Legislator Case Law & Legislation
1337/2019 AI generated

Supreme Court annuls traffic accident verdict for insufficient causation reasoning and contradictory findings on driver fault.

Case Number 1337/2019
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Allowed / Granted

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court annulled the First Instance Court's decision regarding a traffic accident due to insufficient reasoning on causation and contradictory findings. The appellant argued that the lower court failed to establish a causal link between speeding and the collision while contradicting itself by accepting normal lane usage while blaming the driver for speed. Consequently, the court found the appeal admissible and remanded the case for retrial by a different judge.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559(1), 559(19), 580(3) of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court annuls a judgment if the lower court fails to provide sufficient reasoning establishing the causal link between a violation and the damage, or if it contains contradictory reasoning that renders the review of liability impossible.

Keywords

AI generated
traffic accident causation contradictory reasoning insufficient motivation impossibility of review remittal for retrial driver liability Code of Civil Procedure

Cited Legislation

AI generated
Article 576 of the Code of Civil Procedure
Article 559(1) of the Code of Civil Procedure
Article 559(19) of the Code of Civil Procedure
Article 580(3) of the Code of Civil Procedure
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure
Article 189(1) of the Code of Civil Procedure
Article 191(2) of the Code of Civil Procedure
Article 495(4)(e) of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1337 / 2019 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1337/2019

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Καλού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Μαρία Τζανακάκη, Αντώνιο Τσαλαπόρτα, Ελένη Φραγκάκη και Ζαμπέτα Στράτα, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 15 Μαρτίου 2019, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Γ. Ζ. του Φ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Ντοκατζή με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Γ. Μ. του Θ., κατοίκου ..., που δεν παραστάθηκε, ούτε εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο και 2) ανώνυμης ασφαλιστικής και αντασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "... ΑΑΑΕ", που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Λάζαρο Χατζηθέμελη, που δήλωσε στο ακροατήριο ότι ανακαλεί την από 14-3-2019 δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και παρίσταται.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 8-1-2013 αγωγή του ήδη 1ου των αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάστηκε με την από 21-2-2014 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 575/2015 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 4966/2017 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 9-2-2018 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Ελένη Φραγκάκη, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκαν μόνο ο αναιρεσείων και η 2η των αναιρεσιβλήτων όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της 2ης των αναιρεσιβλήτων ζήτησε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τις διατάξεις του άρθρου 576 ΚΠολΔ προκύπτει ότι αν κατά τη συζήτηση της αναιρέσεως δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί και δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος κάποιος από τους διαδίκους, ο Άρειος Πάγος εξετάζει ποιός επισπεύδει τη συζήτηση. Αν την επισπεύδει ο διάδικος που απουσιάζει, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι.

Αν όμως την επισπεύδει ο αντίδικός του, ερευνάται αν ο διάδικος ο οποίος δεν εμφανίστηκε ή αν και εμφανίστηκε δεν έλαβε μέρος στη συζήτηση με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα από τον επισπεύδοντα τη συζήτηση. Στην περίπτωση που δεν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα η συζήτηση κηρύσσεται απαράδεκτη και η υπόθεση επαναφέρεται με νέα κλήτευση.

Στην αντίθετη περίπτωση ο Άρειος Πάγος προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί. Από την προσκομιζόμενη από τον αναιρεσείοντα υπ' αριθμ. ...28/19.9.2018 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή του Εφετείου Αθηνών Κ. Δ., προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της κρινομένης από 9.2.2018 αίτησης αναίρεσης με την κάτω από αυτή πράξη ορισμού δικασίμου για τη σημειούμενη στην αρχή της παρούσας και κλήση προς παράσταση κατ' αυτή, επιδόθηκε με επιμέλεια του αναιρεσείοντος νομότυπα και εμπρόθεσμα στον πρώτο των αναιρεσιβλήτων.

Επομένως, αφού o τελευταίος δεν εμφανίσθηκε ενώπιον του δικαστηρίου τούτου, κατά την παρούσα δικάσιμο, κατά την οποία η υπόθεση εκφωνήθηκε για συζήτηση με τη σειρά από το πινάκιο και ούτε έχει καταθέσει δήλωση σύμφωνα με το άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, πρέπει, να συζητηθεί η υπόθεση σαν να ήταν όλοι οι διάδικοι παρόντες.

Η κρινόμενη από 9.2.2018 και ειδ. αρ. καταθ. 399/2018 αίτηση για την αναίρεση της υπ' αριθμ. 4966/2017 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, που εκδόθηκε με την ειδική διαδικασία των ζημιών από αυτοκίνητο, καθώς και από τη σύμβαση ασφάλισης αυτού (άρθρ. 681Α ΚΠολΔ), αντιμωλία των διαδίκων, έχει ασκηθεί νόμιμα και εμπρόθεσμα.

Επομένως πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των κατ' ιδίαν λόγων αυτής (άρθρ. 577 παρ. 1 και 3 ΚΠολΔ). Η ως άνω προσβαλλομένη απόφαση εκδόθηκε επί των συνεκδικασθείσών α) από 31.03.2015 και αριθ. καταθ. 2132/2015 του ήδη αναιρεσείοντος, ως εκκαλούντος κατά των ήδη αναιρεσιβλήτων, ως εφεσιβλήτων και β) της αντίθετης από 14.05.2015 και αριθ.

καταθ. 3046/2015 των τελευταίων, ως εκκαλούντων κατά του αναιρεσείοντος, ως εφεσιβλήτου, εφέσεων, κατά της με αριθμό 575/2015 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που συνεκδίκασε τις ένδικες αντίθετες αγωγές των δύο εναγόντων οδηγών των εμπλακέντων οχημάτων, εκ των οποίων η από 21.02.2014 και με αριθμό καταθ. 24116/2014 που άσκησε ως ενάγων ο ήδη αναιρεσείων στρεφόταν εναντίον αμφοτέρων των αναιρεσιβλήτων, ως εναγομένων.

Από τις διατάξεις των άρθρων 297, 298, 300, 330 εδάφ. β' και 914 ΑΚ συνάγεται ότι προϋπόθεση της ευθύνης για αποζημίωση από αδικοπραξία είναι η υπαιτιότητα του υπόχρεου, η οποία υπάρχει και στην περίπτωση της αμέλειας, δηλαδή όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές, η παράνομη συμπεριφορά του υπόχρεου σε αποζημίωση έναντι εκείνου που ζημιώθηκε και η ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της παράνομης συμπεριφοράς και της ζημίας.

Υπαιτιότητα είναι ο ψυχικός δεσμός του δράστη προς την αδικοπραξία. Αν η ζημία οφείλεται σε αποκλειστική υπαιτιότητα του παθόντος, δεν οφείλεται αποζημίωση, ενώ, αν διαπιστωθεί οικείο πταίσμα αυτού, το δικαστήριο μπορεί, σύμφωνα με το άρθρο 300 του Α.Κ., να μην επιδικάσει αποζημίωση ή να μειώσει το ποσό της.

Η παράνομη συμπεριφορά, ως όρος της αδικοπραξίας, μπορεί να συνίσταται όχι μόνο σε θετική πράξη, αλλά και σε παράλειψη, εφόσον στην τελευταία αυτή περίπτωση εκείνος που υπέπεσε στην παράλειψη ήταν υποχρεωμένος σε πράξη από το νόμο ή τη δικαιοπραξία ή από την καλή πίστη, κατά την κρατούσα κοινωνική αντίληψη.

Αιτιώδης συνάφεια υπάρχει, όταν η πράξη ή η παράλειψη του ευθυνόμενου προσώπου ήταν, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, ικανή και μπορούσε αντικειμενικά να επιφέρει, κατά τη συνηθισμένη και κανονική πορεία των πραγμάτων, το επιζήμιο αποτέλεσμα. Η ύπαρξη της υπαιτιότητας δεν αποκλείεται, κατ' αρχήν, από το γεγονός ότι στο επιζήμιο αυτό αποτέλεσμα συνετέλεσε και συντρέχον πταίσμα του ζημιωθέντος, εφόσον δεν διακόπτεται ο αιτιώδης σύνδεσμος, αλλά η ύπαρξη αυτού, προβαλλόμενη από τον υπαίτιο κατ' ένσταση, συνεπάγεται τη μη επιδίκαση από το δικαστήριο αποζημιώσεως ή τη μείωση του ποσού της, κατά το παραπάνω άρθρο 300 του Α.Κ.

Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, γενικώς λαμβανόμενα, μπορούν να θεωρηθούν αντικειμενικώς ως πρόσφορη αιτία της ζημίας που επήλθε υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, γιατί είναι κρίση νομική, αναγόμενη στην ορθή ή μη υπαγωγή από το δικαστήριο της ουσίας των διδαγμάτων της κοινής πείρας στην αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας, ενώ η κρίση για το αν πράγματι στη συγκεκριμένη περίπτωση η πράξη ή η παράλειψη εκείνη αποτέλεσε την αιτία του ζημιογόνου αποτελέσματος δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, καθόσον ανάγεται σε εκτίμηση πραγματικού υλικού, σύμφωνα με το άρθρο 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δικ. (ΑΠ 1546/2014, ΑΠ 1513/2014).

Επίσης, οι έννοιες της υπαιτιότητας και της συνυπαιτιότητας είναι νομικές και, επομένως, η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ως προς τη συνδρομή ή όχι υπαιτιότητας του ζημιώσαντος ή οικείου πταίσματος του ζημιωθέντος κατά την επέλευση της ζημίας, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου κατά τις διατάξεις του άρθρου 559 αριθμ. 1 και 19 του Κ.Πολ.Δικ.

για ευθεία και εκ πλαγίου παράβαση κανόνων ουσιαστικού δικαίου, καθώς και για παραβίαση διδαγμάτων κοινής πείρας (ΑΠ 278/2018, ΑΠ 1591/ 2014, ΑΠ 76/2014). Η παράβαση διατάξεων του Κ.Ο.Κ. δεν θεμελιώνει αυτή καθ' εαυτήν υπαιτιότητα στην επέλευση αυτοκινητικού ατυχήματος, αποτελεί όμως στοιχείο, η στάθμιση του οποίου από το δικαστήριο της ουσίας θα κριθεί σε σχέση με την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συγκεκριμένης πράξεως και του αποτελέσματος που επήλθε (ΑΠ 278/2018, ΑΠ 1493/2014).

Σύμφωνα με το άρθρο 19 παρ. 1, 2 και 7 του Κ.Ο.Κ. (Ν. 2696/ 1999), "1. Ο οδηγός οδικού οχήματος επιβάλλεται να έχει τον πλήρη έλεγχο του οχήματός του ώστε να μπορεί σε κάθε στιγμή να εκτελεί τους απαιτούμενους χειρισμούς... 2. Ο οδηγός επιβάλλεται να ρυθμίζει την ταχύτητα του οχήματός του, λαμβάνων, συνεχώς, υπόψη του τις επικρατούσες συνθήκες, ιδιαίτερα δε τη διαμόρφωση του εδάφους, την κατάσταση και τα χαρακτηριστικά της οδού, την κατάσταση και το φορτίο του οχήματός του, τις καιρικές συνθήκες και τις συνθήκες κυκλοφορίας, κατά τρόπον, ώστε να είναι σε θέση να διακόψει την πορεία του οχήματός του μπροστά από οποιοδήποτε εμπόδιο που μπορεί να προβλεφθεί και το οποίο βρίσκεται στο ορατό από αυτόν μπροστινό τμήμα της οδού.

Υποχρεούται, επίσης, να μειώνει την ταχύτητα του οχήματός του και, σε περίπτωση ανάγκης, να διακόπτει την πορεία του, όταν οι περιστάσεις το επιβάλλουν... 7. Ο οδηγός του οχήματος, το οποίο κινείται πίσω από άλλο, υποχρεούται να τηρεί αρκετή απόσταση για την αποφυγή σύγκρουσης αν το προ αυτού κινούμενο όχημα μειώσει ξαφνικά την ταχύτητά του ή διακόψει την πορεία του".

Κατά την αληθή έννοια της παραγράφου αυτής του άρθρου 19, η τήρηση απόστασης ασφαλείας προϋποθέτει την κίνηση των οχημάτων, του προπορευόμενου και του ακολουθούντος, επί της ίδιας λωρίδας κυκλοφορίας. Περαιτέρω, κατά την διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 εδ. α' του Κ.Πολ.Δικ., λόγος αναιρέσεως για ευθεία παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ιδρύεται αν αυτός δεν εφαρμόστηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, ή αν εφαρμόστηκε, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή.

Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται εν όψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναιρέσεως αν οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως καθιστούν φανερή την παραβίαση.

Τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται. Τέλος, κατά την έννοια της διατάξεως του άρθρου 559 αριθμ. 19 του Κ.Πολ.Δικ.

υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσεως λόγω αντιφατικών ή ανεπαρκών αιτιολογιών, όταν από το αιτιολογικό της αποφάσεως που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν προκύπτουν πλήρως, σαφώς και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά γεγονότα, τα οποία, σύμφωνα με το νόμο, είναι αναγκαία για την κρίση στην συγκεκριμένη περίπτωση ότι συντρέχουν οι όροι της διατάξεως που εφαρμόστηκε, ή, ότι δεν συντρέχουν οι όροι εφαρμογής της.

Αντιφατικότητα των αιτιολογιών, η οποία ιδρύει τον από την προαναφερθείσα διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 19 του Κ.Πολ.Δικ. προβλεπόμενο λόγο αναιρέσεως, υπάρχει όταν σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης εξ αιτίας αυτής, δεν προκύπτει ποια πραγματικά περιστατικά δέχθηκε το δικαστήριο για να στηρίξει το διατακτικό, ώστε να μπορεί να ελεγχθεί αν σωστά εφάρμοσε το νόμο.

Με τον 6ο λόγο της αίτησης αναίρεσης που ερευνάται αρχικά, εφόσον ο Άρειος Πάγος δεν δεσμεύεται από τη σειρά των αναιρετικών λόγων, που καθορίζουν οι διάδικοι (ΑΠ 462/2017), αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι από το άρθρο 559 αρ. 1 και 19 ΚΠολΔ πλημμέλειες, ότι το Εφετείο, το οποίο έκρινε ότι για το ένδικο ατύχημα ευθύνονται οι οδηγοί των δικύκλων οχημάτων με ποσοστό 40% ο αναιρεσείων και 60% ο πρώτος αναιρεσίβλητος, παραβίασε ευθέως με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή και εκ πλαγίου με ανεπαρκείς, ασαφείς και αντιφατικές αιτιολογίες, ως προς το ουσιώδες ζήτημα των συνθηκών του ατυχήματος και της υπαιτιότητας των εμπλακέντων στο ατύχημα οδηγών, τις διατάξεις των άρθρων 297, 300, 330 και 914 ΑΚ σε συνδυασμό με εκείνη της παρ. 7 του άρθρου 19 του ΚΟΚ.

Στην προκειμένη περίπτωση το Μονομελές Εφετείο Αθηνών, όπως προκύπτει από την με αριθμ. 4966/2017 πληττόμενη απόφασή του, δέχτηκε ως προς την υπαιτιότητα των εμπλακέντων οδηγών στο ένδικο αυτοκινητικό ατύχημα τα ακόλουθα περιστατικά: "Στις 22-3-2012 και περί ώρα 21.50' ο Γ. Μ., οδηγώντας την υπ' αρ. κυκλοφ. ...02 δίκυκλη μοτοσικλέτα της κυριότητός του, η οποία κατά τον χρόνο εκείνο, ήταν ασφαλισμένη για την έναντι τρίτων αστική ευθύνη, στην ασφαλιστική εταιρία με την επωνυμία "...

ΑΑΑΕ", έβαινε με κανονική ταχύτητα, στην ..., με κατεύθυνση από 2 προς την οδό ..., στην μεσαία λωρίδα κυκλοφορίας. Η ανωτέρω οδός είναι δρόμος διπλής κατεύθυνσης, οι δύο κατευθύνσεις της οδού χωρίζονται μεταξύ τους με διαχωριστική νησίδα, στην δε κατεύθυνση προς οδό ..., στο σημείο του ατυχήματος, έχει τρεις λωρίδες κυκλοφορίας, είναι ευθεία και οριζόντια, κατά τον χρόνο δε εκείνο, επικρατούσε σκότος, αλλά υπήρχε επαρκής ηλεκτροφωτισμός, η κυκλοφορία των οχημάτων ήταν κανονική, η ορατότητα επαρκής και οι καιρικές συνθήκες καλές, ενώ το όριο ταχύτητας είναι 50 χιλιομ.

ανά ώρα, λόγω κατοικημένης περιοχής. Κατά τον ίδιο χρόνο, ο Γ. Ζ., οδηγώντας την υπ' αρ. κυκλ. ...49 δίκυκλη μοτοσικλέτα της κυριότητός του, η οποία κατά τον χρόνο εκείνο δεν ήταν ασφαλισμένη για την έναντι τρίτων αστική ευθύνη, σε κάποια ασφαλιστική εταιρία, έβαινε επί της ως άνω οδού, στην αριστερή λωρίδα κυκλοφορίας, με την ίδια κατεύθυνση, όπισθεν του οχήματος που οδηγούσε Γ.

Μ.. Όταν τα δύο οχήματα προσέγγισαν το ύψος της οδού όπου καταλήγει κάθετα η οδός ... και όπου η κίνηση ρυθμίζεται με φωτεινούς σηματοδότες που υπάρχουν προ του σημείου εκείνου και λειτουργούσαν κανονικά, συνέχισαν ευθεία, καθόσον στην πορεία τους είχαν πράσινο φως, όμως το όχημα του Γ Μ., αφού αρχικά εκινείτο στην μεσαία λωρίδα κυκλοφορίας, από εσφαλμένο χειρισμό του οδηγού του, επεχείρησε αιφνίδιο ελιγμό προς τα αριστερά, προκειμένου πιθανώς να εισέλθει στην αριστερή λωρίδα κυκλοφορίας, όπου εκινείτο κανονικά το όχημα του Γ.

Ζ., με αποτέλεσμα, αφενός το τελευταίο να επιπέσει στο πίσω αριστερό τμήμα του πρώτου οχήματος, αφετέρου, να ανατραπούν τα δύο οχήματα, οι οδηγοί τους να επιπέσουν επί του οδοστρώματος και να τραυματισθούν σοβαρά. Τα παραπάνω αποδεικνύονται από την από 22-3-2012 έκθεση αυτοψίας τροχαίου ατυχήματος, που συνέταξαν τα αρμόδια όργανα της τροχαίας, και όπου καταγράφονται τα στοιχεία των εμπλεκομένων οχημάτων, οι αρχικές πορείες αυτών, ενώ δεν προσδιορίζεται η ακριβής αρχική και τελική θέση των οχημάτων στο οδόστρωμα, καθώς και το πιθανό σημείο σύγκρουσης, ελλείψει αυτοπτών μαρτύρων και διότι τα οχήματα είχαν μετακινηθεί προ της αφίξεως των αρμοδίων αστυνομικών οργάνων.

Επίσης στο σχεδιάγραμμα που συνέταξε η τροχαία την 22-3-2012, απεικονίζεται το σημείο του ενδίκου τροχαίου ατυχήματος, καθώς και τα διάσπαρτα πλαστικά από την σύγκρουση των δύο δικύκλων οχημάτων που βρίσκονται στο οδόστρωμα, στην μεσαία και περισσότερο στην αριστερή λωρίδα κυκλοφορίας, ενώ σημειώνεται από τους συντάξαντες το σχεδιάγραμμα, ότι δεν απεικονίζονται οι πορείες των οχημάτων λόγω ελλείψεως επαρκών στοιχείων και αυτοπτών μαρτύρων.

Η ένδικη σύγκρουση οφείλεται κατά τα προεκτεθέντα αρχικά σε υπαιτιότητα του Γ Μ., οδηγού της υπ' αρ. κυκλοφ. ...02 δίκυκλης μοτοσικλέτας, ο οποίος, από αμέλεια, ήτοι από έλλειψη προσοχής που όφειλε και μπορούσε να επιδείξει, ως μέσος συνετός οδηγός, δεν οδηγούσε με σύνεση και διαρκώς τεταμένη την προσοχή του, ούτε είχε τον πλήρη έλεγχο και την εποπτεία του οχήματός του, ώστε να μπορεί ανά πάσα στιγμή, να εκτελεί τους απαιτούμενους χειρισμούς, με συνέπεια, κάνοντας ελιγμό αριστερά και επιχειρώντας αλλαγή λωρίδας, να παρεμβληθεί στην πορεία του οχήματος του Γ.

Ζ. (άρθρ. 12 § 1, 17 § 8β', 19 και 21 του ΚΟΚ), μολονότι οι επικρατούσες συνθήκες (οδός ευθεία με ορατότητα), δεν τον περιόριζαν να ελέγξει την κίνηση των πίσω και αριστερά του κινουμένων οχημάτων, πριν επιχειρήσει τον αριστερό ελιγμό. Επίσης ο Γ. Z., οδηγός της υπ' αρ. κυκλ. ...49 δίκυκλης μοτοσικλέτας, δεν επέδειξε την επιμέλεια και την προσοχή που όφειλε από τις περιστάσεις, ώστε να αποφύγει το ατύχημα, και ειδικότερα, δεν ασκούσε τον έλεγχο του οχήματός του, ώστε να μπορεί να εκτελεί τους απαιτούμενους χειρισμούς, ούτε ρύθμισε την ταχύτητά του ανάλογα με τις υπάρχουσες συνθήκες (νύχτα, κίνηση σε λωρίδα με βέλος αριστερής στροφής).

Ειδικότερα, κινούμενος με αυξημένη ταχύτητα ανώτερη του επιτρεπόμενου για κατοικημένη περιοχή ορίου των 50 χιλ. ανά ώρα, όπως συνάγεται τόσο από την έκταση των βλαβών των δύο οχημάτων, όσο και από την σοβαρότητα του τραυματισμού και των δύο οδηγών, δεν αντιλήφθηκε εγκαίρως την κίνηση του Γ Μ. να ενεργήσει αριστερό ελιγμό, με αποτέλεσμα να μη καταφέρει να τροχοπεδήσει αποτελεσματικά, και να μην επιχειρήσει να τον αποφύγει με ασφάλεια, αλλά να επιπέσει στο πίσω αριστερό μέρος του πρώτου οχήματος και να επέλθει έτσι η σύγκρουση, κατά παράβαση των διατάξεων των άρθρ. 12 § 1, 16 § 1 και 19 του ΚΟΚ.

Η σφοδρότητα της σύγκρουσης των δύο οχημάτων, οφείλεται αφενός στην μεγάλη ταχύτητα που είχε αναπτύξει ο Γ. Ζ., όπως προαναφέρθηκε, και αφετέρου στην μικρή απόσταση που χώριζε αυτά, (περίπου 5 μέτρα σε πλάγια γραμμή όπως ο ίδιος ο Γ. Ζ. αναφέρει στην αγωγή του). Εξάλλου, ενόψει του γεγονότος ότι η κίνηση στην λεωφόρο, κατά τον χρόνο εκείνο, δεν ήταν πυκνή, και δεδομένου του περιορισμένου όγκου της δίκυκλης μοτοσικλέτας, εάν ο Γ.

Ζ. τηρούσε ικανές αποστάσεις από τα προπορευόμενα οχήματα, και δεν είχε αναπτύξει ταχύτητα ανώτερη των 50 χιλιομ./ώρα, θα είχε τον χρόνο, να πραγματοποιήσει αποφευκτικό ελιγμό, ώστε να μην επιπέσει στο προπορευόμενο δίκυκλο, που οδηγούσε Γ. Μ. και να αποφευχθεί η ένδικη σύγκρουση. Με βάση όλα τα ανωτέρω, ευθύνη για την πρόκληση του ενδίκου ατυχήματος, φέρουν και οι δύο ενάγοντες, και ειδικότερα ο μεν Γ.

Μ., κατά ποσοστό 60%, ο δε Γ.Γ. Z. κατά ποσοστό 40%, δεκτών γενομένων των σχετικών ενστάσεων περί συνυπαιτιότητας. Τα ως άνω επιρρωνύονται και από τις συνδυασμένες προανακριτικές καταθέσεις των εμπλεκομένων στο ατύχημα ως άνω οδηγών. Ειδικότερα ο Z. Γ. κατέθεσε προανακριτικά την 24-10-2013, μεταξύ άλλων και τα εξής: "Την 22-3-2012 και ώρα 21.50', οδηγούσα την υπ' αρ.

κυκλοφ. ...49 δίκυκλη μοτοσικλέτα ιδιοκτησίας μου, φορώντας προστατευτικό κράνος, και κινούμενος στην αριστερή λωρίδα κυκλοφορίας της ..., με κατεύθυνση από ... προς ..., με ταχύτητα περίπου 40 χλμ/ώρα. Μπροστά από εμένα, και σε απόσταση περίπου 5 μέτρων, εκινείτο στην μεσαία λωρίδα κυκλοφορίας, μία άλλη δίκυκλη μοτ/τα, με την ίδια κατεύθυνση, και στο ύψος της οδού ..., και ενώ ο φωτεινός σηματοδότης στην πορεία μου ήταν πράσινος.

Ξαφνικά η προπορευόμενη μοτ/τα ενήργησε ελιγμό προς τ' αριστερά, εισήλθε στην πορεία μου, εγώ δεν πρόλαβα να αντιδράσω, λόγω κοντινής απόστασης και του απότομου ελιγμού της άλλης μοτ/τας, με αποτέλεσμα να συγκρουστούμε. Έπεσα στο οδόστρωμα εγώ και η μοτ/τα μου, καθώς και ο άλλος οδηγός. Εγώ σύρθηκα μέχρι την κεντρική διαχωριστική νησίδα και κτύπησα στα κάγκελα της νησίδας...".

Επίσης ο Μ. Γ., κατέθεσε προανακριτικά την 4-4-2012, μεταξύ άλλων και τα εξής: "Οδηγούσα την υπ' αρ. ...02 δίκυκλη μοτοσικλέτα ιδιοκτησίας μου, στην ..., με κατεύθυνση από την λεωφ... προς την οδό ..., στην μεσαία λωρίδα κυκλοφορίας. Η ταχύτητά μου ήταν περί τα 40 χλιομ./ώρα και φορούσα κράνος. Εκείνη την ώρα μπροστά μου και πλάγια δεξιά και αριστερά, δεν εκινούντο άλλα οχήματα.

Πίσω μου υπήρχαν οχήματα, το κατάλαβα από τα φώτα πορείας τους, διότι εκείνη την ώρα ήταν νύχτα. Έχω φτάσει στους σηματοδότες στο ύψος της συμβολής με την οδό .... Έχω πράσινο σηματοδότη στην πορεία μου και συνεχίζω. Ενώ βρίσκομαι στο σημείο που αρχίζει και πάλι η διαχωριστική νησίδα, νιώθω ένα δυνατό χτύπημα στο πίσω μέρος της μοτ/τας μου.

Λόγω του χτυπήματος χάνω τον έλεγχο της μοτ/τας και ανατρέπομαι. Βρέθηκα πεσμένος στο οδόστρωμα στην αριστερή λωρίδα κυκλοφορίας... Δεν έχω γνώμη για το πως η άλλη μοτοσικλέτα έπεσε πίσω μου, δεν είναι δυνατόν να έχω δει". Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι από την σύγκρουση, τραυματίσθηκε ο Γ. Μ., ο οποίος μεταφέρθηκε στο νοσοκομείο "ΚΑΤ", όπου διαπιστώθηκε λοξός ακρωτηριασμός ονυχοφόρου φάλαγγος παράμεσου δάκτυλου αριστεράς άκρας χειρός και υποβλήθηκε σε διαμόρφωση κολοβώματος και εξήλθε αυθημερόν με οδηγίες...

Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι από την σύγκρουση τραυματίσθηκε και ο ΓεωρΓ. Ζ., που ήταν κατά τον χρόνο του ατυχήματος υπολοχαγός του Ελληνικού Στρατού, και μεταφέρθηκε στο 401 ΓΣΝΑ όπου διαγνώσθηκε ότι υπέστη κρανιοεγκεφαλική κάκωση, με συνοδό διαχωριστικό καρωτίδας, καθώς και πολλαπλά κατάγματα ΔΕ- αντιβραχίου, ημιπάρεση ΔΕ- δυσφασία εκπομπής συνεπεία εμφράκτου ΛΡ μέση εγκεφαλικής αρτηρίας αποτόκου οξέος διαχωρισμού ΑΡ έσω καρωτίδας, κάταγμα ακανθώδους απόφυσης Α7, κάταγμα AΡ εγκάρσιας απόφυσης Θ1, κάταγμα ΑΡ ωμοπλάτης, υποβλήθηκε σε εσωτερική οστεοσύνθεση καταγμάτων ΔΕ αντιβραχίου και σε αγγειοπλαστική ΑΡ έσω καρωτίδας, νοσηλεύτηκε αρχικά στη ΜΕΘ, του ανωτέρω νοσοκομείου, μέχρι την 30-3-2012, και στην συνέχεια στην νευροχειρουργική κλινική μέχρι την 4-5-2012, οπότε εξήλθε με αναρρωτική άδεια 60 ημερών και οδηγίες για φυσικοθεραπείες, λογoθεραπείες...".

Με τις παραδοχές αυτές το Εφετείο κρίνοντας ομοίως με την πρωτόδικη σχετικά με την κατά 40% συγκλίνουσα υπαιτιότητα του αναιρεσείοντος οδηγού της με αριθμό αρ. κυκλοφ. ...49 δίκυκλης μοτοσικλέτας, απέρριψε ως αβάσιμους στην ουσία τους αναφερόμενους στο κεφάλαιο της υπαιτιότητας λόγους, τους οποίους παραπονούμενος κατά της εκκαλουμένης ο τελευταίος προέβαλλε με την έφεσή του κατά το μέρος που ηττήθηκε και στις δυο αγωγές.

Με την κρίση του όμως αυτή το Εφετείο, που με την προσβαλλομένη, καταλόγισε συνυπαιτιότητα στον αναιρεσείοντα μεταξύ άλλων και διότι, ενώ κινείτο με το όχημά του στην αριστερή λωρίδα της οδού, δεν τηρούσε απόσταση ασφαλείας από το ομμορόπως κινούμενο στη μεσαία λωρίδα κυκλοφορίας προπορευόμενο όχημα, παραβίασε ευθέως την ανωτέρω διάταξη του άρθρου 19 § 7 του Κ.Ο.Κ, η ορθή εφαρμογή της οποίας προϋποθέτει ομόρροπη κίνηση των οχημάτων επί της ίδιας λωρίδας κυκλοφορίας.

Εξάλλου, έτσι που έκρινε το Εφετείο διέλαβε ανεπαρκείς, ασαφείς και αντιφατικές αιτιολογίες ως προς το ζήτημα της συνυπαιτιότητας του αναιρεσείοντος οδηγού για το ένδικο τροχαίο ατύχημα. Ειδικότερα α) δεν διευκρινίζεται αν ο αναιρεσείων οδηγός, κινούμενος με την ενδεδειγμένη, κατά τις παραδοχές της, ταχύτητα 50 Χ/Ω, θα μπορούσε να αποφύγει το ατύχημα, ούτε αν η τροχοπέδηση της μοτοσικλέτας θα απέτρεπε τη σύγκρουση με το όχημα του πρώτου αναιρεσίβλητου οδηγού και β) με δεδομένο, ότι μόνη η παράβαση των διατάξεων του Κώδικα Οδικής Κυκλοφορίας δεν θεμελιώνει αυτή καθαυτή υπαιτιότητα στην επέλευση αυτοκινητικού ατυχήματος, η προσβαλλομένη απόφαση δεν περιλαμβάνει επαρκείς αιτιολογίες σχετικά με τον αιτιώδη σύνδεσμο της υπέρβασης ταχύτητας των 50 Χ/Ω με το ζημιογόνο αποτέλεσμα, καθώς δεν διασαφηνίζει, αν οι συνθήκες της κυκλοφορίας επέτρεπαν στον αναιρεσείοντα την ενέργεια αποφευκτικού προς τα δεξιά ελιγμού με την είσοδο της μοτοσικλέτας του στην μεσαία λωρίδα κυκλοφορίας, χωρίς να δημιουργηθεί κίνδυνος για τους κινουμένους σ' αυτή οδηγούς, άλλως, αν η κίνηση του πρώτου αναιρεσιβλήτου να εισέλθει "αιφνιδίως", κατά τις παραδοχές της προσβαλλομένης, στην αριστερή λωρίδα κυκλοφορίας, παρεμβαλλόμενος στην πορεία του αναιρεσείοντος, άφηνε στον τελευταίο περιθώρια αντίδρασης με αποφευκτικό ελιγμό στην αριστερή λωρίδα επί της οποίας αυτός εξ αρχής εκινείτο.

Τέλος, η προσβαλλόμενη απόφαση, διέλαβε αντιφατική αιτιολογία διότι, ενώ δέχθηκε ότι η κίνηση του οχήματος του αναιρεσείοντος επί της αριστερής λωρίδος ήταν κανονική, εν τούτοις καταλογίζει σ' αυτόν συνδεόμενο με την πρόκληση του ατυχήματος πταίσμα που συνίσταται στην υπέρβαση του επιτρεπομένου ορίου ταχύτητας των 50 χλμ/ώρα.

Έτσι, όμως καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος του ως άνω κρίσιμου ζητήματος της συνυπαιτιότητας του αναιρεσείοντος οδηγού στο ένδικο ατύχημα, το οποίο ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Επομένως, ο έκτος, από το άρθρο 559 αριθ. 1 και 19 ΚΠολΔ, λόγος αναιρέσεως είναι και κατά τα δύο σκέλη του βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός.

Κατ` ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση. Αφού έτσι ακυρώνεται στο σύνολό της η απόφαση, παρέλκει η έρευνα των λοιπών αναιρετικών λόγων. Ακολούθως, πρέπει να παραπεμφθεί η υπόθεση, που χρειάζεται διευκρίνιση, για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, διότι είναι δυνατή η συγκρότησή του από άλλο δικαστή, εκτός από εκείνον που δίκασε προηγουμένως (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ) και να καταδικαστούν οι αναιρεσίβλητοι λόγω της ήττας τους στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, που κατέθεσε και προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημά του (άρθρα 176, 183, 189 παρ. 1, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται στο διατακτικό.

Τέλος, πρέπει να διαταχθεί η επιστροφή του παραβόλου στον αναιρεσείοντα (άρθρο 495 παρ. 4 εδ. ε' ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την 4966/2017 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.

Παραπέμπει την υπόθεση, για περαιτέρω εκδίκαση στο Μονομελές Εφετείο Αθηνών, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλο δικαστή, πλην αυτού που εξέδωσε την παραπάνω απόφαση.

Καταδικάζει τους αναιρεσίβλητους στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ. Και

Διατάζει την επιστροφή στον αναιρεσείοντα του παραβόλου που έχει καταθέσει. ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 4 Οκτωβρίου 2019.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 8 Νοεμβρίου 2019.

H ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ

Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ