Supreme Court dismisses appeal on property ownership, citing inadmissible evidence and procedural errors.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the First Instance Court's decision regarding property ownership. The appellant argued that the lower court failed to consider an oath-deposited statement and relied on too many sworn certificates, but the court found these grounds legally insufficient or time-barred. Consequently, the appeal was rejected, and the appellant was ordered to pay the respondent's legal costs.
Legislator headnote
AI generatedArticles 974, 976, 1045, 1051 of the Civil Code; Article 559, paragraph 11, letter gamma of the Code of Civil Procedure: The Supreme Court rejects an appeal when the lower court properly evaluated evidence or when statutory limitations on evidentiary means do not apply to the specific case timeline.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1337 / 2010 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 1337/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δημήτριο Κανελ-λόπουλο, Αντιπρόεδρο, Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη, Λεωνίδα Ζερβομπεάκο, Μιχαήλ Θεοχαρίδη και Χαράλαμπο Αθανασίου, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 20 Ιανουαρίου 2010, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος:Χ, κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Στυλιανό Σταματόπουλο με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του ΚΠολΔ, (που αναφέρει ότι στο αναιρετήριο εκ παραδρομής γράφτηκε το όνομα "..., αντί του ορθού "Χ").
Του αναιρεσίβλητου: Ψ, κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε απότον πληρεξούσιο δικηγόρο του Νικόλαο Παπανικολάου.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10-10-1994 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Κορίνθου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 25/1996 μη οριστική, 141/1998 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 318/2001 του Εφετείου Ναυπλίου. Κατά της ανωτέρω εφετειακής απόφασης ασκήθηκε αίτηση αναίρεσης και εκδόθηκε η 1408/2003 απόφαση του Αρείου Πάγου η οποία αναίρεσε την απόφαση αυτή και παρέπεμψε την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο Εφετείο Ναυπλίου. Το Εφετείο Ναυπλίου εξέδωσε την 337/2006 απόφαση, την αναίρεση της οποίας ζητεί ο αναιρεσείων με την από 12-12-2006 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημει-ώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Χαράλαμπος Αθανασίου ανέγνωσε την από 12-1-2010 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να γίνει δεκτή η αίτηση αναίρεσης και να αναιρεθεί, για τον αναφερόμενο στο σκεπτικό λόγο, η 337/2006 απόφαση του Εφετείου Ναυπλίου.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσίβλητου ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις διατάξεις των άρθρων 974, 976, 1045 και 1051 του ΑΚ, προκύπτει ότι για την κτήση της κυριότητας ακινήτου με έκτακτη χρησικτησία, απαιτείται άσκηση της φυσικής εξουσίας πάνω στο πράγμα, με διάνοια κυρίου, επί συνεχή εικοσαετία, με δικαίωμα εκείνου, που απέκτησε τη νομή του πράγματος με καθολική ή ειδική διαδοχή να συνυπολογίσει στο δικό του χρόνο χρησικτησίας και το χρόνο χρησικτησίας του δικαιοπάροχού του.
Η ειδική διαδοχή στη νομή επέρχεται με άτυπη αναιτιώδη σύμβαση, η οποία έχει την έννοια ότι στον αποκτώντα μεταβιβάζεται η ίδια η νομή που είχε εκείνος, ο οποίος μεταβιβάζει και παραδίδει το ακίνητο. Αποτελούν δε πράξεις νομής, όταν πρόκειται για ακίνητα, οι υλικές και εμφανείς πάνω σ' αυτό πράξεις που προσιδιάζουν στη φύση και τον προορισμό του, με τις οποίες φανερώνεται η βούληση του νομέα να έχει το πράγμα για δικό του (ΑΠ 219/2010).
Τέτοιες δε πράξεις νομής είναι και η καλλιέργεια του ακινήτου η συλλογή των καρπών από τα σ' αυτό υπάρχοντα δέντρα, καθώς και η ανέγερση κτισμάτων εντός αυτού. Περαιτέρω, οι προβλεπόμενοι από το άρθρο 559 αριθ. 1 και 19 ΚΠολΔ λόγοι αναιρέσεως ιδρύονται, ο μεν πρώτος όταν το δικαστήριο της ουσίας προέβη σε εσφαλμένη ερμηνεία των προϋποθέσεων εφαρμογής του κατάλληλου κανόνα ουσιαστικού δικαίου ή σε εσφαλμένη υπαγωγή ή μη υπαγωγή των πραγματικών του διαπιστώσεων στον εν λόγω κανόνα, ο δε δεύτερος όταν στη δεύτερη (ελάσσονα) πρόταση του νομικού συλλογισμού της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως δεν περιέχονται καθόλου ή δεν αναφέρονται με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά εκείνα γεγονότα που είναι αναγκαία για να κριθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συντρέχουν ή όχι οι προϋποθέσεις εφαρμογής του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου ή αν έγινε ή όχι ορθός νομικός χαρακτηρισμός των κρίσιμων πραγματικών γεγονότων.
Στην κρινόμενη υπόθεση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, το Εφετείο δέχθηκε, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί των πραγμάτων κρίση του, τα ακόλουθα: "Ο Δ είχε αποκτήσει κατά κυριότητα μία έκταση 10.120 τ.μ. στη θέση ... της περιφέρειας του Δήμου ... από κληρονομιά της μητέρας του Ρ χήρας Φ που απεβίωσε το έτος 1956, δυνάμει της ...
δημοσίας διαθήκης της ενώπιον του συμ/φου Λουτρακίου Περικλή Νικολόπουλου, νόμιμα δημοσιευθείσας με το 29/1962 πρακτικό του Πρωτοδικείου Κορίνθου, κληρονομιά που αυτός αποδέχθηκε με τη νομίμως μεταγραφείσα ...πράξη αποδοχής κληρονομιάς του συμ/φου Κορίνθου Κων/νου Παβέλα. Την έκταση αυτή ο Δ τη διαίρεσε σε πολλά αγροτεμάχια, εμφαινόμενα στο από 12-4-1966 διάγραμμα του τοπογράφου ....
Από την έκταση δε αυτή φέρεται ότι επώλησε στον ενάγοντα τα συνεχόμενα αγροτεμάχια με αριθμούς 21, 22 και 23 εμβαδού 307,5, 307,2 και 341,4 τ.μ., αντίστοιχα, δυνάμει του νόμιμα μεταγραφέντος ... συμβολαίου, του συμ/φου Κων/νου Πούλου τα οποία ως ενιαίο ακίνητο έκτασης 956,1 τ.μ. συνορεύουν, κατά τους τίτλους, βόρεια επί πλευρά 29,80 μ.
με ιδιοκτησία ... και πέραν αυτής, με αγροτική οδό, ανατολικά επί πλευράς 33,87 μ. με αγροτική οδό, δυτικά επί πλευράς 31,50 μ. με ιδιοκτησία ... και νότια εν μέρει επί πλευράς 12,94 μ. με ιδιοκτησία ... και εν μέρει επί πλευρών 12,04 μ. και 5μ. με ιδιοκτησία .... Η διεκδικούμενη από τον ενάγοντα επίδικη εδαφική έκταση εμβαδού 897,40 τ.μ.
εντοπίζεται απ' αυτόν στην ανατολική πλευρά του, συνορευόμενη ανατολικά επί πλευράς 38 μ. με οδό, νοτιοδυτικά επί πλευράς 4 μ. με οδό, δυτικά επί πλευράς 33,45 μ. με την υπόλοιπη ιδιοκτησία του, βόρεια επί πλευράς 24,65 μ. με οδό και νότια επί πλευράς 25,10 μ. με ιδιοκτησία .... Ο (αρχικός) εναγόμενος εξάλλου ..., με το 5084/1990 νόμιμα μεταγραφέν συμβόλαιο του συμβ/φου Λουτρακίου Νικ.
Κανατά, φέρεται ότι αγόρασε αγροτεμάχιο εκτάσεως 1100 τ.μ. στην ίδια θέση, από την ..., στην οποία κατά τον τίτλο είχε περιέλθει με άτυπη διανομή της πατρικής της περιουσίας που έκανε με την αδελφή της ... (αμφότερες θυγατέρες...) το έτος 1930. Σύμφωνα με την από Οκτωβρίου 1997 έκθεση πραγματογνωμοσύνης του τοπογράφου μηχανικού ...
και το τοπογραφικό διάγραμμα που τη συνοδεύει η επίδικη εδαφική έκταση περιλαμβάνεται εξ ολοκλήρου στον παραπάνω τίτλο του εναγομένου και κατά το μεγαλύτερο μέρος της και στους παραπάνω τίτλους του ενάγοντος. Την εν λόγω εδαφική έκταση, στην οποία από δεκαετιών υπήρχαν ελαιόδεντρα, καλλιεργούσε και συνέλεγε τους καρπούς από το έτος 1930 με διάνοια κυρίας, η δικαιοπάροχος του εναγομένου ...
κυρίως δια του σύζυγου της ... και των τέκνων τους, συνεχώς και μέχρι την κατά το έτος 1990 μεταβίβασή της στον εναγόμενο. Περί αυτού καταθέτουν μετά λόγου γνώσεως οι μάστορες ... (ανηψιός του δικαιοπαρόχου του ενάγοντος), ..., ..., Ρ χήρα Δ (σύζυγος του δικαιοπαρόχου του ενάγοντος) και ..., οι οποίοι και λόγω ηλικίας και λόγω διαμονής στην περιοχή του επιδίκου γνωρίζουν ποιος καλλιεργούσε το επίδικο.
Ουδείς εξ' αυτών κατέθεσε για οποιαδήποτε πράξη νομής του ενάγοντος ή του δικαιοπαρόχου αυτού επί του επιδίκου. Οι καταθέσεις τους δεν μπορούν να αναιρεθούν από τη σύντομη κατάθεση στο ακροατήριο του μοναδικού μάρτυρος του ενάγοντος ..., κατοίκου ..., η οποία δεν κρίνεται πειστική, αφού καταθέτει ότι πρόκειται για χέρσο αγροτεμάχιο που δεν καλλιεργείται, χωρίς να αναφέρεται στην ύπαρξη των ελαιοδένδρων και επίσης τον χρόνο αγοράς εκ μέρους του ενάγοντος τον τοποθετεί στα έτη 1975-76 και όχι το έτος 1966.
Και αυτός ακόμη όμως δεν αναφέρει ουδεμία εμφανή πράξη νομής του ενάγοντος ή του δικαιοπαρόχου αυτού Δ επί του επιδίκου. Αντίθετα από τα ίδια στοιχεία αποδεικνύεται ότι τις πράξεις νομής της ... χήρας ... επί του επιδίκου συνέχισε μετά το έτος 1990 ο εναγόμενος, συνεχίζοντας την καλλιέργεια αυτού και τη συλλογή του ελαιοκάρπου και τοποθετώντας στο νότιο τμήμα αυτού λυόμενη οικία εμβαδού 56 τ.μ.
περίπου με βεράντα εμβαδού 52 τ.μ. περίπου. Επομένως το όποιο τυχόν δικαίωμα κυριότητος είχαν αποκτήσει παραγώγως ο ενάγων και ο δικαιοπάροχός του Δ απεσβέσθη καθόσον ο εναγόμενος απέκτησε, σε κάθε περίπτωση, δικαίωμα κυριότητος επί του επιδίκου με έκτακτη χρησικτησία, προσμετρώντας στον χρόνο νομής αυτού και τον χρόνο νομής του δικαιοπαρόχου του, κατ' άρθρα 1045 και 1051 ΑΚ, καθόσον ενέμοντο το επίδικο από το έτος 1930 μέχρι και της ασκήσεως της υπό κρίση αγωγής, συνεχώς και χωρίς να ενοχληθούν από κανέναν και, συνεπώς, η υπό κρίση αγωγή είναι απορριπτέα, ως κατ' ουσίαν αβάσιμη".
Ακολούθως, το Εφετείο, με βάση τις πιο πάνω παραδοχές, δέχθηκε την έφεση του αναιρεσίβλητου με την οποία αυτός παραπονέθηκε για την παραδοχή της αγωγής από τον Μονομελές Πρωτοδικείο και την απόρριψη της περί ιδίας κυριότητας στο επίδικο ένστασής του και απέρριψε την αγωγή, ως κατ' ουσίαν αβάσιμη, κατά παραδοχή της ένστασης αυτής.
Με την εκτεθείσα κρίση του, το Εφετείο δεν παραβίασε, με εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή τις προαναφερθείσες διατάξεις του ουσιαστικού δικαίου, διέλαβε δε στην απόφασή του πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντίφαση αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο, ως προς την ορθότητα ή μη της εφαρμογής των εν λόγω διατάξεων.
Ειδικότερα, οι προαναφερθείσες πραγματικές του διαπιστώσεις ανταποκρίνονται πλήρως στις άνω προϋποθέσεις για την εκ μέρους του αναιρεσί-βλητου απόκτηση της κυριότητος του επιδίκου ακινήτου με έκτακτη χρησικτησία, αφού στην προσβαλλομένη απόφαση διαλαμβάνονται, η επί εικοσαετία άσκηση συγκεκριμένων πράξεων νομής από τον αναιρεσίβλητο και την δικαιο-πάροχό του, με διάνοια κυρίου.
Επομένως, οι περί του αντιθέτου, πέμπτος λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθ. 1 και 19 ΚΠολΔ και οι δεύτερος και τρίτος λόγος αναιρέσεως από τον αριθ. 19 του ίδιου άρθρου (559 ΚΠολΔ), με τους οποίους υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμοι. Κατά το άρθρο 562 παρ. 2 του ΚΠολΔ, είναι απαράδεκτος ο λόγος αναίρεσης, που στηρίζεται σε ισχυρισμό, ο οποίος δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας εκτός αν πρόκειται:
α) για παράβαση που δεν μπορούσε να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια απόφαση, γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη. Η διάταξη αυτή, αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής ότι ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας με βάση την πραγματική κατάσταση που όφειλε να λάβει υπόψη του ο ουσιαστικός δικαστής και καθιερώνει ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού των λόγων αναίρεσης, η συνδρομή της οποίας πρέπει να προκύπτει από το αναιρετήριο.
Πρέπει, δηλαδή, να αναφέρεται στο αναιρε-τήριο, ότι ο ισχυρισμός που στηρίζει το λόγο αναίρεσης είχε προταθεί και μάλιστα νόμιμα, στο δικαστήριο το οποίο εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, εκτός αν συντρέχει κάποια από τις προβλεπόμενες στη διάταξη αυτή εξαιρέσεις. Αν με την αναίρεση προσβάλλεται απόφαση του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, δεν αρκεί ο ισχυρισμός, που στηρίζει τον λόγο αναίρεσης, να είχε προταθεί παραδεκτά και νόμιμα στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, αλλά πρέπει να είχε επαναφερθεί νόμιμα και στο δεύτερο βαθμό.
Στην κρινόμενη υπόθεση, με τον τέταρτο λόγο της αναίρεσης κατ' ορθή υπαγωγή, από τον αριθ. 14 (και όχι τον αριθ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ), προβάλλεται η πλημμέλεια ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη του την περί ίδιας κυριότητας ένσταση του εναγομένου-αναιρεσιβλήτου την οποία και έκανε δεκτή, κατ' ουσίαν, με συνέπεια να απορρίψει, κατ ουσίαν, την αγωγή του αναιρεσείοντος, αν και η ένσταση αυτή δεν προτάθηκε στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, αλλά το πρώτον με το δικόγραφο της έφεσης ενώπιόν του, παραβιάζοντας έτσι τις διατάξεις των άρθρων 525 και 527 ΚπολΔ.
Ο λόγος αυτός αναιρέσεως είναι απορριπτέος, προεχόντως ως αόριστος, διότι δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι ο σχετικός ισχυρισμός του αναιρεσείοντα, περί μη προτάσεως της ως άνω ένστασης ιδίας κυριότητας, του αναιρεσιβλήτου στο Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, προτάθηκε παραδεκτά ενώπιον του Εφετείου με τις προτάσεις του της συζήτησης μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλομένη απόφαση.
Σε κάθε περίπτωση είναι απαράδεκτος, διότι όπως προκύπτει από τις από 15-2-2006 προτάσεις, τις οποίες ο ήδη αναιρεσείων, ως εφεσίβλητος, κατέθεσε στο Εφετείο, κατά τη συζήτηση της έφεσης του αντιδίκου του, αντίστοιχο ισχυρισμό περί απαραδέκτου της ένστασης ιδίας κυριότητας δεν προέβαλε.
Κατά το άρθρο 559 αριθ. 11 περ. γ' ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν. Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 270 παρ. 2 εδάφ, β' ΚΠολΔ όπως ίσχυε πριν την αντικατάστασή του με το άρθρο 12 του ν. 2915/29-5-2001 και τυγχάνει εφαρμογής στην προκείμενη υπόθεση, της οποίας η πρώτη συζήτηση ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου έγινε πριν την 1-1-2002 (ΑΠ 1094/2006), οι ένορκες βεβαιώσεις μαρτύρων ενώπιον ειρηνοδίκη ή συμβολαιογράφου παραδεκτώς κατ' αρχήν προσκομίζονται στην τακτική διαδικασία τόσο ενώπιον και του μονομελούς πρωτοδικείου όσο στη διαδικασία της δευτεροβάθμιας δίκης ενώπιον του εφετείου (αρθ.524 παρ.1 ΚΠολΔ), εφόσον συντάχθηκαν πριν από τη δικάσιμο και έγιναν ύστερα από κλήτευση του αντιδίκου δύο τουλάχιστον ημέρες πριν τη βεβαίωση.
Κατά την έννοιας της διάταξης αυτής, εφόσον πρόκειται για ένορκες βεβαιώσεις που λαμβάνονται ενόψει της συγκεκριμένης δίκης κατά τη διεξαγωγή της οποίας προσκομίζονται από το διάδικο, η προηγούμενη εμπρόθεσμη κλήτευση του αντιδίκου του αποδεικνύοντος να παραστεί, αποτελεί στοιχείο του υποστατού αυτών ως αποδεικτικών μέσων, μη δυνάμενες να ληφθούν υπόψη ούτε προς άμεση, ούτε προς έμμεση απόδειξη (ΑΠ 1194/2006), η έλλειψη δε του στοιχείου αυτού λαμβάνεται υπόψη και αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο (ΑΠ 790/1994).
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 440 ΚΠολΔ τα δημόσια έγγραφα αποτελούν πλήρη απόδειξη για όσα βεβαιώνονται σ' αυτά, την αλήθεια των οποίων όφειλε να διαπιστώσει ο συντάξας το έγγραφο, επιτρέπεται όμως ανταπόδειξη. Η νόμιμη κλήτευση του διαδίκου να μετάσχει σε κάποια διαδικαστική πράξη, κατά το άρθρο 139 ΚΠολΔ, αποδεικνύεται μόνο με την έκθεση επίδοσης και ελέγχεται, από το δικαστήριο, το οποίο δεν αρκείται στη βεβαίωση περί τούτου του συμβολαιογράφου, ενώπιον του οποίου έγινε η εξέταση του μάρτυρα, αφού ο τελευταίος δεν είναι αρμόδιος να ελέγξει τούτο (ΑΠ 436/2007, 835/2006, 1316/2005).
Από τα ανωτέρω παρέπεται ότι ο διάδικος που επικαλείται και προσκομίζει ένορκες βεβαιώσεις, στις οποίες δεν βεβαιώνεται ότι παραστάθηκε ο αντιδράς του, οφείλει να ισχυρισθεί και με την επίκληση και προσκομιδή των σχετικών αποδεικτικών επίδοσης της σχετικής κλήσης, ότι νομότυπα και εμπρόθεσμα είχε καλέσει τον αντίδικό του να παραστεί κατά τη δόση των ενόρκων βεβαιώσεων (ΑΠ790/1994).
Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα διαδικαστικά έγγραφα της δικογραφίας, με τις από 15-2-2006 προτάσεις του ενώπιον του Εφετείου, που κατατέθηκαν στις 28-2-2006, ήτοι πριν από τη συζήτηση της υπόθεσης (1.3.2006), μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλομένη απόφαση, ο αναιρεσείων επικαλέσθηκε ότι προσκόμισε τις 181/2000 και 137/2000 ένορκες βεβαιώσεις μαρτύρων ενώπιον του Ειρηνοδίκη Κορίνθου, που λήφθηκαν έπειτα από νόμιμη και εμπρόθεσμη κλήτευση του αντιδίκου του.
Στην προσβαλ-λομένη απόφαση δεν αναφέρεται αν το Εφετείο έλαβε υπόψη τις ανωτέρω ένορκες βεβαιώσεις. Με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως, πρώτο μέρος, κατ' ορθή υπαγωγή από τον αριθ. 11 περ. γ' (και όχι και από το άρθρο 8, όπως εσφαλμένα αναφέρεται) του άρθρ. 559 ΚΠολΔ, προβάλλεται ότι το Εφετείο, παρά το νόμο, δεν έλαβε υπόψη τα ανωτέρω αποδεικτικά μέσα, χωρίς ωστόσο να προσκομίζονται από τον αναιρεσείοντα οι σχετικές πράξεις του Ειρηνοδίκη, στις οποίες περιέχονται οι ένορκες βεβαιώσεις μαρτύρων, ούτε οι εκθέσεις επιδόσεως της κλήσης του αντιδίκου του, όπως παραστεί κατ' αυτές, προκειμένου να αποδείξει ότι νομότυπα και εμπρόθεσμα είχε καλέσει αυτόν (αντίδικο) να παραστεί κατά τη λήψη των ενόρκων βεβαιώσεων.
Επομένως, ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι αβάσιμος. Με τον ίδιο λόγο αναιρέσεως (πρώτο), δεύτερο μέρος, επίσης από τον αριθ. 11 περ. γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αποδίδεται στο Εφετείο ότι, παρά το νόμο, δεν έλαβε υπόψη του την κατάθεση του εναγομένου, ο οποίος εξετάσθηκε χωρίς όρκο στο ακροατήριο του Πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, σχετικά με το ίδιο ως άνω θέμα, στην οποία περιέχει ομολογία τούτου ότι κύριος του επιδίκου ήταν ο δικαιοπάροχός του Δ.
Ενόψει, όμως, του ότι το Εφετείο απέρριψε την αγωγή κατά παραδοχή της ένστασης ιδίας κυριότητας του εναγομένου, η αιτίαση, αναφορικά με την μη λήψη υπόψη της χωρίς όρκο κατάθεσης αυτού (εναγομένου) δεν είναι λυσιτελής, αφού και αν ακόμη κύριος του επιδίκου ήταν ο Δ, καταλύθηκε η κυριότητά του. Επομένως, ο λόγος αυτός αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί ως αλυσιτελής.
Με τον ίδιο λόγο αναιρέσεως (πρώτο, δεύτερο μέρος), ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλομένη απόφαση, ότι το Εφετείο για το σχηματισμό του αποδεικτικού του πορίσματος, σε σχέση με την απόδειξη του αγωγικού ισχυρισμού του, ότι κύριος του επιδίκου ήταν ο δικαιοπάροχός του Δ, δεν έλαβε υπόψη την κατάθεση του μάρτυρα του εναγομένου.
Από την επισκόπηση όμως του προσκομιζομένου αντιγράφου της προσβαλλομένης αποφάσεως και ειδικότερα τόσο από την περιεχόμενη σ' αυτήν γενική μνεία όλων των κατ' είδος αποδεικτικών μέσων και μάλιστα και των μαρτυρικών καταθέσεων, σε συνδυασμό με όλο το περιεχόμενό της, δεν γεννάται αμφιβολία ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη και εξετίμησε και το ανωτέρω αποδεικτικό μέσο.
Συνεπώς, ο λόγος αυτός, ως προς το ανωτέρω μέρος του, είναι αβάσιμος.
Με τον έκτο λόγο αναιρέσεως, προβάλλεται η αιτίαση από το άρθρο 559 αρ. 11α ΚπολΔ, ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που ο νόμος δεν επιτρέπει και συγκεκριμένα έλαβε υπόψη (4) ένορκες βεβαιώσεις, που προσκόμισε και επικαλέσθηκε ο εναγόμενος-αναιρεσίβλητος, ήτοι τις 666 και 667/1995 ενώπιον του Ειρηνοδίκη Κορίνθου και τις 9124 και 9125/1999 ενώπιον του Συμβολαιογράφου Κορίνθου Αντωνίου Ρομπόκου, αντί τρεις (3), που είναι το ανώτατο όριο, σύμφωνα με το άρθρο 270 παρ. 2 εδαφ. γ' ΚπολΔ. Ο λόγος αυτός αναιρέσεως είναι απαράδεκτος, διότι ο περιορισμός των ενόρκων βεβαιώσεων μέχρι τρεις (3) το πολύ, που λαμβάνονται υπόψη από το δικαστήριο, εφόσον έχουν ληφθεί αποκλειστικά, για τη συγκεκριμένη δίκη ισχύει, για τις υποθέσεις που εισάγονται προς εκδίκαση, μετά την 1η Ιανουαρίου 2002, ότε με το άρθρο 15 του Ν. 2943/2001 ο χρόνος έναρξης ισχύος του άρθρου 12 του Ν. 2915/2001, με βάση το οποίο τροποποιήθηκε το άρθρο 270 ΚΠολΔ, ορίσθηκε έκτοτε και δεν αφορά (ο ανωτέρω περιορισμός) τη συγκεκριμένη υπόθεση, της οποίας ο χρόνος πρώτης συζητήσεως ενώπιον του (αρμοδίου) Μονομελούς Πρωτοδικείου είχε ορισθεί για την 22-11-1995 (βλ. άρθρο 22 και 38 του Ν. 2915/2001).
Κατ' ακολουθίαν, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου (άρθρ. 176 και 183 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 12 Δεκεμβρίου 2006 αίτηση του Χ, για αναίρεση της 337/2006 απόφασης του Εφετείου Ναυπλίου.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία καθορίζει σε δύο χιλιάδες εφτακόσια (2700) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 17 Ιουνίου 2010. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 8 Ιουλίου 2010.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ