Supreme Court quells conviction for smuggling due to lack of specific and detailed reasoning in lower court judgment.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece quashed the lower court's conviction for smuggling due to a fatal lack of specific and detailed reasoning in the judgment. The defendant argued that the trial court failed to substantiate why the petrol found in his company's vehicle constituted smuggled goods or prove his guilty intent. Consequently, the court ruled that the conviction was legally flawed and remanded the case for a new trial before a different panel of judges.
Legislator headnote
AI generatedArticles 100(1) of the Customs Code and 510(1)(d) of the Code of Criminal Procedure; A conviction for smuggling based on possession of non-compliant goods is invalid if the judgment fails to specifically establish the circumstances constituting the crime and the defendant's intent.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1338 / 2006 (Ε, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)
Αριθμός 1338/2006
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ε΄ ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δημήτριο Κιτρίδη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, (κωλυομένου του Προεδρεύοντος Αρεοπαγίτη Κωνσταντίνου Βαρδαβάκη και του αρχαιοτέρου Αρεοπαγίτη Γεωργίου Ναυπλιώτη), ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως, Φώτιο Καϋμενάκη-Εισηγητή, Πλαστήρα Αναστασάκη, Ελένη Παναγιωτάκη και Αιμιλία Λίτινα, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 5 Μαΐου 2006, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Βασιλείου Μαρκή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου .... , που παραστάθηκε με την πληρεξούσια δικηγόρο του Θεοδώρα Βασιλειάδου, για αναίρεση της 9609/2005 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ΄ αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος, ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 14 Νοεμβρίου 2005 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 165/2006.
Αφού άκουσεΤον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1.Κατά το άρθρο 100 παρ. 1 ν. 1165/1918 «Περί Τελωνειακού Κώδικος», όπως η παράγραφος αυτή αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 του αν. ν. 2081/1939, λαθρεμπορία είναι α) η εντός των συνόρων του Κράτους εισαγωγή ή εξ αυτών εξαγωγή εμπορευμάτων που υπόκειται είτε σε εισαγωγικό δασμό, είτε σε εισπραττόμενο στα τελωνεία τέλος, φόρο ή δικαίωμα, χωρίς γραπτή άδεια της αρμόδιας τελωνειακής αρχής, ή σε άλλον παρά τον ορισμένο απ' αυτή τόπο ή χρόνο και β) κάθε οποιαδήποτε ενέργεια που αποσκοπεί να στερήσει το Ελληνικό Δημόσιο από τους δασμούς, τέλη, φόρους και δικαιώματα που πρέπει να εισπραχθούν από αυτό για τα εισαγόμενα από την αλλοδαπή ή εξαγόμενα εμπορεύματα και αν ακόμη αυτά εισπράχθηκαν σε χρόνο και τόπο διαφορετικό από εκείνον που ορίζεται από το νόμο.
Ως λαθρεμπορία, κατά την παράγραφο 2 περ. θ΄ του ίδιου άρθρου, όπως προστέθηκε με το άρθρο 8 του ν. 2096/52, θεωρείται και η αγορά, πώληση και κατοχή εμπορευμάτων που εισήχθησαν ή τέθηκαν σε κατανάλωση κατά τρόπο που συνιστά το αδίκημα της λαθρεμπορίας. Στην τελευταία αυτή περίπτωση καθιδρύεται αυτοτελής νομοτυπική μορφή του εγκλήματος της λαθρεμπορίας του οποίου η αντικειμενική υπόσταση συνίσταται στην αγορά, πώληση ή κατοχή από πρόσωπα, εκτός του εισαγωγέα, εμπορευμάτων που υπόκεινται σε εισαγωγικό δασμό ή εισπραττόμενο στο τελωνείο τέλος, φόρο, δικαίωμα, που έχουν εισαχθεί εντός των συνόρων του Ελληνικού Κράτους χωρίς την γραπτή άδεια της τελωνειακής αρχής, υποκειμενικώς δε για τη στοιχειοθέτηση στην περίπτωση αυτή του εγκλήματος της λαθρεμπορίας απαιτείται δόλος που συνίσταται στη γνώση του υπαιτίου ότι το εμπόρευμα που αγόρασε, πώλησε ή κατέχει είναι προϊόν λαθρεμπορίας, κατά την πιο πάνω έννοια, καθώς και στη θέληση αυτού να αποστερήσει το Ελληνικό Δημόσιο από τον οφειλόμενο εισαγωγικό δασμό, φόρο, τέλος ή δικαίωμα.
Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία που απαιτείται κατά τα άρθρα 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ.1 στ. Δ΄ ΚΠΔ λόγο αναίρεσης, όταν σε αυτή περιέχονται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από τη διαδικασία στο ακροατήριο σχετικά με τα υποκειμενικά και αντικειμενικά στοιχεία του εγκλήματος, οι αποδείξεις στις οποίες θεμελιώνονται τα περιστατικά αυτά, καθώς και οι σκέψεις με τις οποίες το δικαστήριο υπήγαγε τα αποδειχθέντα περιστατικά στην ουσιαστική ποινική διάταξη, που στην συγκεκριμένη περίπτωση εφαρμόστηκε. 2.- Στην προκειμένη υπόθεση το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, με την προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 9609/2005 απόφασή του, δέχτηκε, αναφέροντας κατ' είδος και τα αποδεικτικά μέσα, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικά κρίση του, ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά:
Ο κατηγορούμενος είναι νόμιμος εκπρόσωπος της εταιρείας « Α. και Δ. Λατσινός ΕΠΕ» που ενεργεί μεταφορές, στην κυριότητα της οποίας ανήκει και το .... φορτηγό ΔΧ αυτοκίνητο. Στις 2-11-2000 υπάλληλοι του ΣΔΟΕ Αττικής προέβησαν σε έλεγχο του αυτοκινήτου, το οποίο εκινείτο στην Εθνική Οδό Αθηνών Λαμίας, στα διόδια ...., με οδηγό τον .....
Συγκεκριμένα προέβησαν σε δειγματοληπτικό έλεγχο του πετρελαίου κίνησης επί ποσότητας 500 λίτρων που περιείχε το ρεζερβουάρ του αυτοκινήτου. Το δείγμα απεστάλη στο Γ. Χημείο του Κράτους και βρέθηκε ότι πρόκειται για δείγμα πετρελαίου κίνησης μη κανονικό διότι περιείχε θειάφι σε ποσοστό 0,080% αντί του επιτρεπόμενου μεγίστου 0,035% και γι΄ αυτό απαγορεύεται να διατίθεται στην αγορά ως πετρέλαιο κίνησης.
Επίσης αποδείχθηκε ότι πρόκειται για μίγμα πετρελαίου αγνώστου προελεύσεως που διακινείται παράνομα. Από την παράνομη αυτή διακίνηση το Δημόσιο υπέστη ζημία ύψους 59.923 δραχμές από την μη καταβολή του αναλογούντος φόρου. Για την ίδια πράξη είχε παραπεμφθεί ως κατηγορούμενος και ο οδηγός του αυτοκινήτου και αθωώθηκε, ενώ πρέπει να σημειωθεί ότι ο ισχυρισμός του κατηγορουμένου ότι το πετρέλαιο το έβαζαν οι οδηγοί στο αυτοκίνητο, όπου έβρισκαν, δεν επιβεβαιώθηκε από κανένα στοιχείο, έρχεται δε σε αντίθεση και με τον οδηγό, ο ποίος στην απολογία του είπε ότι η εταιρεία είχε 17 νταλίκες και πετρέλαιο έβαζαν στην μάνδρα της επιχείρησης που είχε δικό της βενζινάδικο για τα αυτοκίνητά της.
Ακολούθως δέχθηκε το Εφετείο ότι ο κατηγορούμενος τέλεσε την πράξη που του αποδίδεται και τον κήρυξε ένοχο αυτής. 3.- Με αυτά που δέχτηκε το Δικαστήριο της ουσίας δεν διέλαβε στην απόφασή του την απαιτούμενη κατά τα ανωτέρω ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία. Ειδικότερα δεν αναφέρονται περιστατικά που να δικαιολογούν την κρίση ότι το πετρέλαιο που βρέθηκε σε όχημα της εταιρείας, της οποίας ο αναιρεσείων ήταν νόμιμος εκπρόσωπος, είχε εισαχθεί ή τέθηκε στην κατανάλωση κατά τρόπο που συνιστά το αδίκημα της λαθρεμπορίας, το γεγονός δε ότι αυτό βρέθηκε να μην είναι κανονικό ως προς την ποσότητα θείου που περιείχε, ότι ήταν αγνώστου προελεύσεως και διακινείται παράνομα, όπως επίσης ότι το Δημόσιο ζημιώθηκε από την μη καταβολή των αναλογούντων φόρων, χωρίς ειδικότερο προσδιορισμό, όπως δέχεται η απόφαση, δεν αρκεί για τον χαρακτηρισμό του πετρελαίου αυτού ως προϊόντος λαθρεμπορίας.
Περαιτέρω, ενόψει του ότι ο αναιρεσείων κηρύχθηκε ένοχος λαθρεμπορίας με την έννοια της αγοράς και κατοχής του πετρελαίου αυτού, δεν αναφέρονται, σε κάθε περίπτωση, περιστατικά που να θεμελιώνουν τον δόλο του, δηλαδή τη γνώση του ότι το εμπόρευμα που αγόρασε και κατείχε είναι προϊόν λαθρεμπορίας, κατά την εκτεθείσα έννοια, καθώς και τη θέληση αυτού να αποστερήσει το Ελληνικό Δημόσιο από τον οφειλόμενο εισαγωγικό δασμό, φόρο, τέλος ή δικαίωμα.
Συνεπώς, είναι βάσιμος ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ΄ ΚΠΔ σχετικός λόγος αναίρεσης για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση, για νέα συζήτηση, στο ίδιο Δικαστήριο που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν (άρθρο 519 ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ' αριθμ. 9609/2005 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Και
Παραπέμπει την υπόθεση, για νέα συζήτηση, στο παραπάνω Δικαστήριο, συντιθέμενο από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους, που την είχαν δικάσει προηγουμένως.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 26 Μαΐου 2006.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 2 Ιουνίου 2006.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ