Supreme Court dismisses appeal for lack of legal interest when lower court rejects suit as inadmissible.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request for cassation against the Court of Appeal's decision rejecting the suit for lack of legal interest. The appellant argued the lower court failed to provide sufficient reasoning under Article 559 of the Civil Procedure Code, but the Court held that such a ground for appeal does not apply when a suit is declared inadmissible without examining substantive facts. Consequently, the appeal was rejected, costs were awarded to the appellant, and the original judgment stood.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559, 93 of the Constitution; The ground for appeal under Article 559(19) of the Civil Procedure Code for insufficient or contradictory reasoning does not apply when a suit is declared inadmissible or unfounded, as the court did not examine substantive facts.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1337 / 2021 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1337/2021
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Χριστοδούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Μαρία Μουλιανιτάκη, Μαρουλιώ Δαβίου-Απέργη, Μαρία Κουφούδη, Κανέλλα Τζαβέλλα-Δημαρά - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 8 Σεπτεμβρίου 2021, με την παρουσία και του Γραμματέα Παναγιώτη Μπούκη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Χ. Π. του Θ. και Μ., κατοίκου …., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Κυριακή Ιωαννίδου-Κουδρόγλου που ανακάλεσε την από 6-9-2021 δήλωση για παράσταση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, παραστάθηκε στο ακροατήριο και κατέθεσε προτάσεις.
Της αναιρεσιβλήτου: Μ. χήρας Θ. Π., το γένος Ι. και Χ. Γ., κατοίκου …, η οποία δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.
Στο σημείο αυτό, η δικηγόρος Αικατερίνη Γιουλδάση, αφού έλαβε το λόγο από τον Πρόεδρο, δήλωσε ότι η αναιρεσίβλητη απεβίωσε στις 22-1-2021 σύμφωνα με την προσκομισθείσα υπ' αριθμό …/…/2021 ληξιαρχική πράξη θανάτου του ληξιάρχου του Δήμου Θεσσαλονίκης, και την παρούσα δίκη συνεχίζει ο μοναδικός εκ διαθήκης κληρονόμος αυτής Κ. Π. του Θ. και Μ., κάτοικος ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την ίδια ως άνω πληρεξούσια δικηγόρο και κατέθεσε προτάσεις.
Στο σημείο αυτό, η πληρεξούσια της ως άνω αναιρεσείουσας, αφού έλαβε το λόγο από τον Πρόεδρο, ζήτησε την αναβολή της συζήτησης της κρινόμενης αίτησης σε μεταγενέστερη δικάσιμο, για τους λόγους που ανέπτυξε. Το Δικαστήριο, αφού διασκέφθηκε με την παρουσία και του Γραμματέα του, απέρριψε το αίτημα αναβολής και διέταξε την πρόοδο της δίκης.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 30-6-2015 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 16437/2015 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 500/2019 του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 15-4-2019 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η πληρεξούσια της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, η πληρεξούσια του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την κρινόμενη, από 15-4-2019 αίτηση αναίρεσης (ΓΑΚ 1187/2019, ΕΑΚ 144/2019) προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την τακτική διαδικασία με αριθμό 500/2019 τελεσίδικη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, η οποία απέρριψε ως αβάσιμη κατ' ουσίαν την από 14-1-2016 (Έκθ. Κατάθ. 163/15-1-2016) έφεση της αναιρεσείουσας κατά της με αριθμό 16437/2015 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, η οποία, δικάζοντας, κατά την τακτική διαδικασία, την από 30-6-2015 αγωγή (Έκθ. Καταθ. 14023/2015) της αναιρεσείουσας για αναγνώριση της ακυρότητας της αναφερόμενης σ' αυτήν δημόσιας διαθήκης, απέρριψε αυτήν ως απαράδεκτη λόγω ελλείψεως εννόμου συμφέροντος της ενάγουσας. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ). Επομένως, είναι παραδεκτή (άρθρο 577 αριθ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς τους λόγους της (άρθρο 577 αριθ. 3 ΚΠολΔ).
Κατά την παρούσα δικάσιμο η πληρεξούσια δικηγόρος της αναιρεσίβλητης, γνωστοποίησε τον θάνατο αυτής, που έλαβε χώρα στις 22-1-2021, όπως προκύπτει από το προσκομισθέν απόσπασμα της …/…/2021 ληξιαρχικής πράξης θανάτου της Ληξιάρχου Θεσσαλονίκης, δήλωσε δε ότι επήλθε βίαιη διακοπή της δίκης και ότι συνεχίζει αυτήν ο μοναδικός εκ διαθήκης κληρονόμος της, Κ.
Π. του Θ. και Μ., ο οποίος αποδέχθηκε την κληρονομία της (βλ. το με αριθ. 10235/2-9-2021 πιστοποιητικό μη αποποίησης κληρονομίας του Γραμματέα του Ειρηνοδικείου Θεσσαλονίκης). Η νομιμοποίηση των διαδίκων είναι η εξουσία διεξαγωγής συγκεκριμένης δίκης για συγκεκριμένη έννομη σχέση, καθοριζόμενη κατά κανόνα ως προς το αντικείμενό της και τους φορείς της, από το ουσιαστικό δίκαιο (Ολ ΑΠ 18/2005).
Το υποκείμενο που εμφανίζεται κατά το δίκαιο ως δικαιούχος, νομιμοποιείται ενεργητικά για την άσκηση του συγκεκριμένου ενδίκου βοηθήματος, ενώ ο φερόμενος ως υπόχρεος νομιμοποιείται παθητικά. Η νομιμοποίηση του διαδίκου απορρέει, κατά κανόνα, αμέσως από το νόμο και κυρίως από διατάξεις του ουσιαστικού ή κάποτε και του δικονομικού δικαίου (βλ.
αρθρ. 76). Περαιτέρω, από την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 70 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι μπορεί να αναγνωριστεί κατόπιν αγωγής η ύπαρξη ή η ανυπαρξία έννομης σχέσης, η οποία τελεί σε αβεβαιότητα, εφόσον συντρέχει προς τούτο έννομο συμφέρον (άρθρο 68 ΚΠολΔ). Ως έννομη σχέση νοείται η βιοτική σχέση ενός προσώπου προς άλλο πρόσωπο (ή πράγμα) που ρυθμίζεται από το εξ αντικειμένου δίκαιο και συνεπάγεται ή έχει ως περιεχόμενό της ένα τουλάχιστον δικαίωμα ή μία υποχρέωση είτε δέσμη δικαιωμάτων ή υποχρεώσεων.
Επίσης, το έννομο συμφέρον, το οποίο επιτελεί νομιμοποιητική λειτουργία στην αναγνωριστική αγωγή και αποτελεί ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού της (ΑΠ 856/2010), πρέπει να είναι άμεσο με την έννοια ότι η αβεβαιότητα που περιβάλλει την επίδικη έννομη σχέση είναι ενεστώσα, δηλαδή υπάρχει κατά τη συζήτηση επί της οποίας εκδίδεται η απόφαση, η δε αναγνωριστική αγωγή είναι το πρόσφορο μέσο για την αποτροπή βλάβης του ενάγοντος από την αβεβαιότητα αυτή (ΑΠ 40/2018, ΑΠ 453/2017).
Εξάλλου, οι διαδικαστικές προϋποθέσεις της συνδρομής εννόμου συμφέροντος και της νομιμοποίησης του διαδίκου, συνιστούν ουσιαστικές προϋποθέσεις για την παροχή δικαστικής προστασίας και συνακόλουθα οι εντεύθεν παραβιάσεις στηρίζουν τον αναιρετικό λόγο του αριθμού 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (Ολ ΑΠ 28/2008, ΑΠ 40/2018).
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 1718 ΑΚ, διαθήκη για την οποία δεν τηρήθηκαν οι διατάξεις των άρθρων 1719 έως 1757, είναι άκυρη, εφόσον ο νόμος δεν ορίζει διαφορετικά, ενώ κατά τη διάταξη του άρθρου 1719 αριθ. 3 του ίδιου Κώδικα, όπως ισχύει, ανίκανοι να συντάσσουν διαθήκη είναι όσοι κατά το χρόνο της σύνταξης της διαθήκης δεν έχουν συνείδηση των πράξεών τους ή βρίσκονται σε ψυχική ή διανοητική διαταραχή που περιορίζει αποφασιστικά τη λειτουργία της βούλησής τους.
Στην αμέσως πιο πάνω διάταξη προβλέπονται δύο περιπτώσεις ανικανότητας προς σύνταξη διαθήκης, δηλαδή α) η έλλειψη συνείδησης των πράξεων, η οποία υπάρχει όταν το πρόσωπο από αίτιο νοσηρό ή μη (όπως λ.χ. μέθη, ύπνωση κ.λ.π.) δεν έχει τη δύναμη να διαγνώσει την ουσία και το περιεχόμενο της διαθήκης που συντάσσει, καθώς και την ικανότητα να συλλάβει τη σημασία των επί μέρους διατάξεων της διαθήκης, χωρίς να απαιτείται γενική και πλήρης έλλειψη συνείδησης του εξωτερικού κόσμου ή πλήρης έλλειψη λειτουργίας του νου και β) η ψυχική ή διανοητική διαταραχή που περιορίζει αποφασιστικά τη λειτουργία της βούλησης του διαθέτη.
Δεν αποκλείεται κατά νόμο ή συνύπαρξη στο πρόσωπο του διαθέτη και των δύο περιπτώσεων ανικανότητας, που προβλέπονται στη διάταξη του άρθρου 1719 αριθ. 3 ΑΚ, δηλαδή, τόσο της έλλειψης συνείδησης των πράξεών του, όσο και της ψυχικής ή διανοητικής διαταραχής του που περιορίζει αποφασιστικά τη λειτουργία της βούλησής του (405/2019, ΑΠ 553/2016, ΑΠ 821/2013).
Η ακυρότητα διαθήκης, η οποία συντάχθηκε κατά παράβαση της ανωτέρω διάταξης του άρθρου 1719 αριθ. 3 ΑΚ μπορεί να αναγνωριστεί με την άσκηση αναγνωριστικής αγωγής από εκείνον που έχει άμεσο έννομο συμφέρον (άρθρο 68 ΚΠολΔ). Τέτοιο άμεσο έννομο συμφέρον έχουν οι εξ αδιαθέτου κληρονόμοι του διαθέτη, στους οποίους μετά την ακυρότητα της διαθήκης περιέρχεται η κληρονομία του διαθέτη (ΑΠ 1108/2014, ΑΠ 105/2011, ΑΠ 1036/2006), οι τετιμημένοι με προγενέστερη έγκυρη διαθήκη κληρονόμοι ή κληροδόχοι (ΑΠ 726/2016, ΑΠ 708/2015) και οι δανειστές της κληρονομίας ασκώντας πλαγιαστική αγωγή κατ' άρθρο 72 ΚΠολΔ (ΑΠ 729/2011).
Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, το (Τριμελές) Εφετείο Θεσσαλονίκης, δέχθηκε τα ακόλουθα: "Στην προκειμένη περίπτωση, με την υπό κρίση αγωγή της η ενάγουσα εξέθετε ότι, στις 25-12-2014 απεβίωσε η Κ. Π. του Η. και Σ., κάτοικος εν ζωή …, γεννηθείσα στην …, το έτος 1926.
Ότι η αποβιώσασα κατέλιπε την υπ' αριθμόν …./2014 δημόσια διαθήκη, την οποία συνέταξε η συμβολαιογράφος Θεσσαλονίκης Ευαγγελία Μητσιομπούνα, ότι η εν λόγω διαθήκη δημοσιεύθηκε νομίμως την 14-1-2015, συνταχθέντος του υπ' αριθμόν 58/2015 Πρακτικού του Ειρηνοδικείου Θεσσαλονίκης. Ότι με τη διαθήκη αυτή, η αποβιώσασα εγκατέστησε μοναδική κληρονόμο της την εναγομένη - εξαδέλφη της, μητέρα της ίδιας (ενάγουσας), όπως το περιεχόμενο της ανωτέρω διαθήκης ειδικότερα εκτίθεται στην αγωγή.
Ότι κατά τον χρόνο συντάξεως αυτής της διαθήκης, η διαθέτης λόγω της κατάστασης της υγείας της, αφενός μεν δεν ήταν ικανή να δηλώσει την βούλησή της και δεν το έπραξε, αφετέρου δε, δεν είχε συνείδηση των πραττομένων και στερείτο της χρήσεως του λογικού, πάσχουσα από χαμηλού βαθμού non Hodgkin λέμφωμα και άνοια με οπτικές παραισθήσεις, αποπροσανατολισμό και αστάθεια βάδισης.
Επικαλούμενη, περαιτέρω, η ενάγουσα ότι έχει έννομο συμφέρον, ζήτησε να αναγνωρισθεί η ακυρότητα της ανωτέρω διαθήκης. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο με την προσβαλλομένη απόφασή του απέρριψε την αγωγή ως απαράδεκτη, ελλείψει εννόμου συμφέροντος της ενάγουσας προς άσκησή της. Κατ' αυτής της αποφάσεως παραπονείται η ενάγουσα και ήδη εκκαλούσα με την έφεσή της, για λόγους που ανάγονται σε εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου και ζητεί να εξαφανισθεί η εκκαλουμένη και να γίνει δεκτή η αγωγή της.
Πλην όμως, κρίνοντας η εκκαλουμένη, ότι η εκκαλούσα στερείται εννόμου συμφέροντος να ζητήσει την αναγνώριση της ακυρότητας της διαθήκης της Κ. Π. του Η., δεν έσφαλε και τούτο διότι, εφόσον ζούσε η εναγομένη - μητέρα της ενάγουσας, η τελευταία, προφανώς δεν θα καλείτο ως εξ αδιαθέτου κληρονόμος της διαθέτιδος στην κληρονομία της και συνεπώς δεν είχε έννομο συμφέρον να ζητήσει την αναγνώριση της ακυρότητας της ένδικης διαθήκης.
Ειδικότερα, η ενάγουσα δεν υποστηρίζει και με τους λόγους της έφεσής της, ότι στήριξε το έννομο συμφέρον της για αναγνώριση της ακυρότητας της διαθήκης σε απευθείας κληρονομικό δικαίωμα στην κληρονομία της Κ. Π. κατά τις εξ αδιαθέτου διατάξεις, αλλά ούτε και εμμέσως σε κληρονομικό δικαίωμα που επικαλείτο ότι έχει, δεν επικαλείται ότι είναι τετιμημένη με προγενέστερη έγκυρη διαθήκης της διαθέτιδος ή ότι έχει την ιδιότητα του δανειστή του εξ αδιαθέτου κληρονόμου, αλλά αντίθετα επιχειρεί να θεμελιώσει το έννομο συμφέρον της στο γεγονός ότι μετά την ακύρωση της ένδικης διαθήκης, θα επερχόταν η εξ αδιαθέτου διαδοχή στην κληρονομία της αποβιωσάσης και για το λόγο αυτό δεν θα εγκαθίστατο η εφεσίβλητη - μητέρα της, κληρονόμος της διαθέτιδος, αλλά αντίθετα κληρονόμοι της διαθέτιδος θα εγκαθίσταντο οι πλησιέστεροι συγγενείς της, δηλαδή τα ανίψια της (τέκνα του προαποβιώσαντος αδελφού της Β.
Π.), με συνέπεια η εφεσίβλητος να μη νομιμοποιείται να ασκήσει σε βάρος της ιδίας (εκκαλούσας) την αγωγή, με την οποία ζητά να της καταβάλλει το ποσό των 177.648,18 ευρώ, ως αποζημίωση για την αποκατάσταση της προκληθείσας ζημίας, που, όπως ισχυρίζεται, επέφερε αυτή (εκκαλούσα) στην κληρονομία της διαθέτιδος.
Πλην όμως, σύμφωνα με τα εκτεθέντα στη μείζονα σκέψη, δεν θεμελιώνεται για το λόγο αυτό έννομο συμφέρον στο πρόσωπο της ενάγουσας να εγείρει την κρινόμενη αναγνωριστική αγωγή ακυρότητας της ένδικης διαθήκης, διότι η απόφαση που θα εκδοθεί επ' αυτής δεν επιλύει έριδα μεταξύ των διαδίκων, αλλά απλώς με αυτήν δημιουργείται τεκμήριο χρήσιμο να προβληθεί στη διαφορά που υφίσταται μεταξύ των διαδίκων.
Ειδικότερα, η εναγομένη, με την ιδιότητά της ως μοναδική κληρονόμος της διαθέτιδος δυνάμει της προσβαλλομένης ως άκυρης διαθήκης, άσκησε κατά της ενάγουσας, ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, την υπ' αριθμ. 11654/2015 αγωγή, ισχυριζόμενη ότι η διαθέτης είχε απαίτηση κατά της τελευταίας, ύψους 285.862,79 ευρώ, δηλαδή, η ενάγουσα φέρεται να είναι οφειλέτρια της κληρονομίας.
Πλην όμως, το γεγονός αυτό και μόνο, ουδόλως θεμελιώνει έννομο συμφέρον της ενάγουσας να εγείρει αγωγή σχετικά με το κύρος της διαθήκης της κληρονομουμένης, εφόσον το πρόσωπο του κληρονόμου, που σε καμία περίπτωση δεν ταυτίζεται με την ενάγουσα, ουδόλως ασκεί επιρροή στην ύπαρξη ή μη της πιο πάνω απαίτησης.
Είναι βέβαια αληθές σύμφωνα με τα εκτεθέντα στη μείζονα σκέψη, ότι την ακυρότητα της διαθήκης μπορεί να προτείνει καθένας που έχει έννομο συμφέρον, ασκώντας αναγνωριστική αγωγή κατά το άρθρο 70 ΚΠολΔ και όχι μόνο ο κληρονόμος του διαθέτη, διότι η αγωγή δεν είναι προσωποπαγής, πλην όμως στην προκείμενη περίπτωση η ενάγουσα ούτε και έμμεσο συμφέρον με την πιο πάνω έννοια δεν επικαλείται και προκύπτει κατά τα προαναφερθέντα ότι έχει, παρά μόνο την ιδιότητά της, ως φερομένης οφειλέτριας της κληρονομίας, η οποία και μόνη δεν αρκεί για τη νομιμοποίησή της προς άσκηση της κρινόμενης αγωγής.
Επομένως, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, που απέρριψε την αγωγή ως απαράδεκτη ελλείψει εννόμου συμφέροντος της ενάγουσας, δεν έσφαλε ως προς την ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου και πρέπει, η έφεση που όλοι οι λόγοι της συμποσούνται στην εσφαλμένη απόρριψη της αγωγής ελλείψει εννόμου συμφέροντος αυτής, να απορριφθεί ως αβάσιμη κατ' ουσίαν".
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο της αναίρεσης, κατά το πρώτο σκέλος του, η αναιρεσείουσα προσάπτει στην απόφαση του εφετείου ότι παραβίασε τις διατάξεις του άρθρου 20 του Συντάγματος και του άρθρου 6 παρ. 1α της ΕΣΔΑ. Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος λόγω αοριστίας, καθόσον δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο το αποδιδόμενο στο εφετείο νομικό σφάλμα ως προς την ερμηνεία και εφαρμογή των ανωτέρω διατάξεων (ΑΠ 81/2020, ΑΠ 1361/2019), ούτε η επίδραση, την οποία είχε το σφάλμα αυτό στο διατακτικό της απόφασης (ΑΠ 99/2020, ΑΠ 1662/2009).
Με τον ίδιο λόγο αναίρεσης, κατά το δεύτερο σκέλος του, όπως εκτιμάται το περιεχόμενό του, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, κατά την οποία το Εφετείο, δεχόμενο ότι η αναιρεσείουσα - ενάγουσα στερείτο εννόμου συμφέροντος για την άσκηση της ένδικης αγωγής αναγνώρισης της ακυρότητας της δημόσιας διαθήκης της διαθέτιδος, Κ.
Π. και απορρίπτοντας εντεύθεν την έφεσή της ως ουσιαστικά αβάσιμη, παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων 68 και 70 ΚΠολΔ, καθόσον στην αγωγή της επικαλέστηκε όλα τα κατά νόμο αναγκαία περιστατικά για τη θεμελίωση άμεσου εννόμου συμφέροντος για την άσκησή της και ειδικότερα, επικαλέστηκε, ότι η αναιρεσίβλητη - εναγομένη, με την ιδιότητά της, ως μοναδικής κληρονόμου της Κ.
Π. σε ολόκληρη την κινητή και ακίνητη περιουσία της δυνάμει της ως άνω δημόσιας διαθήκης, έχει ασκήσει εναντίον της, ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, αρχικά την υπ' αριθμ. κατ. 11654/2015 αγωγή, με την οποία, εμφανίζοντας αυτήν ως οφειλέτρια της κληρονομίας, ζητεί την επιδίκαση ποσού 285.862,79 ευρώ ως αποζημίωση για την αποκατάσταση της ζημίας, που, όπως ισχυρίζεται, αυτή (ενάγουσα) προκάλεσε στη διαθέτιδα και στη συνέχεια την υπ' αριθ. 22062/2015 αγωγή, με την οποία, αφού παραιτήθηκε από την πρώτη αγωγή, ζητεί την καταβολή αποζημίωσης ποσού 63.491,25 ευρώ και περαιτέρω ότι παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων 131, 174, 180, 1718 και 1719 αριθ. 4 ΑΚ.
Ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, καθόσον, το εφετείο με τις παραδοχές, ότι η αναιρεσείουσα - ενάγουσα μη επικαλούμενη ότι έχει απευθείας κληρονομικό δικαίωμα στην κληρονομία της Κ. Π. κατά τις εξ αδιαθέτου διατάξεις ή ότι είναι τετιμημένη με προγενέστερη έγκυρη διαθήκη της διαθέτιδος ή ότι έχει την ιδιότητα της δανείστριας της κληρονομίας, αλλά επιχειρώντας να θεμελιώσει το έννομο συμφέρον της στο γεγονός ότι μετά την ακύρωση της ένδικης διαθήκης θα επέλθει η εξ αδιαθέτου διαδοχή και ως εκ τούτου η κληρονομία της διαθέτιδος δεν θα περιέλθει την αναιρεσίβλητη - εναγομένη, αλλά στους πλησιέστερους συγγενείς της διαθέτιδος, δηλαδή τα ανίψια της, με συνέπεια η αναιρεσίβλητη - εναγομένη να μη νομιμοποιείται να ασκήσει εναντίον της την προαναφερόμενη αγωγή αποζημίωσης, δεν θεμελιώνει το απαιτούμενο άμεσο έννομο συμφέρον προς άσκηση της ένδικης αναγνωριστικής αγωγής, διότι η απόφαση που θα εκδοθεί δεν επιλύει έριδα μεταξύ των διαδίκων, αλλά με αυτήν δημιουργείται τεκμήριο χρήσιμο να προβληθεί στην ανωτέρω δίκη, δεν παραβίασε ευθέως τις διατάξεις των άρθρων 68 και 70 ΚΠολΔ.
Τούτο δε διότι, σύμφωνα με τη μείζονα σκέψη, άμεσο έννομο συμφέρον για την αναγνώριση της ακυρότητας διαθήκης, που συντάχθηκε κατά παράβαση της διάταξης του άρθρου 1719 αριθ. 3 ΑΚ, έχουν οι εξ αδιαθέτου κληρονόμοι του διαθέτη, στους οποίους μετά την ακυρότητα της διαθήκης περιέρχεται η κληρονομία του διαθέτη, οι τετιμημένοι με προγενέστερη έγκυρη διαθήκη κληρονόμοι ή κληροδόχοι και οι δανειστές της κληρονομίας και όχι οι οφειλέτες της κληρονομίας, όπως φέρεται ότι είναι η αναιρεσίβλητη, δεδομένου ότι οι ανωτέρω ασκηθείσες αγωγές, με τις οποίες ασκούνται αξιώσεις αποζημίωσης της διαθέτιδος, Κ.
Π., κατά της αναιρεσείουσας, ως οφειλέτριας της κληρονομίας, δεν συνδέονται αποκλειστικά με το πρόσωπο της εναγομένης - αναιρεσίβλητης, καθόσον τις αγωγές αυτές θα δικαιούτο να τις ασκήσει οποιοσδήποτε κληρονόμος της διαθέτιδος, εξ αδιαθέτου ή εκ διαθήκης, αφού ο κληρονόμος αποκτά όλα τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις του κληρονομουμένου (ΑΚ 1710), μεταξύ των οποίων και την αξίωση αποζημίωσης.
Εξάλλου, δεχόμενο το εφετείο ότι η αναιρεσείουσα - ενάγουσα δεν είχε έννομο συμφέρον για την άσκηση της ένδικης αναγνωριστικής αγωγής και απορρίπτοντας αυτήν ως απαράδεκτη λόγω ελλείψεως εννόμου συμφέροντος, δεν προχώρησε στην εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 131, 174, 180, 1718 και 1719 αριθ. 4 ΑΚ και συνεπώς δεν προέβη σε εσφαλμένη εφαρμογή τους.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο. Ο λόγος αναφέρεται σε ακυρότητες, εκπτώσεις από δικαιώματα και απαράδεκτα από το δικονομικό μόνο δίκαιο, ενώ οι ακυρότητες από το ουσιαστικό δίκαιο ελέγχονται μέσω του λόγου του αριθμού 1.
Με τον όρο "απαράδεκτο" νοείται το δικονομικό απαράδεκτο, δηλαδή αυτό που δημιουργείται από την αθέτηση - παραβίαση δικονομικής διάταξης, με αποτέλεσμα η δικονομική ενέργεια να στερείται των αναγκαίων προϋποθέσεων του κύρους της (Ολ ΑΠ 2/2001, ΑΠ 480/2020, ΑΠ 175/2019, ΑΠ 1496/2017). Στην προκειμένη περίπτωση, η αναιρεσείουσα με τον δεύτερο λόγο αναίρεσης προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι το Εφετείο με το να δεχθεί ότι "το πρωτοβάθμιο δικαστήριο που απέρριψε την αγωγή ως απαράδεκτη ελλείψει εννόμου συμφέροντος της ενάγουσας, δεν έσφαλε ως προς την ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου και πρέπει η έφεση, που όλοι οι λόγοι της συμποσούνται στην εσφαλμένη απόρριψη της αγωγής ελλείψει εννόμου συμφέροντος αυτής, να απορριφθεί ως αβάσιμη κατ' ουσίαν" και να απορρίψει, στη συνέχεια, την έφεση ως αβάσιμη κατ' ουσίαν (και όχι λόγω ελλείψεως εννόμου συμφέροντος στο πρόσωπό της, όπως επικαλείται η αναιρεσείουσα στο αναιρετήριο" παρά το νόμο κήρυξε απαράδεκτο και κυρίως παρά το νόμο δεν κήρυξε αυτεπαγγέλτως ακυρότητα της προσβαλλόμενης διαθήκης, καθόσον αυτή ήταν αυτοδικαίως άκυρη λόγω της παράβασης κανόνα δημόσιας τάξης (του άρθρου 174 ΑΚ) κατά την σύνταξη της.
Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, καθόσον οι επικαλούμενες παραβάσεις δεν αφορούν δικονομικές διατάξεις, αλλά τις προαναφερόμενες διατάξεις του ουσιαστικού δικαίου, οι οποίες δεν ελέγχονται μέσω του λόγου από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αλλά από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Από την εν λόγω διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτήν λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία).
Ο συγκεκριμένος αναιρετικός λόγος προϋποθέτει ουσιαστική έρευνα της υποθέσεως και συνεπώς, δεν ιδρύεται όταν η έλλειψη ή ανεπάρκεια ή αντίφαση των αιτιολογιών αναφέρεται στη σκέψη της απόφασης, με την οποία η αγωγή κρίθηκε απορριπτέα ως αόριστη ή μη νόμιμη ή απαράδεκτη, δεδομένου ότι στις περιπτώσεις αυτές το δικαστήριο δεν εκτιμά πραγματικά περιστατικά, ώστε να είναι δυνατό να υπάρξουν ελλείψεις στην περιγραφή τους (ΟλΑΠ 3/1997, ΑΠ 9/2019, ΑΠ 538/2018, ΑΠ 701/2011, ΑΠ 121/2009).
Συνεπώς, ο τρίτος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο, υπό την επίκληση του άρθρου 559 αριθμ. 19 ΚΠολΔ, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αιτίαση ότι περιέχει ασαφείς, ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες αναφορικά με την ύπαρξη εννόμου συμφέροντος εκ μέρους της αναιρεσείουσας για ακύρωση της επίδικης διαθήκης, είναι απαράδεκτος, δεδομένου ότι στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο δεν εισήλθε στην κατ` ουσίαν διευρεύνηση της υποθέσεως, αλλά, με βάση τα εκτιθέμενα στην ένδικη αναγνωριστική αγωγή περί ακύρωσης της επίμαχης δημόσιας διαθήκης, έκρινε ότι με την πρωτόδικη 16437/2015 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης ορθά αυτή (αγωγή) απορρίφθηκε ως απαράδεκτη λόγω ελλείψεως εννόμου συμφέροντος, χωρίς να προχωρήσει στην εκτίμηση πραγματικών περιστατικών. Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ) και να καταδικαστεί η αναιρεσείουσα, ως διάδικος που ηττήθηκε, στα δικαστικά έξοδα του συνεχίζοντος τη δίκη καθολικού διαδόχου της αναιρεσίβλητης, Κ. Π. του Θ. και Μ., ο οποίος κατέθεσε προτάσεις, υποβάλλοντας σχετικό αίτημα (άρθρα 176, 183, 189 παρ. 1, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), όπως ειδικότερα αναφέρεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 15-4-2019 (ΓΑΚ 1187/2019, ΕΑΚ 144/2019, Αριθ. δικ. 863/2019) αίτηση για αναίρεση της με αριθμό 500/2019 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.
ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του συνεχίζοντος τη δίκη καθολικού διαδόχου της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 20 Οκτωβρίου 2021.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 15 Νοεμβρίου 2021.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ