπνευματωδών, τις δε νόμιμες ρήτρες, όπως και η ανωτέρω, αποδέχθηκε η αντισυμβληθείσα εναγομένη και αποτελούν περιεχόμενο του ασφαλιστηρίου συμβολαίου.

Κατ’ ακολουθίαν όλων των ανωτέρω, πρέπει ως προς το πρώτο αναιρεσίβλητο Επικουρικό Κεφάλαιο, να απορριφθούν όλοι οι λόγοι της αναιρέσεως και η αναίρεση στο σύνολό της και να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες στη δικαστική δαπάνη του ως άνω αναιρεσιβλήτου, που κατέθεσε προτάσεις (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Κηρύσσει καταργημένη τη δίκη επί της από 18-10-2012 αιτήσεως των: Κ. Β. Α. και Μ. Ν. Ρ. συζύγου Κ. Α. για αναίρεση της υπ’ αριθμ. 618/2009 οριστικής αποφάσεως του Εφετείου Λάρισας, ως προς τους αναιρεσιβλήτους Κ. Β. Π., Ο. συζ. Β. Π. και Βασίλειο Κ. Π..

Απορρίπτει την ως άνω αίτηση αναιρέσεως ως προς το πρώτο αναιρεσίβλητο "ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΑΣΦΑΛΙΣΕΩΣ ΕΥΘΥΝΗΣ ΕΞ ΑΤΥΧΗΜΑΤΩΝ ΑΥΤΟΚΙΝΗΤΩΝ".

Και

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στη δικαστική δαπάνη του ως άνω αναιρεσιβλήτου, την οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 5 Ιουλίου 2017.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 19 Ιουλίου 2017.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ