Supreme Court allows appeal against second instance decision due to failure to consider sworn affidavit as distinct evidence.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court allowed the appeal against the second instance judgment, ordering a retrial before a different panel of judges. The lower court failed to explicitly evaluate the sworn affidavit submitted by the appellant, despite its legal necessity as a distinct evidentiary means. Consequently, the Court found the appeal admissible and remitted the case for further examination.
Legislator headnote
AI generatedArticles 270(b), 524, 576(1), 580(3) of the Code of Civil Procedure; The court must explicitly consider sworn affidavits as distinct evidentiary means, and failure to do so renders the appeal admissible, requiring retrial by a different panel.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1338 / 2009 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 1338/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δημήτριο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο, Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη, Μίμη Γραμματικούδη, Σπυρίδωνα Μιτσιάλη και Δημήτριο Μαζαράκη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, την 17 Δεκεμβρίου 2008, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1. ... χας Θ1, 2.... και 3. ... θυγατέρα Θ1, κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Χρήστο Κουμπούρα.
Της αναιρεσίβλητης:..., κατοίκου ..., η οποία δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 5-10-1999 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Λάρισας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 145/2000 του ίδιου Δικαστηρίου και 364/2005 του Εφετείου Λάρισας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 16-1-2005 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκαν μόνο οι αναιρεσείοντες όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη ανέγνωσε την από 27-11-2008 έκθεσή της με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τη ... έκθεση επίδοσης του αρμόδιου δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης... προκύπτει, ότι, κατόπιν έγγραφης παραγγελίας του πληρεξούσιου δικηγόρου των αναιρεσειόντων, που επισπεύδουν τη συζήτηση, ακριβές αντίγραφο της από 30-10-2007 κλήσης τους προς συζήτηση της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης μετά τη ματαίωσή της -συζήτησης- κατά τη δικάσιμο της 19-9-2007, που είχε οριστεί αρχικά, επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα στην αναιρεσίβλητη, ενώ από τη ... έκθεση επίδοσης του ίδιου δικαστικού επιμελητή προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο και της αίτησης αναίρεσης επιδόθηκε προς αυτήν, η οποία όμως δεν εμφανίστηκε κατά τη συζήτηση της εν λόγω αίτησης, όταν η υπόθεση εκφωνήθηκε κατά τη σειρά του οικείου πινακίου, ούτε υπέβαλε έγγραφη δήλωση για παράστασή της στο ακροατήριο κατά τη διάταξη του άρθρου 242 παρ.2 ΚΠολΔ. Επομένως, πρέπει, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 576 παρ.1 ΚΠολΔ, να προχωρήσει η συζήτηση παρά την απουσία της αναιρεσίβλητης.
Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 270 εδαφ.β' ΚΠολΔ, που, κατά τη διάταξη του άρθρου 524 του ίδιου Κώδικα, εφαρμόζεται και στη διαδικασία της δευτεροβάθμιας δίκης, αν με την έφεση προσβάλλεται απόφαση ειρηνοδικείου ή μονομελούς πρωτοδικείου, συνάγεται, ότι ως δικάσιμος πριν από την οποία πρέπει να έχουν συνταχθεί οι ένορκες ενώπιον ειρηνοδίκη ή συμβολαιογράφου βεβαιώσεις, για να ληφθούν υπόψη στην πρωτοβάθμια ενώπιον του ειρηνοδικείου ή του μονομελούς Πρωτοδικείου διαδικασία ή στη διαδικασία της δευτεροβάθμιας δίκης, αν με την έφεση προσβάλλεται απόφαση των δικαστηρίων αυτών, νοείται η ημέρα, η οποία έχει οριστεί για τη συζήτηση της υπόθεσης ενώπιον του αντίστοιχου πρωτοβάθμιου ή δευτεροβάθμιου δικαστηρίου.
Έτσι, οι εν λόγω ένορκες βεβαιώσεις είναι επιτρεπτό αποδεικτικό μέσο κατά την αντίστοιχη πρωτοβάθμια ή δευτεροβάθμια διαδικασία της υπόθεσης και λαμβάνονται υπόψη μόνο αν σωρευτικά συντρέχουν και οι δύο απαιτούμενες προϋποθέσεις, δηλαδή, να έχουν συνταχθεί 1) πριν από την ημέρα της δικασίμου της υπόθεσης του αντίστοιχου δικαστηρίου στο οποίο προσκομίζονται και 2) να έχουν ληφθεί μετά προηγούμενη κλήτευση του αντιδίκου δύο τουλάχιστον εργάσιμες ημέρες πριν από αυτές.
Αν κατά την πρωτοβάθμια ή τη δευτεροβάθμια διαδικασία το αντίστοιχο δικαστήριο της ουσίας στο οποίο προσκομίζονται τέτοιες βεβαιώσεις τις λάβει υπόψη του, ενώ για τη λήψη τους δεν έχουν τηρηθεί οι δύο αυτές προϋποθέσεις, ή οποιαδήποτε απ' αυτές, λαμβάνει υπόψη του ανεπίτρεπτο από το νόμο αποδεικτικό μέσο και ιδρύεται συνακόλουθα, ο προβλεπόμενος από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ.11 περίπτ.
α' ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης. Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 529 παρ. 1 εδάφ. α' ΚΠολΔ, στην κατ' έφεση δίκη επιτρέπεται να γίνει επίκληση και προσαγωγή νέων αποδεικτικών μέσων. Επομένως, το Εφετείο μπορεί να λάβει υπόψη επικαλούμενες και προσκομιζόμενες ένορκες βεβαιώσεις που συντάχθηκαν οποτεδήποτε μετά τη συζήτηση ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου έως τη συζήτηση της έφεσης.
Στην προκείμενη περίπτωση, με το μοναδικό λόγο της αναίρεσης προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθμό 11 περίπτ. α' του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, γιατί το Εφετείο έλαβε υπόψη αποδεικτικό μέσο που δεν επιτρεπόταν να ληφθεί υπόψη, δηλαδή τη .../2-7-2003 ένορκη ενώπιον της συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Κωνσταντία Πετροπούλου βεβαίωση της μητέρας των αρχικών διαδίκων Μ1, που λήφθηκε με επιμέλεια της ενάγουσας και ήδη αναιρεσίβλητης χωρίς προηγούμενη νόμιμη-εμπρόθεσμη-κλήτευση των αναιρεσειόντων, που, εξαιτίας του επισυμβάντος κατά τη διάρκεια της δίκης (στις 23-9-2002) θανάτου του εναγομένου, υπεισήλθαν, ως καθολικοί του διάδοχοι, στη δικονομική του θέση και συνεχίζουν τη δίκη.
Από την υπάρχουσα στην προσβαλλόμενη απόφαση βεβαίωση, ότι το Εφετείο, προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα, έλαβε υπόψη τα σ'αυτή ειδικότερα μνημονευόμενα αποδεικτικά μέσα, δεν προκύπτει ότι έλαβε αυτό υπόψη και συνεκτίμησε με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα και την αμέσως πιο πάνω ένορκη βεβαίωση, αφού δεν γίνεται ρητή μνεία της τελευταίας, η οποία ήταν αναγκαία κατά νόμο, ως αποτελούσας ιδιαίτερο από τους μάρτυρες και τα έγγραφα αποδεικτικό μέσο.
Ρητή, όμως, μνεία της επίμαχης ένορκης βεβαίωσης γίνεται στο αιτιολογικό της προσβαλλόμενης απόφασης, η οποία, μεταξύ άλλων, δέχεται τα εξής: "Εξάλλου, καθόσον αφορά την αρχική κατάθεση της Μ1, μητέρας της εκκαλούσας και του αρχικού εφεσίβλητου Θ1, η οποία δόθηκε ενώπιον του συμβολαιογράφου Κισσάβου Μωϋσή Λεβή την 25-11-1998 και σύμφωνα με την οποία η εκκαλούσα (ενάγουσα) θυγατέρα της είχε πωλήσει το έτος 1984 το επίδικο ακίνητο στον εναγόμενο-εφεσίβλητο αδελφό της Θ1 και αποξενώθηκε έκτοτε απ' αυτό, αυτή είναι αναληθής και δόθηκε κάτω από συναισθηματική φόρτιση και πίεση, αφού αυτή, τότε, ευρισκόμενη σε μεγάλη ηλικία διέμενε μετά του άνω τέκνου της και εξαρτιόταν απ' αυτό.
Τούτο, προκύπτει, αβιάστως από το γεγονός ότι αργότερα, μετά τον θάνατο του γιου της Θ1 (την 21-2-2003), που μετέβη στη Θεσσαλονίκη όπου και διαμένει μετά της ενάγουσας-εκκαλούσας θυγατρός της, προέβη σε νέα ένορκη κατάθεση ενώπιον της συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Κωνσταντίας Πετροπούλου, με την οποία αναιρεί την προηγούμενη κατάθεση της και καταθέτει ότι το επίδικο ανήκει στην προαναφερόμενη θυγατέρα της...".
Το Εφετείο, επομένως, παρά τη ρητή εναντίωση των αναιρεσειόντων με τις ενώπιον αυτού προτάσεις τους, έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε με τις λοιπές αποδείξεις την επίμαχη ένορκη βεβαίωση, την οποία επικαλέστηκε η αναιρεσίβλητη με τις προτάσεις της της συζήτησης μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, χωρίς παράλληλη, για τη νομιμότητά της, ως ιδιαίτερου αποδεικτικού μέσου, επίκληση της προηγούμενης εμπρόθεσμης πριν δύο τουλάχιστον εργάσιμες ημέρες πριν από τη λήψη της κλήτευσης των και ήδη αντιδίκων της, η οποία ναι μεν εξετάζεται και αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο της ουσίας, στη συγκεκριμένη, όμως, περίπτωση, δεν προκύπτει τέτοια έρευνα από το Εφετείο.
Με τα δεδομένα αυτά, ο εξεταζόμενος αναιρετικός λόγος είναι βάσιμος και γι'αυτό πρέπει να γίνει δεκτός, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, συντιθέμενο, όμως, από άλλους δικαστές εκτός από εκείνους που εξέδωσαν την προσβαλλόμενη απόφαση (άρθρο 580 παρ.3 ΚπολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 364/2005 απόφαση του Εφετείου Λάρισας.
Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο πιο πάνω Εφετείο, συντιθέμενο από άλλους δικαστές εκτός από εκείνους που εξέδωσαν την προσβαλλόμενη απόφαση.
Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσειόντων, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες (2000) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 31 Μαρτίου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 3 Ιουνίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ