Supreme Court dismisses appeal on procedural grounds due to improper service of summons to absent defendants.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request for cassation against the Third Instance Court's decision. The appellant argued that the lower court improperly granted enhanced evidentiary weight to a police report regarding his participation in alleged crimes. However, the court found the appeal inadmissible because the defendants failed to appear at the hearing without valid legal representation.
Legislator headnote
AI generatedArticles 576, 577 of the Code of Civil Procedure; If a party fails to appear or participate properly in a cassation hearing, the court examines whether they were legally and timely summoned; if not, the hearing is declared inadmissible and the case remitted for new summons.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1337 / 2022 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1337/2022
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Χρήστο Τζανερρίκο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ευδοξία Κιουπτσίδου - Στρατουδάκη, Ιωάννα Κλάπα - Χριστοδουλέα - Εισηγήτρια, Χρήστο Κατσιάνη και Ασημίνα Υφαντή, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 14 Μαρτίου 2022, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Μ. Π. του Γεωργίου, κατοίκου Νέας Υόρκης Η.Π.Α., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Θεόδωρο Λύτρα που ανακάλεσε την από 11/3/2022 δήλωση για παράσταση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, παραστάθηκε στο ακροατήριο και κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Π. Π. του Η., 2) Η. Π. του Π., 3) Α. - Θ. Π. του Η., 4) Π. Π. του Η., κατοίκων ... Αττικής, οι οποίοι δεν παραστάθηκαν στο ακροατήριο ούτε εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 17/6/2009 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων και την από 27/9/2011 αγωγή προσώπων που δεν είναι διάδικοι στην παρούσα δίκη, που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3281/2017 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 5976/2019 του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 12/5/2021 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις διατάξεις των άρθρων 576 παρ.1-3 και 577 παρ. 1 και 2 του Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι αν, κατά τη συζήτηση της αίτησης για αναίρεση, κάποιος από τους διαδίκους δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί και δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει ποιος επισπεύδει τη συζήτηση. Αν την επισπεύδει ο διάδικος που απουσιάζει, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι.
Αν όμως την επισπεύδει ο αντίδικος ή ο ομόδικός του, ερευνάται αν ο διάδικος, που δεν εμφανίστηκε ή αν και εμφανίστηκε δεν έλαβε μέρος στη συζήτηση, με τον τρόπο, που ορίζει ο νόμος, κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα από τον επισπεύδοντα τη συζήτηση. Στην περίπτωση που δεν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα, η συζήτηση κηρύσσεται απαράδεκτη και η υπόθεση επαναφέρεται με νέα κλήτευση.
Αν, όμως, κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα, ο Άρειος Πάγος συζητεί την υπόθεση, παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από τις 4391Γ'/22-12-2021, 4390Γ'/22-12-2021, 4392Γ/22-12-2021 και 4393Γ'/22-12-2021 εκθέσεις επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Εφετείο Αθηνών Αθανασίου Μαυριανού, τις οποίες προσκομίζει ο επισπεύδων τη συζήτηση αναιρεσείων, αντίγραφο της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης μετά της οικείας έκθεσης κατάθεσής της, καθώς και της κλήσης για εμφάνιση των αναιρεσιβλήτων, κατά την ορισθείσα δικάσιμο της 14ης-3-2022, επιδόθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα στους αναιρεσίβλητους.
Οι τελευταίοι, όμως, όπως προκύπτει από τα οικεία πρακτικά συνεδριάσεως του Δικαστηρίου τούτου, δεν εμφανίσθηκαν ούτε εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο, κατά την παραπάνω δικάσιμο (14-3-2022), κατά την οποία συζητήθηκε η υπόθεση, με την εκφώνησή της με τη σειρά του οικείου πινακίου και, επομένως, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης σαν να ήταν παρόντες.
Η υπό κρίση από 12-5-2021 (3274/456/14-5-2021) αίτηση αναίρεσης, με την οποία προσβάλλεται η, αντιμωλία των διαδίκων, κατά την τακτική διαδικασία, εκδοθείσα 5976/2019 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (495, 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.), είναι παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα) και πρέπει να ερευνηθεί, περαιτέρω, ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων αυτής, κατ' άρθρο 577 παρ. 3 του ίδιου Κώδικα.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 19 του Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδρύεται, όταν δεν προκύπτουν σαφώς από το αιτιολογικό της τα περιστατικά, τα οποία είναι αναγκαία για την κρίση του δικαστηρίου, στη συγκεκριμένη περίπτωση, περί της συνδρομής των νόμιμων όρων και προϋποθέσεων της διάταξης που εφαρμόσθηκε ή περί της μη συνδρομής τούτων, που αποκλείει την εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση έχει ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες, ως προς το νομικό χαρακτηρισμό των περιστατικών, που έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Έλλειψη νόμιμης βάσης, ειδικότερα, υπάρχει όταν η νομική έννοια, η οποία αποτελεί νόμιμη προϋπόθεση για τον εφαρμοστέο κανόνα, αναφέρεται μεν στην ελάσσονα πρόταση, αλλά, χωρίς να εξειδικεύεται με συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά, αλλά και όταν τα αναφερόμενα περιστατικά δεν επαρκούν για να στηρίξουν την εξειδίκευση της νομικής έννοιας-προϋπόθεσης ή είναι αντιφατικά.
Ως ζητήματα, δε, των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή ή αντιφατικό στερεί από την απόφαση τη νόμιμη βάση, νοούνται μόνο οι ισχυρισμοί, που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, που τείνουν, δηλαδή, στη θεμελίωση ή κατάργηση του δικαιώματος που ασκήθηκε, είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, όχι όμως και τα πραγματικά ή νομικά επιχειρήματα που συνέχονται με την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, για τα οποία η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας δεν ιδρύει λόγο αναίρεσης (Ολ.Α.Π. 1/1999, Ολ.Α.Π. 24/1992, Α.Π. 325/2022, Α.Π. 53/2021, Α.Π. 39/2021, Α.Π. 37/2021).
Για να είναι, δε, ορισμένος και, άρα, παραδεκτός ο συγκεκριμένος αναιρετικός λόγος, πρέπει να μνημονεύονται στο αναιρετήριο, εκτός άλλων, ότι η απόφαση στερείται παντελώς αιτιολογιών ή ότι έχει ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες, στην περίπτωση δε ανεπάρκειας των αιτιολογιών, ποιες επιπλέον αιτιολογίες έπρεπε να περιέχει, ενώ στην περίπτωση των αντιφατικών αιτιολογιών, που εντοπίζεται η αντίφαση (Α.Π. 584/2019, Α.Π. 860/2018), καθώς και ο κανόνας δικαίου που φέρεται ότι παραβιάστηκε και μάλιστα ενάριθμα, προκειμένου να ελεγχθεί αν υπάρχει, σχετικά με την εφαρμογή του, έλλειψη αιτιολογιών ή αντίφαση ή ανεπάρκεια αυτών (Α.Π. 68/2021, Α.Π. 860/2018, Α.Π. 766/2017).
Από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., επισκόπηση της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο κεφάλαιο αυτής, προκύπτει ότι το Εφετείο δέχθηκε τα ακόλουθα: "Οι δύο πρώτοι ενάγοντες Π. Π. και Η. Π. είναι παντρεμένοι από το έτος 1977, ενώ η τρίτη και ο τέταρτος των εναγόντων...
τυγχάνουν τέκνα τους, διαμένουν δε όλοι μαζί στην περιοχή της Αγίας Παρασκευής... και με τους εναγόμενους δεν διατηρούσαν ουδέποτε ούτε οικογενειακώς ούτε προσωπικώς οιαδήποτε σχέση ούτε και τους γνώριζαν πριν από το έτος 2008. Την 26/8/2008, η πρώτη ενάγουσα... έπεσε θύμα κλοπής της προσωπικής της τσάντας, η οποία περιείχε σωρεία χρήσιμων νομιμοποιητικών εγγράφων της,...
από τα οποία προέκυπτε η διεύθυνση και τα στοιχεία ταυτότητας απάντων των εναγόντων, το δε ως άνω περιστατικό... αποτέλεσε την απαρχή μιας σειράς ενοχλήσεων, διαταράξεων και εξυβριστικών συμπεριφορών σε βάρος τους. Ειδικότερα, το βράδυ της 26/8/2009 προς την 27/8/2008 και περί ώρα 3.20', τέσσερα άτομα επιβαίνοντα σε αυτοκίνητο μάρκας ALPHA ROMEO στάθμευσαν το ως άνω όχημα έξωθεν της οικίας των εναγόντων και άρχισαν να κτυπούν επίμονα και βίαια το κουδούνι της εσωτερικής πόρτας της ανωτέρω οικίας τους, ενώ συγχρόνως τους εξύβριζαν και τους απειλούσαν...
Τα ανωτέρω άτομα ήταν άγνωστα στους ενάγοντες και με τις ενέργειές τους αυτές, τους προκλήθηκε (στους ενάγοντες) τρόμος και πανικός. Αμέσως οι ενάγοντες κάλεσαν την Άμεσο Δράση..., πλην όμως όταν κατέφθασε το όχημα της Άμεσης Δράσης, οι τελευταίοι είχαν ήδη αποχωρίσει και εξαφανιστεί.. το ως άνω περιστατικό εκτυλίχθηκε και πάλι α) το βράδυ της 27ης προς 28η-8-2008, οπότε και πάλι οι μέχρι τότε άγνωστοι στους ενάγοντες δράστες χτυπούσαν επίμονα και βίαια το κουδούνι της εσωτερικής πόρτας της οικίας τους, ενώ συγχρόνως τους εξύβριζαν και τους απειλούσαν..., β) το βράδυ της 29ης προς 30ης-8-2008 επαναλήφθηκαν ομοίως τα προαναφερόμενα περιστατικά και οι δράστες επιπλέον εκτόξευαν αυγά προς την οικία των εναγόντων, γ) το βράδυ της 1ης προς 2η-9-2008 και πάλι οι μέχρι τότε άγνωστοι δράστες χτυπούσαν επίμονα και βίαια το κουδούνι της εσωτερικής πόρτας των εναγόντων, ενώ συγχρόνως τους εξύβριζαν και τους απειλούσαν..., δ) το βράδυ της 4ης προς 5η-9-2008 μεταξύ 2.00 και 3.000, οι ως άνω δράστες επανήλθαν αυτή τη φορά αυτοκίνητο μάρκας OPEL VECTRA, γκρι ασημί χρώματος, εκτοξεύοντας και πάλι απειλές και εξυβρίζοντας τους ενάγοντες, ενώ ταυτόχρονα χτυπούσαν μανιωδώς το κουδούνι της οικίας τους, μετά δε από λίγο αποχώρησαν προσωρινά και επανήλθαν πετώντας αυγά προς τους τοίχους της οικίας των εναγόντων.
Τότε η πρώτη ενάγουσα καθ' υπόδειξη των αστυνομικών οργάνων ρώτησε τους δράστες για ποιο λόγο τους ενοχλούσαν καθημερινά και τι ήθελαν από αυτούς (ενάγοντες). Η απάντηση δε που έλαβε ήταν η εξής: 'κατέβα κάτω μωρή να σε...' και άλλες βωμολοχίες, τις οποίες όμως οι ενάγοντες δεν άντεξαν ψυχολογικά να ακούσουν και να απομνημονεύσουν.
Κλήθηκε και πάλι η Άμεσος Δράση, η οποία και πάλι έφθασε καθυστερημένα, αφού οι δράστες είχαν εξαφανιστεί, ε) το βράδυ της 5ης προς 6η/9/2008, πάλι περί ώρα 2.00 και 3.00 το ίδιο ως άνω περιστατικό επαναλήφθηκε αυτή τη φορά όμως,... ο δεύτερος ενάγων αναγκάστηκε να τους αναμείνει στο μπαλκόνι της οικίας τους, προκειμένου να φωτογραφίσει το όχημά τους, το οποίο και έπραξε, όταν δε οι δράστες τον αντιλήφθηκαν άρχισαν και πάλι να τον εξυβρίζουν...
και μετά εξαφανίστηκαν, στ) το βράδυ της 12ης προς 13ης/9/2008 μεταξύ 2.00 και 3.00, οι ως άνω δράστες επανέλαβαν την προπεριγραφόμενη συμπεριφορά σε βάρος των εναγόντων, επιβαίνοντας σε όχημα μάρκας OPEL VECTRA, το οποίο ο δεύτερος των εναγόντων, αναμένοντας στο μπαλκόνι της οικίας τους, κατάφερε να αποθανατίσει και ζ) το βράδυ της 15ης προς 16η/9/2008 μεταξύ πάλι 2.00 προς 3.00, το ως άνω περιστατικό επαναλήφθηκε από τους ίδιους δράστες με εκτόξευση ύβρεων και απειλών σε βάρος των εναγόντων.
Στη συνέχεια, στις 23/9/2008, η πρώτη ενάγουσα, έχοντας στη διάθεσή της, μέσω των φωτογραφιών που είχε λάβει ο δεύτερος ενάγων, τους αριθμούς κυκλοφορίας των αυτοκινήτων, στα οποία επέβαιναν οι ως άνω δράστες, κατά τη διάρκεια των επιθέσεων σε βάρος τους, απευθύνθηκε στην Εισαγγελία Πρωτοδικών Αθηνών, όπου κατήγγειλε τις προαναφερθείσες επιθέσεις, λαμβάνοντας σχετικά εισαγγελική παραγγελία, βάσει της οποίας το Αστυνομικό Τμήμα Αγίας Παρασκευής εντελλόταν να διερευνήσει την ταυτότητα των ιδιοκτητών των με αριθμό κυκλοφορίας ...
και ... ΙΧΕ μάρκας ALPHA ROMEO και OPEL VECTRA αντίστοιχα και να τους καλέσει προς εξέταση και συστάσεις, η οποία ωστόσο δεν εκτελέστηκε, γι' αυτό και η πρώτη ενάγουσα απευθύνθηκε εκ νέου στην Εισαγγελία Πρωτοδικών Αθηνών, την 9/10/2008, λαμβάνοντας μια ανάλογη με την προηγηθείσα εισαγγελική παραγγελία, η οποία απευθυνόταν αυτή τη φορά προς το Τμήμα Ασφαλείας της Αγίας Παρασκευής.
Σε εκτέλεση δε της δεύτερης εισαγγελικής παραγγελίας, κλήθηκαν... όλοι οι εναγόμενοι. Ειδικότερα, στις 10/10/2008 και περί ώρα 10.30', προσήλθε... ο πρώτος εναγόμενος Γ. Σ., όπου δήλωσε ότι είχε πάει κάποιες φορές με το υπ' αριθμ. κυκλοφορίας ... αυτοκίνητό του και χτύπησε το κουδούνι για πλάκα στην προαναφερόμενη οικία των εναγόντων μαζί με τους φίλους τους λοιπούς τρεις εναγομένους, τους οποίους κατονόμασε.
Στις 11/11/2008 προσήλθαν στο ως άνω Τμήμα Ασφαλείας ο δεύτερος και ο τρίτος των εναγομένων, Ι. Ζ. και Ι. Π., οι οποίοι αποδέχθηκαν ότι πράγματι μετέβησαν μαζί με τον πρώτο και τον τέταρτο των εναγομένων στην οικία των εναγόντων και χτύπησαν το κουδούνι της οικίας τους χάριν αστειότητας, ο δε εναγόμενος Γ. Σ. ήταν αυτός που εξαπέλυε τις ύβρεις σε βάρος της πρώτης ενάγουσας, πρόσθεσαν δε ότι είχαν δεχθεί τηλεφωνική σύσταση από τον πρώτο και τον τέταρτο των εναγομένων να αρνηθούν στους αστυνομικούς ότι τέλεσαν τις ως άνω πράξεις..
Περί των ανωτέρω σαφείς και πειστικές κρίνονται οι από 11/2/2009 προανακριτικές καταθέσεις ενώπιον της Πταισματοδίκου Χαλανδρίου, του γείτονα των εναγόντων Κ. Κ.... και συγχρόνως η κόρη της πρώτης ενάγουσας καταθέτει όλα τα προαναφερόμενα πραγματικά περιστατικά... Επίσης, ο μάρτυρας των εναγόντων Κ. Ζ., με την ιδιότητα του Διευθυντή Ασφαλείας στην Υποδιεύθυνση Ασφαλείας Βορειοανατολικής Αττικής, εξ ιδίας αντιλήψεως γνωρίζοντας, σαφώς καταθέτει ότι ο πρώτος εναγόμενος Γ.
Σ., κληθείς να καταθέσει στο Άνω Τμήμα Ασφαλείας, του εκμυστηρεύτηκε ότι ήταν αυτός ένας από τους δράστες και στη συνέχεια αποκάλυψε τα ονόματα των λοιπών εναγομένων. Πρέπει να σημειωθεί ότι το με αριθμό ... ΙΧΕ μάρκας ALPHA ROMEO ανήκε, κατά τον επίδικο χρόνο, στον Γ. Σ., ενώ το με αριθμό κυκλοφορίας ... ΙΧΕ μάρκας OPEL VECTRA ανήκε στον τέταρτο εναγόμενο Μ.
Π.. Τα ανωτέρω οχήματα φωτογραφήθηκαν και εντοπίστηκαν από το δεύτερο ενάγοντα και με βάση τις πινακίδες κυκλοφορίας τους εντοπίστηκαν οι δύο δράστες των ανωτέρω δικαιοπραξιών, πρώτος και τέταρτος των εναγομένων. Τα ονόματα δε των λοιπών δύο εναγομένων γνωστοποιήθηκαν στον ανωτέρω Διευθυντή του Υποκαταστήματος Ασφαλείας ΒΑ Αττικής από τον Γ.
Σ. στις 10/10/2008, οπότε και κλήθηκαν προς κατάθεση οι Ι. Ζ. και Ι. Π., την επομένη, ήτοι στις 11/10/2008 και δεν μετέβησαν στο ως άνω Τμήμα προς υποστήριξη των φίλων τους, πρώτο και τέταρτο των εναγομένων, όπως αβάσιμα ισχυρίζονται οι ίδιοι. Τα ανωτέρω περιστατικά προκύπτουν σαφώς από το με αριθμό πρωτοκόλλου 1020/28413/1-α/21-10-2008 αντίγραφο του δελτίου αδικημάτων-συμβάντων του Τμήματος Ασφαλείας Αγίας Παρασκευής, που υπογράφει ο Διοικητής του Τμήματος...
Το δε έγγραφο δε αυτό ως δημόσιο έγγραφο αποτελεί πλήρη απόδειξη για όλους ως προς όσα βεβαιώνονται στο έγγραφο ότι έγιναν από το πρόσωπο που το συνέταξε και ότι έγιναν ενώπιόν του, κατά τις διατάξεις των άρθρων 438 και 440 του Κ.Πολ.Δ... ο ισχυρισμός του τέταρτου εναγόμενου ότι κατά το χρονικό διάστημα από 27/8/2008 έως και 10/9/2008 βρισκόταν σε θερινές διακοπές στο Αίγιο δεν επιβεβαιώνεται από κανένα αποδεικτικό στοιχείο, ενώ ο ισχυρισμός του ότι εργαζόταν μέχρι και τις πρώτες πρωινές ώρες της 27ης/8/2008 ουδόλως αναιρεί τη δυνατότητά του να συμμετέχει με τους λοιπούς εναγόμενους στις 3.20' περίπου της 27ης/8/2008 στα τεκτενόμενα γεγονότα εκείνης της ημέρας σε βάρος των εναγόντων.
Εξάλλου, οι φίλοι του λοιποί εναγόμενοι σαφώς τον κατονομάζουν ως συμμέτοχο στα προαναφερόμενα πραγματικά περιστατικά ...ο Μ. Π. εντοπίστηκε με βάση τις πινακίδες του αριθμού κυκλοφορίας του ως άνω OPEL VECTRA, ιδιοκτησίας του πατέρα του, το οποίο είχε φωτογραφήσει ο δεύτερος ενάγων κατά τη διάρκεια 'επισκέψεως' των εναγομένων τα βράδια της 4ης προς 5η/9/2009 και της 12ης προς 13η/9/2008 στην οικία τους.
Επιπλέον, ο μάρτυρας του τέταρτου κατηγορούμενου Π. Λ., όσα βεβαιώνει ενόρκως τα γνωρίζει από τις διηγήσεις προς αυτόν του τέταρτου εναγομένου. Ο ίδιος ως άνω μάρτυρας κρίνεται μειωμένης αξιοπιστίας, καθόσον στην πρόσφατη βεβαίωσή του... αναφέρει ότι στις 26/8/2008 ο εκκαλών κάλυπτε ένα διεθνή ποδοσφαιρικό αγώνα για λογαριασμό ενός αθλητικού ειδησιογραφικού site..., πλην όμως ενθυμείται δέκα (10) έτη μεταγενέστερα ότι στις 27/8/2008 ο εκκαλών είχε πάει διακοπές στο Αίγιο όπου και παρέμεινε μέχρι το πρώτο δεκαήμερο του Σεπτεμβρίου, το οποίο όμως δεν θυμόταν και δεν ανέφερε το έτος 2010, καθόν χρόνο κατέθεσε ενώπιον της κ.
Πταισματοδίκου. Επίσης, οι μάρτυρες του τέταρτου εναγομένου κ. Ι.-Τ., με την ιδιότητα του γείτονα των εναγόντων αλλά και φίλου και συμμαθητή των εναγομένων καθώς και ο Γ. Μπλάνας, ως φίλος του 4ου εναγομένου ουδέν βεβαίωσαν ενόρκως για τα κρίσιμα πραγματικά περιστατικά...". Υπό τις ως άνω παραδοχές, το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, αφού συνεκδίκασε τις εφέσεις των εναγομένων, απέρριψε τυπικά την έφεση του εξ αυτών Ι.
Ζ. (μη διαδίκου στην αναιρετική δίκη), δέχθηκε τυπικά και κατ' ουσία τις λοιπές, μεταξύ των οποίων και την έφεση του (τέταρτου) εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος, λόγω ερημοδικίας του στην πρωτοβάθμια δίκη, κατ' άρθρο 528 του Κ.Πολ.Δ., εξαφάνισε την εκκληθείσα απόφαση, κράτησε την υπόθεση και δέχθηκε εν μέρει την αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων.
Έτσι που έκρινε το Εφετείο, με σαφήνεια και επάρκεια, χωρίς αντιφατικές ή ενδοιαστικές κρίσεις, δέχθηκε την εξακολουθητική αδικοπρακτική συμπεριφορά του αναιρεσείοντος, ο οποίος, από κοινού με τρία ακόμη άτομα, φίλους του (επίσης εναγόμενους, που άσκησαν αντίστοιχες εφέσεις, οι οποίοι, όμως, δεν μετέχουν στην αναιρετική δίκη), επέδειξε, επανειλημμένα και εντελώς απρόκλητα, σε βάρος των εναγόντων και ήδη αναιρεσιβλήτων, τους οποίους δεν γνώριζε (όπως και οι λοιποί δράστες), άκρως εξυβριστική, απειλητική και προσβλητική για την προσωπικότητά τους συμπεριφορά, προκαλώντας σε αυτούς φόβο, ανησυχία και προσβολή της τιμής και της υπόληψής τους και μάλιστα, κατά τρόπο, ώστε τα ανωτέρω να γίνουν αντιληπτά σε γείτονες και περιοίκους τους.
Οι αιτιάσεις του αναιρεσείοντος, όπως διατυπώνονται στο τρίτο σκέλος του τρίτου λόγου της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης, με το οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. αναιρετική πλημμέλεια και συγκεκριμένα ότι διαλαμβάνονται σ' αυτήν ασαφείς και ανεπαρκείς αιτιολογίες σχετικά με τη θεμελίωση του αποδεικτικού της πορίσματος, είναι απαράδεκτες, προεχόντως, λόγω αοριστίας του αναιρετηρίου, καθόσον το μεν δεν αναφέρεται και μάλιστα ενάριθμα ο κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, που φέρεται ότι παραβιάστηκε εκ πλαγίου, ώστε να καθίσταται δυνατός ο αναιρετικός έλεγχος της ακολουθίας της δικανικής κρίσης, ως προς την εφαρμογή τούτου (κανόνα δικαίου) για ζήτημα που έχει ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, δηλαδή, αν τα περιστατικά, που το Εφετείο, ανελέγκτως, δέχθηκε ως αποδειχθέντα και παρατίθενται στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού της αναιρεσιβαλλομένης, καλύπτουν ή όχι όλα τα στοιχεία του πραγματικού του (κανόνα δικαίου), για την επέλευση της απαγγελθείσας έννομης συνέπειας, το δε δεν εντοπίζονται στις παραδοχές της προσβαλλομένης οι ασάφειες και οι ανεπάρκειες καθώς ποία επιπλέον στοιχεία έπρεπε να παρατίθενται σ' αυτήν για την πληρότητα της αιτιολογίας και σε τι συνίσταται η αντίφαση, επιπροσθέτως δε γιατί, υπό το πρόσχημα της ανωτέρω αναιρετικής πλημμέλειας, κατ' ουσίαν, βάλλεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων και δη η στάθμιση και συναξιολόγηση των αποδεικτικών μέσων.
Σε κάθε περίπτωση, οι αιτιάσεις του αναιρεσείοντος είναι ούτως ή άλλως αβάσιμες, καθόσον, όπως προεκτίθεται, στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση παρατίθενται με πληρότητα και σαφήνεια όλα τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία θεμελιώνουν το αποδεικτικό πόρισμα της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 11 περ. γ' του Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα, που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν. Ο λόγος αυτός αναίρεσης ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη του υποστατά και έγκυρα αποδεικτικά μέσα, που παραδεκτά επικαλέσθηκε ο αναιρεσείων και νόμιμα προσκόμισε ο ίδιος ή οποιοσδήποτε από τους λοιπούς διαδίκους, προς άμεση ή έμμεση απόδειξη ή ανταπόδειξη κρίσιμων γεγονότων ή λυσιτελών ισχυρισμών, δηλαδή νόμιμων ισχυρισμών, που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, διαμορφώνοντας το διατακτικό της απόφασης (Ολ.
Α.Π. 42/2002), το οποίο θα ήταν διαφορετικό, χωρίς τη σχετική παράλειψη, εφόσον βέβαια προτάθηκαν παραδεκτά στο δικαστήριο της ουσίας. Για την ίδρυση πάντως του παραπάνω λόγου αναίρεσης αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για τη λήψη υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας επικληθέντων και προσκομισθέντων αποδεικτικών μέσων, τα οποία όφειλε αυτό να λάβει υπόψη του για τη θεμελίωση αποδεικτικού πορίσματος, σχετικά με ζήτημα που έχει ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης.
Ωστόσο, στην προσβαλλόμενη απόφαση δεν είναι ανάγκη να γίνεται ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση κάθε αποδεικτικού μέσου, αρκεί να προκύπτει με βεβαιότητα από το όλο περιεχόμενο της απόφασης ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα, που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, έστω και αν στην απόφαση έχει γίνει ιδιαίτερη αναφορά σε ορισμένα μόνο από τα αποδεικτικά μέσα, επειδή θεωρήθηκαν μεγαλύτερης σημασίας κατά την ελεύθερη κρίση του δικαστηρίου (Α.Π. 136/2022, Α.Π. 645/2021, Α.Π. 26/2020, Α.Π. 393/2018), χωρίς ανάγκη ειδικής αξιολογήσεως καθενός και χωρίς διάκριση από ποια αποδεικτικά μέσα προκύπτει άμεση και από ποια έμμεση απόδειξη.
Στην προκειμένη περίπτωση, με το πρώτο σκέλος του πρώτου λόγου της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση ο ανωτέρω αναιρετικός λόγος, συνιστάμενος στο ότι δεν καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο ότι το Εφετείο, προκειμένου να σχηματίσει πλήρη δικανική πεποίθηση, έλαβε υπόψη τις υπό του αναιρεσείοντος νομίμως επικληθείσες και προσκομισθείσες 309/22-3-2019, 310/22-3-2019 και 312/22-3-2019 ένορκες βεβαιώσεις του Π.
Λ., της Π. Β.-Π. και του Κ. Ι., αντίστοιχα. Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, καθόσον από μεν τη σχετική βεβαίωση στο προοίμιο της ελάσσονος προτάσεως του δικανικού συλλογισμού της αναιρεσιβαλλομένης προκύπτει ότι, για το σχηματισμό του αποδεικτικού πορίσματος, το Εφετείο έλαβε υπόψη όλα τα κατ' είδος επικληθέντα και προσκομισθέντα από τους διαδίκους, αποδεικτικά μέσα, μεταξύ των οποίων και τις ανωτέρω ένορκες βεβαιώσεις, ενώ, από τις αιτιολογίες της εν λόγω απόφασης δεν καταλείπεται αμφιβολία ότι, για τη διαμόρφωση του αποδεικτικού του πορίσματος, έλαβε υπόψη, συνεκτίμησε και συναξιολόγησε, μετά των λοιπών αποδεικτικών μέσων και τις φερόμενες ως αγνοηθείσες ένορκες βεβαιώσεις, τις οποίες, μνημονεύει ρητά κατά περιεχόμενο, χωρίς να ασκεί έννομη συνέπεια το γεγονός ότι προσέδωσε στους ανωτέρω ενόρκως βεβαιώσαντες μειωμένη αξιοπιστία.
Με τη διάταξη του αριθμού 11 περ. β' του άρθρου 559 του KΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται (και) αν το δικαστήριο, παρά το νόμο, έλαβε υπόψη αποδείξεις που δεν προσκομίστηκαν. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, σε συνδυασμό και προς τις διατάξεις των άρθρων 106, 237 παρ. 1β, 238, 346 και 453 παρ.1 του Κ.Πολ.Δ., ως αποδείξεις που δεν προσκομίστηκαν νοούνται και εκείνες, που προσκόμισε ο διάδικος, χωρίς να τις επικαλεστεί με τις προτάσεις του, κατά τρόπο ειδικό, σαφή και ορισμένο, ώστε να προκύπτει η ταυτότητα του επικαλούμενου αποδεικτικού μέσου (Α.Π. 149/2020) και αφορούν σε ουσιώδη πραγματικό ισχυρισμό που επιδρά στο διατακτικό της απόφασης.
Για το ορισμένο του λόγου τούτου πρέπει να προσδιορίζεται στο αναιρετήριο το αποδεικτικό μέσο, το οποίο λήφθηκε υπόψη, χωρίς να προσκομιστεί με επίκληση, ο ισχυρισμός, προς απόδειξη του οποίου λήφθηκε υπόψη το εν λόγω αποδεικτικό μέσο καθώς και ο λόγος, για τον οποίο δεν έπρεπε να ληφθεί υπόψη (Ολ.Α.Π. 911/2002, Α.Π. 24/2021, Α.Π. 229/2020, Α.Π. 216/2019).
Ο συγκεκριμένος αναιρετικός λόγος δεν ιδρύεται, αν το δικαστήριο βεβαιώνει στην απόφασή του ότι θα κατέληγε στο ίδιο αποδεικτικό πόρισμα είτε λάμβανε υπόψη είτε όχι το επίμαχο αποδεικτικό στοιχείο, αν στήριξε τη δικανική του πεποίθηση κυρίως σε άλλα αποδεικτικά μέσα ή αν το δικαστήριο μνημονεύει το αποδεικτικό μέσο απλώς διηγηματικά, χωρίς να θεμελιώνει (και) σ' αυτό το αποδεικτικό του πόρισμα (Α.Π. 220/2014, Α.Π. 257/2008, Α.Π. 1185/1995).
Στην προκειμένη περίπτωση, με το δεύτερο σκέλος του πρώτου λόγου και το δεύτερο σκέλος του τρίτου λόγου της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η ανωτέρω αναιρετική πλημμέλεια, συνιστάμενη στο ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη, μη προσκομισθέντα αποδεικτικά μέσα, ήτοι, αντίστοιχα α) την κατάθεση του μάρτυρα Π.
Λ., ενώπιον της Πταισματοδίκου, το έτος 2010 και β) την ένορκη κατάθεση της τρίτης των εναγόντων και ήδη αναιρεσιβλήτων ενώπιον της Πταισματοδίκου Χαλανδρίου. Οι αιτιάσεις αυτές είναι απαράδεκτες, λόγω αοριστίας του αναιρετηρίου, καθόσον δεν καθορίζεται επακριβώς η ταυτότητα των συγκεκριμένων αποδεικτικών μέσων, επιπροσθέτως δε, καθόσον αφορά στην κατάθεση του Π.
Λάρδα και για το λόγο ότι το Εφετείο, όπως προκύπτει από τις προεκτιθέμενες παραδοχές της αναιρεσιβαλλομένης, θεμελίωσε το αποδεικτικό του πόρισμα, κυρίως, σε άλλα αποδεικτικά μέσα, τα οποία αναλυτικά παραθέτει και αξιολογεί, παρέθεσε δε την ως άνω προανακριτική κατάθεση, συμπληρωματικά, προς ενίσχυση και επιβεβαίωση όσων έχει ήδη δεχθεί ως αποδειχθέντα.
Σε κάθε περίπτωση, οι αιτιάσεις, που αφορούν στην προανακριτική κατάθεση της τρίτης των εναγόντων και ήδη αναιρεσειόντων, είναι αβάσιμες, καθόσον, από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 562 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., επισκόπηση των από 28-3-2019 έγγραφων προτάσεων των εναγόντων-εφεσιβλήτων και ήδη αναιρεσειόντων ενώπιον του δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου, προκύπτει ότι γίνεται νόμιμη επίκληση του εν λόγω αποδεικτικού μέσου στο υπό στοιχείο 18 του σχετικού καταλόγου.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 11 περ. α' του Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που δεν περιλαμβάνονται στα απαριθμούμενα στο άρθρο 339 του ίδιου Κώδικα ή περιλαμβάνεται μεν σ' αυτά, δεν επιτρέπεται, όμως, η χρήση τους στη συγκεκριμένη περίπτωση. Στα επιτρεπόμενα αποδεικτικά μέσα για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων περιλαμβάνονται, εκτός των άλλων, οι προανακριτικές καταθέσεις της ποινικής διαδικασίας των διαδίκων ή τρίτων, εφόσον προσκομίστηκαν παραδεκτά στο δικαστήριο της ουσίας.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 528 του Κ.Πολ.Δ., όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 44 παρ. 2 του ν. 3994/2011, με την οποία ρυθμίζονται τα αποτελέσματα της έφεσης κατά αποφάσεως που εκδόθηκε ερήμην του εκκαλούντος, προκύπτει ότι η εκκαλούμενη απόφαση εξαφανίζεται μέσα στα όρια που καθορίζονται από την έφεση και τους πρόσθετους λόγους και ο εκκαλών δικαιούται να προβάλει όλους τους ισχυρισμούς, που μπορούσε να προβάλει πρωτοδίκως, εντός των ορίων του μεταβιβαστικού αποτελέσματος.
Μετά την εξαφάνιση της απόφασης, χωρεί νέα συζήτηση της αγωγής ενώπιον του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, κατά την οποία ο εκκαλών μπορεί να προτείνει όλους τους πραγματικούς ισχυρισμούς, τους οποίους είχε δικαίωμα να προτείνει και πρωτοδίκως, ενώ, παράλληλα, έχει δικαίωμα να προσκομίσει κάθε επιτρεπόμενο αποδεικτικό μέσο και να εξετάσει και μάρτυρες, ώστε να έχει τη δυνατότητα της αποδεικτικής υποστήριξης των ισχυρισμών του.
Στην προκειμένη περίπτωση, με το τρίτο σκέλος του πρώτου λόγου αποδίδεται στην αναιρεσιβαλλομένη η αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 11 α' του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., συνισταμένη στο ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε μη επιτρεπόμενο κατά νόμο αποδεικτικό μέσο και συγκεκριμένα την ένορκη κατάθεση του μάρτυρα Κ.
Ζ., ο οποίος εξετάσθηκε στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, με επιμέλεια των εναγόντων, παρότι ο τότε εναγόμενος-εκκαλών και ήδη αναιρεσείων δεν παραστάθηκε και, συνεπώς, δεν είχε τη δυνατότητα να υποβάλει ενστάσεις, να θέσει ερωτήματα στον ως άνω μάρτυρα και να αμφισβητήσει την κατάθεσή του.
Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, καθόσον το Εφετείο παραδεκτώς έλαβε υπόψη το ως άνω αποδεικτικό μέσο, εφόσον, η τυχόν ερημοδικία διαδίκου στο Πρωτοβάθμιο δικαστήριο δεν καθιστά μη επιτρεπόμενο αποδεικτικό μέσο, για το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, την ένορκη κατάθεση μάρτυρα του αντιμωλία δικασθένος αντιδίκου του, που έγινε ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, αλλά και σε κάθε περίπτωση, τα πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης, στα οποία περιέχεται η ως άνω ένορκη κατάθεση, προσκομίστηκαν μετ' επικλήσεως από τους εναγόμενους-εφεσίβλητους και ήδη αναιρεσείοντες.
Σημειωτέον ότι με βάση την αρχή της ισότητας, κατά τα στην ανωτέρω νομική σκέψη εκτιθέμενα, ο αναιρεσείων είχε δικαίωμα να εξετάσει ενώπιον του Εφετείου μάρτυρες και να προσκομίσει αποδεικτικά μέσα, προς υποστήριξη των ισχυρισμών του και απόκρουση των ισχυρισμών των αντιδίκων του. Τέλος, δεν αποτελεί ανεπίτρεπτο αποδεικτικό μέσο η προανακριτική κατάθεση της Α.-Θ.
Π., στο πλαίσιο της ανοιγείσας μεταξύ των διαδίκων ποινικής δίκης, λόγω της ιδιότητάς της ως διαδίκου στην πολιτική δίκη (τρίτης των εναγόντων-εφεσιβλήτων και ήδη αναιρεσιβλήτων), καθόσον αυτή θεωρείται "έγγραφο" προς συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων και συνεπώς, το Εφετείο παραδεκτώς την έλαβε υπόψη και την εκτίμησε ελεύθερα για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, οι δε περί του αντιθέτου αιτιάσεις του αναιρεσείοντος, τις οποίες, επικουρικώς, υποστηρίζει στο δεύτερο σκέλος του τρίτου λόγου της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης, με τις οποίες προσάπτει στην αναιρεσιβαλλομένη την ανωτέρω αναιρετική πλημμέλεια, τυγχάνουν αβάσιμες.
Από τη διάταξη του αριθμού 12 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., κατά την οποία αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο παραβίασε τους ορισμούς του νόμου, σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων, συνάγεται ότι ιδρύεται στην περίπτωση αυτή λόγος αναίρεσης και όταν το δικαστήριο προσέδωσε σε αποδεικτικό μέσο αυξημένη δύναμη, που δεν την είχε κατά νόμο ή αρνήθηκε να αναγνωρίσει τέτοια δύναμη σε αποδεικτικό μέσο, που δεσμευτικά ορίζει ο νόμος (Α.Π. 348/2021, Α.Π. 218/2020).
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 438 του Κ.Πολ.Δ., έγγραφα που έχουν συνταχθεί, κατά τους νόμιμους τύπους, από δημόσιο υπάλληλο ή λειτουργό ή πρόσωπο που ασκεί δημόσια υπηρεσία ή λειτουργία, αποτελούν πλήρη απόδειξη για όλους, ως προς όσα βεβαιώνονται στο έγγραφο ότι έγιναν από το πρόσωπο που συνέταξε το έγγραφο η ότι έγιναν ενώπιόν του, αν το πρόσωπο αυτό είναι καθ` ύλην και κατά τόπον αρμόδιο να κάνει αυτή τη βεβαίωση και ανταπόδειξη, επιτρέπεται μόνο με προσβολή του εγγράφου ως πλαστού, ενώ κατά τη διάταξη του άρθρου 440 του ιδίου Κώδικα, τα έγγραφα που αναφέρονται στα άρθρα 438 και 439 αποτελούν πλήρη απόδειξη για όλους, ως προς όσα βεβαιώνονται σ` αυτά, την αλήθεια των οποίων όφειλε να διαπιστώσει εκείνος που έχει συντάξει το έγγραφο, επιτρέπεται όμως ανταπόδειξη.
Η τελευταία αυτή διάταξη του άρθρου 440 του Κ.Πολ.Δ. είναι συμπληρωματική της πρώτης και ρυθμίζει τις περιπτώσεις εκείνες που βεβαιώνεται στο δημόσιο έγγραφο ορισμένο γεγονός, την αλήθεια του οποίου όφειλε να διαπιστώσει εκείνος που έχει συντάξει το έγγραφο, οπότε ναι μεν υπάρχει και πάλι πλήρης απόδειξη, πλην όμως επιτρέπεται ανταπόδειξη, χωρίς ν` απαιτείται να προσβληθεί το δημόσιο έγγραφο για πλαστότητα, όπως αντιθέτως συμβαίνει επί ενεργειών στις οποίες προέβη εκείνος που έχει συντάξει το έγγραφο ή περί γεγονότων που έλαβαν χώρα ενώπιον του (Α.Π. 348/2021, Α.Π. 601/2020, Α.Π. 445/2019, Α.Π. 883/2013).
Ως προς τις περιεχόμενες στο δημόσιο έγγραφο δηλώσεις τρίτων, την αλήθεια των οποίων δεν όφειλε να διακριβώσει ο συντάξας τούτο, τότε το έγγραφο αυτό εκτιμάται ελεύθερα για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων. Στην προκειμένη περίπτωση, με το δεύτερο λόγο της αίτησης αναίρεσης, ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την ανωτέρω αναιρετική πλημμέλεια, συνισταμένη στο ότι το Εφετείο προσέδωσε, παρά το νόμο, αυξημένη αποδεικτική δύναμη στο από 21-10-2008 απόσπασμα του Δελτίου Συμβάντων του Τμήματος Ασφαλείας Αγίας Παρασκευής, ως προς ζήτημα κρίσιμο για την έκβαση της δίκης και δη ως προς τη συμμετοχή του αναιρεσείοντος στις ενέργειες, στις οποίες προέβησαν οι λοιποί εναγόμενοι-εκκαλούντες, σε βάρος των εναγόντων-εφεσιβλήτων και ήδη αναιρεσιβλήτων.
Όπως προκύπτει από τις προπαρατιθέμενες παραδοχές της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης το Εφετείο, ορθώς, δέχθηκε την αυξημένη αποδεικτική δύναμη του ως άνω δημόσιου εγγράφου, μόνον, ως προς όσα έλαβαν χώρα ενώπιον του συντάξαντος τούτο αστυνομικού, δηλαδή, ως προς την εμφάνιση των εναγομένων στο Τμήμα Ασφαλείας Αγίας Παρασκευής, προς παροχή εξηγήσεων επί των καταγγελιών των εναγόντων, ενώ, εκτίμησε ελεύθερα τις δηλώσεις τούτων (εναγομένων), που καταχωρίστηκαν στο ως άνω έγγραφο, σχετικά με τη συμμετοχή του αναιρεσείοντος στη διάπραξη των προαναφερόμενων άδικων πράξεων σε βάρος των εναγόντων και ήδη αναιρεσιβλήτων, τις οποίες αξιολόγησε, σε συνδυασμό και με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα, προκειμένου να διαμορφώσει το αποδεικτικό του πόρισμα.
Συνεπώς, ο περί του αντιθέτου δεύτερος λόγος της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης είναι αβάσιμος. Κατόπιν αυτών και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος προς έρευνα, η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως πρέπει ν' απορριφθεί και να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο, ενόψει της ήττας του αναιρεσείοντος (άρθρο 495 παρ. 3 Β περ.δ' του Κ.Πολ.Δ.). Δικαστικά έξοδα δεν ορίζονται, λόγω της ερημοδικίας των αναιρεσιβλήτων.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 12-5-2021 (3274/456/14-5-2021) αίτηση του Μ. Π. του Γεωργίου για αναίρεση της 5976/2019 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.
ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του παραβόλου, που κατέθεσε ο αναιρεσείων.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, την 1η Ιουνίου 2022.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 25 Ιουλίου 2022.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ