Legislator Case Law & Legislation
1338/2008 AI generated

Supreme Court partially allows appeal regarding failure to examine compensation claim without reasoning.

Case Number 1338/2008
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court partially allowed the appellant's appeal against the Court of First Instance's decision, finding a procedural error in the Court of Appeal. The appellant argued the lower court failed to examine his claim for compensation due to moral damage without providing reasoning, violating the principle of reasoned judgments. Consequently, the court annulled the specific portion of the appellate decision concerning the fourth defendant and remitted the case for further examination.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559(8) and 580(3) of the Code of Civil Procedure; The Court of Appeal must examine all substantive arguments raised by the parties; failure to address a specific claim without reasoning constitutes a ground for annulment requiring remittal.

Keywords

AI generated
failure to examine arguments lack of reasoning annulment of judgment remittal for retrial moral damage compensation procedural error Code of Civil Procedure

Cited Legislation

AI generated
Article 576(2) of the Code of Civil Procedure
Article 559(19) of the Code of Civil Procedure
Article 559(8) of the Code of Civil Procedure
Article 580(3) of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1338 / 2008 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1338/2008

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές : Δημήτριο Λοβέρδο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δημήτριο Δαλιάνη (κωλυομένου του Αρεοπαγίτη Βασιλείου Ρήγα), Ιωάννη-Σπυρίδωνα Τέντε, Δημήτριο Πατινίδη και Χαράλαμπο Δημάδη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 21 Ιανουαρίου 2008, με την παρουσία και της Γραμματέως Σουζάνας Κουφιάδου, για να δικάσει μεταξύ :

Του αναιρεσείοντος : Χ, ο οποίος παραστάθηκε μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου του Ζαχαρία Σαλούστρου.

Των αναιρεσιβλήτων : α) Της Ανώνυμης Χρηματιστηριακής Εταιρείας με την επωνυμία "ΑΛΚΗ ΧΡΗΜΑΤΙΣΤΗΡΙΑΚΗ Α.Χ.Ε", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, β) Ψ2, διευθύνοντος συμβούλου και νομίμου εκπροσώπου της ως άνω εταιρείας, γ) Ψ3, αντιπροέδρου και διευθύνοντος συμβούλου της ως άνω εταιρείας, τους οποίους εκπροσώπησε ο πληρεξούσιος δικηγόρος τους Κωνσταντίνος Παπασαράντος, χωρίς να καταθέσει προτάσεις, δ) Ψ4, ο οποίος δεν εμφανίσθηκε ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο, και ε) της Ανώνυμης Ασφαλιστικής Εταιρείας με την επωνυμία "ΕΥΡΩΠΗ Α.Ε.Γ.Α",που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα,την οποία δεν εκπροσώπησε πληρεξούσιος δικηγόρος.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 04.02.2002 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις : 2314/2004 οριστική του ίδιου δικαστηρίου και 3030/2005 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητά ο αναιρεσείων με την από 18.07.2005 αίτησή του και τους από 19.01.2007 με ιδιαίτερο δικόγραφο πρόσθετους λόγους αυτής. Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ιωάννης-Σπυρίδων Τέντες ανέγνωσε την από 16.02.2007 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να γίνει μερικώς δεκτή η αίτηση και να αναιρεθεί η απόφαση κατά το προαναφερόμενο μέρος. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και των προσθέτων λόγων αναιρέσεως, ο πληρεξούσιος των παραστάντων αναιρεσιβλήτων την απόρριψή τους και καθένας την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά το άρθρο 576 παρ. 2 ΚΠολΔ, αν ο αντίδικος εκείνου που επισπεύδει τη συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί, αλλά δεν λάβει μέρος σ' αυτή με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα. Αν η κλήση επιδόθηκε νομότυπα προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που είχε κλητευθεί. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τις ..... και ..... εκθέσεις επιδόσεως των αρμόδιων δικαστικών επιμελητών ..... και ..... αντιστοίχως, τις οποίες προσκομίζει και επικαλείται ο αναιρεσείων, αντίγραφο του κατατεθέντος δικογράφου της αιτήσεως αναιρέσεως, με σημείωση του Προέδρου του τμήματος του Δικαστηρίου αυτού, με την οποία ορίστηκε δικάσιμος και κλήση προς συζήτηση για τη δικάσιμο της 26.2.2007 από την οποία αναβλήθηκε για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας (21.1.206), επιδόθηκαν νόμιμα και εμπρόθεσμα με επιμέλεια του αναιρεσείοντος στους τέταρτο και πέμπτη από τους αναιρεσίβλητους, οι οποίοι δεν εμφανίσθηκαν κατά την ανωτέρω νόμιμη δικάσιμο, όταν η υπόθεση εκφωνήθηκε για συζήτηση κατά τη σειρά της από το σχετικό πινάκιο. Επομένως, παρά την απουσία των αναιρεσιβλήτων αυτών πρέπει το δικαστήριο να συζητήσει την υπόθεση.

Όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο δέχθηκε, ύστερα από ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων, τα ακόλουθα: Στις 11 Φεβρουαρίου 1991, ο ενάγων, που μέχρι τότε δεν είχε ασχοληθεί με χρηματιστηριακές συναλλαγές, συνήψε με την πρώτη εναγομένη χρηματιστηριακή εταιρεία με την επωνυμία "ΑΛΚΗ ΧΡΗΜΑΤΙΣΤΗΡΙΑΚΗ ΑΕ" σύμβαση παροχής επενδυτικών υπηρεσιών, με την οποία η τελευταία ανέλαβε να εκτελεί για λογαριασμό του, έναντι αμοιβής εντολές (παραγγελίες) διενέργειας χρηματιστηριακών συναλλαγών, μεταξύ των οποίων και η αγορά και πώληση μετοχών ανωνύμων εταιρειών, εισηγμένων στο ΧΑΑ.

Με τη σύμβαση αυτή ορίστηκε μεταξύ άλλων, ότι οι όροι της τροποποιούνται μόνο κατόπιν γραπτής σύμβασης μεταξύ των συμβαλλομένων μερών και ότι για την καταβολή χρημάτων ή τίτλων στην πρώτη εναγομένη και αντιστρόφως εκδίδονται οι νόμιμες αποδείξεις πληρωμής ή είσπραξης και παραλαβής τίτλων, από τις οποίες και μόνον αποδεικνύονται, καθώς επίσης και ότι οι αποδείξεις αυτές φέρουν την υπογραφή του αρμοδίου υπαλλήλου της εναγομένης, τιθέμενης κάτωθι της εταιρικής της επωνυμίας.

Η πρώτη εναγομένη, ενεργώντας στα πλαίσια της μεταξύ τους σύμβασης στο διάστημα από 13-2-1999 μέχρι και 16-3-1999 εκτέλεσε στο όνομά του ενάγοντος εντολές για αγορά και πώληση μετοχών και ειδικότερα αγόρασε στο όνομά του τις εξής μετοχές: 10.000 ΓΝΩΜΩΝ, 1.000 ΙΝΤΠΑ, 1.000 ΙΝΣΟΠ, 2.000 ΚΟΡΑΣΙΔΗ, 1.000 ΔΙΣ, 750 ΜΕΤΡΟ, 1.300 ΠΕΙΡΑΙΩΣ ΚΑΙ 10.000 ΕΜΔΚΟ.

Για την αγορά όλων αυτών των μετοχών ο ενάγων όφειλε να καταβάλει στην πρώτη εναγομένη, μαζί με την αμοιβή της και τα έξοδα, 96.075.387 δραχμές. Για την εξόφληση της οφειλής του αυτής της κατέβαλε στις 16-2-1999, 1-3-1999, 5-3-1999 και 7-4-1999, 10.392.000, 19.000.000, 12.203.295 και 19.000.000 δραχμές αντιστοίχως και συνολικά 68.595.235 δραχμές. Όλες οι μερικότερες αυτές καταβολές έγιναν με ισόποσες καταθέσεις στο λογαριασμό με αριθμό ....., που τηρούσε η πρώτη εναγομένη στο όνομα της στην Τράπεζα Πίστεως.

Τις πιο πάνω μετοχές επώλησε η πρώτη εναγομένη, με εντολή του ενάγοντος, μέσα στο ίδιο χρονικό διάστημα, και για την αιτία αυτή έπρεπε να του καταβάλει μετά την αφαίρεση της αμοιβής της, συνολικά 92.617.274 δραχμές. Έτσι από την αγορά και πώληση όλων αυτών των μετοχών ο ενάγων έπαθε ζημιά συνολικού ποσού 3.458.140 (96.075.387-92.617.247) δραχμών.

Οι εντολές για αγορά και πώληση των πιο πάνω μετοχών δόθηκαν από τον ενάγοντα μέσω του υποκαταστήματος της πρώτης εναγομένης στην ....., στο οποίο ήταν διευθυντής ο τέταρτος εναγόμενος. Στη συνέχεια και μέχρι τις 13-4-1999 η πρώτη εναγομένη: 1) αγόρασε στο όνομα του ενάγοντος REPO στις μεν 18-3-1999 αξίας 31.958.546 δρχ., τα οποία πώλησε την επομένη 18-3-1999 αντί 31.965.857 δρχ., στις δε 23-3-1999 αξίας 144.466 δρχ.

τα οποία πώλησε την επομένη 24-3-1999 αντί 144.494 δρχ. 2) κατέβαλε στον ενάγοντα, με την έκδοση σε διαταγή του και πληρωμή δύο επιταγών, στις 23-3-1999, 46.000.000 δρχ. και στις 7-4-1999, 19.000.000 δρχ. και 3) κατέβαλε στον ενάγοντα στις 13-4-1999, 144.494 δρχ. Με τις τελευταίες αυτές συναλλαγές οι δοσοληψίες του ενάγοντος με την πρώτη εναγομένη ήταν απόλυτα ισοσκελισμένες στις 13-4-1999.

Η πρώτη εναγομένη, με τις προτάσεις που κατέθεσε εμπρόθεσμα κατά την πρώτη συζήτηση της αγωγής στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, επικαλέστηκε και προσκόμισε σε επικυρωμένα αντίγραφα τις επιταγές με αριθμούς ....., ..... ποσού 46.000.000 και 19.000.000 δραχμών, τις οποίες είχε εκδόσει επί της ALPHA ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΙΣΤΕΩΣ σε διαταγή του ενάγοντος στις 23-3-1999 και 7-4-1999.

Οι δυο αυτές επιταγές εμφανίστηκαν εμπρόθεσμα για πληρωμή και πληρώθηκαν από την πληρώτρια τράπεζα. Ειδικότερα μεν πρώτη απ' αυτές έχει μεταβιβαστεί με λευκή οπισθογράφηση του ενάγοντος στον Α, ο οποίος την εμφάνισε για πληρωμή στην πληρώτρια τράπεζα, η δε δεύτερη εμφανίστηκε για πληρωμή στην πληρώτρια τράπεζα από τον ίδιο τον ενάγοντα που ήταν ο λήπτης της επιταγής αυτής.

Ο ενάγων, με προσθήκη στις προτάσεις του πριν από τη συζήτηση της αγωγής στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, ισχυρίστηκε ότι η επίκληση των δυο αυτών επιταγών από την πρώτη εναγομένη συνιστά απάτη στο δικαστήριο και τούτο διότι οι δυο αυτές επιταγές δεν εισπράχθηκαν από τον ίδιο. Ο ισχυρισμός του αυτός δεν ενέχει ειδική, ρητή και συγκεκριμένη, όπως απαιτείται, άρνηση της γνησιότητας των υπογραφών του, που υπάρχουν κατά τα προεκτιθέμενα στις εν λόγω δυο επιταγές.

Η άρνηση αυτή του ενάγοντος, προταθείσα μετά τη συζήτηση της αγωγής στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, είναι απορριπτέα προεχόντως ως απαράδεκτη. Με συνυπολογισμό και των δυο αυτών επιταγών, ο λογαριασμός του ενάγοντος με την πρώτη εναγομένη στις 13-4-1999 ήταν πράγματι απόλυτα ισοσκελισμένος και ο ενάγων κατά τη χρονολογία αυτή δεν είχε οποιαδήποτε απαίτηση κατά της πρώτης εναγομένης.

Έκτοτε και μέχρι τις αρχές Ιουνίου 1999 ο ενάγων δεν αγόρασε και δεν κατείχε οποιαδήποτε μετοχή ανώνυμης εταιρείας, εισηγμένης στο ΧΑΑ. Κατά το χρονικό διάστημα από τις 8-4-1999 μέχρι τις 7-5-1999, ο ενάγων, ύστερα από σχετική άτυπη συμφωνία με τον τέταρτο εναγόμενο Ψ4, κατέθεσε τμηματικά στον προσωπικό λογαριασμό του τελευταίου με αριθμό .....στην ALPHA ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΙΣΤΕΩΣ 96.000.000 δρχ.

Αναλυτικότερα στο λογαριασμό αυτό κατέθεσε στις 8-4-1999, 19-4-1999, 26-4-1999, 3-5-1999, 4-5-1999, 6-5-1999 και 7-5-1999, 19.000.000, 21.000.000, 6.000.000, 23.000.000, 15.000.000, 8.500.000 και 3.500.000 δρχ. αντίστοιχα και συνολικά 96.000.000 δρχ. Οι καταθέσεις των χρηματικών αυτών ποσών έγιναν για να αγοραστούν στο όνομά του (ενάγοντος) μετοχές ανωνύμων εταιρειών, εισηγμένων στο ΧΑΑ.

Ο ενάγων, επειδή είχε αποτύχει κατά τα προεκτιθέμενα στις επιλογές του και είχε υποστεί ζημία από τις μέχρι τότε αγορές και πωλήσεις μετοχών, συνολικού ποσού 3.458.140 δρχ., δεν έδινε πλέον εντολές στην πρώτη εναγομένη, αλλά ανέθεσε στον τέταρτο εναγόμενο την επιλογή των μετοχών, που με την εμπειρία και τις γνώσεις του, θα έκρινε ότι θα είχαν τα ευνοϊκότερα γι' αυτόν (ενάγοντα) αποτελέσματα.

Το γεγονός αυτό εκμεταλλεύτηκε ο τέταρτος εναγόμενος και ιδιοποιήθηκε παράνομα όλα τα προαναφερόμενα ποσά που είχαν κατατεθεί στο λογαριασμό του από τον ενάγοντα. Ο τέταρτος εναγόμενος για να μην υποπτευθεί ο ενάγων την διαπραχθείσα σε βάρος του αδικοπραξία, έλεγε στον τελευταίο ψέματα ότι είχε αγοράσει στο όνομά του πολλές και καλές μετοχές και με έγγραφα, που έφεραν το διακριτικό τίτλο της πρώτης εναγομένης, τον ενημέρωνε περιοδικά για την δήθεν διάρθρωση του χαρτοφυλακίου του.

Τελευταία τέτοια ενημέρωση είναι εκείνη με χρονολογία 29-5-1999, σύμφωνα με την οποία ο ενάγων είχε δήθεν στην κυριότητά του τις μετοχές που αναφέρει στην αγωγή συνολικής αξίας 232.010.000 δρχ., και ότι η πρώτη εναγομένη όφειλε δήθεν να καταβάλει το ποσό του 1.666.608,97 δραχμών. Το περιεχόμενο της τελευταίας αυτής ενημερώσεως είναι στο σύνολό του ψευδές, αφού δεν είχε γίνει στο όνομα του ενάγοντος αγορά αυτών των μετοχών και δεν υπήρχε από τις 13-4-1999 και εντεύθεν οποιαδήποτε συναλλαγή του με την πρώτη εναγομένη.

Η πιο πάνω συμφωνία του ενάγοντος με τον τέταρτο εναγόμενο είναι αντίθετη με τους όρους της συμβάσεως που είχε συνάψει ο καθένας από αυτούς με την πρώτη εναγομένη. Ειδικότερα ο ενάγων δεν είχε τη δυνατότητα να ενεργεί καταβολές στην πρώτη εναγομένη, με ισόποσες καταθέσεις σε λογαριασμό του τέταρτου εναγομένου, αλλά έπρεπε οι καταβολές του προς την πρώτη εναγομένη να γίνονται κατά τον τρόπο που αναφέρεται πιο πάνω και στη σύμβαση.

Ο δε τέταρτος εναγόμενος δεν είχε το δικαίωμα να εισπράττει χρήματα από πελάτες της πρώτης εναγομένης και να τα διαχειρίζεται κατά βούληση. Με την κατάθεση των χρημάτων του ενάγοντος στον πιο πάνω λογαριασμό του τέταρτου εναγομένου, ο τελευταίος αποκτούσε το δικαίωμα να τα αναλαμβάνει οποτεδήποτε και να τα διαθέτει κατά βούληση.

Οι δε νόμιμοι εκπρόσωποι και οι αρμόδιοι υπάλληλοι της πρώτης εναγομένης δεν είχαν την δυνατότητα, οποιοδήποτε έλεγχο και αν ενεργούσαν στο υποκατάστημα που εργαζόταν ο τέταρτος εναγόμενος, να διαπιστώσουν τις καταθέσεις που είχε κάνει ο ενάγων στο λογαριασμό του τελευταίου και τον τρόπο χρησιμοποιήσεως των κεφαλαίων, λόγω του ισχύοντος απορρήτου των τραπεζικών λογαριασμών.

Επομένως, α) στις 29-5-1999 ο ενάγων δεν είχε στην κυριότητά του τις μετοχές ανωνύμων εταιρειών που αναφέρει στην αγωγή και η πρώτη εναγομένη δεν κατείχε για λογαριασμό του οποιοδήποτε χρηματικό ποσό, β) για τη διαπραχθείσα σε βάρος του ενάγοντος αδικοπραξία δεν βαρύνονται οι δεύτερος και τρίτος εναγόμενοι με οποιοδήποτε πταίσμα και γ) η αδικοπραξία που διέπραξε σε βάρος του ενάγοντος ο τέταρτος εναγόμενος δεν έγινε στα πλαίσια της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας που τον συνέδεε με την πρώτη εναγομένη.

Με βάση τις παραδοχές αυτές το Δικαστήριο έκρινε ότι η από 4.2.2002 αγωγή του αναιρεσείοντος, που είχε ως βάση την αδικοπραξία (υπεξαίρεση), είναι, κατά το μέρος που στρέφεται κατά της πρώτης, δευτέρου, τρίτης και πέμπτης από τους εναγομένους, και ήδη αναιρεσίβλητους, απορριπτέα ως αβάσιμη κατ' ουσίαν. Κρίνοντας έτσι το Εφετείο, δεν στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση με ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες σχετικά με το ζήτημα της ευθύνης της πρώτης από τους εναγομένους, διευθυνόντων συμβούλων της πρώτης, από την αδικοπραξία (υπεξαίρεση) του προστηθέντος αυτής τέταρτου εναγομένου (Ψ4), δεδομένου ότι σαφώς δέχθηκε ότι η τελευταία δεν είχε στην κατοχή της μετοχές και χρήματα του ενάγοντος, αφού αυτός, μετά την 13/4/1999, οπότε είχε ισοσκελισθεί ο λογαριασμός του, συναλλασσόταν με τον τέταρτο από τους εναγομένους που ενεργούσε ατομικώς και όχι στο πλαίσιο της υπαλληλικής σχέσεώς του με την πρώτη εναγομένη ως προστηθείς αυτής.

Επομένως, ο πρώτος λόγος της αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, με τον οποίο, όπως αυτός συμπληρώνεται με τον πρώτο πρόσθετο λόγο, υποστηρίζονται τα αντίθετα, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Οι ίδιοι λόγοι κατά τις περιεχόμενες σε αυτούς λοιπές αιτιάσεις, οι οποίες αφορούν σε αναιρετικώς ανέλεγκτες κρίσεις και επιχειρήματα με τα οποία το Δικαστήριο δικαιολογεί το σαφές εκτιθέμενο αποδεικτικό του πόρισμα, είναι απορριπτέοι ως απαράδεκτοι.

Κατά το άρθρο 559 αριθ. 8 Κ.Πολ.Δ. λόγος αναιρέσεως ιδρύεται και όταν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Πράγματα υπό την έννοια της ανωτέρω διατάξεως είναι οι ασκούντες ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων, που, υπό την προϋπόθεση της νόμιμης προτάσεώς τους, θεμελιώνουν ιστορικώς το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως, όχι δε και οι αρνητικοί ισχυρισμοί της αγωγής ή της ενστάσεως.

Εξάλλου, μετά την κατάργηση, με το άρθρο 14 παρ. 1 του ν. 2915/2001, του άρθρου 341 ΚΠολΔ, που προέβλεπε την έκδοση αποφάσεως με την οποία διατάσσονται αποδείξεις, και την τροποποίηση, με το άρθρο 17 παρ. 1 του ίδιου ως άνω νόμου, της διατάξεως του άρθρου 559 αριθ. 10 ΚΠολΔ, δεν προβλέπεται πλέον ως λόγος αναιρέσεως προκειμένου περί αποφάσεων που δημοσιεύθηκαν κατ' εφαρμογή του καθεστώτος που ισχύει μετά την έναρξη ισχύος του ν. 2915/2001, η παράλειψη του δικαστηρίου της ουσίας να διατάξει απόδειξη για πράγματα που δέχθηκε ως αληθινά και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Στην προκείμενη περίπτωση με τον δεύτερο λόγο της αναιρέσεως, όπως αυτός συμπληρώνεται με τον δεύτερο πρόσθετο λόγο, προβάλλεται, μεταξύ άλλων, η αιτίαση ότι το Εφετείο, δεχόμενο τον ισχυρισμό των αναιρεσιβλήτων ότι στον αναιρεσείοντα καταβλήθηκαν τα ποσά των 46.000.000 και 19.000.000 δραχμών με δυο επιταγές αντιστοίχως τι οποίες αυτός εισέπραξε, έλαβε υπόψη πράγματα μη προταθέντα και υπέπεσε έτσι στην πλημμέλεια του αναιρετικού λόγου του άρθρου 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ, αφού με την έφεση των αναιρεσιβλήτων, αν και προβάλλεται το παράπονο για εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων, δεν γίνεται καμία αναφορά στο θέμα των ανωτέρω επιταγών.

Ο λόγος όμως αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, διότι το γεγονός στο οποίο αφορά δεν θεμελιώνει κάποιον αυτοτελή ισχυρισμό των αναιρεσιβλήτων, αλλ' ανάγεται σε αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής, αφού τείνει σε αναίρεση του αγωγικού ισχυρισμού ότι οι εναγόμενοι είχαν εις χείρας τους χρήματα ανήκοντα στον αναιρεσίβλητο, τα οποία υπεξαίρεσαν.

Εξάλλου, με τον ίδιο λόγο προβάλλεται περαιτέρω η αιτίαση ότι το Εφετείο δέχθηκε ως αληθή τον σχετικό με τις ως άνω επιταγές ισχυρισμό των αναιρεσιβλήτων χωρίς να τάξει απόδειξη. Κατά τούτο ο εξεταζόμενος λόγος είναι απορριπτέος προεχόντως ως απαράδεκτος, αφού, ήδη, μετά την προαναφερόμενη τροποποίηση του άρθρου 559 αριθ. 10 ΚΠολΔ, η προσβαλλόμενη απόφαση, η οποία εκδόθηκε επί αγωγής που ασκήθηκε μετά την έναρξη της ισχύος του ν. 2915/2001 (1.1.2002), δεν ελέγχεται αναιρετικώς για την αποδιδόμενη σ' αυτήν πλημμέλεια.

Όπως προκύπτει από την επισκόπηση των προτάσεων των αναιρεσιβλήτων ενώπιον του Εφετείου, οι διάδικοι αυτοί αναφέρθηκαν στις δυο επιταγές ποσού 46.000.000 και 19.000.000 δραχμών αντιστοίχως, για τις οποίες έγινε λόγος ανωτέρω, κατά τρόπον ώστε να προκύπτει η ταυτότητά τους. Επομένως, έγινε σαφής και ορισμένη επίκληση των εγγράφων αυτών κατά την έννοια των άρθρων 106 και 237 παρ. 1 στοιχ.

β' ΚΠολΔ (πρβλ Ολ ΑΠ 9/2000). Κατ' ακολουθίαν, ο δεύτερος λόγος της αναιρέσεως, καθώς και ο δεύτερος πρόσθετος λόγος, κατά το μέρος που με αυτούς προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη του τα εν λόγω έγγραφα χωρίς να γίνει νόμιμη επίκλησή τους, είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι. Κατά τη διάταξη του άρθρου 457 παρ. 2 και 3 του ΚΠολΔ, εκείνος κατά του οποίου προσάγεται ιδιωτικό έγγραφο οφείλει να δηλώσει αμέσως αν αναγνωρίζει ή αρνείται τη γνησιότητα της υπογραφής, διαφορετικά το έγγραφο θεωρείται ως αναγνωρισμένο, με συνέπεια να θεωρείται ότι έχει διαπιστωθεί η γνησιότητα του περιεχομένου του με την επιφύλαξη της προσβολής του ως πλαστού.

Από τις διατάξεις αυτές συνάγονται τα ακόλουθα: α) Τα ιδιωτικά έγγραφα, σε αντίθεση με ό,τι συμβαίνει επί δημοσίων εγγράφων (άρθ. 455 ΚΠολΔ), δεν έχουν το τεκμήριο της γνησιότητας. Η επίκληση και προσαγωγή, προς απόδειξη ουσιώδους ισχυρισμού, του ιδιωτικού εγγράφου εμπεριέχει, εντεύθεν, τον ισχυρισμό του διαδίκου περί της γνησιότητάς του.

Ο αντίδικός του έχει το βάρος της δηλώσεως περί αρνήσεως της γνησιότητας του εγγράφου, ο δε διάδικος που το επικαλείται και το προσκομίζει της αποδείξεως της γνησιότητας αυτή όταν αμφισβητηθεί. β) Εφόσον το έγγραφο είναι ενυπόγραφο, αδιάφορα αν φέρει την υπογραφή εκείνου κατά του οποίου προσάγεται ή τρίτου, η αμφισβήτηση της γνησιότητας αναφέρεται στην υπογραφή (μία ή περισσότερες), η γνησιότητα της οποίας δημιουργεί αμάχητο τεκμήριο περί της γνησιότητας του υπερκείμενου περιεχομένου του εγγράφου που καλύπτεται από την υπογραφή, κάτι που ανατρέπεται μόνο με την προσβολή του εγγράφου ως πλαστού.

γ) Η απόδειξη από εκείνον που προσήγαγε το ιδιωτικό έγγραφο της αμφισβητηθείσης από τον αντίδικό του υπογραφής επιβάλλεται όχι μόνο αν γίνεται χρήση του εγγράφου τούτου για άμεση απόδειξη, αλλά και όταν από αυτό συνάγονται δικαστικά τεκμήρια. Τέλος, από τις ανωτέρω διατάξεις σε συνδυασμό με τις διατάξεις του άρθρου 237 παρ. 1-3 ΚΠολΔ, συνάγεται ότι η αμφισβήτηση της γνησιότητας της υπογραφής ιδιωτικού εγγράφου πρέπει να γίνει κατά την ίδια συνεδρίαση, κατά την οποία το έγγραφο προσάγεται, με προσθήκη στις προτάσεις, που κατατίθενται το αργότερο δεκαπέντε ημέρες πριν από τη δικάσιμο, δεδομένου ότι εκπρόθεσμη προσθήκη, δεν λαμβάνεται υπόψη (άρθρ. 237 παρ. 3 εδ.

β'ΚΠολΔ), επιβάλλεται δε να είναι ρητή, σαφής και ειδική χωρίς ενδοιαστικές ή υποθετικές εκφράσεις. Επομένως, ο δεύτερος λόγος της αναιρέσεως, όπως συμπληρώνεται από το δεύτερο πρόσθετο λόγο, κατά το μέρος του με, το οποίο προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο παρά το νόμο έκρινε ότι απαραδέκτως ο αναιρεσείων αμφισβήτησε τη γνησιότητα των φερομένων ως υπογραφών του στις δυο επιταγές που αναφέρονται στις προηγούμενες σκέψεις, με προσθήκη στις προτάσεις του που έγινε μετά τη συζήτηση της αγωγής στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο και συγκεκριμένα στις 8/12/2003, υποπίπτοντας έτσι στην αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.

Ο λόγος αναιρέσεως που προβλέπεται στο άρθρο 559 αριθ. 19 Κ.Πολ.Δ. δημιουργείται όταν η απόφαση περιέχει ελλιπείς, ασαφείς ή αντιφατικές αιτιολογίες σε σχέση όμως με την εφαρμογή κανόνων του ουσιαστικού δικαίου, δηλαδή κανόνων που ρυθμίζουν τις βιοτικές σχέσεις, την κτήση των δικαιωμάτων και τη γένεση των υποχρεώσεων και επιβάλλουν τις κυρώσεις για τη μη τήρησή τους. Αντιθέτως, η παραβίαση των δικονομικών κανόνων, δηλαδή εκείνων που καθορίζουν τη διαδικασία, τα όργανα και τη μορφή της ένδικης προστασίας για την πραγμάτωση των δικαιωμάτων που αναγνωρίζονται από το ουσιαστικό δίκαιο, δημιουργεί λόγο αναιρέσεως μόνο στις περιπτώσεις που αναφέρονται περιοριστικώς στους αριθμούς 2-7, 9, 11-18 και 20 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. Στην προκείμενη περίπτωση, με τον δεύτερο λόγο αναιρέσεως, προσάπτεται στο Εφετείο η πλημμέλεια του αριθμού 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., διότι χωρίς αιτιολογία δέχθηκε ότι υπήρχαν υπογραφές του αναιρεσείοντος στις δυο επιταγές ποσού 46.000.000 και 19.000.000 δραχμών αντιστοίχως, για τις οποίες γίνεται λόγος σε προηγούμενες σκέψεις. Ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, αφού η επικαλούμενη έλλειψη αιτιολογίας αναφέρεται στην εφαρμογή δικονομικών κανόνων που ρυθμίζουν την απόδειξη και ειδικότερα την αναγνώριση αποδεικτικών εγγράφων ως γνησίων (άρθρο 457 ΚΠολΔ).

Κατά το άρθρο 180 παρ. 1 ΚΠολΔ, που εφαρμόζεται και για την περίπτωση δικαστικών εξόδων που προκάλεσε η άσκηση ενδίκου μέσου, (άρθρο 183 ΚΠολΔ), αν καταδικασθούν περισσότεροι, είτε είναι ομόδικοι είτε όχι, να πληρώσουν τα έξοδα, ενέχονται κατ' ίσα μέρη, το δικαστήριο όμως μπορεί κατά την κρίση του να κατανείμει τα έξοδα με βάση το μερίδιο που αναλογεί σε καθέναν επάνω στο επίδικο αντικείμενο. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι, σε περίπτωση καταδίκης στη δικαστική δαπάνη περισσοτέρων διαδίκων, το δικαστήριο μπορεί είτε να ορίσει τη συνολική δαπάνη που βαρύνει τους διαδίκους αυτούς, οπότε ισχύει ο κανόνας της ενοχής κατ' ίσα μέρη, είτε να επιμερίσει την δαπάνη μεταξύ αυτών με βάση το μερίδιο που αναλογεί στον καθένα επί του αντικειμένου της δίκης. Η κρίση του δε αυτή είναι αναιρετικώς ανέλεγκτη, όπως επίσης αναιρετικώς ανέλεγκτη είναι και η κρίση του δικαστηρίου ως προς το ύψος της δικαστικής δαπάνης. Κατ' ακολουθίαν αυτών, ο τέταρτος λόγος της αναιρέσεως με τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, διότι χωρίς αιτιολογία, προσδιόρισε την δικαστική δαπάνη που βαρύνει τον αναιρεσείοντα στο ποσό των 40.000 ευρώ, που αυτός θεωρεί υπέρογκο, χωρίς να προκύπτει πώς την υπολόγισε στο εν λόγω ποσό και πώς πρέπει αυτό να επιμερισθεί, μεταξύ των αντιδίκων του, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος.

Από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της υποθέσεως προκύπτουν τα ακόλουθα. Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο (Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών) με την 2314/2004 απόφασή του έκανε εν μέρει δεκτή την αγωγή του αναιρεσείοντος ως προς τους τέσσερις πρώτους εναγομένους (ήδη αναιρεσιβλήτους) και αναγνώρισε μεταξύ άλλων, ότι οι διάδικοι αυτοί, μεταξύ των οποίων και ο τέταρτος εναγόμενος Ψ4, υποχρεούνται να καταβάλουν στον ενάγοντα το ποσό των 20.000 ευρώ, ως χρηματική ικανοποίηση για την ηθική βλάβη που αυτός υπέστη, λόγω της αδικοπραξίας που διαπράχθηκε σε βάρος του.

Ο αναιρεσείων με την έφεσή του και ειδικότερα με το δεύτερο λόγο αυτής προέβαλε το παράπονο ότι το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, κατ' εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων, όρισε τη χρηματική ικανοποίηση στο ως άνω ποσό, αντί του ασκηθέντος ποσού των 150.000 ευρώ. Το Εφετείο με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, κατά παραδοχή, της αντίθετης εφέσεως των τριών πρώτων εναγομένων, εξαφάνισε την απόφαση και απέρριψε την αγωγή ως προς αυτούς, έκρινε δε ως απορριπτέους τους λόγους της εφέσεως του ενάγοντος που αναφέρονται σε εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων, χωρίς να προκύπτει ότι εξέτασε, καθόσον αφορά τον τέταρτο εναγόμενο, τον ανωτέρω λόγο που αφορά ειδικώς το κονδύλιο της χρηματικής ικανοποιήσεως, αφού καμία σκέψη δεν διέλαβε σχετικώς.

Επομένως, παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη πράγματα, ήτοι λόγο εφέσεως, που προτάθηκε νομίμως και έχουν προδήλως ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, υποπίπτοντας έτσι στην αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 8 Κ.Πολ.Δ. Κατά συνέπεια, ο σχετικός τρίτος λόγος της αναιρέσεως είναι βάσιμος και η προσβαλλόμενη απόφαση πρέπει να αναιρεθεί ως προς τον τέταρτο από τους αναιρεσιβλήτους, κατά το κεφάλαιο που αφορά την χρηματική ικανοποίηση του αναιρεσείοντος λόγω ηθικής βλάβης του, ακολούθως δε να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές (άρθρο 580§3 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την 3030/2005 απόφαση του Εφετείου Αθηνών ως προς τον τέταρτο των αναιρεσιβλήτων κατά το μέρος που αναφέρεται στο σκεπτικό.

Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση κατά το μέρος αυτό στο ίδιο δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές.

Απορρίπτει την αίτηση αναιρέσεως κατά τα λοιπά. Και

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στη δικαστική δαπάνη των τριών πρώτων αναιρεσιβλήτων, την οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων διακοσίων (1.200) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 9 Ιουνίου 2008. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 13 Ιουνίου 2008.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ