Legislator Case Law & Legislation
1337/2016 AI generated

1337/2016 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1337/2016
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Μπαλιτσάρη Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως, Γεώργιο Παπαηλιάδη, Αλεξάνδρα Κακκαβά, Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου - Εισηγήτρια και Παρασκευή Καλαϊτζή, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

1337/2016 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): α’ , γ’ και ε’ του Π.Κ. και του αναγνωρίστηκε, μόνο εκείνη της περ. ε’ . Ειδικότερα, όπως προκύπτει από τα πρακτικά (σελ. 99 και 100) ο συνήγορος του τρίτου αναιρεσείοντος κατηγορουμένου ως προς την αιτηθείσα ελαφρυντική περίσταση της περ. α’ του άρθρου 84 παρ.2 του Π.Κ., ισχυρίστηκε στο ακροατήριο κατά λέξη τα παρακάτω: "Θεωρώ ότι ευπροσώπως αιτούμαι, μετά 35 χρόνια ευδόκιμης υπηρεσίας, να μου αναγνωρισθή το κατ’ άρθρο 84 § 2 α’ Π.Κ.

Keywords

AI generated
examination regulations driving aptitude test consideration of applications extortion of excessive official fees benefit for course attendance investigation for document falsification
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1337 / 2016 (Α Ποιν. Διακ., ΠΟΙΝΙΚΕΣ)

Αριθμός 1337/2015

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α’ ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ ΔΙΑΚΟΠΩΝ

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Μπαλιτσάρη Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως, Γεώργιο Παπαηλιάδη, Αλεξάνδρα Κακκαβά, Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου - Εισηγήτρια και Παρασκευή Καλαϊτζή, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του την 1η Ιουλίου 2016, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεώργιου Μπόμπολη και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα, για να δικάσει τις αιτήσεις των αναιρεσειόντων - κατηγορουμένων 1.Χ. Σ. του Σ., κατοίκου ..., που παρέστη με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αλέξανδρο Σαρηβαλάση, 2. Α. Π. του Θ., κατοίκου ..., που παρέστη με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ανδρέα Κατσαούνο και 3. Κ. Γ. του Χ., κατοίκου ..., που παρέστη με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Νινόπουλο, για αναίρεση της υπ’ αριθ. 5955/2015, 351/2016 και 1265/2016 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.

Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ’ αυτή, και οι ως άνω αναιρεσείοντες-κατηγορούμενοι ζητούν την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στις από 12 Μαΐου 2016, 12 Μαΐου 2016 μετά των από 13 Ιουνίου 2016 προσθέτων λόγων και 16 Μαΐου μετά των από 15 Ιουνίου 2016 προσθέτων λόγων, αιτήσεων αναίρεσης αντίστοιχα, οι οποίες καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 678/2016.

Αφού άκουσε

Τους πληρεξουσίους δικηγόρους των αναιρεσειόντων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθούν οι προκείμενες αιτήσεις αναίρεσης και οι επ’ αυτών πρόσθετοι λόγοι.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Οι κρινόμενες από: α) 12.5.2016 (με αριθμό πρωτ. …/13.5.2016) δήλωση του Χ. Σ. του Σ., που επιδόθηκε στην Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου την 13-5-2016, β) 12.5.2016 (με αριθμό πρωτ…/16.5.2016) δήλωση του Α. Π. του Θ., που επιδόθηκε στην Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου την 16-5-2016 και οι από 13.6.2016 πρόσθετοι αυτής λόγοι, που κατατέθηκαν στην Γραμματεία της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου την 14-6-2016 και γ) 16.5.2016 (με αριθμό πρωτ. …/16.5.2016) δήλωση του Κ. Γ. του Χ., που επιδόθηκε στην Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου την 16-5-2016 και οι από 15.6.2016 πρόσθετοι αυτής λόγοι, που κατατέθηκαν στην Γραμματεία της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου την 15-6-2016, για αναίρεση της υπ’ αριθμ. 5955/2015, 351 και 1265/2016 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, που καταχωρήθηκε καθαρογραμμένη την 26-4-2016, έχουν ασκηθεί νομοτύπως και εμπροθέσμως και πρέπει να συνεκδικαστούν, ως συναφείς.

Κατά τις διατάξεις των άρθρων 235 και 236 του Π.Κ., όπως αυτές αντικαταστάθηκαν με το άρθρο δεύτερο του ν. 3666/2008 "Κύρωση σύμβασης ΟΗΕ κατά διαφθοράς και τροποποίηση του Ποινικού Κώδικα" και ίσχυσαν από 8.6.2008, καταλαμβάνουν δε τις επίδικες πράξεις, ως εκ του χρόνου τελέσεώς τους (31.7.2008) "Υπάλληλος, ο οποίος, κατά παράβαση των καθηκόντων του ζητεί ή λαμβάνει, άμεσα ή με τη μεσολάβηση τρίτου, για τον εαυτό του ή για τρίτο, ωφελήματα οποιασδήποτε φύσης ή δέχεται υπόσχεση τούτων, για ενέργεια ή παράλειψή του μελλοντική ή ήδη τελειωμένη, που ανάγεται στα καθήκοντα του ή αντίκειται σε αυτά, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους" (άρθρο 235) και "Όποιος υπόσχεται ή παρέχει σε υπάλληλο, άμεσα ή με τη μεσολάβηση τρίτου, οποιασδήποτε φύσης ωφελήματα για τον εαυτό του ή για τρίτο, για ενέργεια ή παράλειψή του μελλοντική ή ήδη τελειωμένη, που ανάγεται στα καθήκοντα του ή αντίκειται σε αυτά, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους" (άρθρο 236).

Από τις ανωτέρω διατάξεις προκύπτει ότι για την στοιχειοθέτηση του υπαλλακτικώς μικτού εγκλήματος της παθητικής δωροδοκίας (δωροληψίας), απαιτείται, εκτός από την ιδιότητα του δράστη ως υπαλλήλου, κατά την έννοια των άρθρων 13 περίπτ. α` και 263 Α του Π.Κ., η από μέρους αυτού του ίδιου ή δια μέσου άλλου απαίτηση ή αποδοχή ωφελημάτων, που δεν δικαιούται ή αποδοχή υποσχέσεως προς παροχή αυτών (ωφελημάτων), για μελλοντική ή ήδη τελειωμένη ενέργεια ή παράλειψή του (υπαλλήλου), που ανάγεται ή αντίκειται στα καθήκοντά του, όπως αυτά διαγράφονται ή προκύπτουν από το νόμο ή τους υπηρεσιακούς κανονισμούς ή τις διαταγές ή οδηγίες των προϊσταμένων του ή την υπηρεσιακή του σχέση ή την φύση της υπηρεσίας του, είναι δε αδιάφορο, αν η ενέργεια ή παράλειψη του υπαλλήλου πραγματοποιήθηκε ή αν αυτός σκόπευε ειλικρινά να την πραγματώσει, ενώ για την στοιχειοθέτηση του επίσης υπαλλακτικώς μικτού εγκλήματος της ενεργητικής δωροδοκίας, το οποίο προβλέπεται και τιμωρείται από την δεύτερη από αυτές, απαιτείται υπόσχεση ή παροχή από οποιοδήποτε πολίτη, σε υπάλληλο, κατά την έννοια των άρθρων 13 περ.

α` και 263 Α` του Π.Κ., άμεσα ή με την μεσολάβηση τρίτου, οποιασδήποτε φύσεως ωφελημάτων, για τον εαυτό του ή τρίτο και η υπόσχεση ή η παροχή τους να γίνεται για μελλοντική ή ήδη τελειωμένη ενέργεια ή παράλειψη του υπαλλήλου, που ανάγεται στα καθήκοντά του ή αντίκειται σε αυτά, όπως ανωτέρω εκτίθεται. Κάθε τρόπος τελέσεως είναι αυτοτελής και αρκεί για την ολοκλήρωση της εγκληματικής πράξεως.

Υποκειμενικά απαιτείται δόλος, δηλαδή, καθ’ όσον μεν αφορά στο έγκλημα της παθητικής δωροδοκίας, γνώση του υπαλλήλου ότι απαιτεί ή δέχεται τα ωφελήματα ή την υπόσχεση αυτών για ενέργεια ή παράλειψή του, μελλοντική ή ήδη τελειωμένη, αναγόμενη ή αντικείμενη στα καθήκοντά του και θέληση αυτού να πράξει τούτο, ενώ καθ’ όσον αφορά στο έγκλημα της ενεργητικής δωροδοκίας, γνώση του δράστη ότι ο υπάλληλος που απαιτεί ή δέχεται τα παρεχόμενα ωφελήματα ή την υπόσχεση αυτών, πράττει τούτο για ενέργεια ή παράλειψή του, μελλοντική ή ήδη τελειωμένη, αναγόμενη ή αντικείμενη στα καθήκοντά του, μέσα στον κύκλο ενασκήσεως της λειτουργικής του αρμοδιότητας και θέληση αυτού να πράξει ο υπάλληλος τούτο, χωρίς να ενδιαφέρει αν πραγματοποιήθηκε ή όχι η σκοπούμενη μέλλουσα ενέργεια ή παράλειψη του υπαλλήλου ή αν ο υπάλληλος σκοπούσε σπουδαίως να εκτελέσει ή να μην εκτελέσει την εν λόγω αιτηθείσα ενέργεια.

Εξ άλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Ποιν.Δικ. ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ` του Κ.Ποιν.Δικ., όταν αναφέρονται σ` αυτήν, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για την συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη.

Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό της αποφάσεως, τα οποία αποτελούν ενιαίο σύνολο. Σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα, που ελήφθησαν υπόψη από το Δικαστήριο για την καταδικαστική του κρίση, για την πληρότητα της αιτιολογίας αρκεί ο κατ` είδος προσδιορισμός τους (μάρτυρες, έγγραφα κλπ) χωρίς να απαιτείται ειδικότερη αναφορά ή αναλυτική παράθεσή τους και μνεία του τί προέκυψε από το καθένα χωριστά, πρέπει όμως να προκύπτει με βεβαιότητα, ότι το Δικαστήριο τα έλαβε υπόψη και τα συνεκτίμησε όλα και όχι μόνο ορισμένα από αυτά.

Όμως, δεν είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους, ούτε απαιτείται να προσδιορίζεται ποιο βάρυνε περισσότερο για το σχηματισμό της δικανικής κρίσεως. Όταν δε εξαίρονται ορισμένα από τα αποδεικτικά μέσα, δεν σημαίνει ότι δεν ελήφθησαν υπόψη τα άλλα, αφού δεν εξηρέθησαν, ούτε ανακύπτει ανάγκη αιτιολογήσεως, γιατί δεν εξαίρονται τα άλλα.

Δεν αρκεί, όμως, να περιορίστηκε το Δικαστήριο σε τυπική ρηματική αναφορά των αποδεικτικών μέσων ως προς το είδος τους ή σε επιλεκτική εκτίμηση και αξιολόγηση μερικών μόνο από αυτά, αλλά απαιτείται να συνάγεται με βεβαιότητα από την απόφαση ότι αυτό έλαβε πράγματι υπόψη του, συνεκτίμησε και αξιολόγησε το περιεχόμενο όλων των αποδεικτικών μέσων για την διαμόρφωση της δικανικής πεποιθήσεώς του.

Επίσης, δεν αποτελούν λόγο αναιρέσεως αιτιάσεις, που ανάγονται σε εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων, όπως είναι η στάθμιση από το δικαστήριο της ουσίας της αποδεικτικής σημασίας και βαρύτητας συγκεκριμένων εγγράφων και μαρτυρικών καταθέσεων, η παράλειψη αξιολογικής συσχετίσεως και συγκρίσεως αποδεικτικών μέσων μεταξύ τους, η αμφισβήτηση ή η απόκρουση του αποδεικτικού πορίσματος, στο οποίο κατέληξε το δικαστήριο από την λειτουργική συσχέτιση κα συναξιολόγηση του περιεχομένου όλων των αποδεικτικών μέσων κλπ., αφού σ’ αυτές τις περιπτώσεις, με την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας, πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας (Α.Π. 469/2016, Α.Π. 1030/2016).

Τέλος, λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως συνιστά, κατά το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Ε’ του Κ.Ποιν.Δικ., και η εσφαλμένη εφαρμογή ή ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει, όταν το Δικαστήριο αποδίδει στην διάταξη διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή, όταν το Δικαστήριο δεν υπήγαγε ορθά τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, στην διάταξη που εφαρμόσθηκε.

Περίπτωση δε εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, που ιδρύει τον ανωτέρω αναιρετικό λόγο από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Ε’ του Κ.Ποιν.Δικ., συνιστά και η εκ πλαγίου παραβίαση της διατάξεως αυτής, η οποία υπάρχει, όταν στο πόρισμα της αποφάσεως, που προκύπτει από την αλληλοσυμπλήρωση του σκεπτικού και του διατακτικού της και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, που καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο σε σχέση με την ορθή εφαρμογή του νόμου, οπότε η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση.

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό της προσβαλλόμενης 5955/2015, 351-265/2016 αποφάσεώς του, το Τριμελές Εφετείο Πλημμελημάτων Αθηνών, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, μετά από συνεκτίμηση όλων των αποδεικτικών μέσων, τα οποία προσδιορίζονται κατ` είδος σ` αυτήν, δέχθηκε ανελέγκτως τα εξής: Από τις καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας και υπεράσπισης, που εξετάστηκαν ενόρκως στο Δικαστήριο τούτο και τις κατ’ αντιπαράσταση εξετάσεις τους, τα πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης, που αναγνώσθηκαν καθώς και τα έγγραφα, που αναγνώσθηκαν και αναφέρονται στα πρακτικά, τις απολογίες των κατηγορουμένων και την όλη αποδεικτική διαδικασία αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά:

Ο πρώτος κατηγορούμενος Χ. Σ. από το έτος 2007 διατηρούσε στον ‘ Αλιμο Αττικής και επί της ... σχολή οδηγών και κέντρο θεωρητικής εκπαίδευσης υποψηφίων οδηγών ο ίδιος δε ήταν εκπαιδευτής υποψηφίων οδηγών. Ο δεύτερο και τρίτος των κατηγορουμένων Α. Π. και Κ. Γ. κατά το επίδικο χρόνο (31-7-2008) ήταν υπάλληλοι της Νομαρχίας Αττικής Νοτίου Τομέα, Διεύθυνση Μεταφορών και Επικοινωνιών, στα καθήκοντα των οποίων είχε ανατεθεί η πρακτική εξέταση υποψηφίων οδηγών δίκυκλης μοτοσυκλέττας.

Το καλοκαίρι του έτους 2008 ο μηνυτής Κ. Τ., ενδιαφερόμενος να αποκτήσει άδεια ικανότητας οδήγησης αυτοκινήτου και δίκυκλης μοτοσυκλέτας μετέβη στην ως άνω σχολή του πρώτου κατηγορούμενου να λάβει σχετική προσφορά. Εκεί συνάντησε τον πατέρα του πρώτου κατηγορουμένου Σ. Σ., ο οποίος απασχολείτο με τα οικονομικά της σχολής.

Ο τελευταίος τον ενημέρωσε ότι για τη συμμετοχή του στις εξετάσεις οδήγησης αυτοκινήτου απαιτούντο είκοσι θεωρητικά μαθήματα και είκοσι πρακτικά μαθήματα και για τη συμμετοχή του στις εξετάσεις οδήγησης δίκυκλης μοτοσυκλέτας απαιτούντο δέκα θεωρητικά μαθήματα και δέκα πρακτικά μαθήματα και ότι η αμοιβή του εκπαιδευτή για όλα τα παραπάνω μαθήματα και τα σχετικά παράβολα ανέρχονταν στο συνολικό ποσό των εννιακοσίων (900) Ευρώ.

Επειδή ο μηνυτής είχε πληροφορηθεί από διάφορους γνωστούς του ότι οι εκπαιδευτές κάποιων σχολών απαιτούσαν χρήματα από τους υποψηφίους οδηγούς για να δωροδοκήσουν τους εξεταστές, τον ερώτησε αν αυτό συμβαίνει και με τους εκπαιδευτές της ως άνω σχολής, διευκρινίζοντάς του ότι ο ίδιος δεν επροτίθετο να προβεί σε δωροδοκία κανενός εξεταστή.

Ο Σ. Σ. τον διαβεβαίωσε κατηγορηματικά ότι οι εκπαιδευτές της σχολής του γυιού του δεν δωροδοκούν εξεταστές και ότι αυτός δεν θα επιβαρυνθεί με κανένα επιπλέον ποσό, πέραν του ποσού των εννιακοσίων (900) Ευρώ. Μετά τη διαβεβαίωση αυτή ο Κ. Τ., ο οποίος βρήκε συμφέρουσα τη γενόμενη προς αυτόν ως άνω προσφορά, προσήλθε στην ως άνω σχολή προκειμένου να πραγματοποιήσει τα απαιτούμενα μαθήματα.

Μετά την ολοκλήρωση των θεωρητικών μαθημάτων οδήγησης αυτοκινήτου και δίκυκλης μοτοσυκλέτας, στις εξετάσεις των οποίων πέρασε επιτυχώς, συνέχισε την εκπαίδευσή του με τα πρακτικά μαθήματα οδήγησης, με εκπαιδευτή τον πρώτο κατηγορούμενο. Εν τω μεταξύ ο μηνυτής κατέβαλε στον πρώτο κατηγορούμενο, το σύνολο του ως άνω συμφωνηθέντος ποσού, των εννιακοσίων (900) Ευρώ.

Στις 25-7-2008 και περί ώρα 14:00 θα πραγματοποιείτο η εξέταση του μηνυτή στην πρακτική οδήγηση αυτοκινήτου, ενώ κατά τις πρωινές ώρες της ίδιας ημέρας θα πραγματοποιούσε το τελευταίο πρακτικό μάθημα οδήγησης αυτοκινήτου. Κατά τη διάρκεια του μαθήματος αυτού ο πρώτος κατηγορούμενος ζήτησε από το μηνυτή το χρηματικό ποσό των 400 Ευρώ, λέγοντάς του ότι το ποσό αυτό θα το έδινε αυτός στους εξεταστές πρακτικής οδήγησης αυτοκινήτου και δίκυκλης μοτοσυκλέτας για να τον κρίνουν οπωσδήποτε επιτυχόντα στις αντίστοιχες εξετάσεις.

Ειδικότερα του ζήτησε το ποσό των 200 Ευρώ για να του διασφαλίσουν την επιτυχία του στην πρακτική εξέταση οδήγησης αυτοκινήτου και το χρηματικό ποσό των 200 Ευρώ για να του διασφαλίσουν την επιτυχία του στην πρακτικά εξέταση οδήγησης δίκυκλης μοτοσυκλέτας. Ο μηνυτής αντέδρασε και του είτε ότι πατέρας του Σ.

Σ. τον είχε διαβεβαίωση ότι δεν επρόκειτο να δωροδοκηθούν οι εξεταστές. Ο πρώτος κατηγορούμενος του απάντησε ότι σε περίπτωση που δεν θα δωροδοκηθούν οι εξεταστές και αποτύγχανε στις εξετάσεις θα έπρεπε να δώσει και πάλι εξετάσεις και να καταβάλει εκ νέου τα σχετικά παράβολα. Μετά από αυτά ο μηνυτής μετέβη στο σπίτι του και περί ώρα 13.00 κατήγγειλε το παραπάνω γεγονός στην αστυνομία και ειδικότερα στη Διεύθυνση Εσωτερικών Υποθέσεων.

Επειδή η εξέταση αυτού στην πρακτική οδήγηση αυτοκινήτου είχε προγραμματισθεί, όπως προαναφέρθηκε, την ίδια ημέρα (25-7-2008) και ώρα 14:00 και για το λόγο αυτό ήταν χρονικά αδύνατον να επέμβουν οι αστυνομικοί της παραπάνω υπηρεσίας, οι τελευταίοι τους υπέδειξαν, να αποφύγει να δώσει το ως άνω χρηματικό ποσό στον πρώτο κατηγορούμενο την ως άνω ημέρα.

Αμέσως μετά ο μηνυτής, συμμορφούμενος με την υπόδειξη αυτή, επικοινώνησε τηλεφωνικά με τον πρώτο κατηγορούμενο και, αφού προσποιήθηκε ότι δέχεται να δωροδοκήσει τους εξεταστές του και ότι αδυνατούσε να καταβάλει άμεσα το ως άνω ποσό, πρότεινε σ’ αυτόν να δώσει ο ίδιος, για λογαριασμό του, το ποσό των 200 ευρώ στους εξεταστές του στην πρακτική οδήγηση αυτοκινήτου και όταν θα προσερχόταν να εξετασθεί στην πρακτική οδήγησης δίκυκλης μοτοσυκλέτας θα του έδινε το σύνολο του αιτηθέντος από αυτόν ποσού των 400 Ευρώ.

Ο πρώτος κατηγορούμενος αποδέχθηκε την πρόταση αυτή του μηνυτή και κατά την ως άνω ημέρα και ώρα ο μηνυτής προσήλθε στις εξετάσεις πρακτικής οδήγησης αυτοκινήτου στις οποίες κρίθηκε από τους εξεταστές ως επιτυχών. Ακολούθως προσημειώθηκαν από αστυνομικούς της παραπάνω Υπηρεσίας Εσωτερικών Υποθέσεων οκτώ (8) χαρτονομίσματα των πενήντα (50) Ευρώ, τα οποία προσκόμισε ο μηνυτής, κατόπιν σχετικής υπόδειξής τους.

Η εξέταση του μηνυτή στην πρακτική οδήγηση δίκυκλης μοτοσυκλέτας προγραμματίσθηκε να διεξαχθεί στις 31-7-2008 και περί ώρα 15.00 στο χώρο του ΚΤΕΟ Ελληνικού. Ο δεύτερος και τρίτος των κατηγορουμένων είχαν ορισθεί από την υπηρεσία τους ως εξεταστές για την ημέρα εκείνη των εξετάσεων. Ο μηνυτής προσήλθε στον προαναφερόμενο εξεταστικό χώρο μαζί με τον αστυνομικό Γ.

Μ.. Εκεί συνάντησαν τον πρώτο κατηγορούμενο. Ο αστυνομικός, ο οποίος παρουσιάσθηκε ως πατρυιός του μηνυτή, ερώτησε τον πρώτο κατηγορούμενο ποια θα ήταν η κατάληξη των χρημάτων που είχε ζητήσει από το μηνυτή και αν ο τελευταίος είχε εξοφλήσει τα παράβολα και τα δίδακτρα των μαθημάτων που του είχε κάνει.

Ο πρώτος κατηγορούμενος του απάντησε ότι ο μηνυτής έχει εξοφλήσει ολοσχερώς την αμοιβή του για όλα τα μαθήματα και τα παράβολα, με την καταβολή του συμφωνηθέντος ποσού των 900 Ευρώ και ότι το ποσό των 400 Ευρώ ήταν για "λάδωμα" των εξεταστών για να επιτύχει ο μηνυτής στις εξετάσεις σίγουρα. Μετά απ’ αυτά ο ως άνω αστυνομικός έδωσε στον πρώτο κατηγορούμενο τα οκτώ (8) προσημειωμένα χαρτονομίσματα των 50 ευρώ, τα οποία ο τελευταίος τα παρέλαβε και, αφού τα μέτρησε, τα έβαλε μέσα σε ένα τσαντάκι που έφερε μαζί του.

Στη συνέχεια έλαβε χώρα η εξέταση του μηνυτή. Αυτός προπορευόταν, οδηγώντας δίκυκλη μοτοσυκλέτα, ιδιοκτησίας του πρώτου κατηγορούμενου, όπισθεν της οποίας ακολουθούσε αυτοκίνητο, ιδιοκτησίας, επίσης, του πρώτου κατηγορούμενου, το οποίο οδηγούσε ο τελευταίος και στο ποίο επέβαιναν οι εξεταστές, δεύτερος και τρίτος των κατηγορουμένων, οι οποίοι καθοδηγούσαν το μηνυτή, μέσω συστήματος ασύρματης επικοινωνίας.

Μετά το πέρας της εξέτασης και ενώ οι εξεταστές είχαν ανακοινώσει στο μηνυτή ότι πέρασε, επιτυχώς, στις εξετάσεις, επενέβησαν αστυνομικοί της ως άνω υπηρεσίας, οι οποίοι βρίσκονταν στον ως άνω εξεταστικό χώρο, παρακολουθώντας διακριτικά τους κατηγορούμενους και σε σωματική έρευνα που διενήργησαν σ’ αυτούς βρήκαν τέσσερα (4) προσημειωμένα χαρτονομίσματα των 50 Ευρώ και ειδικότερα δύο (2) στον πρώτο και ένα (1) σε καθένα από τους λοιπούς, τα οποία κατασχέθηκαν.

Τα υπόλοιπα τέσσερα (4) προσημειωμένα χαρτονομίσματα των 50 Ευρώ, τα οποία είχε παραλάβει ο πρώτος κατηγορούμενος, όπως και ο ίδιος συνομολογεί, δεν ανευρέθησαν. Ο πρώτος κατηγορούμενος έδωσε τα προαναφερόμενα χρηματικά ποσά στους δεύτερο και τρίτο των κατηγορουμένων με τη θέληση να προβούν αυτοί δε ενέργεια που αναγόταν στα καθήκοντά τους, ήτοι να κρίνουν το μηνυτή επιτυχόντα στην εξέτασή του στην πρακτική οδήγηση δίκυκλης μοτοσυκλέτας και ικανό να αποκτήσει την αντίστοιχη άδεια οδήγησης.

Οι δεύτερος και τρίτος των κατηγορουμένων έλαβαν τα χρηματικά αυτά ποσά με τη θέλησή τους να προβούν στην παραπάνω ενέργεια που αναγόταν στα καθήκοντά του. Ο πρώτος κατηγορούμενος ισχυρίζεται ότι ουδέποτε ζήτησε από το μηνυτή χρήματα προκειμένου να δωροδοκήσει για λογαριασμό του τους εξεταστές κατηγορούμενους και ότι το χρηματικό ποσό των 400 Ευρώ ήταν υπόλοιπο της αμοιβής του, το οποίο ο μηνυτής, παρά τις επανειλημμένες οχλήσεις του ίδιου και του πατέρα του Σ.

Σ., δεν είχε καταβάλει, επινοώντας διάφορες δικαιολογίες. Ο ισχυρισμός αυτός αναιρείται πλήρως από την κατάθεση του μηνυτή και την κατάθεση του αστυνομικού Γ. Μ. στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, ο οποίος ρητά και κατηγορηματικά επιβεβαίωσε ότι ενώπιόν του και κατόπιν σχετικής ερώτησής του ο πρώτος κατηγορούμενος τον διαβεβαίωσε ότι ο μηνυτής είχε εξοφλήσει ολοσχερώς την αμοιβή του και τα σχετικά παράβολα και ότι το χρηματικό ποσό των 400 Ευρώ προοριζόταν για το "λάδωμα" των εξεταστών οδήγησης αυτοκινήτου και δίκυκλης μοτοσυκλέτας.

Εξ άλλου, αν ο μηνυτής όφειλε πράγματι το παραπάνω ποσό στον πρώτο κατηγορούμενο, αυτός (πρώτος κατηγορούμενος), εν όψει του ότι το εν λόγω ποσό, μετά την αφαίρεση του ποσού που αφορούσε στα παράβολα, αποτελούσε το μεγαλύτερο ποσό των συμφωνηθείσα αμοιβής του, δεν θα υπέβαλε στην αρμόδια υπηρεσία τα σχετικά δελτία παροχής υπηρεσιών και τις σχετικές υπεύθυνες δηλώσεις του ν. 1599/1986, περί του ότι ο μηνυτής παρακολούθησε στη σχολή του τις απαιτούμενες ώρες πρακτικής εκπαίδευσης, τα οποία ήταν απαραίτητα και προβλέπονταν από την παρ. 6 του άρθρου 15 της υπ’ αριθ. 58930/480/1999 υπουργικής απόφασης για τη συμμετοχή του στις εξετάσεις.

Αντίθετα ο πρώτος κατηγορούμενος θα ανέμενε την εξόφληση της αμοιβής του και στη συνέχεια θα προέβαινε στην υποβολή των παραπάνω στην αρμόδια υπηρεσία για τη συμμετοχή του μηνυτή στις εξετάσεις, όταν μάλιστα αυτός, κατά τους ισχυρισμούς του, είχε αντιληφθεί ότι ο μηνυτής ήταν δύστροπος στις οικονομικές συναλλαγές και υποχρεώσεις του.

Περαιτέρω οι κατηγορούμενοι ισχυρίζονται ότι δεν στοιχειοθετείται αντικειμενικά και υποκειμενικά οι σε βάρος τους κατηγορίες, του πρώτου της ενεργητικής και του δεύτερου και τρίτου της παθητικής δωροδοκίας, επικαλούμενοι για τη θεμελίωσή του ισχυρισμούς τους αυτού ότι: α) τα χρηματικά ποσά τα έδωσε ο πρώτος ως κέρασμα προς το δεύτερο και τρίτο, λόγω του ενθουσιασμού του, καθώς την ημέρα εκείνη, η σύζυγός του του ανακοίνωσε ότι κυοφορούσε κορίτσι, για το λόγο δε αυτό τυγχάνει εφαρμογής, ως ευνοϊκότερη, η διάταξη του άρθρου 235 παρ. 3 του Π.Κ., όπως αυτή ίσχυε πριν την κατάργησή της με την παρ. 2 του άρθρου 8 του ν. 4198/2013, β) το χρηματικό ποσό των 50 Ευρώ ήταν ευτελούς αγοραστικής αξίας, γ) δεν υπήρχε καμμία προσυμφωνία ή συνεννόηση μεταξύ αυτών, αφού η επιλογή του δεύτερου και τρίτου, έγινε την ίδια ημέρα, μόλις μισή ώρα πριν την έναρξη των εξετάσεων, τυχαία, μεταξύ άλλων υπαλλήλων, ο δε τρίτος δεν είχε εξετάσει στο παρελθόν άλλον εκπαιδευόμενο στη σχολή του πρώτου, δ) ο μηνυτής κατά την εξέτασή του δεν υπέπεσε σε κανένα σφάλμα και ε) ο πρώτος έδωσε τα επίδικα χρηματικά ποσά σε καθένα από τους δεύτερο και τρίτο, δημοσίως, ενώπιον τρίτων και του μηνυτή, μετά το πέρας της εξέτασης αυτού και της ανακοίνωσης σ’ αυτόν του αποτελέσματος, δηλαδή της επιτυχίας του.

Οι δε δεύτερος και τρίτος των κατηγορουμένων, επικαλούμενοι τα ίδια παραπάνω πραγματικά περιστατικά προβάλλουν τον ισχυρισμό περί πραγματικής πλάνης και επικουρικά ο τρίτος τον ισχυρισμό περί νομικής πλάνης. Ως προς τους παραπάνω ισχυρισμούς των κατηγορουμένων λεκτέα τα ακόλουθα: Η παροχή χρηματικού ποσού 50 Ευρώ από εκπαιδευτή υποψήφιου οδηγού, ως κέρασμα, λόγω του επικαλούμενου ως άνω γεγονότος, αντίκειται στην κοινή πείρα και λογική.

Αν πράγματι είχε επισυμβεί το γεγονός αυτό, ο πρώτος κατηγορούμενος, ο οποίος έφερε μαζί του μόνο χαρτονομίσματα των 50 Ευρώ και ένα χαρτονόμισμα των 100 Ευρώ (βλ. την από 31-7-2008 έκθεση σωματικής έρευνας και κατασχέσεως του υπηρετούντος στη Διεύθυνση Εσωτερικών Υποθέσεων υπαρχιφύλακα Δ. Κ.) θα έδινε, ως κέρασμα ένα χαρτονόμισμα των 50 Ευρώ και για τους δύο εξεταστές - κατηγορούμενους και όχι από ένα σε καθένα από αυτούς, εν όψει μάλιστα, κατά τους ισχυρισμούς του, ουδόλως γνώριζε.

Εξ άλλου ο αστυνομικός Γ. Μ., όπως προαναφέρθηκε, κατηγορηματικά κατέθεσε ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου ότι ο πρώτος κατηγορούμενος τον διαβεβαίωσε ότι με το ως άνω ποσού που είχε ζητήσει από το μηνυτή θα δωροδοκούσε και τους εξεταστές αυτού στην οδήγηση δίκυκλης μοτοσυκλέτας. Ο ίδιος μάρτυρας ενώπιον του ίδιου ως άνω δικαστηρίου κατέθεσε ότι δεν αντιλήφθηκε "να γίνεται κάτι με τον πρώτο κατηγορούμενο και τους εξεταστές για κεράσματα", πράγμα το οποίο οπωσδήποτε θα είχε υποπέσει στην αντίληψή του, αφού παρακολουθούσε στενά τους κατηγορούμενους.

Σημειωτέον ότι οι μάρτυρες Σ. Σ. και Ι. Ζ., ενώ ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου κατέθεσαν ότι τα επίδικα χρηματικά ποσά αποτελούσαν κέρασμα, διότι ο πρώτος κατηγορούμενος έμαθε ότι η σύζυγός του κυοφορούσε κορίτσι, στην κατάθεσή τους που περιέχεται στην υπ’ αριθ. 2977/2014 (αναβλητική) απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου ανέφεραν σχετικά με τα επίδικα χρηματικά ποσά ότι αυτά αποτελούσαν κέρασμα, διότι η σύζυγος του πρώτου γέννησε κορίτσι, ο δε πρώτος στην κατάθεσή του που περιέχεται στην προσβαλλόμενη απόφαση ανέφερε διότι έμαθε ότι η σύζυγός του ήταν έγκυος.

Περαιτέρω ο δόλος του δράστη της ενεργητικής δωροδοκίας συνίσταται στη βούληση αυτού να προβεί σε παροχή ωφελήματος σε υπάλληλο για ενέργεια ή παράλειψη που ανάγεται ή αντίκειται στα υπαλληλικά του καθήκοντα, ο δε δόλος του δράστη της παθητικής δωροδοκίας συνίσταται στο ότι αυτός, όντας υπάλληλος, εν γνώσει δέχεται ωφελήματα για ενέργεια ή παράλειψή του αναγόμενη ή αντικείμενη στα καθήκοντά του και στη βούληση αυτού να πράξει τούτο (ΑΠ 747/2005 Δ/ση Τ.Ν.Π.

ΝΟΜΟΣ). Στην προκειμένη περίπτωση ο δόλος του πρώτου κατηγορουμένου συνίσταται στο ότι αυτός έδωσε τα επίδικα χρηματικά ποσά στους δεύτερο και τρίτο των κατηγορουμένων με τη θέληση να προβούν αυτοί σε ενέργεια που αναγόταν στα καθήκοντά τους, δηλαδή να κρίνουν το μηνυτή επιτυχόντα στην εξέτασή του στην πρακτική οδήγηση δίκυκλης μοτοσυκλέτας και ικανό να αποκτήσει την αντίστοιχη άδεια οδήγησης, ο δόλος δε του δεύτερου και τρίτου των κατηγορουμένων συνίσταται στο ότι αυτοί εν γνώσει τους αποδέχθηκαν τα επίδικα χρηματικά ποσά για ενέργεια που αναγόταν στα καθήκοντά τους και στη θέλησή τους να πράξουν τούτο, ήτοι να κρίνουν το μηνυτή επιτυχόντα στην εξέτασή του στην πρακτική οδήγηση δίκυκλης μοτοσυκλέτας και ικανό να αποκτήσει την αντίστοιχη άδεια οδήγησης.

Ουδεμία δε έννομη σημασία έχει το γεγονός ότι ο μηνυτής, κατά την εξέτασή του, δεν υπέπεσε σε κανένα σφάλμα. Εξ άλλου το γεγονός ότι μεταξύ του πρώτου κατηγορούμενου και του δεύτερου και τρίτου των κατηγορουμένων δεν υπήρχε προηγούμενη συμφωνία δεν αναιρεί το δόλο των τελευταίων, καθόσον αυτοί αποδέχθηκαν τα επίδικα χρηματικά ποσά για ενέργεια αναγόμενη στα καθήκοντά τους, η αποδοχή δε του ωφελήματος ενέχει συμφωνία μεταξύ του δωροδότη - πρώτου κατηγορούμενου και δωροληπτών - δεύτερου και τρίτου των κατηγορουμένων.

Περαιτέρω ο μηνυτής κατέθεσε ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου ότι κατά το χρόνο της εξέτασής του, αντιλήφθηκε από τον καθρέπτη της δίκυκλης μοτοσυκλέτας που οδηγούσε, τον πρώτο κατηγορούμενο να έχει οικονομική συναλλαγή με τον εξεταστή που καθόταν στη θέση του συνοδηγού του αυτοκινήτου που ακολουθούσε.

Η κατάθεσή του, όμως, αυτή αντικρούεται από την από 21-9-2015 έκθεση του τεχνικού συμβούλου Θ. Ζ., μηχανολόγου - μηχανικού, ο οποίος, αφού πραγματοποίησε, κατόπιν εντολής του τρίτους κατηγορούμενου, μαζί με άλλο άτομο, διαδρομή παρόμοια με εκείνη που είχε πραγματοποιήσει ο μηνυτής, χρησιμοποιώντας ίδια οχήματα με αυτά που είχαν χρησιμοποιηθεί στην εξέταση αυτού (μηνυτή), κατά τις μεσημεριανές ώρες της 31ης/7/2015, οπότε οι καιρικές συνθήκες ήταν παρόμοιες με εκείνες που επικρατούσαν στις 31-7-2008 (ημερομηνία εξέτασης του μηνυτή), αποφαίνεται ότι είναι ανέφικτο ο οδηγός προπορευόμενης και κινούμενης μηχανής να αντιληφθεί, μέσω του καθρέπτη αυτής, κινήσεις επιβατών όπισθεν ακολουθούντος αυτοκινήτου, κινούμενου σε μέση απόσταση ασφαλείας κανονισμού εξετάσεων.

Ωστόσο αποδείχθηκε ότι ο πρώτος κατηγορούμενος έδωσε τα επίδικα χρηματικά ποσά στους λοιπούς κατηγορούμενους, όχι δημοσίως και ενώπιον τρίτων και του μηνυτή, όπως αυτοί ισχυρίζονται, αλλά όταν αυτοί (όλοι οι κατηγορούμενοι) βρίσκονταν ακόμη εντός του παραπάνω αυτοκινήτου του πρώτου κατηγορούμενου και αφού είχε ολοκληρωθεί η εξέταση του μηνυτή, χωρίς μάλιστα ο δεύτερος και τρίτος να προβάλλουν οποιαδήποτε αντίρρηση.

Τα παραπάνω συνομολόγησαν οι τελευταίοι ενώπιον της υπαστυνόμου Β’ Χ. Σ., όπως αυτό προκύπτει από τις από 1-8-2008 εκθέσεις εξέτασης αυτής, τα σχετικά σημεία των οποίων αναγνώσθηκαν στο ακροατήριο του παρόντος Δικαστηρίου, εν όψει του παραπάνω ισχυρισμού των κατηγορουμένων. Τέλος, δεν αποδείχθηκε από κάποιο αποδεικτικό μέσο ότι τα επίδικα χρηματικά ποσά δόθηκαν στους δεύτερο και τρίτο των κατηγορουμένων μετά την ανακοίνωση στο μηνυτή του αποτελέσματος της εξέτασης.

Με βάση τα προεκτεθέντα ο ισχυρισμός των κατηγορουμένων περί του ότι δεν στοιχειοθετούνται, αντικειμενικά και υποκειμενικά, τα αδικήματα που τους αποδίδονται, καθώς και ο ισχυρισμός των δεύτερου και τρίτου περί του αυτοί τελούσαν σε πραγματική πλάνη, άλλως, του τρίτου, περί του ότι τελούσε σε νομική πλάνη, είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι, αφού ο πρώτος έδωσε τα επίδικα χρηματικά ποσά στους δεύτερο και τρίτο μια ενέργεια που αναγόταν στα υπηρεσιακά καθήκοντά τους και οι τελευταίοι τα παρέλαβαν για τέτοια ενέργεια, χωρίς να προβάλουν καμμία απολύτως αντίρρηση.

Ο τρίτος κατηγορούμενος ισχυρίζεται ότι δεν είχε το χρονικό περιθώριο να αντιδράσει, διότι από την προσφορά και τη λήψη του χρηματικού ποσού μέχρι τη σύλληψή του, μεσολάβησε σύντομο χρονικό διάστημα. Ωστόσο αυτός ουδόλως αντέδρασε ούτε κατά τη σύλληψή του, ούτε μετά από αυτή, καταμηνύοντας ακόμη τον μηνυτή και τον πρώτο κατηγορούμενος.

Ο δεύτερος κατηγορούμενος ισχυρίζεται ακόμη ότι τελούσε σε συγνωστή νομική πλάνη, διότι, λόγω της πρακτικής που ακολουθείται να κερνά ο εκπαιδευτής, οι μαθητές του οποίου εξετάζονται τελευταίοι, κατά την τελευταία ημέρα των εξετάσεων, πριν από τις διακοπές του θέρους, όλες τις εξεταστικές επιτροπές, του δημιουργήθηκε η πεποίθηση ότι ο πρώτος του έδωσε το παραπάνω χρηματικό ποσό, καθώς ο μηνυτής, ο οποίος ήταν μαθητής του, εξετάσθηκε τελευταίος από αυτούς κατά την παραπάνω πριν από τις θερινές διακοπές ημέρα.

Ο ισχυρισμός αυτός δεν κρίνεται βάσιμος, καθώς δεν αποδείχθηκε από κάποιο από τα προαναφερόμενα αποδεικτικά μέσα η επικαλούμενη συνήθεια και μάλιστα το κέρασμα για κάθε εξεταστή να ανέρχεται στο ιδιαίτερα μεγάλο ποσό των 50 Ευρώ, πέραν του ότι η συνήθεια αυτή δεν αντέχει στην κοινή λογικής. Ο ισχυρισμός του τρίτου κατηγορουμένου ότι ο μηνυτής, ως ιδιώτης, συμμετείχε σε παράνομη ανακριτική διείσδυση και για το λόγο αυτό είναι εξαιρετέος μάρτυρας, κατ’ άρθρο 211 Κ.Π.Δ., έχει απορριφθεί ως αβάσιμος κατά την προβολή από τον ίδιο κατηγορούμενο του ίδιου, παραπάνω, ισχυρισμού του.

Κατ’ ακολουθία των παραπάνω οι κατηγορούμενοι πρέπει να κηρυχθούν ένοχοι των πράξεων που τους αποδίδονται, κατά τα ειδικότερα διαλαμβανόμενα στο διατακτικό.

Στη συνέχεια το παραπάνω Δικαστήριο της ουσίας, κήρυξε τους κατηγορουμένους και ήδη αναιρεσείοντες ενόχους, με το ελαφρυντικό του άρθρου 84 παρ. 2 εδ. ε’ του Π.Κ., και δη τον μεν πρώτο εξ αυτών ένοχο της αξιόποινης πράξεως της ενεργητικής δωροδοκίας κατά συρροή, τους δε δεύτερο και τρίτο τούτων ενόχους της αξιόποινης πράξεως της παθητικής δωροδοκίας.

Συγκεκριμένα οι κατηγορούμενοι και ήδη αναιρεσείοντες κηρύχθηκαν ένοχοι, κατά πιστή μεταφορά, του ότι "Στην Αθήνα, στις 31.7.2008, Α) Ο Χ. Σ. παρέσχε σε υπαλλήλους άμεσα οποιασδήποτε φύσης ωφελήματα για τον εαυτό τους, προκειμένου οι υπάλληλοι αυτοί να προβούν σε ενέργεια αναγόμενη στα καθήκοντά τους. Συγκεκριμένα τυγχάνων ιδιοκτήτης σχολής οδηγών στην οδό ..., στον Άλιμο Αττικής και εκπαιδευτής υποψηφίων οδηγών, αφού απαίτησε και έλαβε από τον Κ.

Τ., ο οποίος είχε εκπαιδευτεί από αυτόν στην οδήγηση δίκυκλης μοτοσυκλέτας, το χρηματικό ποσό των διακοσίων (200) ευρώ, έδωσε από το ποσό αυτό, στους υπαλλήλους της Διεύθυνσης Μεταφορών και Επικοινωνιών της Νομαρχίας Αττικής Νοτίου Τομέα, Α. Π. και Κ. Γ., οι οποίοι είχαν ορισθεί ως μέλη της εξεταστικής επιτροπής στις εξετάσεις υποψηφίων οδηγών δίκυκλης μοτοσυκλέτας, που είχαν προγραμματισθεί να διεξαχθούν στο χώρο του ΚΤΕΟ Ελληνικού, το χρηματικό ποσό των πενήντα (50) ευρώ στον καθένα, για ενέργεια αναγόμενη στα καθήκοντά τους και ειδικότερα να κρίνουν τον εξεταζόμενο από αυτούς, κατά τον ως άνω χρόνο και χώρο, Κ.

Τ., επιτυχόντα στην οδήγηση δίκυκλης μοτοσυκλέτας και ικανό να αποκτήσει αυτός την αντίστοιχη άδεια οδήγησης.

Β) Οι Α. Π. και Κ. Γ., τυγχάνοντες υπάλληλοι της Διεύθυνσης Μεταφορών και Επικοινωνιών της Νομαρχίας Αττικής Νοτίου Τομέα, έχοντας ορισθεί ως μέλη της εξεταστικής επιτροπής στις εξετάσεις υποψηφίων οδηγών δίκυκλης μοτοσυκλέτας, που είχαν προγραμματισθεί να διεξαχθούν στο χώρο του ΚΤΕΟ Ελληνικού, έλαβαν από τον ιδιοκτήτη σχολής οδηγών και εκπαιδευτή υποψηφίων οδηγών, Χ.

Σ., το χρηματικό ποσό των πενήντα (50) ευρώ ο καθένας, για ενέργεια αναγόμενη στα καθήκοντά τους και ειδικότερα να κρίνουν τον εξεταζόμενο από αυτούς, κατά τον ως άνω χρόνο και χώρο, Κ. Τ., επιτυχόντα στην οδήγηση δίκυκλης μοτοσυκλέτας και ικανό να αποκτήσει την αντίστοιχη άδεια οδήγησης". Με τις παραδοχές αυτές, οι οποίες διαλαμβάνονται στο σκεπτικό σε συνδυασμό με όσα αναφέρονται στο διατακτικό της ως άνω προσβαλλομένης αποφάσεως, που παραδεκτά αλληλοσυμπληρώνονται και αποτελούν ένα ενιαίο σύνολο, η εν λόγω απόφαση περιέχει την επιβαλλομένη, κατά τα άνω, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού αναφέρονται σ` αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των ως άνω εγκλημάτων της ενεργητικής δωροδοκίας κατά συρροή και της παθητικής δωροδοκίας, για τα οποία και, υπό τις προεκτεθείσες διακρίσεις, καταδικάστηκαν οι αναιρεσείοντες, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι συλλογισμοί, με βάση τους οποίους το δικαστήριο της ουσίας έκανε την υπαγωγή των περιστατικών αυτών στις προαναφερόμενες ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 26 παρ. 1α, 27 παρ. 1, 13α, 235 και 236 του Π.Κ., τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφήρμοσε, χωρίς να τις παραβιάσει, ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου και χωρίς να στερήσει την απόφασή του της νομίμου βάσεως.

Ως προς τον αναιρεσείοντα, ειδικότερα, Κ. Γ. εκτίθενται με σαφήνεια και πληρότητα τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση της αξιόποινης πράξεως της παθητικής δωροδοκίας για την οποία κηρύχθηκε ένοχος και καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων αυτός (Κ.

Γ.). Συγκεκριμένα εκτίθενται, η ιδιότητά του ως υπαλλήλου της Διευθύνσεως Μεταφορών και Επικοινωνιών της Νομαρχίας Αττικής, Νοτίου Τομέα, ότι σ’ αυτόν (όπως και στον δεύτερο κατηγορούμενο και ήδη δεύτερο αναιρεσείοντα Α. Π.) είχε ανατεθεί από την υπηρεσία τους η πρακτική εξέταση υποψηφίων οδηγών δίκυκλης μοτοσυκλέτας, ότι η εκ μέρους του συγκατηγορουμένου του και ήδη επίσης αναιρεσείοντος Χ.

Σ., παροχή προς αυτόν του προαναφερθέντος ωφελήματος (χρηματικού ποσού) έγινε για να προβεί αυτός σε ενέργεια που αναγόταν στα καθήκοντά του, ήτοι για να κρίνει, ως αρμόδιος προς τούτο εξεταστής, τον μηνυτή επιτυχόντα στην εξέτασή του στην πρακτική οδήγηση δίκυκλης μοτοσυκλέτας και ικανό να αποκτήσει την αντίστοιχη άδεια ικανότητας οδηγήσεως, καθώς και ότι αυτός (αναιρεσείων Κ.

Γ.) έλαβε τούτο (ωφέλημα) για τον εαυτό του, με την γνώση ότι αυτό εδίδετο για να προβεί αυτός σε ενέργεια που αναγόταν στα ανωτέρω υπηρεσιακά του καθήκοντα, ήτοι για να κρίνει τον μηνυτή επιτυχόντα στην εξέτασή του στην πρακτική οδήγηση δίκυκλης μοτοσυκλέτας και ικανό να αποκτήσει την αντίστοιχη άδεια ικανότητας οδηγήσεως και με την θέληση να προβεί στην ως άνω ενέργεια, που αναγόταν στα καθήκοντά του αυτά.

Εκτίθεται επίσης ότι ο αναιρεσείων αυτός (Κ. Γ.) παρέβη τα υπηρεσιακά του καθήκοντα, λαμβάνοντας μέσα στον κύκλο της αρμοδιότητάς του από τον πρώτο κατηγορούμενο και ήδη πρώτο αναιρεσείοντα Χ. Σ., ως ωφέλημα το ποσό των 50 ευρώ, προκειμένου να προβεί στην παραπάνω αναφερόμενη ενέργεια. Ακόμη προσδιορίζονται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά οι συγκεκριμένες περιστάσεις, υπό τις οποίες ο πρώτος κατηγορούμενος έδωσε τα χρήματα στον τρίτο κατηγορούμενο (όπως άλλωστε και στον δεύτερο τούτων), ήτοι, όταν και οι τρεις βρισκόταν ακόμη εντός του αυτοκινήτου του πρώτου κατηγορουμένου και αφού είχε ολοκληρωθεί η εξέταση του μηνυτή.

Τέλος, αναφέρονται τα αποδεικτικά μέσα κατά το είδος τους (μάρτυρες, πρακτικά, έγγραφα και απολογίες των κατηγορουμένων), από τα οποία το Δικαστήριο συνήγαγε τα περιστατικά που εκτιμήθηκαν και οδηγήθηκε στην καταδικαστική του κρίση, χωρίς να εξαιρέσει κανένα, ούτε από τα έγγραφα, ούτε από τους μάρτυρες, δεν ήταν δε αναγκαία η παράθεση της αξιολογικής συσχετίσεως και συγκρίσεως των αποδεικτικών τούτων μέσων μεταξύ τους και χωρίς να είναι απαραίτητο, για την πληρότητα της αιτιολογίας, να εκτίθεται από ποιο συγκεκριμένα αποδεικτικό μέσο απεδείχθη η κάθε παραδοχή και γιατί επείσθη από το ένα και όχι από το έτερο ή έτερα αποδεικτικά μέσα, ως και να συσχετίσει και να συγκρίνει τις καταθέσεις των μαρτύρων μεταξύ τους, όπως αβασίμως υποστηρίζει ο τρίτος αναιρεσείων.

Ενόψει δε της πληρότητας της κατά τα άνω αιτιολογίας, ουδόλως παραβιάστηκαν στην συγκεκριμένη περίπτωση από την προσβαλλομένη απόφαση οι διατάξεις του άρθρου 6 της Ευρωπαϊκής Συμβάσεως για την προάσπιση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των Θεμελιωδών Ελευθεριών (Ε.Σ.Δ.Α., που κυρώθηκε με το Ν.Δ. 53/1974), περί του δικαιώματος δικαστικής προστασίας του ως άνω κατηγορουμένου - εκκαλούντος και ήδη αναιρεσείοντος με δίκαιη δίκη, μη επερχόμενης εντεύθεν απόλυτης ακυρότητας κατά το άρθρο 171 παρ.1 στοιχ.

δ’ του Κ.Ποιν.Δικ., όπως αντικαταστάθηκε από το άρθρο 11 παρ.2 Ν. 3904/2010, τα δε αντίθετα υποστηριζόμενα από τον αναιρεσείοντα αυτόν Κ. Γ. είναι αβάσιμα. Κατ’ ακολουθίαν οι σχετικοί τρίτος και τέταρτος λόγοι της αιτήσεως αναιρέσεως του αναιρεσείοντος τούτου Κ. Γ. και τρίτος και πέμπτος λόγοι του δικογράφου των παραδεκτώς ασκηθέντων (ενόψει του ότι η κρινόμενη δήλωση αναιρέσεως περιέχει παραδεκτούς λόγους αναιρέσεως) προσθέτων λόγων αυτής, με τους οποίους προβάλλονται οι, εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ.

Δ’ και Ε’ του Κ.Ποιν.Δικ. πλημμέλειες της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και ελλείψεως νόμιμης βάσεως (εκ πλαγίου παραβάσεως), είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι. Η διαλαμβανόμενη στους τρίτο και τέταρτο λόγους του κυρίου δικογράφου της ως άνω αιτήσεως αναιρέσεως ειδικότερη αιτίαση, ότι το Δικαστήριο προέβη σε εκτίμηση και αξιολόγηση ορισμένων μόνο αποδεικτικών μέσων, παραλείποντας την αξιολογική συσχέτιση και συγκριτική στάθμιση όλων των αποδεικτικών μέσων, ήτοι όλων των μαρτυρικών καταθέσεων, που δόθηκαν σε πρώτο και δεύτερο βαθμό, είναι απαράδεκτη, αφού, κατά τα προεκτεθέντα, δεν συνιστά λόγο αναιρέσεως, δοθέντος ότι το Δικαστήριο δεν ήταν υποχρεωμένο, για την πληρότητα της αιτιολογίας, να προβεί σε αξιολογική συσχέτιση μεταξύ τούτων, ούτε εκ του ότι εξαίρονται ορισμένα συνάγεται ότι αποκλείστηκαν και δεν λήφθηκαν υπόψη τα λοιπά, εφόσον από το όλο περιεχόμενο της προσβαλλομένης αποφάσεως καθίσταται βέβαιο, ότι λήφθηκαν υπόψη και αξιολογήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα, όπως αναφέρονται κατ` είδος στην αρχή του αιτιολογικού της, οι περαιτέρω δε αιτιάσεις, ότι αγνόησε ή εσφαλμένα αξιολόγησε ορισμένα από αυτά είναι επίσης απαράδεκτες, καθόσον, με την, κατ` επίφαση, επίκληση, ως αναιρετικών λόγων, της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και της ελλείψεως νόμιμης βάσεως, πλήττεται η ανέλεγκτη περί τα πράγματα ουσιαστική κρίση του Δικαστηρίου.

Ακόμη, οι λοιπές αιτιάσεις, που αναφέρονται σε εσφαλμένη εκτίμηση των μαρτυρικών καταθέσεων, βάλλουν κατά της ανέλεγκτης ως προς τα πράγματα, κρίσεως του Δικαστηρίου της ουσίας και είναι, ομοίως, απαράδεκτες.

Κατά την διάταξη του άρθρου 171 παρ. 1 στοιχ. δ του Κ.Ποιν.Δικ., όπως αντικαταστάθηκε από το άρθρο 11 παρ. 2 του ν. 3904/2010, ακυρότητα που λαμβάνεται και αυτεπαγγέλτως υπόψη από το δικαστήριο σε κάθε στάδιο της διαδικασίας και στον Άρειο Πάγο ακόμη και ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α’ του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως προκαλείται και αν δεν τηρηθούν οι διατάξεις που καθορίζουν την υπεράσπιση του κατηγορουμένου και την άσκηση των δικαιωμάτων που του παρέχονται από το νόμο, την Ευρωπαϊκή Σύμβαση για την προάσπιση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των Θεμελιωδών Ελευθεριών και το Διεθνές Σύμφωνο για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα.

Τέτοια απόλυτη ακυρότητα προκαλείται αν, για την κρίση επί της ενοχής του κατηγορουμένου, ληφθεί υπόψη και συνεκτιμηθεί αποδεικτικό μέσο που έχει ληφθεί παράνομα. Στην τελευταία αυτή περίπτωση ιδρύεται και ο λόγος αναιρέσεως του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Η’ του Κ.Ποιν.Δικ. για υπέρβαση εξουσίας. Περαιτέρω, κατά μεν το άρθρο 1 παρ. 1 και 2 β’ του ν. 2713/1999 "Συνιστάται στο Υπουργείο Δημόσιας Τάξης αυτοτελής ειδική αστυνομική υπηρεσία, υπαγόμενη απευθείας στον Αρχηγό της Ελληνικής Αστυνομίας, η οποία ονομάζεται "Διεύθυνση Εσωτερικών Υποθέσεων και έχει έδρα το νομό Αττικής.

Παράρτημα της Υπηρεσίας αυτής λειτουργεί στη Βόρια Ελλάδα με έδρα το Νομό Θεσσαλονίκης και ονομάζεται "Υποδιεύθυνση Εσωτερικών Υποθέσεων Βόρειας Ελλάδας". "Η Υπηρεσία Εσωτερικών υποθέσεων έχει ως αποστολή τη διερεύνηση, εξιχνίαση και δίωξη σε όλη την επικράτεια: α)......... β) των εγκλημάτων των άρθρων 216 έως και 222, 235 έως και 246, 252 έως και 263Α, 323Α, 323Β, 324, 385 του Ποινικού Κώδικα, καθώς και των λοιπών εγκλημάτων που προβλέπονται στο άρθρο δεύτερο, τέταρτο και πέμπτο του ν. 3666/2008 (ΦΕΚ 105 Α`), που διαπράττουν ή συμμετέχουν σε αυτά υπάλληλοι και λειτουργοί του ευρύτερου δημόσιου τομέα, όπως αυτός καθορίστηκε με τις διατάξεις της παρ. 6 του άρθρου 1 του ν. 1256/1982 και επαναοριοθετήθηκε με τις διατάξεις του άρθρου 51 του ν. 1892/1990, καθώς και υπάλληλοι ή αξιωματούχοι της Ευρωπαϊκής Ένωσης ή Διεθνών Οργανισμών που δραστηριοποιούνται στην Ελληνική Επικράτεια", κατά δε το άρθρο 5 του ως άνω νόμου "Δεν είναι άδικη η πράξη αστυνομικού της Υπηρεσίας Εσωτερικών Υποθέσεων που, με εντολή του προϊσταμένου της και με σκοπό την ανακάλυψη ή τη σύλληψη προσώπου εμπλεκόμενου σε αξιόποινη πράξη από αυτές που αναφέρονται στο νόμο αυτόν, εμφανίζεται ως συμμέτοχος της πράξης.

Το ίδιο ισχύει και για οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο που με αυτόν το σκοπό ενεργεί ύστερα από πρόταση του προϊσταμένου της Υπηρεσίας. Και στις δύο περιπτώσεις απαιτείται η σύμφωνη γνώμη του κατά το άρθρο 3 εισαγγελικού λειτουργού", ενώ κατά το άρθρο 3 του αυτού νόμου "Η προανάκριση και η προκαταρκτική εξέταση που ενεργείται από την Διεύθυνση και Υποδιεύθυνση Εσωτερικών Υποθέσεων εποπτεύεται από τους εισαγγελείς εφετών Αθηνών και Θεσσαλονίκης, αντίστοιχα.

Η Εποπτεία αυτή ασκείται είτε από τους ίδιους, είτε διά των υφισταμένων τους εισαγγελέων ή αντεισαγγελέων εφετών και συνίσταται στο δικαίωμα να ενημερώνονται για όλες τις πληροφορίες ή καταγγελίες που περιέρχονται στις Υπηρεσίες αυτές, να λαμβάνουν γνώση όλων των υποθέσεων που χειρίζονται και να παρακολουθούν την πορεία τους, να δίδουν οδηγίες, να κατευθύνουν και να παρίστανται κατά τη διενέργεια των ανακριτικών πράξεων".

Από τις ανωτέρω διατάξεις και εκείνες του άρθρου 253 του Κ.Ποιν.Δικ., το οποίο προβλέπει τις προϋποθέσεις για την διενέργεια έρευνας, προσδιορίζεται η έννοια της "ανακριτικής διεισδύσεως", ήτοι της εμφανίσεως αστυνομικού της Υπηρεσίας Εσωτερικών Υποθέσεων, ή άλλου προσώπου, που με αυτόν τον σκοπό ενεργεί ύστερα από πρόταση του Προϊσταμένου της ανωτέρω υπηρεσίας, ως συμμέτοχου των ανωτέρω πράξεων, μεταξύ των οποίων και του εγκλήματος της ενεργητικής και παθητικής δωροδοκίας, η οποία (ανακριτική διείσδυση) πρέπει να γίνεται υπό την εποπτεία του αρμόδιου Εισαγγελέα και να περιορίζεται στις πράξεις, που είναι απολύτως αναγκαίες για την διακρίβωση των εγκλημάτων που προβλέπονται από το νόμο αυτό (2713/99), άλλως από την χρησιμοποίηση, ως αποδεικτικού μέσου, μαρτυρικής καταθέσεως προσώπου της υπηρεσίας αυτής ή άλλου προσώπου που με αυτόν τον σκοπό ενεργεί ύστερα από πρόταση του Προϊσταμένου της Υπηρεσίας, που δεν είναι νόμιμο αποδεικτικό μέσο, δημιουργείται απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας, κατά τα άρθρα 171 παρ. 1 δ’ , 510 παρ. 1 στοιχ.

Α’ του Κ.Ποιν.Δικ. και 6 παρ. 1 της Ε.Σ.Δ.Α., περί δίκαιης δίκης. Κατά την έννοια των προαναφερομένων διατάξεων, ανακριτική διείσδυση είναι η κεκαλυμμένη δράση ανακριτικών και αστυνομικών οργάνων που εμφανίζονται ως πολίτες, ή άλλων προσώπων, που με αυτόν τον σκοπό ενεργούν, ύστερα από πρόταση του Προϊσταμένου της υπηρεσίας και δρουν ως "agents provocateurs", ήτοι ηθικοί αυτουργοί ή συμμέτοχοι τελέσεως εγκληματικών πράξεων, αιρουμένου του αδίκου χαρακτήρα των πράξεων αυτών, εφόσον γίνονται με εντολή του Προϊσταμένου της υπηρεσίας.

Η ύπαρξη "agents provocateurs", δεν επηρεάζει, κατ’ αρχήν, την ευθύνη του αυτουργού αλλά είναι δυνατόν, υπό τις περιστάσεις της συγκεκριμένης περιπτώσεως, να κριθεί, ότι ο αυτουργός χωρίς την παραπλανητική συμπεριφορά των αστυνομικών ή των άλλων προσώπων που ενεργούν με αυτόν τον σκοπό ύστερα από πρόταση του Προϊσταμένου της υπηρεσίας, δεν θα τελούσε την πράξη.

Επομένως, οι πράξεις των αστυνομικών υπαλλήλων ή των άλλων, κατά τα ανωτέρω, προσώπων πρέπει να μην υπερβαίνουν τα όρια της επιτρεπόμενης κεκαλυμμένης δράσεώς τους, υπό την έννοια ότι οι πράξεις τους πρέπει να είναι απολύτως αναγκαίες για την διακρίβωση των εγκλημάτων, την τέλεση των οποίων ο δράστης είχε προαποφασίσει και θα τελούσε και χωρίς την αστυνομική διείσδυση, ήτοι να μην είναι εκείνοι, οι οποίοι αποκλειστικά παρότρυναν τον κατηγορούμενο να τελέσει την αξιόποινη πράξη, διότι τότε πρόκειται για υφαρπαγή ενοχής.

Διαφορετικά, επέρχεται, όπως προαναφέρθηκε, παραβίαση της αρχής της δίκαιης δίκης και ειδικότερα της τηρήσεως μιας δίκαιης διαδικασίας, που απαιτεί το άρθρο 6 της Ε.Σ.Δ.Α. Σε περίπτωση που οι ανωτέρω πράξεις δεν έγιναν με τις προϋποθέσεις που διαγράφονται στον ανωτέρω νόμο, καθίστανται άκυρες και, έτσι, τα εξ αυτών συλλεγέντα στοιχεία δεν επιτρέπεται να χρησιμοποιηθούν ενώπιον του δικαστηρίου, αλλιώς προκαλείται απόλυτη ακυρότητα, κατά τα ανωτέρω.

Όταν, όμως, αποδεικνύεται ότι η αξιόποινη πράξη είχε προαποφασισθεί από τους δράστες και θα είχε διαπραχθεί ακόµη και εάν δεν είχε μεσολαβήσει η επέµβαση και διείσδυση των αστυνομικών οργάνων, οι τελευταίοι δεν θεωρούνται "agents provocateurs" και δεν είναι αναγκαία η τήρηση των ως άνω διατυπώσεων (σύμφωνη γνώμη του αρμοδίου εισαγγελικού λειτουργού).

Επομένως, στην περίπτωση αυτή, οι μαρτυρικές καταθέσεις των μαρτύρων αστυνομικών, που ενέργησαν τη διείσδυση, είναι νόμιμα αποδεικτικά μέσα και παραδεκτώς λαμβάνονται υπόψη (Α.Π. 205/2015, Α.Π. 1122/2014, Α.Π. 498/2013).

Στην προκειμένη περίπτωση με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως του αναιρεσείοντος Χ. Σ., τον μόνο πρόσθετο λόγο αναιρέσεως του αναιρεσείοντος Α. Π., και τον δεύτερο λόγο, κατά το πρώτο και δεύτερο σκέλη του, της αναιρέσεως του Κ. Γ., αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια της απόλυτης ακυρότητας της διαδικασίας στο ακροατήριο από την χρησιμοποίηση και συνεκτίμηση από το Δικαστήριο της ουσίας της καταθέσεως του αστυνομικού Γ.

Μ. και την αξιοποίηση συναφών αποδεικτικών στοιχείων (προσημείωση χαρτονομισμάτων), που στηρίχθηκε στην πράξη της αστυνομικής διεισδύσεως, καθόσον, σύμφωνα με τις σχετικές αναιρετικές αιτιάσεις, ο ως άνω μάρτυς, ενήργησε ως "agent provocateur" χωρίς την σύμφωνη γνώμη του αρμοδίου εισαγγελικού λειτουργού, κατά παράβαση της διατάξεως του άρθρου 5 του ν. 2713/1999, προσέτι δε δεν περιορίστηκε στις πράξεις που ήταν απολύτως αναγκαίες για την διακρίβωση των εγκλημάτων που προβλέπονται στον ως άνω νόμο, ενόψει του ότι δεν ήταν απλώς παρών, αλλά παρουσιάστηκε στον πρώτο κατηγορούμενο (εξαπατώντας τον) ως δήθεν πατριός του μηνυτή Κ.

Τ. και έδωσε ο ίδιος το χρηματικό ποσό των 400 ευρώ, για την φερόμενη ως δωροδοκία των εξεταστών οδηγήσεως, αναφέροντας μάλιστα ότι το εν λόγω ποσό δεν αποτελούσε μέρος της αμοιβής του (πρώτου κατηγορουμένου) για την παρασχεθείσα εκπαίδευση, αλλά χρήματα που θα έπρεπε αυτός να δώσει στους εξεταστές για λογαριασμό του μηνυτή, με συνέπεια να παραβιαστεί η αρχή της δίκαιης δίκης του άρθρου 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ.

Κατά τις παραδοχές όμως της προσβαλλομένης αποφάσεως ο πρώτος κατηγορούμενος, με δική του πρωτοβουλία, ζήτησε, από τον μηνυτή, κατά τις πρωινές ώρες της 25.7.2008 το ποσό των 400 ευρώ, λέγοντάς του ότι το ποσό αυτό θα το έδινε στους εξεταστές πρακτικής οδηγήσεως αυτοκινήτου και δίκυκλης μοτοσυκλέτας για να τον κρίνουν οπωσδήποτε επιτυχόντα στις αντίστοιχες εξετάσεις, γεγονός που ο τελευταίος (μηνυτής) κατήγγειλε περί ώρα 13:00 της ίδιας ημέρας στην Διεύθυνση Εσωτερικών Υποθέσεων.

Από το γεγονός αυτό προκύπτει ότι η αξιόποινη πράξη της ενεργητικής δωροδοκίας είχε προαποφασιστεί από τον πρώτο κατηγορούμενο και θα είχε διαπραχθεί ακόμη και αν δεν είχε μεσολαβήσει η επέμβαση και η διείσδυση των αστυνομικών οργάνων. Κατά τις αυτές παραδοχές, η, κατά τις 31.7.2008, εμφάνιση του αστυνομικού Γ.

Μ. στον πρώτο κατηγορούμενο ως πατριού του μηνυτή, καθώς επίσης και το γεγονός ότι, αφού τον ρώτησε (πρώτο κατηγορούμενο) για την κατάληξη των χρημάτων που είχε ζητήσει από το μηνυτή και αν ο τελευταίος είχε εξοφλήσει τα παράβολα και τα δίδακτρα των παραδοθέντων μαθημάτων και μετά την διαβεβαίωση του πρώτου κατηγορουμένου ότι ο μηνυτής έχει εξοφλήσει ολοσχερώς αυτόν, τόσο για την αμοιβή του, όσο και για τα παράβολα και ότι το ποσό των 400 ευρώ προοριζόταν για "λάδωμα" των εξεταστών, για να επιτύχει ο μηνυτής στις εξετάσεις σίγουρα, έδωσε σ’ αυτόν τα προσημειωμένα χαρτονομίσματα των 400 ευρώ, δεν προκάλεσαν στον πρώτο κατηγορούμενο την απόφαση να τελέσει την προαναφερόμενη αξιόποινη πράξη, την τέλεση της οποίας, αυτός είχε, κατά τα προεκτεθέντα, προαποφασίσει από τις 25.7.2008 και, συνεπώς, δεν υπήρξε προσχεδιασμός ενοχοποιήσεώς του.

Ειδικότερα, κατά την οικεία παραδοχή, από την προεκτεθείσα συμπεριφορά του αστυνομικού Γ. Μ., προκύπτει ότι αυτός περιορίστηκε στις απολύτως αναγκαίες για την διακρίβωση του ως άνω εγκλήματος πράξεις, δίδοντας στον πρώτο κατηγορούμενο το αιτηθέν από αυτόν από το μηνυτή ποσό και ρωτώντας αυτόν σχετικώς με την κατάληξη των χρημάτων, χωρίς να τον προτρέψει ή να τον παρακινήσει ο ίδιος να χρησιμοποιήσει το ως άνω χρηματικό ποσό για την δωροδοκία των εξεταστών ή να του υποδείξει οτιδήποτε σχετικό, όπως αβασίμως υποστηρίζεται από τους αναιρεσείοντες και, συνεπώς, δεν είναι αυτός που παρότρυνε αποκλειστικά τον πρώτο κατηγορούμενο να τελέσει την αξιόποινη πράξη, την οποία αυτός είχε, κατά τα παραπάνω, προαποφασίσει.

Έτσι, με βάση τις ως άνω παραδοχές, ο Γ. Μ. δεν ενήργησε, κατ’ εντολή της Υπηρεσίας Εσωτερικών Υποθέσεων, ως "agent provocateur", γι’ αυτό και δεν χρειαζόταν σύμφωνη γνώμη του αρμοδίου εισαγγελέα για την παραπάνω περιγραφόμενη ενέργεια και στάση του. Επομένως, στην συγκεκριμένη περίπτωση, δεν έλαβε χώρα ανακριτική διείσδυση, κατά την εκτεθείσα στην προηγηθείσα νομική σκέψη έννοια, του ανωτέρω αστυνομικού υπαλλήλου, αφού, μάλιστα, κατά τις ανέλεγκτες παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως, οι ενέργειες και η στάση του προαναφερθέντος αστυνομικού υπαλλήλου ήταν οι ανωτέρω περιγραφόμενες.

Κατά συνέπειαν, εφόσον δεν υπήρξε ανακριτική διείσδυση, που να υπερβαίνει, μάλιστα, τις αναγκαίες ενέργειες προς διακρίβωση του παραπάνω εγκλήματος, ενώ, σε κάθε περίπτωση, οι παραπάνω εκτεθείσες πράξεις του αστυνομικού Γ. Μ. δεν προκάλεσαν στον πρώτο κατηγορούμενο την απόφαση να τελέσει την αξιόποινη πράξη, για την οποία καταδικάστηκε, ούτε ο ως άνω αστυνομικός ενήργησε ως "agent provocateur", εκ της λήψεως υπόψη από το Δικαστήριο της ουσίας της μαρτυρικής καταθέσεως του τελευταίου και της αξιοποιήσεως των συναφών αποδεικτικών στοιχείων (προσημειωμένων χαρτονομισμάτων) η οποία, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, είναι νόμιμο αποδεικτικό μέσο, δεν προκλήθηκε η επικαλούμενη από τους αναιρεσείοντες απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο.

Συνεπώς, οι συναφείς, πρώτος λόγος της αναιρέσεως του Χ. Σ., μοναδικός λόγος του δικογράφου των προσθέτων λόγων του αναιρεσείοντος Α. Π., και ο δεύτερος λόγος, κατά το πρώτο και δεύτερο σκέλη του, της αναιρέσεως του Κ. Γ., όλοι από τα άρθρα 510 παρ. 1 στοιχ. Α’ του Κ.Ποιν.Δικ. και 6 παρ. 1 της Ε.Σ.Δ.Α. περί δίκαιης δίκης, με τους οποίους πλήττεται η προσβαλλομένη απόφαση για απόλυτη ακυρότητα και επιπλέον ο δεύτερος, κατά τα προεκτεθέντα σκέλη του, λόγος αναιρέσεως του Κ.

Γ. από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Η’ του Κ.Ποιν.Δικ. περί υπερβάσεως εξουσίας, καθώς επίσης και ο, συναφής με τους τρίτο και τέταρτο λόγους της αναιρέσεως του αναιρεσείοντος Κ. Γ., δεύτερος πρόσθετος, κατά το τέταρτο σκέλος του, λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο προβάλλεται και έλλειψη αιτιολογίας από την αξιολόγηση αποδεικτικού υλικού, χωρίς να έχουν τηρηθεί οι ως άνω διατυπώσεις, είναι αβάσιμοι και πρέπει να απορριφθούν.

Οι περαιτέρω αιτιάσεις των αναιρεσειόντων, ότι ο αστυνομικός Γ. Μ., κατά την εκ μέρους του παράδοση των χρημάτων στον πρώτο κατηγορούμενο, είπε σ’ αυτόν ότι το εν λόγω ποσό δεν αποτελούσε μέρος της αμοιβής του (πρώτου κατηγορουμένου) για την παρασχεθείσα στον μηνυτή εκπαίδευση, αλλά χρήματα που θα έπρεπε αυτός να δώσει στους εξεταστές για λογαριασμό του μηνυτή, είναι απαράδεκτοι, καθόσον, υπό την επίφαση της ως άνω πλημμελειών, πλήττεται απαραδέκτως η περί τα πράγματα ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας.

Κατά την διάταξη του άρθρου 211 εδάφ. α’ του Κ.Ποιν.Δικ., "με ποινή ακυρότητας της διαδικασίας, δεν εξετάζονται ως μάρτυρες στο ακροατήριο: α) όσοι άσκησαν εισαγγελικά ή ανακριτικά καθήκοντα ή έργα γραμματέα της ανάκρισης στην ίδια υπόθεση ...". Από την διάταξη αυτή προκύπτει ότι, άσκηση ανακριτικών καθηκόντων νοείται η ενέργεια οποιασδήποτε ανακριτικής ή προανακριτικής πράξεως, από τακτικό ή ειδικό ανακριτή ή γενικό ή ειδικό προανακριτικό υπάλληλο, κατά την διάρκεια της ανακρίσεως ή προανακρίσεως και όχι η ενέργεια οποιουδήποτε υπαλλήλου, που δεν είναι ειδικός προανακριτικός υπάλληλος, στα πλαίσια ένορκης ή μη διοικητικής εξετάσεως.

Ο λόγος δε της εξαιρέσεως των προσώπων αυτών που άσκησαν ανακριτικά ή προανακριτικά καθήκοντα στηρίζεται στην προκατάληψη, την οποία θεωρεί ο νομοθέτης ότι μπορεί να έχουν υπέρ ή κατά του κατηγορουμένου, ως εκ της ασκήσεως των καθηκόντων τους (Ολ.Α.Π. 4/2008). Στην προκειμένη περίπτωση από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεως προκύπτει ότι, ενώπιον του δευτεροβαθμίου Δικαστηρίου, κατά την έναρξη της αποδεικτικής διαδικασίας και πριν από την εξέταση των μαρτύρων, ο συνήγορος υπερασπίσεως του τρίτου κατηγορουμένου - τρίτου αναιρεσείοντος Κ.

Γ., συμπορευόμενος με τον συνήγορο υπερασπίσεως του δευτέρου κατηγορουμένου - αναιρεσείοντος Α. Π., ζήτησε να αναβληθεί η συζήτηση της υποθέσεως, προκειμένου να προσέλθει ο μάρτυρας κατηγορίας Γ. Μ., ο οποίος, κατά την εκφώνηση των ονομάτων των μαρτύρων, ήταν απών (βλ. σελ. 2 και 15 της προσβαλλομένης αποφάσεως).

Ακολούθως, η Εισαγγελέας πρότεινε να διακοπεί η συζήτηση της υποθέσεως, προκειμένου να κλητευθεί και να εμφανιστεί ο ως άνω μάρτυρας κατηγορίας. Ο συνήγορος υπερασπίσεως του πρώτου κατηγορουμένου - αναιρεσείοντος Χ. Σ. ζήτησε να μην ληφθεί υπόψη η κατάθεση του εν λόγω μάρτυρα, γιατί είναι εξαιρετέος, κατά την διάταξη του άρθρου 211 εδ.

α’ του Κ.Ποιν.Δικ., ενώ, περαιτέρω, ο, κατά τα ανωτέρω, υποβαλών το αίτημα αναβολής, προκειμένου να κληθεί και εξεταστεί ως μάρτυρας ο αστυνομικός Γ. Μ., συνήγορος υπερασπίσεως του τρίτου κατηγορουμένου - αναιρεσείοντος, αφού ζήτησε και έλαβε τον λόγο, δήλωσε ότι, αν προσέλθει ο μάρτυρας Γ. Μ. "θέτει θέμα νομιμότητας της εξετάσεώς του", για τον λόγο ότι δεν είναι εξεταστέος μάρτυρας, κατά την διάταξη του άρθρου 211 εδ.

α’ του Κ.Ποιν.Δικ. (βλ. σελ. 19 της προσβαλλομένης αποφάσεως). Το ως άνω αίτημα για την μη εξέταση του ως άνω μάρτυρος απορρίφθηκε με την προσβαλλομένη απόφαση με την, επί λέξει, αιτιολογία "...ο αστυνομικός Γ. Μ. δεν ενήργησε στην επίδικη υπόθεση ως ανακριτικός ή προανακριτικός υπάλληλος και ουδέν ανακριτικό καθήκον άσκησε με την ιδιότητα αυτή.

Επομένως, παραμένει απλός αστυνομικός υπάλληλος και ως εκ τούτου δεν εμπίπτει στην κατηγορία του άρθρου 33 παρ. 1 περ. γ’ του Κ.Ποιν.Δικ. και μπορεί να εξεταστεί ως μάρτυρας.......... Περαιτέρω, η εξέταση του αστυνομικού αυτού ως μάρτυρα στο ακροατήριο του Δικαστηρίου αυτού κρίνεται απαραίτητη, καθόσον αυτός ήταν παρών κατά τον χρόνο τέλεσης των αδικημάτων που αποδίδονται στους κατηγορουμένους.......".

Ακολούθως, διέκοψε την συζήτηση για την δικάσιμο της 3.12.2015, προκειμένου να κλητευθεί και να προσέλθει ο παραπάνω για να εξεταστεί ως μάρτυρας (βλ. σελ. 20 της προσβαλλομένης αποφάσεως). Κατά την ορισθείσα δικάσιμο ο ως άνω μάρτυρας ήταν παρών, η εκδίκαση όμως της υποθέσεως διεκόπη, λόγω αποχής των συνηγόρων υπερασπίσεως των κατηγορουμένων, για την δικάσιμο της 21.1.2016, κατά την οποία ο ως άνω μάρτυρας δεν εμφανίστηκε (βλ.

σελ. 22 και 23 της προσβαλλομένης αποφάσεως). Ακολούθως, το δικαστήριο, απέρριψε την προβληθείσα από τον πρώτο κατηγορούμενο - αναιρεσείοντα ένσταση ακυρότητας των προανακριτικών καταθέσεων του ως άνω μάρτυρα και μετά την ολοκλήρωση της εξετάσεως των μαρτύρων κατηγορίας, κατά την ανάγνωση των αναγνωστέων εγγράφων, (το Δικαστήριο) ανέγνωσε τις δοθείσες, κατά την προδικασία, δύο (2) εκθέσεις ένορκης εξετάσεως του ως άνω μάρτυρα (βλ.

σελ.24 και 46 της προσβαλλομένης αποφάσεως). Με τον δεύτερο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως του πρώτου αναιρεσείοντος Χ. Σ. και τον δεύτερο λόγο, κατά το τρίτο μέρος του, του κυρίου δικογράφου του τρίτου αναιρεσείοντος Κ. Γ. προβάλλεται η αναιρετική πλημμέλεια ότι επήλθε σχετική ακυρότητα που έλαβε χώρα κατά την διαδικασία στο ακροατήριο, κατ’ άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ.

Β’ του Κ.Ποιν.Δικ., η οποία δεν καλύφθηκε, σύμφωνα με τα άρθρα 173 και 174 του Κ.Ποιν.Δικ., διότι, παρά το γεγονός, ότι ο μάρτυρας αυτός περιλαμβάνεται στην απαγόρευση του άρθρου 211 εδ. α’ του Κ.Ποιν.Δικ., αφού είχε ασκήσει ανακριτικά καθήκοντα στην ίδια υπόθεση και συγκεκριμένα προανακριτικές πράξεις (συγκεκαλυμμένη έρευνα δια ψευδούς παραστάσεως δήθεν συμμετόχου), το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο απέρριψε τις σχετικές ενστάσεις τους και έλαβε υπόψη του τις ένορκες καταθέσεις του μάρτυρα αυτού.

Η αιτίαση όμως αυτή είναι αβάσιμη, αφού, σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 211 εδ. α’ του Κ.Ποιν.Δικ., ο ανωτέρω μάρτυρας, ο οποίος, όπως έχει εκτεθεί ήδη, κατά την έρευνα των αμέσως παραπάνω αναιρετικών λόγων, δεν ενήργησε ως "agent provocateur", δεν ενήργησε, συνεπώς, ως ανακριτικός ή προανακριτικός υπάλληλος και ουδέν ανακριτικό ή προανακριτικό καθήκον άσκησε, συνακολούθως δε δεν απαγορεύεται να εξεταστεί ως μάρτυρας - απλός αστυνομικός υπάλληλος-, το δε Δικαστήριο της ουσίας δεν έσφαλε με το να απορρίψει τους σχετικούς ισχυρισμούς των ως άνω κατηγορουμένων - αναιρεσειόντων.

Επομένως οι προεκτεθείσες αιτιάσεις, με τις οποίες υποστηρίζονται τα αντίθετα, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμες. Σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 352 και 353 του Κ.Ποιν.Δικ, παρέχεται και στον κατηγορούμενο το δικαίωμα να ζητήσει αναβολή της δίκης για κρείσσονες αποδείξεις, εναπόκειται όμως στην κυριαρχική κρίση του δικαστηρίου να διατάξει την εν λόγω αναβολή, αν κρίνει ότι οι αποδείξεις αυτές είναι αναγκαίες για να μορφώσει την κατά το άρθρο 177 του ίδιου Κώδικα δικανική του πεποίθηση.

Εξ άλλου, κατά την διάταξη του άρθρου 510 παρ.1 στοιχ. Β’ του Κ.Ποιν.Δικ. λόγος αναιρέσεως της αποφάσεως είναι και η έλλειψη ακροάσεως κατά το άρθρο 170 παρ. 2 του ιδίου Κώδικα, η οποία επιφέρει σχετική ακυρότητα της διαδικασίας. Η ακυρότητα αυτή επέρχεται κατά την διάταξη του άρθρου 170 παρ. 2 στοιχ. α’ του Κ.Ποιν.Δικ.

στην περίπτωση που ο κατηγορούμενος ή ο συνήγορός του ζήτησαν να ασκήσουν δικαίωμα που ρητά τους παρέχεται από το νόμο και το δικαστήριο τους το αρνήθηκε ή παρέλειψε να αποφανθεί για το σχετικό αίτημα. Τέτοιο δικαίωμα αποτελεί και εκείνο του κατηγορουμένου, όταν σύμφωνα με το άρθρο 352 του Κ.Ποιν.Δικ. υποβάλλει αίτημα αναβολής της δίκης, προκειμένου να κληθούν και εξετασθούν μάρτυρες στο ακροατήριο ή να προσκομισθούν άλλες νέες αποδείξεις.

Με τον πρώτο λόγο του κυρίου δικογράφου ο δεύτερος αναιρεσείων προβάλει την αιτίαση ότι καίτοι ο συνήγορος υπερασπίσεώς του υπέβαλε αίτημα αναβολής, προκειμένου να κληθεί και εμφανιστεί στο δικαστήριο ο απών, κατά την εκφώνηση των ονομάτων των μαρτύρων, μάρτυρας κατηγορίας Γ. Μ., ο οποίος, ενώ είχε κληθεί, δεν προσήλθε και του οποίου η εμφάνιση και η εξέταση ήταν απαραίτητη για την υπεράσπισή του και την διαλεύκανση της υποθέσεως, το δικαστήριο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δεν απεφάνθη επί του αιτήματος αυτού.

Όπως προκύπτει από τα πρακτικά της προσβαλλομένης αποφάσεως, τα οποία δεν έχουν προσβληθεί για πλαστότητα, ούτε έχουν διορθωθεί κατά τούτο και έχει εκτεθεί ήδη παραπάνω, κατά την διερεύνηση του αμέσως παραπάνω αναιρετικού λόγου, το Δικαστήριο της ουσίας δεν παρέλειψε να αποφανθεί επί του εν λόγω αιτήματος, αντίθετα το έλαβε υπόψη του και δεχόμενο τούτο ως και κατ’ ουσίαν βάσιμο, διέκοψε για τον λόγο αυτό την εκδίκαση της υποθέσεως και διέταξε την κλήτευση του απολιπομένου μάρτυρος, αφού, κατά τα προεκτεθέντα, έκρινε απαραίτητη την μαρτυρία του.

Συνεπώς, ο, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Β’ του Κ.Ποιν.Δικ. σε συνδυασμό και προς το άρθρο 171 παρ. 1 δ’ του ίδιου Κώδικα, πρώτος λόγος του κυρίου δικογράφου της αναιρέσεως του δευτέρου αναιρεσείοντος Α. Π., περί ελλείψεως ακροάσεως, είναι αβάσιμος και απορριπτέος.

Περαιτέρω, με τον δεύτερο λόγο του κυρίου δικογράφου της αναιρέσεώς του ο δεύτερος αναιρεσείων Α. Π., αιτιάται την προσβαλλομένη απόφαση για σχετική ακυρότητα που συνέβη κατά την διαδικασία στο ακροατήριο, ως εκ του ότι το Δικαστήριο της ουσίας προέβη στην εξέταση του μηνυτή Κ. Τ., παρά το γεγονός ότι και αυτός ετύγχανε εξαιρετέος μάρτυρας, κατά την διάταξη του άρθρου 211 εδ. α’ του Κ.Ποιν.Δικ., αφού και αυτός είχε ασκήσει ανακριτικά καθήκοντα στην ίδια υπόθεση. Επίσης, με τον τέταρτο πρόσθετο λόγο ο αναιρεσείων Κ. Γ. μέμφεται και αυτός την προσβαλλομένη απόφαση για τον ίδιο λόγο και προβάλλει ότι επήλθε απόλυτη, άλλως σχετική ακυρότητα. Οι αιτιάσεις όμως αυτές είναι αβάσιμες, αφού ο εν λόγω μάρτυρας δεν ενεργούσε, εν προκειμένω, ως ιδιώτης, συνεργαζόμενος με τις αρχές, με πρωτοβουλία της Υπηρεσίας Εσωτερικών Υποθέσεων, αλλά ως παθών, του οποίου θίγεται έννομο συμφέρον (Α.Π. 205/2015) και, συνεπώς, η, κατά τις προεκτεθείσες ανέλεγκτες παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως, περιγραφείσα συμμετοχή του στην ένδικη υπόθεση δεν εμπίπτει στην διάταξη του άρθρου 5 παρ. 1 του ν. 2713/1999. Επομένως, οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Β’ του Κ.Ποιν.Δικ. περί σχετικής ακυρότητας (για τον δεύτερο αναιρεσείοντα) και 510 παρ. 1 στοιχ. Α’ και Β’ του Κ.Ποιν.Δικ. περί απόλυτης, άλλως σχετικής ακυρότητας (για τον τρίτο αναιρεσείοντα) είναι αβάσιμοι και πρέπει να απορριφθούν.

Εξ άλλου, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση απερρίφθη η υποβληθείσα από τον συνήγορο του τρίτου αναιρεσείοντος ένσταση εκ του άρθρου 211 του Κ.Ποιν.Δικ. σχετικώς με την εξέταση του μάρτυρος Κ. Τ., με την ακόλουθη αιτιολογία "Από τα έγγραφα της δικογραφίας δεν προέκυψε ότι ο Κ. Τ., στα πλαίσια παράνομης διείσδυσης κατά την προανάκριση, συμμετείχε καθ’ οιονδήποτε τρόπο, ως ιδιώτης ή ως προανακριτικός υπάλληλος στην τέλεση των άδικων πράξεων που αποδίδονται στους κατηγορουμένους, ούτε ότι αυτός ενήργησε ως agent provocateur, προκαλώντας με δική του πρωτοβουλία την απόφαση των κατηγορουμένων να τελέσουν τις παραπάνω πράξεις.

Αντίθετα προέκυψε, ότι, όταν ο πρώτος κατηγορούμενος του ζήτησε το ποσό των 400 ευρώ, προκειμένου να δωροδοκήσει τους υπαλλήλους - εξεταστές, αυτός κατήγγειλε άμεσα το γεγονός αυτό στην Διεύθυνση Εσωτερικών Υποθέσεων. Εν όψει των παραπάνω, ο ισχυρισμός του τρίτου κατηγορουμένου, με τον οποίο συντάχθηκε και ο δεύτερος περί του ότι ο Κ.

Τ. είναι εξαιρετέος μάρτυρας και το Δικαστήριο τούτο δεν πρέπει να λάβει υπόψη του την ενώπιον του ακροατηρίου κατάθεση αυτού, κατ’ άρθρο 211 του Κ.Ποιν.Δικ. είναι αβάσιμος και απορριπτέος"(βλ. σελ. 36 έως 39 της προσβαλλομένης αποφάσεως). Η αιτιολογία αυτή είναι ειδική και εμπεριστατωμένη και συνεπώς ο συναφής τέταρτος πρόσθετος λόγος αναιρέσεως, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ.

Δ’ του Κ.Ποιν.Δικ., με τον οποίο ο αναιρεσείων Κ. Γ. ισχυρίζεται τα αντίθετα, κρίνεται αβάσιμος και απορριπτέος.

Από την διάταξη του άρθρου 365 παρ. 1 του Κ.Ποιν.Δικ. προκύπτει, ότι καμία ακυρότητα δεν δημιουργείται αν το δικαστήριο αυτεπαγγέλτως ή ύστερα από αίτηση αναγνώσει στο ακροατήριο κατάθεση μάρτυρα που λήφθηκε κατά την προδικασία, και αν ακόμη δεν βεβαιώσει στην απόφασή του ότι συνέτρεξε νόμιμη προς τούτο περίπτωση (αδυναμία εμφανίσεως του μάρτυρα κ.λ.π.), εφόσον δεν εναντιώθηκε ο κατηγορούμενος.

Η λήψη υπόψη τέτοιας καταθέσεως από το δικαστήριο παραβιάζει το παρεχόμενο από τα άρθρα 333 παρ. 2 του Κ.Ποιν.Δικ. και 6 παρ. 3 στοιχ. Δ’ της Ε.Σ.Δ.Α. δικαίωμα του κατηγορουμένου να υποβάλει ερωτήσεις στον μάρτυρα και ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 Α’ του Κ.Ποιν.Δικ. λόγο αναιρέσεως, μόνο υπό την προϋπόθεση ότι η κατάθεση αναγνώσθηκε και λήφθηκε υπόψη παρά την εναντίωση του κατηγορουμένου.

Περαιτέρω, η παράλειψη αναφοράς στην απόφαση της συνδρομής νόμιμης προϋποθέσεως για την ανάγνωση μίας τέτοιας καταθέσεως δεν συνιστά έλλειψη αιτιολογίας (Α.Π. 910/2015, Α.Π. 411/14, Α.Π. 815/13). Στην προκειμένη περίπτωση, από την παραδεκτή, για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, επισκόπηση των πρακτικών της προσβαλλομένης αποφάσεως, τα οποία δεν έχουν προσβληθεί για πλαστότητα, ούτε έχουν διορθωθεί κατά τούτο, προκύπτει ότι, μετά την απόρριψη των υποβληθεισών ως άνω ενστάσεων που αφορούσαν στον μάρτυρα αστυνομικό Γ.

Μ. [α) εκ του άρθρου 5 του ν. 2713/1999 σε συνδυασμό με άρθρο 253 του Κ.Ποιν.Δικ. και β) εκ του άρθρου 211 α’ του Κ.Ποιν.Δικ.] και την, κατά παραδοχή υποβληθέντος σχετικού αιτήματος, διακοπή της συζητήσεως της υποθέσεως, προκειμένου να κλητευθεί αυτός και να προσέλθει για να εξεταστεί ως μάρτυρας, για την δικάσιμο της 3.12.2015, την εμφάνιση του εν λόγω μάρτυρα κατά την ως άνω δικάσιμο, την, λόγω της αποχής των συνηγόρων υπερασπίσεως των κατηγορουμένων, διακοπή της συζητήσεως της υποθέσεως για την δικάσιμο της 21.1.2016 και την μη εμφάνιση του μάρτυρος αυτού κατ’ αυτήν, το δικάσαν δικαστήριο, κατά το διαδικαστικό στάδιο της αναγνώσεως των αναγνωστέων εγγράφων, ανέγνωσε τις δοθείσες, κατά την προδικασία, δύο (2) εκθέσεις ένορκης εξετάσεως του μάρτυρα αυτού, χωρίς σχετική εναντίωση του τρίτου αναιρεσείοντος ή του συνηγόρου του - κατά το ενδιαφέρον, εν προκειμένω, διαδικαστικό σημείο της αναγνώσεως των αναγνωστέων εγγράφων (βλ.

σελ. 45 και επ. της προσβαλλομένης αποφάσεως).

Συνεπώς, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος ο πρώτος λόγος του κυρίου δικογράφου της αιτήσεως αναιρέσεως του τρίτου αναιρεσείοντος Κ. Γ., με τον οποίο ο αναιρεσείων αυτός διατείνεται ότι επήλθε απόλυτη, άλλως σχετική ακυρότητα της διαδικασίας, γιατί απαραδέκτως αναγνώστηκαν οι ως άνω αναφερόμενες δοθείσες, κατά την προδικασία, δύο (2) εκθέσεις ένορκης εξετάσεως του μάρτυρα Γ. Μ.. Η παράλειψη αναφοράς στην απόφαση της συνδρομής νόμιμης προϋποθέσεως για την ανάγνωση των ως άνω καταθέσεων δεν συνιστά, σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν, έλλειψη αιτιολογίας και, συνεπώς, ο ταυτοσήμως με τον πρώτο λόγο, κατά το δεύτερο μέρος του, του κυρίου δικογράφου της αιτήσεως αναιρέσεως του τρίτου αναιρεσείοντος Κ. Γ., από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ’ του Κ.Ποιν.Δικ., με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλομένη απόφαση για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, είναι αβάσιμος και απορριπτέος.

Κατά την διάταξη του άρθρου 105 του Κ.Ποιν.Δικ., όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή της με το άρθρο 2 του ν. 2408/1996, "όταν ενεργείται προανάκριση σύμφωνα με το άρθρο 243 παρ. 2, η εξέταση γίνεται όπως ορίζεται στις διατάξεις των άρθρων 273 και 274 και εκείνος που εξετάζεται έχει τα δικαιώματα που αναφέρονται στα άρθρα 103 και 104.

Η κατά παράβαση του παρόντος άρθρου εξέταση είναι άκυρη και δεν λαμβάνεται υπόψη. Κατά τα άλλα εφαρμόζεται το δεύτερο εδάφιο της παρ. 2 του άρθρου 31". Στο δεύτερο αυτό εδάφιο της παρ. 2 του άρθρου 31 του Κ.Ποιν.Δικ., που αναφέρεται στην προκαταρκτική εξέταση (όπως ίσχυε πριν αντικατασταθεί από το άρθρο 2 παρ. 1 του ν. 3160/2003) οριζόταν ότι "αν όμως έγινε έγγραφη εξέταση του υπόπτου, η εξέταση αυτή δε μπορεί να αποτελέσει μέρος της δικογραφίας, αλλά παραμένει στο αρχείο της Εισαγγελίας".

Με την αντικατάσταση αυτή του άρθρου 105 του Κ.Ποιν.Δικ. με τον παραπάνω ν. 2408/1996 σκοπήθηκε, όπως από την εισηγητική έκθεση του νόμου αυτού προκύπτει, να τερματισθεί το απαράδεκτο καθεστώς της παραβιάσεως των δικαιωμάτων του κατηγορουμένου στην διάρκεια της αυτεπάγγελτης (αστυνομικής) προανακρίσεως, που συνίσταται κυρίως στην απαγόρευση της επικοινωνίας του με συνήγορο πριν από την εξέτασή του ως "μάρτυρα", γεγονός που θάλπει, κατά την κοινή πείρα, την πρακτική αυθαίρετων προσβολών της ανθρώπινης αξιοπρέπειας και δημιουργεί αρνητική προδιάθεση σε βάρος των αστυνομικών οργάνων.

Έτσι, με την πρώτη παράγραφο του άρθρου αυτού καθίσταται πλέον υποχρεωτικό εκείνος που έχει συλληφθεί ως δράστης ή σε βάρος του οποίου υπάρχουν υπόνοιες ότι ενέχεται στην πράξη για την οποία διεξάγεται προανάκριση χωρίς προηγούμενη εισαγγελική παραγγελία, να εξετάζεται σύμφωνα με ό,τι ισχύει για την εξέταση κάθε κατηγορουμένου, ώστε να αποκλείεται η μαρτυροποίησή του και να διασφαλίζεται το υπερασπιστικό του δικαίωμα, ενώ με την δεύτερη παράγραφο του ίδιου άρθρου ορίζεται ρητά ότι η κατά παράβαση του πρώτου εδαφίου εξέταση του δράστη που έχει συλληφθεί ή του υπόπτου είναι άκυρη και δεν λαμβάνεται υπόψη, εφαρμοζόμενης κατά τα άλλα της διατάξεως του δευτέρου εδαφίου της παρ. 2 του άρθρου 31του Κ.Ποιν.Δικ..

Η τελευταία αυτή διάταξη του άρθρου 31 παρ. 2 εδ. β’ του Κ.Ποιν.Δικ. δεν απάγγελε ακυρότητα της κατά παράβαση αυτής αναγνώσεως και αξιολογήσεως μαρτυρικών καταθέσεων, οι οποίες λήφθηκαν μετά την άσκηση ποινικής διώξεως για συγκεκριμένη πράξη, εφόσον μετά την λήψη αυτών στο ανακριτικό στάδιο προέκυψαν τυχόν ενδείξεις ενοχής κατά του προσώπου που κατέθεσε αρχικώς ως μάρτυρας, ως δράστη της διωχθείσας πράξεως.

Όμως, η λήψη υπόψη και αξιοποίηση αποδεικτικώς εκ μέρους του δικαστηρίου, των μαρτυρικών καταθέσεων, οι οποίες δόθηκαν πριν ο εξετασθείς αποκτήσει την ιδιότητα του κατηγορουμένου με κάποιον από τους τρόπους που αναφέρονται στο άρθρο 72 του Κ.Ποιν.Δικ., δημιουργούσε απόλυτη ακυρότητα κατά τα άρθρα 171 παρ. 1 περ.

δ’ και 510 παρ. 1 στοιχ. Α του Κ.Ποιν.Δικ., διότι αφορούσε την υπεράσπιση του κατηγορουμένου και ειδικότερα το δικαίωμα σιωπής και μη αυτοενοχοποιήσεώς του, ως ειδικότερη έκφραση του δικαιώματός του για "δίκαιη δίκη", που του εξασφαλίζει το άρθρο 6 της Ε.Σ.Δ.Α., καθώς και το δικαίωμά του από το άρθρο 223 παρ. 4 του Κ.Ποιν.Δικ.

να αρνηθεί την κατάθεση περιστατικών, από τα οποία θα μπορούσε να προκύψει η ενοχή του για αξιόποινη πράξη. Η θεμελιώδης αυτή αρχή της μη αυτοενοχοποιήσεως διακηρύσσεται ήδη στο άρθρο 14 παρ. 3 εδ. ζ’ του Διεθνούς Συμφώνου για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα, που κυρώθηκε με το ν. 2462/1997 και έχει την ισχύ που ορίζει το άρθρο 28 παρ. 1 του Συντάγματος, κατά το οποίο κάθε πρόσωπο που κατηγορείται για ποινικό αδίκημα απολαύει σε πλήρη ισότητα μεταξύ των άλλων και την εγγύηση να μην εξαναγκάζεται να καταθέσει εναντίον του εαυτού του ή να ομολογήσει την ενοχή του.

Το αυτό δε αποτέλεσμα με τον εξαναγκασμό του κατηγορουμένου να καταθέσει εναντίον του, επάγεται και η μετά την κτήση της ιδιότητας του κατηγορουμένου λήψη υπόψη, χωρίς τη συναίνεσή του, όσων επιβαρυντικών για τον ίδιο είχε αυτός καταθέσει σε χρόνο προγενέστερο της κτήσεως της ιδιότητας αυτής (Ολ. ΑΠ 1/2004).

Πλην, με το άρθρο 2 του ν. 3160/2003, ο οποίος καταλαμβάνει και τον κρίσιμο χρόνο (1.8.2008), αντικαταστάθηκε η παρ. 2 του άρθρου 31 του Κ.Ποιν.Δικ. και ορίσθηκε ότι: "Η προκαταρκτική εξέταση ενεργείται σύμφωνα με τα άρθρα 240 και 241. Αν αυτή γίνεται ύστερα από μήνυση ή έγκληση κατά ορισμένου προσώπου ή αν κατά τη διάρκεια της προκαταρκτικής εξέτασης αποδίδεται σε ορισμένο πρόσωπο η τέλεση αξιόποινης πράξης, το πρόσωπο αυτό καλείται πριν από σαράντα οκτώ ώρες για παροχή εξηγήσεων και εξετάζεται ανωμοτί.

Έχει δικαίωμα να παρίσταται με συνήγορο, να αρνηθεί εν όλω ή εν μέρει την παροχή εξηγήσεων και να λάβει προθεσμία μέχρι σαράντα οκτώ ώρες για την παροχή τους, η οποία μπορεί να παραταθεί από εκείνον που διενεργεί την προκαταρκτική εξέταση. Επίσης, μπορεί να ζητήσει να του χορηγηθεί αντίγραφο της μήνυσης ή της έγκλησης.

Αυτός που ενεργεί την προκαταρκτική εξέταση πρέπει να ενημερώσει προηγουμένως τον εξεταζόμενο για την πράξη που αφορά η εξέταση και για τα παραπάνω δικαιώματά του. Προηγούμενη έγγραφη εξέταση του προσώπου αυτού που έγινε ενόρκως ή χωρίς τη δυνατότητα παράστασης με συνήγορο, δεν μπορεί να αποτελέσει μέρος της δικογραφίας αλλά παραμένει στο αρχείο της εισαγγελίας.

Εφόσον ο μηνυόμενος ή εγκαλούμενος ή εκείνος κατά του οποίου στρέφονται οι υποψίες κλητεύτηκε νόμιμα και δεν εμφανίστηκε, η προκαταρκτική εξέταση περατώνεται και χωρίς την εξέτασή του". Μετά, δηλαδή, την έναρξη ισχύος του ν. 3160/2003, επιτρέπεται η λήψη υπόψη και η αποδεικτική αξιολόγηση και της καταθέσεως που έχει δώσει ο εγκαλούμενος για την τέλεση κάποιας αξιόποινης πράξεως κατά τη διάρκεια της προκαταρκτικής εξετάσεως, πριν ασκηθεί κατ` αυτού ποινική δίωξη, πριν, δηλαδή, λάβει αυτός την ιδιότητα του κατηγορουμένου, εφόσον, όμως, αυτή έγινε ανωμοτί και ο εγκαλούμενος δεν στερήθηκε του δικαιώματός του να παρασταθεί με συνήγορο (Α.Π. 91/2015).

Στην προκειμένη περίπτωση, ο τρίτος αναιρεσείων Κ. Γ. με το τελευταίο μέρος του πέμπτου προσθέτου λόγου, προβάλλει την αιτίαση ότι προκλήθηκε απόλυτη ακυρότητα στο ακροατήριο, από την λήψη υπόψη και συναξιολόγηση από το δικαστήριο της ουσίας της από 1.8.2008 ανωμοτί προανακριτικής του εξετάσεως, ενώπιον της Υπαστυνόμου Β’ Χ.

Σ., η οποία δόθηκε στα πλαίσια της προκαταρκτικής εξετάσεως που διενεργήθηκε σε βάρος του. Η κατάθεση, όμως, αυτή (χωρίς όρκο), όπως προκύπτει από την επιτρεπτή επισκόπηση αυτής, ναι μεν δόθηκε κατά την προκαταρκτική εξέταση που διενεργήθηκε σε βάρος του τρίτου αναιρεσείοντος και πριν αυτός αποκτήσει την ιδιότητα του κατηγορουμένου, πλην αυτός δεν στερήθηκε κανενός υπερασπιστικού του δικαιώματος, αφού, όπως ρητά αναφέρεται στην εν λόγω έκθεση εξετάσεως, η υπηρετούσα στην Διεύθυνση Εσωτερικών Υποθέσεων Υπαστυνόμος Β’ Χ.

Σ. τον ενημέρωσε για την πράξη, την οποία αφορούσε η προκαταρκτική εξέταση, καθώς επίσης και για τα δικαιώματά του, κατ` άρθρο 31 παρ. 2 του Κ.Ποιν.Δικ., όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 2 παρ. 1 του ν. 3160/2003, δηλαδή ότι δικαιούται να ζητήσει να παραστεί μετά συνηγόρου, να λάβει γνώση είτε αυτοπροσώπως, είτε δια του συνηγόρου του, όλων των εγγράφων, να ζητήσει αντίγραφα αυτών, με δαπάνη του, να ζητήσει προθεσμία μέχρι 48 ώρες για να απολογηθεί, προ της παρελεύσεως της οποίας δεν υποχρεούται σε απολογία και ότι δύναται να δοθεί παράταση της προθεσμίας αυτής, με νέα αίτησή του.

Αυτός δε δήλωσε ότι δεν επιθυμεί να κάνει χρήση των ως άνω δικαιωμάτων. Επομένως, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη, η ανάγνωση τμήματος της καταθέσεως αυτής του τρίτου αναιρεσείοντος, που έχει, κατά λέξη, ως εξής: "στο τέλος των εξετάσεων και ενώ βρισκόμασταν ακόμη μέσα στο αυτοκίνητο........ ο κ.

Σ. έκανε την κίνηση και μας έδωσε ως φιλοδώρημα πενήντα ευρώ στον καθένα, χωρίς εμείς να του έχουμε απαιτήσει ή ζητήσει χρήματα και γι’ αυτό και τα δεχτήκαμε...." δεν έγινε παρανόμως από το Δικαστήριο και, συνακολούθως, ο, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α’ του Κ.Ποιν.Δικ., προεκτεθείς πρόσθετος λόγος αναιρέσεως του αναιρεσείοντος Κ.

Γ., με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, κρίνεται αβάσιμος και απορριπτέος.

Η, κατά τα ανωτέρω, απαιτουμένη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της αποφάσεως πρέπει να υπάρχει όχι μόνο ως προς την κατηγορία, αλλά πρέπει να εκτείνεται και στους αυτοτελείς ισχυρισμούς, που προβάλλονται από τον κατηγορούμενο ή τον συνήγορό του. Τέτοιοι ισχυρισμοί είναι εκείνοι που προβάλλονται στο δικαστήριο της ουσίας, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 170 παρ. 2 και 333 παρ. 2 του Κ.Ποιν.Δικ.

και τείνουν στην άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξεως ή την άρση ή μείωση του καταλογισμού ή την εξάλειψη του αξιοποίνου της πράξεως ή την μείωση της ποινής. Η απόρριψη ενός τέτοιου ισχυρισμού πρέπει να αιτιολογείται ιδιαιτέρως. Εάν το δικαστήριο δεν αιτιολογήσει ειδικώς την κρίση του σε περίπτωση απορρίψεως αυτοτελούς ισχυρισμού που έχει προβληθεί παραδεκτά, ιδρύεται ο αναιρετικός λόγος του άρθρου 510 παρ.1 περ.

Δ’ του Κ.Ποιν.Δικ. για έλλειψη αιτιολογίας, ενώ η μη απάντηση στον ισχυρισμό συνιστά έλλειψη ακροάσεως, κατά το άρθρο 170 παρ. 2 του Κ.Ποιν.Δικ. και ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 περ. Β’ του ίδιου κώδικα λόγο αναιρέσεως. Τέτοιος ισχυρισμός (αυτοτελής) είναι και αυτός περί πραγματικής ή συγγνωστής νομικής πλάνης, αφού η παραδοχή του οδηγεί στον μη καταλογισμό της πράξεως στον δράστη και, κατά συνέπειαν, στην απαλλαγή του.

Από την διάταξη του άρθρου 30 παρ. 1 εδάφ. α’ του Π.Κ. προκύπτει ότι η πραγματική πλάνη που είναι άγνοια (πλάνη σε ευρεία έννοια), με την οποία ταυτίζεται και η εσφαλμένη αντίληψη (πλάνη σε σχετική έννοια) του πράττοντος για κάποιον ουσιαστικό όρο της αντικειμενικής υποστάσεως του εγκλήματος, αποκλείει τον καταλογισμό.

Επί πραγματικής πλάνης ο δράστης αγνοεί ή εσφαλμένα αντιλαμβάνεται τι πράττει, αναφέρεται δε αυτή σε περιστατικά της εγκληματικής πράξεως και δη όχι μόνο σε γεγονότα ή πραγματικές καταστάσεις, αλλά και σε νομικές ιδιότητες ή σχέσεις ή άλλα αξιολογικά στοιχεία της αντικειμενικής υποστάσεως του εγκλήματος και είναι αδιάφορο ποια υπήρξε η πηγή της πλάνης.

Τέλος, σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 31 παρ. 2 του Π.Κ., η πράξη δεν καταλογίζεται στο δράστη αν αυτός πίστεψε, λόγω πλάνης, ότι είχε δικαίωμα να τελέσει την πράξη και η πλάνη του αυτή ήταν συγγνωστή. Από την διάταξη αυτή προκύπτει, ότι η πλάνη είναι συγγνωστή όταν ο δράστης όχι μόνο αγνοεί, αλλά και δεν μπορούσε να γνωρίζει τον άδικο χαρακτήρα της πράξεως, οποιαδήποτε επιμέλεια και προσπάθεια και αν κατέβαλλε, ενόψει των προσωπικών πνευματικών και επαγγελματικών δυνατοτήτων και ικανοτήτων, και εφόσον πίστευε εύλογα ότι δικαιούται να προβεί στην πράξη που τέλεσε από δικαιολογημένη εσφαλμένη αντίληψη για την αληθή έννοια του νόμου.

Στην προκειμένη περίπτωση, από την παραδεκτή, για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, επισκόπηση των πρακτικών της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, προκύπτει ότι ο τρίτος αναιρεσείων -κατηγορούμενος, δια του συνηγόρου υπερασπίσεώς του, μετά την λήξη της αποδεικτικής διαδικασίας και την πρόταση της Εισαγγελέως επί της ενοχής των κατηγορουμένων, ζήτησε την καταχώρηση εγγράφως στα πρακτικά ισχυρισμών, τους οποίους ανέπτυξε και προφορικά, τα ουσιώδη στοιχεία των οποίων συνίσταντο στο ότι:

α) το προσφερθέν σ’ αυτόν από τον πρώτο κατηγορούμενο χρηματικό ποσό ήταν ευτελούς αξίας, β) δεν υπήρξε καμία προσυμφωνία ή συνεννόηση μεταξύ τους, αφού η επιλογή του ως εξεταστή έγινε 30 λεπτά πριν από την εξέταση, τυχαία, αυτός δε ουδέποτε στο παρελθόν είχε εξετάσει άλλον εκπαιδευόμενο από την σχολή του πρώτου κατηγορουμένου, με τον οποίο, συνακολούθως, δεν εγνωρίζοντο, γ) το χρηματικό ποσό δόθηκε δημοσίως, μετά το πέρας της εξετάσεως και της ανακοινώσεως του αποτελέσματος, δηλαδή της επιτυχίας του μηνυτή, ως "κέρασμα" εν είδη εκδηλώσεως ευγενείας και κοινωνικής αβροφροσύνης (λόγω των χαρμόσυνων νέων για το φύλο του μωρού), εντελώς αιφνίδια, με αποτέλεσμα να ξαφνιαστεί, λόγω δε της, μη αναμενόμενης, αιφνίδιας προσφοράς του εν λόγω χρηματικού ποσού και του ως άνω επικληθέντος αιτίου - λόγου αυτής, αλλά και του περιορισμένου χρονικού διαστήματος που μεσολάβησε, δεν είχε την δυνατότητα, όση προσοχή και περίσκεψη και αν κατέβαλε, να αντιληφθεί το άδικο και να αποφύγει την τυχόν προσβολή του, δ) ότι το ως άνω χρηματικό ποσό δεν εδόθη σ’ αυτόν για χάρη παρούσας ή μέλλουσας υπηρεσιακής ενέργειας ή παραλείψεως και ε) ότι ο μηνυτής δεν υπέπεσε σε κάποιο σφάλμα κατά την εξέτασή του.

Με την επίκληση των πραγματικών αυτών περιστατικών πρόβαλε τους κατωτέρω ισχυρισμούς, τους οποίους ανέπτυξε και προφορικά και οι οποίοι έχουν ως εξής: "ΑΥΤΟΤΕΛΗΣ ΙΣΧΥΡΙΣΜΟΣ ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΗΣ άρ. 30 ΠΚ άλλως ΝΟΜΙΚΗΣ ΠΛΑΝΗΣ περί το άδικον άρ. 31 § 2 ΠΚ ΣΥΓΓΝΩΣΤΗΣ: Ότι κάτω από το σύνολον των συγκεκριμένων άνω περιστάσεων και χρονικώς συντετμημένων και απότομων συνθηκών που ευρέθην σφαλερώς μου εδημιουργήθη η πεποίθησις ότι δεν προσβάλλεται καν με μη έντονο αντίδρασίν μου (πώς άραγε;) το έννομο αγαθό της υπηρεσίας, με αποτέλεσμα και στο σύντομο αυτό χρονικό διάστημα - κρίσιμον χρόνον από φερομένης λήψεως ως την σύλληψιν να μη δύναμαι να αντιληφθώ και σταθμίσω την παράλειψιν της αξιουμένης (υπό της πολιτείας;) συμπεριφοράς μου ως προσβάλλουσας το έννομο αγαθόν της υπηρεσίας και να συμμορφωθώ προς την περί αδίκου αντίληψιν δια το αξιολογικό περιεχόμενον του άρ. 235 ΠΚ.

Επικουρικά δε, λόγω της μη αναμενομένης υπό του α’ φερομένου ως ενδιαμέσου ενεργείας και του επικληθέντος αιτίου - λόγου αυτής που συνηρτάτο με κοινωνικόν αυτού θέμα και την επίκλησιν εθιμικού εορτασμού εις πρώτον χρόνον, υφ’ ας συνθήκας έλαβε χώραν το συμβάν, όποια προσοχή ή περίσκεψιν και αν κατέβαλα, σε τόσο σύντομο διάστημα δεν είχα δυνατότητα και να αντιληφθώ το άδικον και να αποφύγω την τυχόν προσβολή του, μη υπαρχούσης δυνατότητος αποφυγής εις εντός κοινωνικού πλαισίου τεθείσης πράξης, της οποίας την επικαλουμένη σημασίαν δια τον δώσαντα είχα και ηθικήν αδυναμίαν να ελέγξω κατά τους κανόνες καθημερινής κοινωνικής συμβιώσεως και να προλάβω συμμορφωθώ προς την περί αδίκου αντίληψίν μου.

Νομίμως λοιπόν ζητώ κατ’ αρχήν λόγω πραγματικής πλάνης κατ’ άρ. 30 § 2 ΠΚ αιρούσης τον δόλον μου να κριθώ αθώος ελλείψει δόλου και επικουρικώς λόγω νομικής πλάνης συγγνωστής άρ. 31 § 2 ΠΚ να μη μου καταλογισθή ούτε η φερομένη ως λήψις ωφελημάτων, ούτε η παράλειψίς μου εις δεδηλωμένην θορυβώδη απόρριψιν αυτής" (σελ. 71-77 της προσβαλλομένης αποφάσεως).

Από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεως και των ενσωματωμένων σ’ αυτήν πρακτικών προκύπτει ότι το δικάσαν Δικαστήριο, με τις παραδοχές του, όπως αυτές ανωτέρω εξετέθησαν, απέρριψε αμφοτέρους τους ως άνω ισχυρισμούς και δη τόσον εκείνο περί πραγματικής πλάνης, όσο και τον έτερο περί συγγνωστής νομικής πλάνης, (σελ. 88, 89, 90, 91 και 94 της προσβαλλομένης αποφάσεως).

Η αιτιολογία αυτή είναι η απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Ποιν.Δικ. ειδική και εμπεριστατωμένη. Επομένως, ο πρώτος πρόσθετος λόγος του δικογράφου προσθέτων λόγων του τρίτου αναιρεσείοντος Κ. Γ., εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Β’ του Κ.Ποιν.Δικ., με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλομένη απόφαση για σχετική ακυρότητα, λόγω ελλείψεως ακροάσεως, επειδή, κατά τους ισχυρισμούς του αναιρεσείοντος, το Δικαστήριο απέρριψε σιγή τον ισχυρισμό του περί πραγματικής πλάνης, καθώς επίσης και εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ.

Δ’ του Κ.Ποιν.Δικ., με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλομένη απόφαση, λόγε ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας ως προς την απόρριψη του αυτοτελούς ισχυρισμού του περί συγγνωστής νομικής πλάνης, είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Ενόψει δε της πληρότητας της κατά τα άνω αιτιολογίας, ουδόλως παραβιάστηκαν στην συγκεκριμένη περίπτωση από την προσβαλλομένη απόφαση οι διατάξεις του άρθρου 6 της Ευρωπαϊκής Συμβάσεως για την προάσπιση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των Θεμελιωδών Ελευθεριών, μη επερχόμενης εντεύθεν απόλυτης ακυρότητας κατά το άρθρο 171 παρ.1 στοιχ.

δ’ του Κ.Ποιν.Δικ., όπως αντικαταστάθηκε από το άρθρο 11 παρ.2 Ν. 3904/2010, τα δε αντίθετα υποστηριζόμενα από τον τρίτο κατηγορούμενο - αναιρεσείοντα με τον δεύτερο πρόσθετο λόγο είναι αβάσιμα και απορριπτέα. Αυτοτελής ισχυρισμός, η απόρριψη του οποίου πρέπει να αιτιολογείται ιδιαιτέρως, είναι και ο ισχυρισμός του κατηγορουμένου περί συνδρομής στο πρόσωπό του ελαφρυντικής περιστάσεως από τις αναφερόμενες στο άρθρο 84 παρ. 2 του Π.Κ., αφού η παραδοχή του οδηγεί στην επιβολή μειωμένης κατά το άρθρο 83 του ίδιου Κώδικα, ποινής.

Όταν δε συντρέχουν περισσότερες τέτοιες ελαφρυντικές περιστάσεις, ναι μεν η μείωση της ποινής γίνεται μία φορά, το δικαστήριο, όμως, κατά την επιμέτρησή της, λαμβάνει υπόψη του, μέσα στα όρια της ελαττωμένης ποινής, και το γεγονός της συνδρομής των περισσοτέρων ελαφρυντικών περιστάσεων, σύμφωνα με το άρθρο 85 του Π.Κ..

Προϋποτίθεται, όμως, η προβολή των αυτοτελών ισχυρισμών κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, καθώς και η προφορική τους ανάπτυξη, δηλαδή με όλα τα πραγματικά περιστατικά που απαιτούνται κατά νόμο για την θεμελίωσή τους, έτσι ώστε να μπορούν να αξιολογούνται και, σε περίπτωση αποδοχής τους, να οδηγούν στο ειδικότερα ευνοϊκό για τον κατηγορούμενο συμπέρασμα.

Διαφορετικά, δεν υπάρχει υποχρέωση του δικαστηρίου της ουσίας να απαντήσει επί των ισχυρισμών αυτών, συνεπώς δε ούτε και να αιτιολογήσει ειδικώς την απόρριψή τους. Ως ελαφρυντικές περιστάσεις θεωρούνται, μεταξύ άλλων, και η προβλεπόμενη από την παρ. 2 του άρθρου 84 του Π.Κ., με στοιχεία α’ , ήτοι το ότι ο υπαίτιος έζησε ως τον χρόνο που έγινε το έγκλημα έντιμη ατομική, οικογενειακή, επαγγελματική και γενικά κοινωνική ζωή.

Για να στοιχειοθετηθεί η ελαφρυντική περίσταση του προτέρου εντίμου βίου δεν αρκεί ούτε το λευκό ποινικό μητρώο, ούτε η απουσία επίμεμπτης δραστηριότητας μέχρι την τέλεση της πράξεως, ούτε η μέχρι τότε συνήθης ανθρώπινη συμπεριφορά, με την δημιουργία οικογένειας και την άσκηση επαγγέλματος προς βιοπορισμό, αλλά απαιτείται θετική και επωφελής για την κοινωνία δράση και συμπεριφορά σε όλους τους τομείς (Α.Π. 727/2015, Α.Π. 377/2015).

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επισκόπηση των πρακτικών της δίκης, κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, ο τρίτος αναιρεσείων, δια του πληρεξούσιου δικηγόρου του, πρόβαλε εγγράφως, ανέπτυξε δε και προφορικά, επικουρικά, τον αυτοτελή ισχυρισμό να του αναγνωρισθούν οι ελαφρυντικές περιστάσεις του άρθρου 84 παρ. 2 περ.

α’ , γ’ και ε’ του Π.Κ. και του αναγνωρίστηκε, μόνο εκείνη της περ. ε’ . Ειδικότερα, όπως προκύπτει από τα πρακτικά (σελ. 99 και 100) ο συνήγορος του τρίτου αναιρεσείοντος κατηγορουμένου ως προς την αιτηθείσα ελαφρυντική περίσταση της περ. α’ του άρθρου 84 παρ.2 του Π.Κ., ισχυρίστηκε στο ακροατήριο κατά λέξη τα παρακάτω: "Θεωρώ ότι ευπροσώπως αιτούμαι, μετά 35 χρόνια ευδόκιμης υπηρεσίας, να μου αναγνωρισθή το κατ’ άρθρο 84 § 2 α’ Π.Κ.

ελαφρυντικό, ότι μέχρι την τέλεση των αποδιδομένων πράξεων διήγαγα με θετική συμπεριφορά μέσου κοινωνικού ανθρώπου έντιμο ατομικό, οικογενειακό, επαγγελματικό και κοινωνικό βίο. Και τούτο, επειδή από την αποκρυσταλλωμένη νομολογία απαιτείται για την ευπρόσωπη πρόσδοσιν του ελαφρυντικού τούτου, ο κατηγορούμενος να μην αρκείται στο λευκό ποινικό μητρώο, αλλά να επιδεικνύει και ενεργητικώς θετική κοινωνική συμπεριφορά, τότε πράγματι δικαιούμαι το ελαφρυντικό τούτο ως κατωτέρω εκθέτω.

Επικαλούμαι λοιπόν και την παθητική συμπεριφορά μου (ΑΠ 110/1980 εις ΠΧ Λ.432) διότι ουδέποτε απασχόλησα τις Αρχές, αλλά και την ενεργητική συμπεριφορά μου (ιδείτε τις παρατηρήσεις Ανδρουλάκη: εις ΠΧ Κ.352), και απουσίαζαν από την ζωή μου αντικοινωνικές πράξεις (ΑΠ 1119/1986 εις ΠΧ ΛΖ.32), αναφέρονται δε τα κάτωθι συγκεκριμένα επ’ αυτού περιστατικά (ΑΠ 992/1994 εις ΠΧ ΜΔ.936) και επικαλούνται συναφώς και τα υπ’ αυτών αναγνωστέα έγγραφα):

α. Είμαι ηλικίας 61 ετών και έχω λευκό ποινικό μητρώο, έχοντας διάγει ζωή καθόλα έντιμη. β. Είμαι νομαρχιακός υπάλληλος, με ανεπίληπτο υπηρεσιακό, κοινωνικό και οικογενειακό βίο. Ουδέποτε είχα δώσει δικαίωμα στην υπηρεσία μου, ούτε επαληθεύθηκαν δήθεν πληροφορίες περί αναμίξεώς μου εις επιλήψιμους υπηρεσιακάς συναλλαγάς επί 35 έτη υπηρεσίας.

γ. Έχω δημιουργήσει οικογένεια, είμαι πατέρας δύο ενηλίκων τέκνων και σύζυγος, προστατευομένων. δ. Το αιφνίδιον της προσφοράς του επιδίκου μικροποσού και η επικαλούμενη αιτία - λόγος σε περιωρισμένο χρόνο από την "λήψιν" ως την "σύλληψιν", δεν μου επέτρεπαν να σταθμίσω το συμβάν και να αντιδράσω μετά στάθμισιν των συνεπειών ενδεχόμενου σφάλματος.

ε. Δεν δικαιολογείται μη αναγνώριση του ανωτέρω ελαφρυντικού από την βαρύτητα του υλικού αντικειμένου (ευτελές) της πράξεως αφ’ εαυτής, η οποία πράξη αποτελεί μοναδική και αποσπασματική παραβατικότητα σε έναν άσπιλο κοινωνικό βίο". Το δικάσαν Δικαστήριο απέρριψε τον ισχυρισμό αυτό με την αιτιολογία ότι "Όσον αφορά στο αίτημα του τρίτου κατηγορουμένου να αναγνωριστεί στο πρόσωπό του η ελαφρυντική περίσταση του άρθρου 84 παρ. 2 περ.

α’ του Π.Κ. αυτό είναι απορριπτέο ως αβάσιμο, καθ’ όσον πέραν της αποδεικνυομένης από τα ανωτέρω αποδεικτικά μέσα, συνήθους, μέχρι την τέλεση της πράξης, ανθρώπινης συμπεριφοράς αυτού, συνισταμένης στην δημιουργία οικογένειας, την άσκηση επαγγέλματος με την απουσία άλλης επίμεμπτης συμπεριφοράς και του λευκού ποινικού μητρώου, δεν αποδεικνύονται, όπως απαιτείται για την στοιχειοθέτηση της ελαφρυντικής αυτής περίστασης και άλλα περιστατικά, αναγόμενα σε όλες τις εκδηλώσεις της προσωπικής, επαγγελματικής και κοινωνικής ζωής του, τα οποία να υποδηλώνουν θετική και επωφελή για την κοινωνία δράση και συμπεριφορά του σε όλους τους τομείς συμπεριφοράς, που ορίζονται στην περίπτωση του εδ.

α’ της παρ. 2 του άρθρου 84 του Π.Κ., ενώ μόνο ο πρότερος έντιμος βίος κατά την έννοια της διάταξης αυτής, πριν την τέλεση της πράξεως, δεν αποδεικνύεται από μόνο το αντίγραφο του ποινικού μητρώου, χωρίς να συνεπικουρείται και από άλλα αποδεικτικά μέσα. Περαιτέρω, τα επικαλούμενα για την θεμελίωση της εν λόγω ελαφρυντικής περίστασης περιστατικά, ότι η αιφνίδια προσφορά του επίδικου χρηματικού ποσού και η επικαλούμενη αιτία σε περιορισμένο χρόνο από την λήψη αυτού δεν του επέτρεψαν να αντιδράσει και να σταθμίσει τις συνέπειες του ενδεχόμενου σφάλματός του, αποτελούν άρνηση της κατηγορίας και όχι αυτοτελή ισχυρισμό".

Η αιτιολογία αυτή είναι επαρκής, απαντά στα επικληθέντα από τον κατηγορούμενο περιστατικά και είναι η απαιτούμενη από τις παραπάνω διατάξεις, ειδική και εμπεριστατωμένη. Επομένως, ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ’ και Ε’ του Κ.Ποιν.Δικ., τελευταίος σχετικός λόγος του κυρίου δικογράφου της αναιρέσεως του τρίτου αναιρεσείοντος Κ.

Γ., με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας ως προς την απόρριψη του προαναφερθέντος αυτοτελούς ισχυρισμού του ως άνω αναιρεσείοντος για την αναγνώριση του ως άνω ελαφρυντικού, καθώς επίσης και για εσφαλμένη εφαρμογή της προαναφερθείσας ουσιαστικής ποινικής διατάξεως (άρθρο 84 παρ. 2 εδ.

α’ του Π.Κ.) είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.

Μετά από αυτά, ελλείψει ετέρου λόγου αναιρέσεως προς έρευνα, οι κρινόμενες αιτήσεις αναιρέσεως μετά των επ’ αυτών προσθέτων λόγων πρέπει να απορριφθούν στο σύνολό τους και να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 του Κ.Ποιν.Δικ.).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει τις από: α) 12.5.2016 (με αριθμό πρωτ. …/13.5.2016) δήλωση του Χ. Σ. του Σ., που επιδόθηκε στην Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου την 13-5-2016, β) 12.5.2016 (με αριθμό πρωτ. …/16.5.2016) δήλωση του Α. Π. του Θ., που επιδόθηκε στην Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου την 16-5-2016 και τους από 13.6.2016 προσθέτους αυτής λόγους, που κατατέθηκαν στην Γραμματεία της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου την 14-6-2016 και γ) 16.5.2016 (με αριθμό πρωτ. …/16.5.2016) δήλωση του Κ. Γ. του Χ., που επιδόθηκε στην Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου την 16-5-2016 και τους από 15.6.2016 προσθέτους αυτής λόγους, που κατατέθηκαν στην Γραμματεία της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου την 15-6-2016, για αναίρεση της υπ’ αριθμ. 5955/2015, 351 και 1265/2016 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.

Και

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα, εκ διακοσίων πενήντα (250) ευρώ, τον καθένα.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 15 Ιουλίου 2016.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 4 Αυγούστου 2016.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ