Legislator Case Law & Legislation
1337/2020 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against conditional probation denial due to lack of specific reasoning for non-granting.

Case Number 1337/2020
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the Second Instance Court's refusal to grant conditional probation. The appellant argued the lower court failed to provide specific reasoning for denying probation, citing his history of forest law violations. The court rejected this claim, finding the lower court's decision sufficiently motivated by the appellant's established pattern of behavior and the need for deterrence.

Legislator headnote

AI generated

Articles 79, 99, 101 of the Penal Code; Article 510(1)(d) of the Code of Criminal Procedure: The refusal of conditional probation is not subject to cassation if the lower court provides adequate reasoning regarding the necessity of execution to prevent future offenses.

Keywords

AI generated
conditional probation cassation appeal penal execution specific reasoning deterrence necessity forestry violations criminal procedure

Cited Legislation

AI generated
Article 79 of the Penal Code
Article 99 of the Penal Code
Article 101 of the Penal Code
Article 510(1)(d) of the Code of Criminal Procedure
Article 583(1) of the Code of Criminal Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1337 / 2020 (Ε, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)Αριθμός 1337/2020

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Ε' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μαρία Γεωργίου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, (σύμφωνα με την υπ'αριθ. 155/2020 πράξη της Προέδρου του Αρείου Πάγου), Γεώργιο Παπαηλιάδη, Ναυσικά Φράγκου-Εισηγήτρια, Μιλτιάδη Χατζηγεωργίου και Βασιλική Ηλιοπούλου, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 4 Σεπτεμβρίου 2020, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεώργιου Γεράκη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Γεράσιμου Βάλσαμου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Μ. Γ. του Κ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του 'Αγγελο Αγγελόπουλο, για αναίρεση της υπ'αριθ. 171-172-173/2020 απόφασης του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Πατρών. Με πολιτικώς ενάγοντα-υποστηρίζοντα την κατηγορία τον Β. Κ. του Μ., κάτοικο ...., ο οποίος δεν εμφανίστηκε.

Το Μικτό Ορκωτό Εφετείο Πατρών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και o αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που περιλαμβάνονται στην από 4.2.2020 και με αριθμό 7/2020 αίτηση αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 228/2020.

Αφού άκουσε Tον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναιρέσεως και τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Η κρινόμενη από 4-2-2020 και με αριθμό 7/2020 αίτηση του Μ. Γ. του Κ., κατοίκου ..., ασκηθείσα ενώπιον του Γραμματέα του Εφετείου Πατρών στις 4-2-2020, για αναίρεση της υπ' αριθμό171-172-173/2019 αποφάσεως του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Πατρών, που καταχωρήθηκε στο Ειδικό βιβλίο (άρθρο 473 ΚΠοινΔ) στις 17-1-2020, και με την οποία κηρύχθηκε ένοχος για τις αξιόποινες πράξεις της επικίνδυνης σωματικής βλάβης και της οπλοχρησίας και καταδικάστηκε σε συνολική ποινή καθείρξεως τριών (3) ετών και δύο (2) μηνών, μετατραπείσα προς πέντε (5) ευρώ την ημέρα, έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα. Επομένως είναι παραδεκτή και πρέπει να εξεταστεί περαιτέρω.

Στη διάταξη του άρθρου 79 του νέου ΠΚ, όπως ίσχυε κατά το χρόνο συζήτησης της υπόθεσης (13-11-2019) η οποία είναι ευμενέστερη για τον κατηγορούμενο ήδη αναιρεσείοντα (άρ. 2 παρ. 1 ΠΚ) αυτής του προισχύοντος Π.Κ. και αυτής που ίσχυσε μετά την τροποποίηση της παραγράφου 7 αυτής με το άρθρο 12 περ. 1 του Ν. 4637/2019 (ΦΕΚ Α' 180/18-11-2019), για τη δικαστική επιμέτρηση της ποινής ορίζονται τα ακόλουθα: "1.

Με την επιμέτρηση της ποινής καθορίζεται η ανάλογη και δίκαιη τιμωρία του εγκλήματος με βάση τη βαρύτητα της πράξης και το βαθμό ενοχής του υπαιτίου γι' αυτό. Το δικαστήριο σταθμίζει τα στοιχεία που λειτουργούν υπέρ και σε βάρος του υπαιτίου και συνεκτιμά τις συνέπειες της ποινής για τον ίδιο και τους οικείους του. 2.

Για την εκτίμηση της βαρύτητας του εγκλήματος το δικαστήριο λαμβάνει υπόψη του: α) τη βλάβη που προξένησε το έγκλημα ή τον κίνδυνο που προκάλεσε, β) τη φύση, το είδος και το αντικείμενο του εγκλήματος, καθώς επίσης όλες τις περιστάσεις χρόνου, τόπου, μέσων και τρόπου που συνόδευσαν την προπαρασκευή ή την εκτέλεσή του. 3.Για την εκτίμηση του βαθμού ενοχής του υπαιτίου, το δικαστήριο εξετάζει:

α) την ένταση του δόλου ή το βαθμό της αμέλειάς του, β) τα αίτια που τον ώθησαν στην εκτέλεση του εγκλήματος, την αφορμή που του δόθηκε και τον σκοπό που επεδίωξε, γ) τον χαρακτήρα του και τον βαθμό της ανάπτυξής του που επηρέασαν την πράξη, δ) τις ατομικές και κοινωνικές περιστάσεις και την προηγούμενη ζωή του στο μέτρο που σχετίζονται με την πράξη, ε) τον βαθμό της δυνατότητας και της ικανότητάς του να πράξει διαφορετικά, στ) τη διαγωγή του κατά τη διάρκεια της πράξης και μετά την πράξη και ιδίως τη μετάνοια που επέδειξε και την προθυμία του να επανορθώσει τις συνέπειες της πράξης του. 4.Στοιχεία που λειτουργούν υπέρ του υπαιτίου θεωρούνται ιδίως:

α) το ότι αυτός διαδραμάτισε έναν σαφώς υποδεέστερο ρόλο σε πράξη που τελέστηκε από πολλούς, β) το ότι τέλεσε την πράξη σε δικαιολογημένη συναισθηματική φόρτιση, γ) το ότι έθεσε τον εαυτό του στη διάθεση των αρχών χωρίς σημαντική καθυστέρηση, ενώ μπορούσε να διαφύγει, δ) το ότι διευκόλυνε ουσιωδώς την εξιχνίαση του εγκλήματος. 5.Στοιχεία που λειτουργούν σε βάρος του υπαιτίου θεωρούνται ιδίως:

α) η κατ' επάγγελμα τέλεση της πράξης, β) η ιδιαίτερη σκληρότητα, γ) η εκμετάλλευση της εμπιστοσύνης του θύματος, δ) το γεγονός ότι το θύμα δεν μπορούσε να προστατεύσει τον εαυτό του, ε) το ότι ο υπαίτιος διαδραμάτισε ιθύνοντα ρόλο σε πράξη που τελέστηκε με συμμετοχή πολλών. 6.Στοιχεία που έχουν αξιολογηθεί από τον νομοθέτη για τον προσδιορισμό της απειλούμενης ποινής δεν λαμβάνονται από το δικαστήριο επιπροσθέτως υπόψη κατά την επιμέτρησή της. 7.Η επιμέτρηση της ποινής πρέπει να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη.

Η απλή μνεία ότι έχουν εκτιμηθεί τα κριτήρια των προηγουμένων παραγράφων δεν συνιστά αιτιολογία".

Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας της απόφασης ως προς την επιμέτρηση της ποινής, είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση των αιτιολογιών που αναφέρονται στο οικείο μέρος της απόφασης, με αυτές του αιτιολογικού και του διατακτικού της απόφασης για την ενοχή του κατηγορουμένου, με τις οποίες αποτελούν ενιαίο σύνολο και θεωρείται ότι η απόφαση έχει την απαιτούμενη από την παράγραφο 7 του άρθρου 79 αιτιολογία αν από το σύνολο των αιτιολογιών της απόφασης προκύπτει ότι ελήφθησαν υπόψη οι κανόνες που ορίζει η ανωτέρω διάταξη για την επιμέτρηση της ποινής.

Εξάλλου από τις παραπάνω διατάξεις του άρθρου 79 ΠΚ προκύπτει ότι η επιμέτρηση της ποινής σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση, ανήκει στην κυριαρχική κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, το οποίο λαμβάνει υπόψη τη βαρύτητα του εγκλήματος και την προσωπικότητα του κατηγορουμένου, όπως αυτά προκύπτουν από τα πραγματικά περιστατικά, που έγιναν δεκτά για την ενοχή του, χωρίς να έχει υποχρέωση να διαλάβει στην περί ποινής απόφασή του για τα στοιχεία αυτά ειδικότερη αιτιολογία.

Στην προκειμένη περίπτωση το Μικτό Ορκωτό Εφετείο Πατρών με την προσβαλλόμενη απόφασή του κήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα για τις αξιόποινες πράξεις της επικίνδυνης σωματικής βλάβης και της παράνομης οπλοχρησίας και τον καταδίκασε σε συνολική ποινή φυλακίσεως τριών (3) ετών και δύο (2) μηνών, μετατραπείσα προς πέντε (5) ευρώ την ημέρα, δεχθέν στο σκεπτικό αυτής, ότι από τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία έλαβε υπόψη του και μνημονεύει κατ' είδος, αποδείχθηκαν κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του τα κατωτέρω, κατά πιστή μεταφορά, πραγματικά περιστατικά: "Ο κατηγορούμενος Μ.

Γ. κατά το έτος 2012 ήταν μεν συνταξιούχος κτηνοτρόφος, πλην όμως συνέχιζε να εκτρέφει αιγοπρόβατα στην περιοχή της ... τόσο για λογαριασμό του όσο και για λογαριασμό των ενηλίκων υιών του που διατηρούσαν οργανωμένη κτηνοτροφική μονάδα στην περιοχή του Αιγίου και αλλού με μεγάλο αριθμό αιγοπροβάτων. Λόγω καταστροφής δημόσιας δασικής εκτάσεως εμβαδού 185.000 περίπου στρεμμάτων συνεπεία πυρκαιάς εκδηλωθείσης στην περιοχή ...

κατά το έτος 2007, οι δασικές εκτάσεις της περιοχής κηρύχθηκαν αναδασωτέες με την υπ' αριθμ. 3488/24-8-2007 απόφαση του Γενικού Γραμματέα της Περιφέρειας Δυτικής Ελλάδος δημοσιευθείσα στο ΦΕΚ Δ' τεύχος 432/11-9-2007, όπως διορθώθηκε μεταγενεστέρως. Στις αναδασωτέες περιλαμβανόταν και δασική έκταση εφαπτόμενης της επαρχιακής οδού ...

σε κοντινή απόσταση από τα πρώτα σπίτια του οικισμού ... ΔΔ ... Δήμου Αιγίου, όπου κατοικούσε κατηγορούμενος. Για την παραπάνω αναδασωτέα δασική έκταση είχε εκδοθεί η υπ' αριθμ. 3372/3/17-7-2007 Δασική Απαγορευτική Διάταξη από το Δασαρχείο Αιγίου, που απαγόρευε εντός της προεκτεθείσας αναδασωτέας καμμένης εκτάσεως την βόσκηση μικρών και μεγάλων ζώων επί χρονικό διάστημα δέκα (10) ετών προκειμένου να αποκατασταθεί η καταστραφείσα βλάστηση σε οικολογικό στάδιο διαδοχής, που επαρκεί για την φυσική αναγέννηση της ελάτης και των υπολοίπων δασικών οικοσυστημάτων που προϋπήρχαν στην περιοχή.

Η απαγόρευση της βοσκήσεως στην αναδασωτέα έκταση ήταν γνωστή τόσο στους κατοίκους της ευρύτερης περιοχής όσο και στον ίδιο τον κατηγορούμενο, στον οποίο είχε παραχωρηθεί από την Περιφέρεια Δυτικής Ελλάδος η δυνατότητα χρήσεως άλλης εκτάσεως στην περιοχή Ρωγών Καλαβρύτων για την κάλυψη των αναγκών βοσκήσεως των αιγοπροβάτων του.

Παρά την ως άνω απαγόρευση όμως ο κατηγορούμενος μαζί με τους υιούς του διατηρούσε αυθαίρετο ποιμνιοστάσιο για σταβλισμό των ζώων τους στην ανωτέρω εδαφική έκταση και οδηγούσε επανειλημμένως το ποίμνιό του προς βόσκηση στην αναδασωτέα δασική έκταση προκαλώντας την αντίδραση τόσο των κατοίκων της περιοχής όσο και τον έλεγχο των αρμοδίων δημοσίων αρχών (Διευθύνσεως Δασών Δασαρχείου Αιγίου, Διευθύνσεως Υγείας Νομαρχιακής Αυτοδιοικήσεως Αχαΐας κ.λ.π.).

Εξάλλου στις παραπάνω παράνομες πράξεις του κατηγορουμένου αντιδρούσε και το σωματείο με την επωνυμία "Φιλοδασικός Σύλλογος ...ς", τα μέλη του οποίου είχαν αναπτύξει έντονη συλλογική δραστηριότητα για την προστασία της πληγείσης από την πυρκαϊά δημόσιας δασικής εκτάσεως και την αναδάσωσή της. Πρόεδρος του εν λόγω σωματείου, κατά τον Απρίλιο του 2012 ήταν ο εγκαλών Β.

Κ., καθηγητής μέσης εκπαιδεύσεως, που κατοικούσε στο Αίγιο. Ο ανωτέρω γνώριζε από τα μαθητικά του χρόνια τον κατηγορούμενο και δεν είχε οποιαδήποτε προσωπική διαφορά με αυτόν κατά το παρελθόν, πλην όμως ο τελευταίος ήταν χολωμένος μαζί του γιατί τον θεωρούσε ως υπεύθυνο για τον συχνό έλεγχο του από τις αρμόδιες αρχές κατά την παράνομη δραστηριότητά του (βόσκηση ποιμνίου εντός της αναδασωτέας περιοχής και διατήρηση αυθαιρέτου ποιμνιοστασίου).

Κατά την 19.00 μ.μ. ώρα της 6ης Απριλίου 2012 ο Β. Κ. οδηγώντας το Ι.Χ.Ε. αυτοκίνητό του με συνοδηγό την σύζυγό του Ε. Σ. (μάρτυρα κατηγορίας) κατευθυνόταν προς την ... Αιγίου μέσω επαρχιακής οδού που διασχίζει την περιοχή και προσέγγιζε το σημείο άνωθεν του οποίου ο κατηγορούμενος διατηρούσε το αυθαίρετο ποιμνιοστάσιό του.

Ο τελευταίος κατά τις απογευματινές ώρες της προεκτεθείσας ημέρας, είχε μεταβεί για την φροντίδα του ποιμνίου του στην εν λόγω εγκατάστασή του και κατά την χρονική στιγμή που πλησίαζε το όχημα του εγκαλούντος βρισκόταν μετά την μεγάλη δεξιά στροφή της οδού άνωθεν του κυρίως χώρου του ποιμνιοστασίου και στην προέκταση της υπάρχουσας πέριξ αυτού αναδασωτέας εκτάσεως προς την οδό, εντός της οποίας είχε αφήσει τα αιγοπρόβατά του προς βόσκηση, παρότι εγνώριζε ότι τούτο ήταν απαγορευμένο, κατά τα προειρημμένα.

Στον χώρο του ποιμνιοστασίου ο κατηγορούμενος είχε μεταβεί μόνος του χωρίς να συνοδεύεται από οποιονδήποτε τρίτο και ειδικότερα από τον Χ. Σ. του Δ. που είχε εξετασθεί ως μάρτυρας στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο ισχυρισθείς αβασίμως ότι ήταν παρών στο συμβάν που θα αναφερθεί παρακάτω και είδε μάλιστα τον παθόντα να κρατά πιστόλι και να το προτείνει στον κατηγορούμενο, χωρίς η παρουσία του στο χώρο του ποιμνιοστασίου να επιβεβαιώνεται από οποιοδήποτε αξιόπιστο αποδεικτικό μέσον.

Όταν ο εγκαλών αντιλήφθηκε τα αιγοπρόβατα του κατηγορουμένου να βόσκουν ελεύθερα στην αναδασωτέα περιοχή, πράγμα που είχε συμβεί επανειλημμένως κατά το παρελθόν, με αποτέλεσμα να έχουν έλθει τα μέλη του Φιλοδασικού Συλλόγου και ο ίδιος σε λεκτική αντιπαράθεση με τον κατηγορούμενο, λόγω του ενδιαφέροντός τους για την προστασία της αναδασωτέας περιοχής, σταμάτησε το όχημά του και εξήλθε τούτου, (ενώ η σύζυγός του παρέμεινε στο εσωτερικό του) προκειμένου να επιπλήξει τον κατηγορούμενο.

Αμέσως απευθύνθηκε στον τελευταίο λέγοντάς του "Μ. γιατί έχεις τα γίδια εδώ" έχοντας πρόθεση να του υπενθυμίσει το παράνομο της πράξεώς του και να τον συνετίσει. Ο κατηγορούμενος προσποιήθηκε ότι δεν άκουσε την παρατήρησή του αυτή λέγοντάς του "δεν ακούω έλα πιο κοντά" και ο εγκαλών, ανυποψίαστος για την πραγματική πρόθεση του κατηγορουμένου, που εκδηλώθηκε κατά τον τρόπο που θα αναφερθεί κατωτέρω, κατευθύνθηκε προς το μέρος του χωρίς να έχει εριστική διάθεση κα πολύ περισσότερο χωρίς να κρατά στα χέρια του πιστόλι και μάλιστα να το τείνει απειλητικά προς το μέρος του κατηγορουμένου, όπως αβασίμως ισχυρίσθηκαν στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο τόσον ο τελευταίος όσο και ο μάρτυρας Χ.

Σ. . Ειρήσθω ότι με βάση τις ανωτέρω αναληθείς κατηγορίες είχε ασκηθεί ποινική δίωξη εις βάρος του εγκαλούντος για τις αξιόποινες πράξεις της παράνομης οπλοφορίας και της οπλοχρησίας, πλην όμως κηρύχθηκε αθώος με την υπ' αριθμ. 884/19-10-2017 απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αιγίου, απόσπασμα της οποίας προσκομίσθηκε στο Δικαστήριο από αυτόν.

Μόλις δε ο εγκαλών πλησίασε σε μικρή απόσταση τον κατηγορούμενο, ο τελευταίος έχοντας πρόθεση να του προκαλέσει σωματική βλάβη του επιτέθηκε και με την χρήση ενός τσεκουριού με μεταλλική λεπίδα σχήματος "Ρ" προσαρμοσμένη σε ξύλινη λαβή, που έφερε μαζί του, τον έπληξε στο κεφάλι και συγκεκριμένα στο αριστερό αυτί του αποκόπτοντας τμήμα του ωτικού πτερυγίου και προκαλώντας του έτσι βαθύ τραύμα με σχετικώς λεία και ομαλά χείλη κατά το άνω τμήμα της έλικας του πτερυγίου καθώς επίσης εκδορά διαστάσεως 4,5χ2 εκ.

περίπου όπισθεν του αριστερού ωτικού πτερυγίου (βλ. την υπ' αριθμ. 477/11-4-2012 ιατροδικαστική έκθεση κλινικής εξετάσεως του ιατροδικαστή της Ιατροδικαστικής Υπηρεσίας Πατρών Α. Γ., ο οποίος εξέτασε τον παθόντα περί ώρα 09.30 περίπου της 9ης Απριλίου 2012). Συγχρόνως με ποιμενική ράβδο που κρατούσε του κατάφερε πλήγματα σε διάφορα σημεία του σώματός του, τα οποία όμως αξιολογήθηκαν ως "ήσσονος σημασίας" από την εκκαλουμένη και δεν κηρύχθηκε ένοχος για αυτά (είτε για απλή είτε για όλως ελαφρά σωματική βλάβη του προϊσχύοντος άρθρου 308 παρ. 1 ΠΚ) και συνεπώς είναι αδιάφορα ποινικώς στην προκειμένη περίπτωση κατά την οποία ερευνάται η κατηγορία μόνον για το πλήγμα που κατάφερε ο κατηγορούμενος στο αριστερό αυτί του παθόντος με το τσεκούρι.

Συνεπώς οι σχετικοί ισχυρισμοί του κατηγορουμένου προτείνονται αλυσιτελώς. Ο κατηγορούμενος ισχυρίστηκε ότι κατά την στιγμή του επεισοδίου δεν κρατούσε τσεκούρι και δεν έπληξε με αυτό τον παθόντα αλλά μόνον με την ποιμενική ράβδο που έφερε μαζί του. Ο εν λόγω όμως ισχυρισμός του κρίνεται ως κατ' ουσίαν αβάσιμος από τα προαναφερόμενα αποδεικτικά μέσα.

Ειδικότερα τόσον ο παθών όσο και η αυτόπτης μάρτυρας του επεισοδίου, σύζυγός του Ε. Σ., κατέθεσαν με σαφήνεια και πειστικότητα στο ακροατήριο και του Πρωτοβάθμιου αλλά και του Δικαστηρίου τούτου ότι ο κατηγορούμενος έπληξε τον παθόντα και με την ποιμενική ράβδο αλλά και με το τσεκούρι που έφερε μαζί του.

Οι ανωτέρω μαρτυρίες αυτών προσεπιβεβαιώνονται και από τις καταθέσεις των μαρτύρων Δ. Δ., Γ. Λ. και Ν. Κ. στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, οι οποίοι κατέθεσαν ότι αμέσως μετά το συμβάν είδαν τον παθόντα να αιμάσσει από την αριστερή πλευρά του κεφαλιού του και σε ερωτήσεις τους προς αυτόν τους ανέφερε ότι ο κατηγορούμενος τον έπληξε με τσεκούρι.

Η κατοχή δε και χρήση τσεκουριού από τον τελευταίο προκύπτει και από την ιατροδικαστική έκθεση του Α. Γ., στην οποία αναφέρεται ότι το βαθύ τραύμα στο αριστερό ωτικό πτερύγιο του παθόντος προκλήθηκε από "νύσσον-τέμνον όργανο" (όπως το τσεκούρι, ενώ οι άλλες, μη ενδιαφέρουσες εν προκειμένω σωματικές βλάβες αυτού, προκλήθηκαν από θλών όργανο (όπως η ποιμενική ράβδος "γκλίτσα") και από απλή πτώση του στο έδαφος.

Εξ' άλλου η αποκοπή τμήματος του ωτικού πτερυγίου του παθόντος δεν θα μπορούσε να προκληθεί από ποιμενική ράβδο, η οποία κατά την κοινή πείρα και λογική δεν μπορεί να χαρακτηρισθεί ως "νύσσον-τέμνον" όργανο (όπως το μαχαίρι, το τσεκούρι κ.λ.π.) αλλά ως θλών όργανο. Αμέσως μετά το συμβάν ο παθών διακομίσθηκε με το ΙΧΕ αυτοκίνητό του που οδηγούσε ο μάρτυρας Γεώργιος Δημουλάς (καθόσον ο ίδιος λόγω των τραυμάτων που είχε υποστεί δεν ήταν σε θέση να οδηγήσει με ασφάλεια) στο Γενικό Νοσοκομείο Αιγίου, όπου του παρασχέθηκαν οι πρώτες βοήθειες και εν συνεχεία στην Ωτωρινολαρυγγική Κλινική του Πανεπιστημιακού Γενικού Νοσοκομείου Ρίου Πατρών στην οποία έγινε συρραφή του τραύματος στην έλικα του πτερυγίου αριστερού ωτός όπου είχε διατμηθεί ο χόνδρος (βλ.

ιατροδικαστική έκθεση και ιατρική βεβαίωση-γνωμάτευση Γενικού Νοσοκομείου Αιγίου).

Από τα προαναφερόμενα αποδεικτικά μέσα συνάγεται με σαφήνεια η πρόθεση του κατηγορουμένου να προκαλέσει σωματική βλάβη στον παθόντα χωρίς να έχει προκληθεί από αυτόν καθ' οιονδήποτε τρόπο και ειδικότερα χωρίς να έχει εξυβρισθεί από αυτόν με σκαιό τρόπο ή να έχει απειληθεί με πυροβόλο όπλο, όπως αναληθώς ισχυρίσθηκε κατά την απολογία του στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο.

Στην ανωτέρω δε πράξη του προέβη έχοντας χολωθεί από το γεγονός ότι ο παθών, ως Πρόεδρος του Φιλοδασικού Συλλόγου ... Αιγίου, ενδιαφερόταν ιδιαίτερα για την προστασία του δασικού οικοσυστήματος της περιοχής και μάλιστα της αναδασωτέας καμμένης εκτάσεως, εντός της οποίας κατά σύστημα τόσο ο κατηγορούμενος όσο και οι επίσης κτηνοτρόφοι υιοί αυτού άφηναν για βόσκηση τα ποίμνιά τους παραβιάζοντας τις προεκτεθείσες απαγορευτικές εκτάσεις.

Η σωματική βλάβη δε που προκάλεσε στον παθόντα, ως εκ του χρησιμοποιηθέντος μέσου (τσεκούρι) και του ευαίσθητου σημείου που καταφέρθηκε το κτύπημα (αριστερό αυτί του) μπορούσε να προκαλέσει στον παθόντα βαριά σωματική του βλάβη και ειδικότερα σοβαρό ακρωτηριασμό του αριστερού του ωτός (και όχι μερική διατομή του χόνδρου).

Και τούτο ανεξαρτήτως του ότι ο παθών δεν εμποδίσθηκε σημαντικά και επί μακρό χρονικό διάστημα να χρησιμοποιεί το ανωτέρω βλαβέν μέλος του σώματος του καθόσον υποβλήθηκε σε συρραφή του τραύματος του αυθημερόν στο Γενικό Πανεπιστημιακό Νοσοκομείο Πατρών και εξήλθε χωρίς ιδιαίτερες οδηγίες. Η πλήρης δε αποκοπή του αριστερού ωτικού πτερυγίου εμπίπτει στην έννοια της βαριάς σωματικής βλάβης καθόσον επιφέρει ουσιαστική απώλεια του συγκεκριμένου αυτού οργάνου του ανθρώπου και προσβάλλει αμέσως την υγεία του ως κατάσταση υπάρξεως όλων των οργάνων του σώματος του με τα οποία αυτός γεννήθηκε.

Συνεπώς η σωματική βλάβη που προκάλεσε ο κατηγορούμενος στον παθόντα χαρακτηρίζεται ως επικίνδυνη σωματική βλάβη (άρθρο 309 σε συνδ. με 310 παρ. 2 Π.Κ.) και όχι απλή σωματική βλάβη, όπως ο ίδιος αβασίμως υποστηρίζει. Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι ο κατηγορούμενος, κατά την διάπραξη της αξιόποινης πράξεως της επικίνδυνης σωματικής βλάβης, έκανε χρήση όπλου κατάλληλου για επίθεση και άμυνα και ειδικότερα έκανε χρήση τσεκουριού που αποτελεί όπλο κατά την έννοια του άρθρου 1 παρ. 2 ν. 2168/1993. Εν όψει των προαναφερομένων πρέπει να κηρυχθεί ένοχος ο κατηγορούμενος των αξιόποινων πλημμεληματικών πράξεων της επικίνδυνης σωματικής βλάβης και της οπλοχρησίας".

Στη συνέχεια με το διατακτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως, το άνω δικαστήριο, κήρυξε τον αναιρεσείοντα ένοχο των δύο, ως άνω, εγκλημάτων, ως ακολούθως: "ΚΗΡΥΣΣΕΙ αυτόν ένοχο του ότι: 1)Στις 6-4-2012, στη θέση "..." στο ... ... Αχαΐας, με πρόθεση προξένησε σε άλλον σωματική κάκωση, με τρόπο που μπορούσε να προκαλέσει στον παθόντα βαριά σωματική του βλάβη (άρθρο 310 παρ. 2 ΠΚ). Ειδικότερα, στον ανωτέρω τόπο και χρόνο επιτέθηκε στον Β. Κ. του Μ., κάτοικο ..., με τη χρήση ενός τσεκουριού με μεταλλική λεπίδα και ξύλινη λαβή και έπληξε αυτόν στο κεφάλι του και δη στο αριστερό αυτί προξενώντας βαθύ τραύμα με σχετικώς λεία και ομαλά χείλη κατά το άνω τμήμα της έλικας του αριστερού ωτικού πτερυγίου και εκδορά διαστάσεων 4,5Χ2 εκατοστά περίπου όπισθεν του αριστερού ωτικού πτερυγίου, η δε πράξη αυτή με τον τρόπο που τελέστηκε ήταν δυνατό να προκαλέσει στον άνω παθόντα σοβαρό ακρωτηριασμό του πληγέντος αριστερού ωτός του δια της πλήρους αποκοπής αυτού.

2)Στον ως άνω αναφερόμενο τόπο και χρόνο έκανε χρήση όπλου κα πιο συγκεκριμένα κατά την τέλεση της ανωτέρω αναφερομένης πράξεως της επικίνδυνης σωματικής βλάβης εις βάρος του Β. Κ., έκανε χρήση του προαναφερθέντος τσεκουριού, δηλαδή αντικειμένου που είναι πρόσφορο για επίθεση ή άμυνα και θεωρείται όπλο." Στη συνέχεια αφού απέρριψε τους αυτοτελείς ισχυρισμούς για αναγνώριση των ελαφρυντικών περιστάσεων του άρθρου 84 παρ. 2, α και ε ΠΚ, προέβη στην επιμέτρηση της ποινής με το αιτιολογικό κατά πιστή μεταφορά: "Οι πράξεις για τις οποίες κηρύχθηκε ένοχος ο κατηγορούμενος προβλέπονται και τιμωρούνται από τα 1, 12, 14, 16, 17, 18, 26 παρ. 1, 27, 51, 53, 79, 94 παρ. 1, 309-308 παρ. 1 εδ.

α σε συνδ. με 310 παρ. 2 του ΠΚ και 1 παρ. 2 και 14 Ν. 2168/1993. Το Δικαστήριο τούτο κατά την επιμέτρηση της ποινής στα όρια που διαγράφει ο νόμος λαμβάνοντας υπόψη σύμφωνα με το άρθρο 79 του ΠΚ α) τη βαρύτητα των εγκλημάτων τα οποία διέπραξε ο κατηγορούμενος αφού για την εκτίμηση της βαρύτητας απέβλεψε στις βλάβες που επακολούθησαν και τους κινδύνους που προξενήθηκαν από τα εγκλήματα, στη φύση, στο είδος και στο αντικείμενο των εγκλημάτων, σε όλες τις περιστάσεις του χρόνου", τόπου, μέσων και τρόπου που συνόδευσαν την προπαρασκευή και την _ εκτέλεση αυτών, καθώς επίσης και στην ένταση του δόλου του κατηγορουμένου, β) την προσωπικότητα του κατηγορουμένου, αφού για την εκτίμηση της προσωπικότητας του απέβλεψε στο βαθμό της εγκληματικής διαθέσεως που αυτός εκδήλωσε κατά τις πράξεις του για την ακριβή διάγνωση τούτου, τα αίτια από τα οποία ο κατηγορούμενος κινήθηκε για την διάπραξη των εγκλημάτων, στην αφορμή που του δόθηκε και στο σκοπό που αυτός επεδίωξε, στο χαρακτήρα και το βαθμό της αναπτύξεώς του, στις ατομικές και κοινωνικές περιστάσεις και στον προηγούμενο βίο του, καθώς και στη διαγωγή που αυτός επέδειξε κατά και μετά τις πράξεις του, και γ) ότι δεν καθυστέρησε υπέρμετρα η εκδίκαση της υποθέσεως από λόγους μη οφειλόμενους σε υπαιτιότητα του κατηγορουμένου, κρίνει ομόφωνα ότι πρέπει να επιβληθούν στον κατηγορούμενο οι ποινές που αναφέρονται στο διατακτικό".

Κατόπιν καταδίκασε τον κατηγορούμενο, που κηρύχθηκε ένοχος, σε ποινή φυλακίσεως δύο (2) ετών και οκτώ (8) μηνών για την επικίνδυνη σωματική βλάβη, και σε ποινή φυλακίσεως ενός (1) έτους για την οπλοχρησία και στη συνέχεια του επέβαλε συνολική ποινή φυλακίσεως τριών (3) ετών και δύο (2) μηνών. Με αυτές τις παραδοχές προκύπτει, ότι το Δικαστήριο της ουσίας για την επιμέτρηση της ποινής των τριών [3] ετών και δύο [2] μηνών, που επέβαλε στον αναιρεσείοντα για τις πράξεις της επικίνδυνης σωματικής βλάβης και της παράνομης οπλοχρησίας, για τις οποίες κηρύχθηκε ένοχος, έλαβε υπόψη του τη βαρύτητα των εν λόγω πράξεων που διέπραξε και την προσωπικότητα του, για την εκτίμηση δε των στοιχείων τούτων αξιολόγησε και τα κριτήρια των παραγράφων 2 και 3 του άνω άρθρου, όπως ίσχυε, τα οποία ειδικά και εμπεριστατωμένα μνημονεύει στην απόφασή του, ήτοι τη βλάβη που προξένησαν τα εγκλήματα αυτά, τον κίνδυνο που προκάλεσαν, τη φύση, το είδος και το αντικείμενο αυτών [εγκλημάτων], τις περιστάσεις χρόνου, τόπου, μέσων και τρόπου που συνόδευαν την προπαρασκευή ή την εκτέλεση τους, την ένταση του δόλου του, το βαθμό της εγκληματικής του διάθεσης που εκδήλωσε κατά την τέλεση των πράξεων, τα αίτια που τον ώθησαν στην εκτέλεση τους, την αφορμή που του δόθηκε και το σκοπό που επιδίωξε, το χαρακτήρα του και το βαθμό της ανάπτυξής του, τις ατομικές και κοινωνικές περιστάσεις και την προηγούμενη ζωή του, τη διαγωγή του κατά τη διάρκεια των πράξεων και μετά και τους οικονομικούς όρους αυτού, χωρίς να απαιτείται επιπρόσθετη αιτιολογία και αναφορά άλλων περιστατικών.

Από τις ίδιες πιο πάνω παραδοχές προκύπτει, ότι το Δικαστήριο καθόρισε την ποινή που επέβαλε στον κατηγορούμενο για τις ως άνω πράξεις, για τις οποίες κηρύχθηκε ένοχος, με βάση τη βαρύτητα αυτών και το βαθμό ενοχής του γι' αυτές, έλαβε δε υπόψη και εκτίμησε όλους τους προαναφερόμενους κανόνες, που ορίζονται και από το άρθρο 79 του νέου Π.Κ., όπως τούτο προκύπτει από το σύνολο των ειδικών και εμπεριστατωμένων αιτιολογιών της απόφασης σε συνδυασμό με το διατακτικό της, χωρίς να απαιτείται επιπρόσθετη αιτιολογία και αναφορά άλλων περιστατικών.

Περαιτέρω, δεν υπάρχει αντίφαση, μεταξύ αιτιολογικού και διατακτικού ως προς τη σωματική βλάβη που προκάλεσε ο κατηγορούμενος και ήδη αναιρεσείων στον εγκαλούντα Β. Κ., καθόσον στο αιτιολογικό, που, παραδεκτώς συμπληρώνει το διατακτικό, προσδιορίζεται αναλυτικότερα ο τρόπος και οι συνθήκες προκλήσεως της σωματικής βλάβης και γίνεται εκτενής αναφορά με λεπτομερή παράθεση πραγματικών περιστατικών και των αποδεικτικών μέσων της προξενηθείσας σωματικής βλάβης στον εγκαλούντα.

Τα περί του αντιθέτου υποστηριζόμενα από τον αναιρεσείντα είναι αβάσιμα και απορριπτέα.

Συνεπώς, ο προβαλλόμενος πρώτος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας ως προς τον τρόπο επιμέτρησης της ποινής και ότι έχουν εμφιλοχωρήσει αντιφάσεις μεταξύ αιτιολογικού και διατακτικού που έχουν συνέπεια ως προς το ύψος της ποινής, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο περί της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου στερώντας έτσι την απόφαση νόμιμης βάσης και [αρθρ. 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Ε' του ΚΠΔ], είναι αβάσιμος.

Η επιβαλλομένη από το Σύνταγμα και τον ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της καταδικαστικής αποφάσεως πρέπει να υπάρχει όχι μόνο ως προς την κατηγορία, αλλά να επεκτείνεται και στους αυτοτελείς ισχυρισμούς που προτείνονται από τον κατηγορούμενο ή από τον συνήγορο του. Αυτοτελείς ισχυρισμοί είναι εκείνοι που προβάλλονται στο δικαστήριο της ουσίας, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 170 παρ. 2 και 333 παρ. 2 του ΚΠΔ, και τείνουν στην άρση του αδίκου χαρακτήρα της πράξεως ή την άρση ή μείωση της ικανότητας προς καταλογισμό ή την εξάλειψη του αξιοποίνου της πράξεως ή τη μείωση της ποινής.

Πρέπει, όμως, οι ισχυρισμοί αυτοί να προβάλλονται κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, δηλαδή με όλα τα πραγματικά περιστατικά που κατά νόμο απαιτούνται για τη θεμελίωσή τους, έτσι ώστε να μπορούν να αξιολογηθούν και σε περίπτωση αποδοχής να οδηγούν στο ειδικότερο ευνοϊκό για τον κατηγορούμενο συμπέρασμα. Διαφορετικά, δεν υπάρχει υποχρέωση του δικαστηρίου της ουσίας να αποφανθεί επί των ισχυρισμών αυτών (αορίστων) με ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία.

Τέτοιοι αυτοτελείς ισχυρισμοί η απόρριψη του οποίων πρέπει να αιτιολογείται ιδιαίτερα, είναι και οι ισχυρισμοί του κατηγορουμένου περί συνδρομής στο πρόσωπό του ελαφρυντικών περιστάσεων από τις αναφερόμενες στο άρθρο 84 παρ. 2 Π.Κ., αφού η παραδοχή τους οδηγεί στην επιβολή μειωμένης κατά το άρθρο 83 του ίδιου Κώδικα, ποινής.

Προϋπόθεση όμως, της δυνατότητας αξιολόγησης και σε περίπτωση ευδόκιμησής τους, της επέλευσης του ευνοϊκότερου για τον κατηγορούμενο αποτελέσματος, είναι η προβολή των αυτοτελών ισχυρισμών κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, δηλαδή εγγράφως και με προφορική ανάπτυξή τους κατά τα ουσιώδη στοιχεία της νομικής και πραγματικής θεμελίωσης τους, άλλως το δικαστήριο της ουσίας δεν υπέχει υποχρέωση να απαντήσει επί των ισχυρισμών αυτών, συνεπώς δε ούτε και να αιτιολογήσει ειδικώς την απόρριψη τους.

Περαιτέρω, ως ελαφρυντική περίσταση κατά το άρθρο 84 παρ. 2 Π.κ. θεωρείται, μεταξύ άλλων, [υπό στοιχ. ε'] το ότι ο υπαίτιος συμπεριφέρθηκε καλά για σχετικά μεγάλο διάστημα μετά την πράξη του, ακόμα και κατά την κράτησή του. Για να συντρέξει η ελαφρυντική αυτή περίσταση, η συμπεριφορά του υπαιτίου, πρέπει να είναι θετική και επωφελής για μεγάλο χρονικό διάστημα μετά την πράξη και να αναφέρονται πραγματικά περιστατικά δηλωτικά της αρμονικής κοινωνικής συμβίωσης του δράστη.

Η αναγνώριση δηλαδή της ελαφρυντικής περιστάσεως του άρθρου 84 παρ. 2 εδ. ε' του ισχύοντος Π.Κ. προϋποθέτει επίκληση και απόδειξη θετικής ατομικής και κοινωνικής συμπεριφοράς του υπαιτίου, με κριτήριο τη στάση του μέσου συνετού και νομοταγούς πολίτη, για σχετικά μεγάλο χρονικό διάστημα μετά την αξιόποινη πράξη, ως αποτέλεσμα πραγματικής επίγνωσης από αυτόν των συνεπειών της πράξης του και σταθερής εναρμόνισης του προς τις επιταγές της έννομης τάξης.

Απαιτείται, δηλαδή, για την αναγνώριση του ανωτέρω ελαφρυντικού, συγκεκριμένη, μετά την πράξη, θετική προσωπική, κοινωνική και επαγγελματική συμπεριφορά, η οποία να είναι ενδεικτική όχι μόνον έλλειψης έκνομης συμπεριφοράς, διότι σε τέτοια περίπτωση αυτός που δεν τέλεσε κάποια αξιόποινη πράξη μετά την αποκάλυψη της παράνομης δραστηριότητας του, θα είχε εξασφαλισμένη την αναγνώριση της ελαφρυντικής αυτής περίστασης, αλλά ατόμου, το οποίο αποτίναξε το παρελθόν, άλλαξε τρόπο ζωής, πράγμα το οποίο δεν συμβαίνει, όταν εξακολουθεί να ζει όπως και πριν, εξαιρούμενης της παράβασης των νόμων και ιδιαίτερα του Ποινικού Κώδικα.

Στην προκειμένη περίπτωση, από την επιτρεπτή για τον έλεγχο του παραδεκτού και της βασιμότητας του λόγου αναίρεσης, επισκόπηση των πρακτικών της προσβαλλομένης απόφασης προκύπτει ότι, ο αναιρεσείων δια του πληρεξουσίου δικηγόρου του, πριν την έναρξη της αποδεικτικής διαδικασίας, προέβαλε ως αυτοτελή ισχυρισμό ενώπιον του δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου, το αίτημα να του αναγνωρισθεί, μεταξύ άλλων, η ελαφρυντική περίσταση του άρθρου 84 παρ. 2 εδ.

ε' ΠΚ, που καταχωρήθηκε στα πρακτικά και τον οποίο ανέπτυξε προφορικά, επικαλούμενος για τη θεμελίωσή του, κατά πιστή μεταφορά τα εξής:

Η υπό στοιχείο ε) της παρ.2 του άρθρου 84 ΠΚ ελαφρυντική περίσταση συνίσταται στο ότι, ο υπαίτιος συμπεριφέρθηκε καλά για σχετικά μεγάλο χρονικό διάστημα μετά την πράξη του, ακόμη και κατά την κράτηση του. Η σχετική νέα διάταξη που αφορά στην ελαφρυντική αυτή περίσταση της καλής συμπεριφοράς μετά την πράξη είναι επίσης ευμενέστερη της αντίστοιχης προϊσχύουσας, καθόσον η καλή συμπεριφορά του υπαιτίου αξιολογείται ως ελαφρυντική περίσταση, ακόμα και όταν υφίσταται τον εξαναγκασμό της φυλάκισης. Από το 2012 μέχρι σήμερα τήρησα τους περιοριστικούς όρους, συμπεριφέρθηκα καλά και κατά την 8ετία αυτή ουδεμία εμπλοκή δικαστική είχα".

To δικαστήριο απέρριψε τον εν λόγω αυτοτελή ισχυρισμό με την αιτιολογία κατά πιστή μεταφορά: "Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 84§1 Π.Κ. "Η ποινή μειώνεται επίσης κατά το μέτρο που προβλέπει το προηγούμενο άρθρο (83) και στις περιπτώσεις που συντρέχουν ελαφρυντικές περιστάσεις". Εξάλλου κατά τη διάταξη της παραγράφου 2 του αυτού ως άνω άρθρου ελαφρυντικές περιστάσεις θεωρούνται ιδίως: ...το ότι ο υπαίτιος συμπεριφέρθηκε καλά για σχετικά μεγάλο διάστημα μετά την πράξη του ακόμα και κατά την κράτησή του.

Για να συντρέξει όμως η ελαφρυντική περίσταση του άρθρου 84 παρ.2ε Π.Κ. πρέπει η συμπεριφορά του να είναι θετική και επωφελής για μεγάλο χρονικό διάστημα μετά την πράξη και να αναφέρονται πραγματικά περιστατικά δηλωτικά της αρμονικής κοινωνικής συμβιώσεως του δράστη, από τα οποία να προκύπτει σαφής μεταστροφή του χαρακτήρα του και να καταδεικνύει άτομο, το οποίο αποτίναξε το παρελθόν και άλλαξε τρόπο ζωής (πράγμα το οποίο δεν συμβαίνει, όταν ο κατηγορούμενος εξακολουθεί να ζει όπως και πριν, εξαιρουμένης της παραβιάσεως του νόμου και ιδιαίτερα του Ποινικού Κώδικα), διότι τότε μόνον η επιλογή του αντανακλά στην γνήσια ψυχική του στάση και παρέχει αυθεντική μαρτυρία ως προς την ποιότητα του ήθους του και της κοινωνικής προδιαθέσεώς του για βελτιωμένη, ήσυχη και χωρίς παραπτώματα διαβίωση, για την οποία πρέπει να επιβραβευθεί, μη αρκούσης της απλής, καλής και συνήθους συμπεριφοράς και δη εργασίας και ομαλής οικογενειακής ζωής χωρίς παραβατικότητα και μόνον, αφού, σε τέτοια περίπτωση, αυτός που δεν τέλεσε κάποια αξιόποινη πράξη μετά την αποκάλυψη της παράνομης δραστηριότητας του, θα είχε εξασφαλισμένη την αναγνώριση της ελαφρυντικής αυτής περιστάσεως, ενόψει του ότι η καλή συμπεριφορά δεν νοείται ως παθητικά καλή ή ως μη κακή διαγωγή ή μόνον ως απουσία παραβατικότητας, αλλά απαιτείται για την αναγνώριση του ανωτέρω ελαφρυντικού, θετική δραστηριότητα του υπαιτίου, η οποία να εκδηλώνεται αυτοβούλως ως αποτέλεσμα της ηθικής και ψυχικής μεταστροφής του δράστη και όχι ως αποτέλεσμα φόβου ή καταναγκασμού ή για να δημιουργήσει τις προϋποθέσεις υποβολής ενός τέτοιου ισχυρισμού, οπωσδήποτε δε πρέπει να υπάρχει συμπεριφορά μαρτυρούσα την αληθή ψυχική του μεταβολή προς το καλύτερο {βλ.ΑΠ 130/2017, ΑΠ 69/2013}.

Εν προκειμένω ο κατηγορούμενος προκειμένου να θεμελιώσει τον αυτοτελή ισχυρισμό του για αναγνώριση της ελαφρυντικής περιστάσεως του άρθρου 84 παρ. 2ε ΠΚ εκθέτει επι λέξει ότι "Από το έτος 2012 μέχρι σήμερα τήρησα τους περιοριστικούς όρους, συμπεριφέρθηκα καλά και κατά την οκταετία αυτή ουδεμία εμπλοκή δικαστική είχα" . Υπό τα ανωτέρω όμως εκτιθέμενα δεν θεμελιώνονται οι προϋποθέσεις αναγνωρίσεως της ελαφρυντικής περιστάσεως του άρθρου 84 παρ. 2ε ΠΚ διότι μόνο η μη παραβατική συμπεριφορά του υπαιτίου μετά την αποκάλυψη της αξιόποινης πράξεως που τέλεσε δεν καταδεικνύει αληθή ψυχική μεταστροφή αυτού προς το καλύτερο.

Συνεπώς πρέπει να απορριφθεί ο εν λόγω αυτοτελής ισχυρισμός ως αβάσιμος".

Με τις παραδοχές αυτές το Δικαστήριο, και μολονότι ο ως άνω αυτοτελής ισχυρισμός προβλήθηκε αορίστως, χωρίς την επίκληση, κατά τα εκτιθεμένα στη μείζονα σκέψη, των απαιτουμένων στοιχείων για τη θεμελίωσή του, μη έχοντας, ως εκ τούτου υποχρέωση να διαλάβει ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία για την απόρριψή του, παρά ταύτα, διέλαβε στην προσβαλλομένη απόφαση του την προσήκουσα αιτιολογία, ως προς την απόρριψη του, εκθέτοντας με επάρκεια τους λόγους που το οδήγησαν στην ανωτέρω απορριπτική κρίση του. Αβασίμως επομένως παραπονείται ο αναιρεσείων για την απόρριψη του, ως άνω αυτοτελούς ισχυρισμού του και συνεπώς, ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ΚΠΔ προβαλλόμενος δεύτερος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίον αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια της έλλειψης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, ως προς την απόρριψη του εν λόγω ισχυρισμού, είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί.

Κατά τη μεταβατική διάταξη του άρθρου 465 του νέου Π.Κ. "Οι διατάξεις του προϊσχύσαντος Ποινικού κώδικα για τη μετατροπή της ποινής σε χρηματική, την αναστολή εκτέλεσης της ποινής και την απόλυση υπό όρο εφαρμόζονται για πράξεις που τελέστηκαν μέχρι τη θέση σε ισχύ του παρόντος...". Περαιτέρω, κατά το άρθρο 100 παρ. 1 του Π.Κ., όπως τροποποιήθηκε από το άρθρο 67 παρ. 3 του ν. 3994/2011, "αν κάποιος καταδικαστεί σε ποινή φυλακίσεως μεγαλύτερη από τρία έτη και μέχρι πέντε έτη και συντρέχει στο πρόσωπο του η προϋπόθεση του άρθρου 99 παρ. 1, το δικαστήριο διατάσσει την αναστολή εκτέλεσης της ποινής του υπό όρους και υπό την επιμέλεια και επιτήρηση επιμελητή κοινωνικής αρωγής, για ορισμένο διάστημα, που δεν μπορεί να είναι κατώτερο από τρία και ανώτερο από πέντε έτη, εκτός αν κρίνει με βάση ειδικά μνημονευόμενα στην αιτιολογία της αποφάσεως στοιχεία, ότι η εκτέλεση της ποινής είναι απολύτως αναγκαία για να αποτρέψει τον κατάδικο από την τέλεση νέων αξιοποίνων πράξεων".

Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι επί επιβολής ποινής φυλακίσεως μεγαλύτερης των τριών και μέχρι πέντε ετών, το δικαστήριο, εφ' όσον συντρέχει η προϋπόθεση του άρθρου 99 παρ. 1 του ΠΚ (μη καταδίκη σε στερητική της ελευθερίας ποινή υπερβαίνουσα το έτος), είναι υποχρεωμένο, και χωρίς την υποβολή σχετικού αιτήματος, να αναστείλει την εκτέλεση της ποινής υπό όρους και μόνο αν δεν δεχθεί την αναστολή αυτή, εφόσον συντρέχουν οι νόμιμες προϋποθέσεις, έχει υποχρέωση να αιτιολογήσει την απόρριψή της ειδικά και εμπεριστατωμένα, κατά τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ, διαφορετικά ιδρύεται, από την έλλειψη τέτοιας αιτιολογίας, ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ.

Δ' του ΚΠοινΔ λόγος αναιρέσεως.

Στην προκειμένη περίπτωση, ο αναιρεσείων κατηγορούμενος με την αναιρεσιβαλλομένη απόφαση καταδικάσθηκε, σε ποινή φυλακίσεως τριών [3] ετών και δύο [2] μηνών, η οποία μετατράπηκε σε χρηματική τοιαύτη. Όπως δε προκύπτει από τα πρακτικά της προσβαλλόμενης αποφάσεως το εκδόν αυτή δικαστήριο μετά από αίτημα του συνηγόρου του αναιρεσείοντος και σχετική πρόταση του εισαγγελέως επελήφθη του ζητήματος αναστολής της ως άνω επιβληθείσας ποινής, υπερβαίνουσας τα τρία έτη κατόπιν υποβολής του σχετικού αιτήματος του κατηγορουμένου, το οποίο κατά πιστή μεταφορά έχει ως εξής: "Σε περίπτωση που καταδικαστώ για επικίνδυνη σωματική βλάβη (το 309 Π Κ προβλέπει ποινή μέχρι 3 έτη), κατά τη νέα διάταξη 99 ΠΚ (που εφαρμόζεται ως επιεικέστερη) δικαιούμαι υποχρεωτικά αναστολή (ασχέτως των ποινών που προκύπτουν από το ποινικό μου μητρώο).

Και με την παλιά διάταξη δικαιούμαι αναστολής διότι το σύνολο των μικρό-ποινών (για αγροτικά αδικήματα) που προκύπτουν από το ποινικό μου μητρώο ανέρχονται σε 240 ημέρες ήτοι 8 μήνες, ήτοι κάτω του έτους (που προέβλεπε η παλιά διάταξη για τη χορήγηση της αναστολής), ανέρχονται συνολικά σε δεν υπάρχει καμία προϋπόθεση πλέον για την αναστολή (δηλ.

να μην έχει καταδικαστεί-για πάνω από έτος). Σε κάθε περίπτωση με τη νέα διάταξη δεν προβλέπεται πλέον μετατροπή της αλλά κοινωφελής εργασία, (η εφαρμογή της οποίας όμως έχει ανασταλεί από τον Αύγουστο)... 7.2. Η αναστολή θα δοθεί χωρίο καμία προϋπόθεση (όπως προβλέπει δυνητικά η 99 παρ. 2 νέου Π Κ), καθότι ισχύει ως προς εμένα η ευνοϊκότερη παλιά διάταξη 99 ΠΚ η οποία για τη χορήγηση της αναστολής ουδεμία δυνητική προϋπόθεση προέβλεπε".

Το Δικαστήριο κατά πιστή μεταφορά δέχθηκε τα εξής: "Σύμφωνα με την μεταβατική διάταξη του άρθρου 465 του ισχύοντος από 1-7-2019 Νέου Ποινικού Κωδικός (Ν.4619/2019) "Οι διατάξεις του Προισχύσαντος Ποινικού Κώδικα για τη μετατροπή της ποινής σε χρηματική ποινή, την αναστολή εκτέλεσης της ποινής και την απόλυση υπό όρο εφαρμόζονται για πράξεις που τελέστηκαν μέχρι τη θέση σε ισχύ του παρόντος ..." Εξάλλου κατά την διάταξη του άρθρου 100 παρ.1 του προϊσχύσαντος Ποινικού Κώδικος "Αν κάποιος καταδικαστεί σε ποινή φυλάκισης μεγαλύτερης από τρία έτη και μέχρι πέντε έτη και συντρέχει στο πρόσωπο του η προϋπόθεση του άρθρου 99 παρ. 1 (δεν έχει δηλαδή καταδικασθεί αμετακλήτως για κακούργημα ή πλημμέλημα σε περιοριστική της ελευθερίας ποινή μεγαλύτερη από ένα έτος) το δικαστήριο διατάσσει την αναστολή εκτέλεσης της ποινής του υπό όρους και υπό την επιμέλεια και επιτήρηση επιμελητή κοινωνικής αρωγής, για ορισμένο διάστημα, που δεν μπορεί να είναι κατώτερο από τρία και ανώτερο από πέντε έτη, εκτός αν κρίνει με βάση ειδικά μνημονευόμενα στην αιτιολογία της αποφάσεως στοιχεία ότι η εκτέλεση της ποινής είναι απολύτως αναγκαία για να αποτρέψει τον κατάδικο από την τέλεση νέων αξιόποινων πράξεων".

Εν προκειμένω, όπως αναφέρθηκε στο σκεπτικό της αποφάσεως περί της ενοχής του κατηγορουμένου, ο τελευταίος, χωρίς να έχει προκληθεί καθ'οιονδήποτε τρόπο από τον παθόντα του επιτέθηκε και τον έπληξε με τσεκούρι στο αριστερό μέρος του κεφαλιού του με κίνδυνο να του προκαλέσει βαριά σωματική βλάβη (πλήρη αποκοπή του πτερυγίου του αριστερού του αυτιού).

Η εν λόγω πράξη του οφειλόταν στο ότι θεωρούσε τον παθόντα, που υπό την ιδιότητα του Προέδρου του Φιλοδασικού Συλλόγου ... ενδιαφερόταν για την προστασία του δασικού οικοσυστήματος της περιοχής και της αναδασωτέας καμμένης εκτάσεως, ως βασικό εμπόδιο στην συστηματική παραβατική συμπεριφορά του για ανεμπόδιστη βοσκή των αιγοπροβάτων του ιδίου και των υιών του εντός της αναδασωτέας δασικής εκτάσεως και για την αποκόμιση οικονομικού οφέλους.

Εξάλλου, όπως προαναφέρθηκε, ο κατηγορούμενος είχε καταδικασθεί επανειλημμένως κατά το παρελθόν για παραβάσεις της δασικής νομοθεσίας, γεγονός που καταδεικνύει άτομο ρέπον σε παραβατική συμπεριφορά. Ενόψει τούτων το Δικαστήριο κρίνει ότι μόνον η εκτέλεση της ποινής (δια μετατροπής της φυλακίσεως σε χρηματική ποινή) είναι ικανή να αποτρέψει αυτόν από την τέλεση νέων αξιόποινων πράξεων και συνεπώς πρέπει να απορριφθεί το υποβληθέν αίτημά του για αναστολή, κατ' άρθρα 99 και 101 προϊσχύσαντος Π.Κ.

εκτελέσεως της επιβληθείσης σ' αυτόν στερητικής της ελευθερίας ποινής" και απέρριψε το αίτημα της αναστολής της ποινής.

Με τις παραδοχές αυτές, το ανωτέρω Δικαστήριο διέλαβε, ως προς την μη αναστολή υπό όρους [επιτήρηση] της ποινής που επιβλήθηκε στον αναιρεσείοντα, την απαιτούμενη από τις ανωτέρω διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ αιτιολογία, αφού μνημονεύει ειδικώς στοιχεία και συγκεκριμένα συστηματική παραβατική συμπεριφορά του αναιρεσείοντος για την αποκόμιση οικονομικού οφέλους, (έχει καταδικασθεί επανειλημμένως κατά το παρελθόν για παραβάσεις δασικής νομοθεσίας, γεγονός που καταδεικνύει άτομο ρέπον σε παραβατική συμπεριφορά], με βάση τα οποία έκρινε ότι η εκτέλεση της ποινής είναι απολύτως αναγκαία για να αποτρέψει αυτόν από την τέλεση νέων αξιοποίνων πράξεων.

Επομένως, ο συναφής από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ του ΚΠΔ προβαλλόμενος τρίτος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας για τη μη χορήγηση αναστολής της ποινής υπό επιτήρηση είναι αβάσιμος.

Κατόπιν αυτών, και εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος αναιρέσεως προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση στο σύνολο της και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠοινΔ), ερήμην του υποστηρίζοντος την κατηγορία Κ. Β. του Μ., ο οποίος όπως προκύπτει από το από 22-5-2020 αποδεικτικό επιδόσεως της Επιμελήτριας της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου Σωτηροπούλου Ιφιγενείας, κλήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα στη συζήτηση της ένδικης αναίρεσης για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 4-2-2020 και με αριθμό 7/2020 αίτηση του Μ. Γ. του Κ., κατοίκου ..., για αναίρεση της υπ' αριθμό 171-172-173/2019 απόφασης του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Πατρών.

Επιβάλλει σε βάρος του αναιρεσείοντος τα δικαστικά έξοδα ποσού διακοσίων πενήντα (250) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 6 Νοεμβρίου 2020.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 3 Δεκεμβρίου 2020.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ

Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ