1337/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ελένη Διονυσοπούλου, Σοφία Ντάντου, Γεώργιο Χοϊμέ και Αλεξάνδρα Κακκαβά, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated1337/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Από τις διατάξεις των άρθρων 576 παρ. 1-3 Κ.Πολ.Δ., στην τελευταία των οποίων προστέθηκε με το άρθρο 62 του Ν. 4139/ 2013 δεύτερο εδάφιο, που καταλαμβάνει και τις εκκρεμείς υποθέσεις, σύμφωνα με το άρθρο 98 παρ. 1 του ίδιου νόμου προκύπτει, ότι αν κατά τη συζήτηση της αίτησης για αναίρεση κάποιος από τους διαδίκους δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί και δε λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει ποιος επισπεύδει τη συζήτηση.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1337 / 2017 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1337/2017
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ’ Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ελένη Διονυσοπούλου, Σοφία Ντάντου, Γεώργιο Χοϊμέ και Αλεξάνδρα Κακκαβά, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 7 Απριλίου 2017, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Γ. Π. του Δ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ευθύμιο Καραΐσκο με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, που δεν κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ν. Π. του Θ., κατοίκου ..., 2) ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "...", που εδρεύει στο ... χλμ. της ΕΟ Αθηνών - Λαμίας και εκπροσωπείται νόμιμα και 3) ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "... ΑΑΕ", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, εκ των οποίων η 3η εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Σωτηρία Βελέντζα με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, ενώ οι 1ος και 2η δεν παραστάθηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 18-11-2011 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών.
Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2670/2012 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 2538/2014 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 2-6-2016 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Ελένη Διονυσοπούλου, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο ο αναιρεσείων και η 3η των αναιρεσιβλήτων όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις διατάξεις των άρθρων 576 παρ. 1-3 Κ.Πολ.Δ., στην τελευταία των οποίων προστέθηκε με το άρθρο 62 του Ν. 4139/ 2013 δεύτερο εδάφιο, που καταλαμβάνει και τις εκκρεμείς υποθέσεις, σύμφωνα με το άρθρο 98 παρ. 1 του ίδιου νόμου προκύπτει, ότι αν κατά τη συζήτηση της αίτησης για αναίρεση κάποιος από τους διαδίκους δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί και δε λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει ποιος επισπεύδει τη συζήτηση.
Αν την επισπεύδει ο διάδικος που απουσιάζει, η υπόθεση συζητείται ως εάν ήταν παρόντες οι διάδικοι. Αν όμως την επισπεύδει ο αντίδικός του, ερευνάται αν ο διάδικος που δεν εμφανίσθηκε ή αν και εμφανίσθηκε δεν έλαβε μέρος στη συζήτηση με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα από τον επισπεύδοντα τη συζήτηση.
Στην περίπτωση που δεν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα, η συζήτηση κηρύσσεται απαράδεκτη και η υπόθεση επαναφέρεται με νέα κλήτευση. Αν δε στη δίκη συμμετέχουν περισσότεροι και κάποιος από αυτούς απουσιάζει ή δεν συμμετέχει νόμιμα και δεν έχει κλητευθεί νόμιμα και εμπρόθεσμα από τον επισπεύδοντα τη συζήτηση, αυτή κηρύσσεται απαράδεκτη για όλους εφόσον συνδέονται με το δεσμό της αναγκαστικής ομοδικίας.
Στην περίπτωση όμως της απλής ομοδικίας κηρύσσεται απαράδεκτη η συζήτηση ως προς εκείνον που απουσιάζει και δεν κλητεύθηκε νομίμως, ή δε συμμετέχει νόμιμα και η συζήτηση προχωράει ως προς τους λοιπούς. Στην προκειμένη περίπτωση κατά την εκφώνηση της υπόθεσης από τη σειρά του πινακίου κατά την αναφερόμενη στην αρχή της απόφασης δικάσιμο (7-4-2017) δεν εμφανίσθηκαν ο πρώτος και η δεύτερη των αναιρεσιβλήτων, ούτε κατέθεσαν δήλωση ότι δε θα παραστούν κατά την εκφώνησή της, σύμφωνα με τα άρθρα 242 παρ. 2 και 572 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.
Από τα έγγραφα της δικογραφίας προκύπτει ότι τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης επισπεύδει ο αναιρεσείων, πλην όμως δεν προκύπτει ότι οι απολειπόμενοι παραπάνω αναιρεσίβλητοι κλητεύθηκαν για να παραστούν κατά την προαναφερόμενη δικάσιμο και έτσι θεωρούνται δικονομικώς απόντες.
Συνεπώς πρέπει ενόψει του ότι συνδέονται με την τρίτη των αναιρεσιβλήτων με το δεσμό της απλής ομοδικίας να χωρισθεί η υπόθεση, να κηρυχθεί απαράδεκτη η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης ως προς αυτούς και να χωρήσει η συζήτηση ως προς την Τρίτη των αναιρεσιβλήτων.
Επειδή, από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 Κ.Πολ.Δ., προκύπτει ότι λόγος αναίρεσης για ευθεία παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ιδρύεται αν αυτός δεν εφαρμόστηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αν εφαρμόστηκε ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή.
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ’ ουσίαν, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση και τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των περιστατικών στην διάταξη στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται.
Εξάλλου, κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 19 Κ.Πολ.Δ. η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση όταν στο αιτιολογικό, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν αναφέρονται καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης, λόγω αντιφατικών ή ανεπαρκών αιτιολογιών, όταν από το αιτιολογικό της απόφασης, δεν προκύπτουν κατά τρόπο πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία, σύμφωνα με το νόμο, είναι αναγκαία για την κρίση στη συγκεκριμένη περίπτωση ότι συντρέχουν οι όροι της διάταξης που εφαρμόσθηκε ή ότι δεν συντρέχουν οι όροι της εφαρμογής της.
Ιδρύεται, δηλαδή, ο λόγος αυτός αναίρεσης όταν από τις παραδοχές της απόφασης δημιουργούνται αμφιβολίες για το αν παραβιάσθηκε ή όχι ουσιαστική διάταξη νόμου. Αναφέρεται σε πλημμέλειες αναγόμενες στη διατύπωση του αποδεικτικού πορίσματος, στο οποίο στηρίζεται το διατακτικό της απόφασης. Δεν ιδρύεται, όμως, ο λόγος αυτός αναίρεσης, όταν υπάρχουν ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση αυτών και στην αιτιολόγηση της εξαγωγής από αυτές του αποδεικτικού πορίσματος, αρκεί τούτο να εκτίθεται πλήρως, σαφώς και χωρίς αντιφάσεις.
Ως ζητήματα δε, των οποίων η αιτιολόγηση κατά τρόπο αντιφατικό ή ανεπαρκή, στερεί από νόμιμη βάση την απόφαση, νοούνται οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, που τείνουν, δηλαδή, στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του δικαιώματος που ασκήθηκε, είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, όπως είναι και τα αναγκαία, κατά νόμο, περιστατικά, προς στήριξη της αγωγής ή κάποιας νόμιμης ένστασης.
Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 297, 298, 300, 330 και 914 ΑΚ συνάγεται ότι προϋπόθεση της ευθύνης για αποζημίωση από αδικοπραξία είναι η υπαιτιότητα του υπόχρεου, η οποία υπάρχει και στην περίπτωση της αμέλειας, δηλαδή όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές, η παράνομη συμπεριφορά του υπόχρεου σε αποζημίωση έναντι εκείνου που ζημιώθηκε και η ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της παράνομης συμπεριφοράς και της ζημίας.
Η παράνομη συμπεριφορά ως όρος της αδικοπραξίας μπορεί να συνίσταται όχι μόνο σε θετική πράξη, αλλά και σε παράλειψη, εφόσον στην τελευταία αυτή περίπτωση εκείνος που υπέπεσε στην παράλειψη ήταν υποχρεωμένος σε πράξη από το νόμο ή τη δικαιοπραξία, είτε από την καλή πίστη, κατά την κρατούσα κοινωνική αντίληψη.
Αιτιώδης δε συνάφεια υπάρχει, όταν η πράξη ή η παράλειψη του ευθυνόμενου προσώπου, που μπορεί να είναι και ο ζημιωθείς στην περίπτωση που συνετέλεσε και ο ίδιος την πρόκληση ή την επαύξηση της ζημίας, ήταν κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας ικανή και μπορούσε να επιφέρει, κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων, το επιζήμιο αποτέλεσμα.
Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ως αποδειχθέντα επιτρέπουν το συμπέρασμα να θεωρηθεί κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας ορισμένο γεγονός ως πρόσφορη αιτία της ζημίας υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 και 19 Κ.Πολ.Δ.
γιατί είναι κρίση νομική, αναγόμενη στην ορθή ή μη υπαγωγή από το δικαστήριο της ουσίας των διδαγμάτων της κοινής πείρας στην αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας. Αντίθετα, η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, περί του ότι στη συγκεκριμένη (ένδικη) περίπτωση η πράξη ή η παράλειψη εκείνη αποτέλεσε ή δεν αποτέλεσε την αιτία του επιζήμιου αποτελέσματος, περί του ότι δηλαδή το ζημιογόνο γεγονός σε σχέση με τη ζημία βρίσκεται ή δεν βρίσκεται σε σχέση αιτίου και αποτελέσματος, ως αναγόμενη σε εκτίμηση πραγματικών γεγονότων (άρθρ. 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.), δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο.
Η παράβαση διατάξεων του ΚΟΚ δεν θεμελιώνει αυτή καθεαυτή υπαιτιότητα στην επέλευση του αυτοκινητικού ατυχήματος, αποτελεί όμως στοιχείο, η στάθμιση του οποίου από το δικαστήριο της ουσίας θα κριθεί σε σχέση με την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συγκεκριμένης πράξης και του επελθόντος αποτελέσματος.
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 19 παρ. 1 ΚΟΚ "Ο οδηγός οδικού οχήματος επιβάλλεται να έχει τον πλήρη έλεγχο του οχήματός του ώστε να μπορεί σε κάθε στιγμή να εκτελεί τους απαιτούμενους χειρισμούς", κατά την παράγραφο 2 αυτού "Ο οδηγός επιβάλλεται να ρυθμίζει την ταχύτητα του οχήματός του λαμβάνων συνεχώς υπόψη του τις επικρατούσες συνθήκες, ιδιαίτερα δε τη διαμόρφωση του εδάφους, την κατάσταση και τα χαρακτηριστικά της οδού, την κατάσταση και το φορτίο του οχήματός του, τις καιρικές συνθήκες και τις συνθήκες κυκλοφορίας, κατά τρόπον ώστε να είναι σε θέση να διακόψει την πορεία του οχήματός του μπροστά από οποιοδήποτε εμπόδιο που μπορεί να προβλεφθεί και το οποίο βρίσκεται στο ορατό από αυτόν μπροστινό τμήμα της οδού.
Υποχρεούται επίσης να μειώνει την ταχύτητα του οχήματός του και, σε περίπτωση ανάγκης, να διακόπτει την πορεία του, όταν οι περιστάσεις το επιβάλλουν" και κατά την παράγραφο 3 "Ιδιαίτερα ο οδηγός επιβάλλεται να μειώνει την ταχύτητα του οχήματός του σε τμήματα της οδού με περιορισμένο πεδίο ορατότητας...
πλησίον των ισόπεδων οδικών κόμβων...". Τέλος κατά το άρθρο 6 παρ. 1 ΚΟΚ "Οι οδηγοί των οδικών οχημάτων υποχρεούνται να συμμορφώνονται με τις πιο κάτω ενδείξεις των φωτεινών σηματοδοτών ρύθμισης της κυκλοφορίας" και κατά την παρ. 1γ του ίδιου άρθρου "Κίτρινο σταθερό φως κυκλικής μορφής: Ο οδηγός υποχρεούται να σταματήσει όπως και προ ερυθρού φωτός, εκτός αν βρίσκεται τόσο κοντά στο σηματοδότη, ώστε να μην μπορεί να κάνει αυτό ασφαλώς...".
Στην προκειμένη περίπτωση από την επισκόπηση της προσβαλλομένης απόφασης προκύπτει ότι το Εφετείο δέχθηκε μετά από εκτίμηση των αποδείξεων κατά την ανέλεγκτη αναιρετικώς κρίση του ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Την 18-11-2010 και ώρα 07:00 ο πρώτος εναγόμενος οδηγούσε το με αριθμό κυκλοφορίας ...
Ι.Χ. φορτηγό αυτοκίνητο (ψυγείο), ιδιοκτησίας της δεύτερης εναγόμενης, που ήταν ασφαλισμένο στην τρίτη εναγόμενη ασφαλιστική εταιρεία, επί της διπλής κατεύθυνσης Περιφερειακής Οδού της Θεσσαλονίκης έχοντας κατεύθυνση προς Δυτικά καταλαμβάνοντας την δεύτερη από δεξιά προς τα αριστερά με αριθμό κυκλοφορίας (το ρεύμα πορείας προς Δυτικά έχει τρεις λωρίδες κυκλοφορίας για ευθεία πορεία προς Δυτικά και μία λωρίδα αριστερά των προηγούμενων τριών για αλλαγή κατεύθυνσης προς αριστερά και είσοδο στην οδό ...
προς το κέντρο της πόλης). Στο ύψος της αερογέφυρας της Σταυρούπολης, όπου η Περιφερειακή Οδός συμβάλλεται με την οδό ... (στην έξοδο προς ...), η κυκλοφορία των οχημάτων ρυθμίζεται με φωτεινό σηματοδότη ο οποίος όταν για τους οδηγούς που κινούνται επί της περιφερειακής οδού με ευθεία κατεύθυνση Δυτικά δείχνει πορτοκαλί φως για τους οδηγούς που προτίθενται να εισέλθουν στην οδό ...
από την Περιφερειακή Οδό έχοντας κατεύθυνση Ανατολικά δείχνει κόκκινο φως. Ο οδηγός του φορτηγού το οποίο ήταν έμφορτο με γαλακτοκομικά προϊόντα βαίνοντας με κανονική ταχύτητα (περί τα 50χλμ./ώρα) έφθασε στο φωτεινό σηματοδότη 6 περίπου μέτρα πριν από αυτόν όπου και αντιλήφθηκε ότι ο φωτεινός σηματοδότης έδειχνε πορτοκαλί φως.
Ευρισκόμενος όμως τόσο κοντά στο σηματοδότη αυτόν δεν ήταν δυνατόν να ακινητοποιήσει με ασφάλεια το μεγάλων διαστάσεων και μεγάλου βάρους όχημα (9.200 κιλά μεικτό βάρος σύμφωνα με την άδεια κυκλοφορίας) που οδηγούσε και για το λόγο αυτό ανέπτυξε ταχύτητα, ώστε να μην αναγκαστεί να παραβιάσει την ερυθρά ένδειξη του σηματοδότη ο οποίος θα ακολουθούσε στην συνέχεια την κίτρινη (πορτοκαλί) ένδειξη.
Το γεγονός ότι ο οδηγός του φορτηγού είχε στην πορεία του πορτοκαλί φως και ότι δεν σταμάτησε αλλά πάτησε γκάζι συνεχίζοντας την πορεία του το κατέθεσε προανακριτικά η αυτόπτης μάρτυς Π. Α. η οποία την ημέρα εκείνη καταλάμβανε την αριστερή λωρίδα κυκλοφορίας της Περιφερειακής Οδού δίπλα από το φορτηγό αυτοκίνητο.
Η αυτόπτης αυτή μάρτυς η οποία καταγράφεται στην έκθεση αυτοψίας της Τροχαίας δεν αναφέρει ότι το φορτηγό παραβίασε ερυθρό φως του σηματοδότη, αφού λόγω της θέσεώς της θα το είχε αντιληφθεί και θα το είχε καταθέσει. Κατά τον ως άνω χρόνο ο ενάγων οδηγούσε επί της ίδιας Περιφερειακής Οδού το με αριθμό κυκλοφορίας ...
ΙΧΕ αυτοκίνητο με κατεύθυνση Ανατολικά δηλαδή με αντίθετη κατεύθυνση από αυτήν του εναγόμενου στην αριστερή λωρίδα κυκλοφορίας. Το ρεύμα πορείας προς τα Ανατολικά, έχει τρεις λωρίδες κυκλοφορίας για ευθεία πορεία προς Ανατολικά και μια λωρίδα κυκλοφορίας αριστερά των προηγούμενων τριών για αλλαγή κατεύθυνσης προς τα αριστερά και είσοδο στην οδό ...
προς "...". Και στην πορεία του ενάγοντος η κυκλοφορία των οχημάτων ρυθμίζεται από φωτεινό σηματοδότη. Όμως την ημέρα εκείνη ο φωτεινός σηματοδότης με την μορφή βέλους αριστερού του κόκκινου χρώματος είχε βλάβη (καμένη λάμπα, βλ. έκθεση αυτοψίας παρ. 17). Όταν ο ανωτέρω οδηγός έφθασε στην διασταύρωση της Περιφερειακής Οδού με την οδό ...
προτιθέμενος να διενεργήσει στροφή προς τα αριστερά σε σχέση με την πορεία του, για να κινηθεί στην οδό ... προς ..., εισήλθε στην εν λόγω διασταύρωση (ενώ ο σηματοδότης δεν έδειχνε ούτε ερυθρά ένδειξη, αλλά ούτε άλλη ένδειξη λόγω της βλάβης του) ανελέγκτως και αιφνιδίως με αποτέλεσμα να παρεμβληθεί στην πορεία του υπ’ αριθμ.
κυκλοφορίας ... IX φορτηγού αυτοκίνητου (ψυγείου), το οποίο εκείνη τη στιγμή διήνυε την εν λόγω διασταύρωση των ανωτέρω οδών και να προσκρούσει με το εμπρόσθιο δεξιό (στο σημείο του εμπρόσθιου δεξιού τροχού) και πλαϊνό μέρος (βλ. προσκομιζόμενες φωτογραφίες) στο εμπρόσθιο μέρος του φορτηγού. Λόγω της σύγκρουσης ο ενάγων τραυματίστηκε και μεταφέρθηκε στο Νοσοκομείο Παπανικολάου, όπου διαγνώστηκε ότι έπασχε από κάταγμα κνήμης.
Αποκλειστικά υπαίτιος του ατυχήματος είναι ο ενάγων όπως κρίθηκε από το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, ο οποίος δεν επέδειξε την επιμέλεια και προσοχή του μέσου συνετού οδηγού όπως όφειλε και μπορούσε και επιχείρησε να εισέλθει επί της οδού ... από την Περιφερειακή Οδό όπου εκινείτο χωρίς να παραχωρήσει προτεραιότητα στο κινούμενο από δεξιά της πορείας του επίσης στην Περιφερειακή Οδό όχημα του πρώτου εναγόμενου όπως όφειλε.
Περαιτέρω δεν απεδείχθη ότι ο πρώτος εναγόμενος ηδύνατο να τροχοπεδήσει ή να διενεργήσει αποφευκτικό ελιγμό καθόσον το όχημα του ενάγοντος παρενεβλήθη αιφνιδίως στην πορεία του όταν αυτός διήλθε από τον σηματοδότη του, ενώ αυτός έδειχνε πορτοκαλί ένδειξη. Το γεγονός ότι ο σηματοδότης που ρύθμιζε την αριστερή στροφή των οχημάτων στην πορεία του ΙΧΕ αυτοκινήτου είχε βλάβη (χωρίς να δείχνει κάποια ένδειξη) δεν αίρει την υποχρέωση του ενάγοντα να καταβάλει την δέουσα προσοχή και να εισέλθει στην διασταύρωση ύστερα από έλεγχο της κυκλοφοριακής κίνησης".
Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμη την ένδικη αγωγή του ενάγοντος - ήδη αναιρεσείοντος, με την οποία ζήτησε την επιδίκαση αποζημίωσης για την αποκατάσταση της ζημίας, την οποία υπέστη από το ένδικο αυτοκινητικό ατύχημα, που συνέβη κατά τα εκτιθέμενα σ’ αυτήν από αμέλεια του πρώτου των εναγομένων - ήδη αναιρεσιβλήτων, κατά την οδήγηση οχήματος, που ανήκει στην κυριότητα της δεύτερης τούτων και ήταν ασφαλισμένο για ζημίες τρίτων στην Τρίτη αναιρεσίβλητη ασφαλιστική εταιρεία και ακολούθως απέρριψε κατ’ ουσίαν την έφεση του αναιρεσείοντος κατά της εκκληθείσας πρωτοβάθμιας απόφασης, που είχε δεχθεί τα ίδια.
Έτσι που έκρινε το Εφετείο δεν παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή τις προαναφερόμενες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις ως προς το ουσιώδες ζήτημα της αποκλειστικής υπαιτιότητας του ενάγοντος στην πρόκληση του ενδίκου ατυχήματος και της έλλειψης υπαιτιότητας του εναγόμενου οδηγού, αφού τα γενόμενα δεκτά παραπάνω πραγματικά περιστατικά πληρούν το πραγματικό της νομικής έννοιας, της υπαίτιας αμελούς συμπεριφοράς του κατ’ αυτό και της αιτιώδους συνάφειας αυτής με το επελθόν ζημιογόνο αποτέλεσμα, που δικαιολογούν την απόρριψη της έφεσης και της αγωγής.
Περαιτέρω το Εφετείο δε στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης, αφού διέλαβε σ’ αυτήν επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες σε σχέση με το ίδιο ουσιώδες ζήτημα, ενώ δεν ήταν αναγκαία η παράθεση άλλων για την αιτιολόγηση της αποκλειστικής υπαιτιότητας του ενάγοντος και του αιτιώδους συνδέσμου της υπαίτιας αυτής συμπεριφοράς με το ζημιογόνο αποτέλεσμα που δε διακόπηκε από οποιαδήποτε αμελή συμπεριφορά του εναγόμενου οδηγού.
Ειδικότερα το δικαστήριο της ουσίας κατά την απόδοση αποκλειστικής ευθύνης στην πρόκληση του ατυχήματος στον ενάγοντα οδηγό εντοπίζει αυτήν κατά τις παραδοχές του στο γεγονός ότι δεν οδηγούσε με σύνεση και διαρκώς τεταμένη την προσοχή του και ότι ενώ η κυκλοφορία των οχημάτων, στην οδό όπου εκινείτο ρυθμίζεται από φωτεινό σηματοδότη, ο οποίος κατά το χρόνο που επιχείρησε να κινηθεί αριστερά σε σχέση με την πορεία του για να εισέλθει στον ισόπεδο κόμβο δε λειτουργούσε, κινήθηκε αιφνίδια και ανέλεγκτα προς τα αριστερά παραβιάζοντας την προτεραιότητα της κίνησης του οχήματος του εναγομένου οδηγού, που είχε εισέλθει στον ισόπεδο κόμβο όταν ο φωτεινός σηματοδότης, που ρύθμιζε την κυκλοφορία του οχήματός του, στην οδό που εκινείτο είχε ένδειξη κίτρινου φωτός και αφού κατά τις ίδιες παραδοχές αν ο σηματοδότης που ρύθμιζε την κυκλοφορία του ενάγοντος λειτουργούσε θα είχε κόκκινη ένδειξη, ο τελευταίος εισήλθε στον ισόπεδο κόμβο, παραβιάζοντας το φωτεινό σηματοδότη, που τον υποχρέωνε να αναμείνει το πράσινο φως και απέκλεισε την πορεία του οχήματος του εναγομένου.
Επίσης το Εφετείο με σαφείς αιτιολογίες απέκλεισε κάθε περίπτωση αμέλειας του τελευταίου ο οποίος κατά τις παραδοχές της προσβαλλομένης οδηγούσε με κανονική ταχύτητα, περί τα 50 χιλιόμετρα, όταν δε πλησίασε το φωτεινό σηματοδότη που ρύθμιζε την κυκλοφορία των οχημάτων που είχαν τη δική του πορεία, ενόψει της εισόδου τους στον ισόπεδο κόμβο και απείχε από αυτόν έξι μέτρα, είχε ένδειξη χρώματος κίτρινου και γι’ αυτό λόγω της μικρής απόστασης μεταξύ του οχήματός του και του σηματοδότη και από το γεγονός ότι το όχημα που οδηγούσε ήταν μεγάλης διάστασης και βάρους, που δεν του επέτρεπε την ασφαλή τροχοπέδηση και ακινητοποίησή του, συνέχισε να κινείται και εισήλθε στη διασταύρωση, η αιφνίδια δε και ανεξέλεγκτη είσοδος στο ρεύμα πορείας αυτού, του οχήματος του ενάγοντος, δεν του επέτρεψε περιθώρια οποιουδήποτε αποφευκτικού ελιγμού.
Οι αιτιολογίες αυτές της προσβαλλομένης απόφασης καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή των παραπάνω ουσιαστικών διατάξεων, τις οποίες εφάρμοσε ώστε να δικαιολογείται η εφαρμογή τους και εκείνων που δεν εφάρμοσε ώστε να δικαιολογείται η μη εφαρμογή τους.
Συνεπώς και οι δύο λόγοι της αίτησης αναίρεσης, με τους οποίους αποδίδονται στην προσβαλλομένη απόφαση οι πλημμέλειες από τους αρ. 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ της ευθείας δηλαδή παραβίασης με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των παραπάνω ουσιαστικών διατάξεων και της έλλειψης νόμιμης βάσης λόγω ασαφών και ανεπαρκών αιτιολογιών ως προς το ουσιώδες ζήτημα της αποκλειστικής υπαιτιότητας του αναιρεσείοντος στην πρόκληση του ενδίκου ατυχήματος και της έλλειψης υπαιτιότητας του πρώτου των αναιρεσιβλήτων, είναι αβάσιμοι.
Οι περαιτέρω διαλαμβανόμενες στους ίδιους λόγους αιτιάσεις είναι απαράδεκτες, καθ’ όσον με αυτές πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη περί πραγμάτων κρίση του δικαστηρίου της ουσίας και επειδή αφορούν σε ελλείψεις στην αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος και σε αντίθετα επιχειρήματα του αναιρεσείοντος ως προς τις παραπάνω παραδοχές και το αποδεικτικό πόρισμα στο οποίο κατέληξε το Εφετείο, προς στήριξη του αγωγικού ισχυρισμού περί της αποκλειστικής υπαιτιότητας στην πρόκληση του ενδίκου ατυχήματος από τον εναγόμενο οδηγό, που δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ).
Κατ’ ακολουθίαν τούτων πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης, να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος, σύμφωνα με το άρθρο 495 παρ. 4 εδ. ε’ ΚΠολΔ, που προστέθηκε με το άρθρο 12 παρ. 2 του Ν. 4055/2012 παραβόλου, στο Δημόσιο Ταμείο και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων, ως ηττηθείς διάδικος, στη δικαστική δαπάνη της τρίτης αναιρεσίβλητης, που κατέθεσε προτάσεις (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Διατάσσει το χωρισμό της υπόθεσης ως προς τον πρώτο και τη δεύτερη των αναιρεσιβλήτων.
Κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης ως προς αυτούς.
Απορρίπτει την από 2-6-2016 με αριθμ. κατ. ...-6-2016 αίτηση του Γ. Π. περί αναιρέσεως της 2538/2014 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.
Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στη δικαστική δαπάνη της τρίτης αναιρεσίβλητης, την οποία ορίζει στο ποσόν των τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 7 Ιουνίου 2017.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 19 Ιουλίου 2017.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ