1338/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του στις 28 Νοεμβρίου 2011, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Legislator headnote
AI generated1338/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 22-12-2004 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3985/2005 του ίδιου Δικαστηρίου και 3442/2007 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 26-2-2009 αίτησή τους.
Full text
Απόφαση 1338 / 2012 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1338/2012
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αντιπρόεδρο, Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, Χρυσόστομο Ευαγγέλου, Ευφημία Λαμπροπούλου και Γεράσιμο Φουρλάνο, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του στις 28 Νοεμβρίου 2011, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) Α. Χ. του Α. και 2) Ε. Ζ. του Α., κατοίκων ..., οι οποίοι παραστάθηκαν αυτοπροσώπως με την ιδιότητά τους ως δικηγόρων.
Του αναιρεσιβλήτου: Λ. Ρ. του Σ., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Βασίλειο Γκουζάνη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 22-12-2004 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3985/2005 του ίδιου Δικαστηρίου και 3442/2007 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 26-2-2009 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ευφημία Λαμπροπούλου ανέγνωσε την από 11-3-2011 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως.
Οι αυτοπροσώπως παριστάμενοι αναιρεσείοντες ζήτησαν την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τη διάταξη του άρθρου 940 παρ.3 Κ.Πολ.Δ. αν ακυρωθεί αμετάκλητα η αναγκαστική εκτέλεση, εκείνος κατά του οποίου έγινε η εκτέλεση έχει δικαίωμα να ζητήσει από εκείνον που την επέσπευσε αποζημίωση για τη ζημία του, αν συντρέχουν οι προϋποθέσεις των άρθρων 914 ή 919 του αστικού κώδικα. Παρέχεται δηλαδή στην περίπτωση αυτή γνήσια ουσιαστικού δικαίου αξίωση αποζημιώσεως στον θιγέντα, στηριζόμενη σε ειδική αδικοπραξία, τα στοιχεία της οποίας ορίζονται στην προαναφερθείσα διάταξη σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 914 ή 919 Α.Κ. Όμως κατά την αληθή έννοια της παραπάνω διατάξεως του άρθρου 940 παρ.3 Κ.Πολ.Δ., ερμηνευομένης υπό το πρίσμα του άρθρου 6 της ΕΣΔΑ περί δίκαιης δίκης και παροχής ουσιαστικής έννομης προστασίας αλλά και του άρθρου 20 παρ.1 του Συντάγματος, δεν αποκλείεται η έγερση, εκτός από την παρεχόμενη από τη διάταξη αυτή αξίωση αποζημιώσεως, αυτοτελούς αγωγής για αποζημίωση εξαιτίας άδικης εκτελέσεως (Ολ.Α.Π. 9/2010).
Στην προκειμένη περίπτωση με την από 22-12-2004 αγωγή του επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, κατά το μέρος της που κρίθηκε νόμιμη και ενδιαφέρει εν προκειμένω, ο ήδη αναιρεσίβλητος εξέθεσε ότι οι πρώτος και δεύτερος εναγόμενοι και ήδη αναιρεσείοντες, δικηγόροι, παρανόμως και υπαιτίως κατέσχον αναγκαστικά στα χέρια της τρίτης εναγομένης και ήδη μη διαδίκου Αγροτικής Τράπεζας της Ελλάδος ως τρίτης τα ποσά των 11.790 και 5.818,22 ευρώ αντίστοιχα, τα οποία αυτός τους όφειλε για δικηγορικές αμοιβές, αν και η απαίτησή του κατά της πιο πάνω τράπεζας την οποία κατέσχον αναγκαστικά προερχόταν από χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης εξαιτίας εργατικού ατυχήματος που αυτός είχε υποστεί από υπαιτιότητα των προστηθέντων της Αγροτικής Τράπεζας και, κατά το άρθρο 15 του β.δ. της 24-7/25-8-1920, ήταν ακατάσχετη. Ζήτησε δε να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι να του καταβάλουν ως αποζημίωση τα πιο πάνω ποσά. Η αγωγή αυτή ήταν νόμιμη αφού, σύμφωνα με όσα έχουν εκτεθεί στην αρχή αυτής της σκέψεως, εκτός της παρεχόμενης από τη διάταξη του άρθρου 940 παρ.3 Κ.Πολ.Δ. αξιώσεως αποζημιώσεως, είναι επιτρεπτή η έγερση και αυτοτελούς αγωγής για αποζημίωση εξαιτίας άδικης εκτελέσεως.
Συνεπώς το εφετείο, το οποίο έκρινε ότι η αγωγή του αναιρεσιβλήτου με το πιο πάνω περιεχόμενο ήταν νόμιμη, δεν παραβίασε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 940 παρ.3 Κ.Πολ.Δ. και ο πρώτος λόγος της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως, με τον οποίο οι αναιρεσείοντες, επικαλούμενοι το άρθρο 559 αριθ.1 Κ.Πολ.Δ., υποστηρίζουν τα αντίθετα, είναι αβάσιμος.
Με το άρθρο 15 του β.δ. της 24-7/25-8-1920 "περί κωδικοποιήσεως των νόμων περί ευθύνης προς αποζημίωσιν των εξ ατυχήματος εν τη εργασία παθόντων εργατών ή υπαλλήλων" ορίζεται ότι: "Αι κατά τον παρόντα νόμον απαιτήσεις ούτε συμψηφίζονται ούτε κατάσχονται ούτε εκχωρούνται, πάσα δε κατάσχεσις ή εκχώρησις είναι αυτοδικαίως άκυρος". Η πιο πάνω διάταξη αποσκοπεί στην προστασία του οικονομικά ασθενέστερου εργαζομένου που υπέστη ατύχημα στην εργασία του, έναντι του οικονομικά ισχυρότερου εργοδότη αλλά και έναντι των δανειστών αυτού (του εργαζομένου). Για την ταυτότητα του νομικού λόγου, στις απαιτήσεις που απορρέουν από το πιο πάνω βασιλικό διάταγμα (και συνακόλουθα δεν υπόκεινται σε συμψηφισμό, κατάσχεση ή εκχώρηση), εκτός από εκείνες για αποζημίωση, οι οποίες προσδιορίζονται στο άρθρο 3 του διατάγματος αυτού, περιλαβάνονται και εκείνες για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης του παθόντος από εργατικό ατύχημα, οι οποίες προβλέπονται από το ίδιο διάταγμα σε συνδυασμό με τις διατάξεις περί χρηματικής ικανοποιήσεως του αστικού κώδικα (σχετ. Α.Π. 691/2006).
Συνεπώς το εφετείο, το οποίο έκρινε ότι η επιδικασθείσα στον αναιρεσίβλητο χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης την οποία υπέστη συνεπεία εργατικού ατυχήματος ήταν ακατάσχετη, δεν παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 3 και 15 του β.δ. της 24-7/25-8-1920 και ο δεύτερος λόγος της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως, με τον οποίο οι αναιρεσείοντες, επικαλούμενοι το άρθρο 559 αριθ.1 Κ.Πολ.Δ., υποστηρίζουν τα αντίθετα, είναι αβάσιμος.
Ενόψει όλων αυτών πρέπει να απορριφθεί η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως, να καταδικασθούν δε οι αναιρεσείοντες στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου σύμφωνα με το σχετικό αίτημα του τελευταίου (άρθρα 176, 183 και 191 παρ.2 Κ.Πολ.Δ.).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 26-2-2009 αίτηση των Α. Χ. και Ε. Ζ. για αναίρεση της 3442/2007 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου, την οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 13 Μαρτίου 2012.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 27 Ιουλίου 2012.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ