1337/2008 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 21 Ιανουαρίου 2008, με την παρουσία και της Γραμματέως Σουζάνας Κουφιάδου, για να δικάσει μεταξύ : Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 08.05.2002 αγωγή του ήδη πρώτου αναιρεσιβλήτου και την από 30.11.2002 αγωγή του πρώτου αναιρεσείοντος που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις : 6644/2004 οριστική του ίδιου δικαστηρίου και 9454/2005 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 07.02.2006 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Βασίλειος Ρήγας ανέγνωσε την από 12.07.2006 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την αναίρεση της προσβαλλομένης αποφάσεως. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, οι πληρεξούσιοι των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
Legislator headnote
AI generated1337/2008 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Περαιτέρω, µε την § 1 του άρθρου 14 του Συντάγµατος ορίζεται ότι καθένας µπορεί να εκφράζει και να διαδίδει προφορικά, γραπτά και δια του τύπου τους στοχασµούς του, τηρώντας τους νόµους του Κράτους, στη δε § 2 του ιδίου άρθρου ότι ο τύπος είναι ελεύθερος και η λογοκρισία και κάθε άλλο προληπτικό µέτρο απαγορεύονται.
Full text
Απόφαση 1337 / 2008 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1337/2008
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές : Δημήτριο Λοβέρδο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βασίλειο Ρήγα, Δημήτριο Δαλιάνη, Ιωάννη-Σπυρίδωνα Τέντε και Δημήτριο Πατινίδη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 21 Ιανουαρίου 2008, με την παρουσία και της Γραμματέως Σουζάνας Κουφιάδου, για να δικάσει μεταξύ :
Των αναιρεσειόντων : Χ1 και Χ2, τους οποίους εκπροσώπησε ο πληρεξούσιος δικηγόρος τους Μιχαήλ Δημητρακόπουλος.
Των αναιρεσιβλήτων : Ψ1, τον οποίο εκπροσώπησε ο πληρεξούσιος δικηγόρος του Ιωάννης Μαντούβαλος και Ψ2) της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΡΑΔΙΟΦΩΝΙΑ ΤΗΛΕΟΡΑΣΗ (ΕΡΤ Α.Ε), που εδρεύει στην Αγία Παρασκευή Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, την οποία εκπροσώπησε η πληρεξούσια δικηγόρος της Παναγιώτα Κατσιρούμπα.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 08.05.2002 αγωγή του ήδη πρώτου αναιρεσιβλήτου και την από 30.11.2002 αγωγή του πρώτου αναιρεσείοντος που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις : 6644/2004 οριστική του ίδιου δικαστηρίου και 9454/2005 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 07.02.2006 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Βασίλειος Ρήγας ανέγνωσε την από 12.07.2006 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την αναίρεση της προσβαλλομένης αποφάσεως. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, οι πληρεξούσιοι των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή κατά το άρθρο 559 αρ. 1 και 19 ΚΠολΔ, επιτρέπεται αναίρεση, αν παρεβιάσθη κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο, ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου, καθώς και αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς επί ζητήματος που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Εξάλλου, από το συνδυασµό των διατάξεων των άρθρων 57, 58 και 59 ΑΚ, που προστατεύουν το δικαίωµα της προσωπικότητας του ατόµου, το οποίο αποτελεί πλέγµα αγαθών που συνθέτουν την υπόσταση του προσώπου, όπως είναι η τιµή αυτού, προκύπτει ότι παρέχεται στον προσβαλλόµενο δικαίωµα να ζητήσει άρση της προσβολής και παράλειψη αυτής στο µέλλον, καθώς και χρηµατική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, υπό την προϋπόθεση ότι υπάρχει σηµαντική προσβολή του θιγοµένου και πταίσµα του προσβαλόντος, για το σχηµατισµό δε της σχετικής αξιολογικής κρίσεως του δικαστηρίου εκτιµώνται όλα τα περιστατικά που χαρακτηρίζουν τη συγκεκριµένη περίπτωση.
Περαιτέρω, κατά την § 1 του άρθρου µόνου του ν. 1178/1981 "περί αστικής ευθύνης του τύπου και άλλων τινών διατάξεων", ο ιδιοκτήτης παντός εντύπου υποχρεούται σε πλήρη αποζηµίωση για την παράνοµη περιουσιακή ζηµία, καθώς και σε χρηµατική ικανοποίηση για την ηθική βλάβη, που προξενήθηκαν υπαίτια µε δηµοσίευµα, το οποίο θίγει την τιµή και την υπόληψη οποιουδήποτε ατόµου, έστω και αν η κατά το άρθρο 914 ΑΚ υπαιτιότητα ή η κατά το άρθρο 919 ΑΚ πρόθεση και η κατά το άρθρο 920 ΑΚ γνώση ή υπαίτια άγνοια συντρέχει στο συντάκτη του δηµοσιεύµατος ή, αν αυτός είναι άγνωστος, στον εκδότη ή στον διευθυντή συντάξεως του εντύπου, ενώ η § 2 του ιδίου άρθρου προβλέπει το ελάχιστο ποσό χρηµατικής ικανοποιήσεως που πρέπει, κατά το άρθρο 932 ΑΚ, να καταβληθεί στον αδικηθέντα από τις αναφερόµενες στην προηγούµενη παράγραφο πράξεις.
Ακόµη, µε το άρθρο 4 § 10 του ν. 2328/1995 ορίζεται ότι στο άρθρο µόνο του ανωτέρω ν. 1178/1981 υπάγονται και οι τηλεοπτικοί και ραδιοφωνικοί σταθµοί, ότι στα κατά το ν. 1178/1981 "δηµοσιεύµατα" περιλαµβάνονται και οι τηλεοπτικές και ραδιοφωνικές εκποµπές, και προκειµένου για τηλεοπτικούς και ραδιοφωνικούς σταθµούς, ως "εκδότης" νοείται ο νόµιµος ή οι περισσότεροι νόµιµοι εκπρόσωποι της αδειούχου εταιρίας, ως "διευθυντής" ο υπεύθυνος προγράµµατος και στις ειδησεογραφικές εκποµπές ο διευθυντής του τµήµατος ειδήσεων, ως "συντάκτης" δε του δηµοσιεύµατος ο παραγωγός ή ο δηµοσιογραφικός υπεύθυνος ή ο δηµοσιογράφος-συντονιστής ή παρουσιαστής της εκποµπής, ανάλογα µε το είδος και τη δοµή αυτής, και τέλος ότι το προβλεπόµενο στην § 2 του άρθρου μόνου του ν. 1178/1981 ελάχιστο ποσό χρηµατικής ικανοποιήσεως, προκειµένου για τηλεοπτικούς σταθµούς εθνικής εµβελείας, καθορίζεται σε 100.000.000 δραχµές ως ελάχιστο όριο της οφειλομένης χρηµατικής ικανοποιήσεως λόγω ηθικής βλάβης του αδικηθέντος, υπό την αυτονόητη προϋπόθεση ότι, αν δεν υπάρχει για οποιοδήποτε λόγο ευθύνη στο πρόσωπο των προαναφερθέντων προσώπων, τα οποία ενέχονται κατά τις γενικές διατάξεις, δεν υπάρχει και ευθύνη του εκδότη και ως εκ τούτου δεν θεµελιώνεται αξίωση προς αποζηµίωση των θιγοµένων από το επίµαχο δηµοσίευµα προσώπων.
Από τις ως άνω ειδικές διατάξεις, που εφαρµόζονται στις περιπτώσεις προσβολής της προσωπικότητας µε δηµοσιεύµατα του τύπου ή µε τηλεοπτικές και ραδιοφωνικές εκποµπές, προκύπτει ότι το άρθρο µόνο του ν. 1178/1981, που εφαρµόζεται από 3.8.1995 (ηµεροµηνία ισχύος του ν. 2328/1995) και στους τηλεοπτικούς σταθµούς, αναφέρεται µόνο στους ιδιοκτήτες των άνω σταθµών και περιορίζει την υποχρέωση αυτών προς αποζηµίωση για περιουσιακή ζηµία και χρηµατική ικανοποίηση για ηθική βλάβη µόνο στην περίπτωση που προσβάλλεται µε τις τηλεοπτικές εκποµπές ορισµένη έκφανση της προσωπικότητας κάποιου ατόµου και συγκεκριµένα µόνο όταν θίγεται η τιµή και η υπόληψη του εµφανιζομένου ή αναφερομένου στις εκποµπές αυτές προσώπου.
Με αυτά τα δεδοµένα παρέπεται ότι ο ιδιοκτήτης τηλεοπτικού σταθµού, πριν µεν από την ισχύ του ν. 2328/1995, ευθυνόταν για τις τηλεοπτικές εκποµπές που προσέβαλλαν την προσωπικότητα κάποιου ατόµου (οποιαδήποτε έκφανση αυτής), εις ολόκληρο µε τους κυρίως υπευθύνους παραγωγούς, δηµοσιογράφους κλπ, που προστήθηκαν από αυτόν (ιδιοκτήτη) στην οργάνωση και παρουσίαση των σχετικών εκποµπών, και ήταν γι' αυτό υποχρεωµένος να ικανοποιήσει τις προβλεπόµενες στα άρθρα 57 και 59 ΑΚ αξιώσεις του προσβληθέντος, σύµφωνα µε τις γενικές διατάξεις των εν λόγω άρθρων και τα άρθρα 914, 922 και 932 ΑΚ, ενώ µετά την ισχύ του ανωτέρω νόµου, ευθύνεται µε τις προϋποθέσεις του άρθρου μόνου του ν. 1178/1981, στα ρυθμιζόμενα από τις διατάξεις αυτού θέματα, δηλαδή υποχρεούται σε αποζημίωση και χρηματική ικανοποίηση μόνον εφόσον θίγεται με τις τηλεοπτικές εκπομπές η τιμή και η υπόληψη κάποιου προσώπου.
Εάν όμως με τις εκπομπές αυτές δεν θίγεται καθόλου η τιμή και η υπόληψή του, αλλά προσβάλλεται μόνον κάποια άλλη έκφανση της προσωπικότητάς του, δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ανωτέρω νόμου και δεν υπάρχει γι' αυτό υποχρέωση του ιδιοκτήτη του τηλεοπτικού σταθμού προς αποζημίωση και πληρωµή χρηµατικής ικανοποιήσεως.
Τέτοια υποχρέωση έχουν στην περίπτωση αυτή µόνο οι αµέσως υπεύθυνοι της εκποµπής, σύµφωνα µε τις προαναφερόµενες γενικές διατάξεις, κατά τις οποίες άλλωστε εξακολουθεί να ευθύνεται και ο ιδιοκτήτης του σταθµού για την άρση της προσβολής και την παράλειψη αυτής στο µέλλον, αφού το θέµα αυτό δεν ρυθµίζεται από τις ειδικές διατάξεις του ν. 1178/1981.
Περαιτέρω, µε την § 1 του άρθρου 14 του Συντάγµατος ορίζεται ότι καθένας µπορεί να εκφράζει και να διαδίδει προφορικά, γραπτά και δια του τύπου τους στοχασµούς του, τηρώντας τους νόµους του Κράτους, στη δε § 2 του ιδίου άρθρου ότι ο τύπος είναι ελεύθερος και η λογοκρισία και κάθε άλλο προληπτικό µέτρο απαγορεύονται.
Ο τύπος επιτελεί κοινωνικό λειτούργηµα, ασκών καθήκοντα τα οποία ο ίδιος επιλέγει, βάσει της αποστολής του, που συνίσταται στην πληροφόρηση και τη σύµπραξη για τη διαµόρφωση της κοινής γνώµης. Η ελευθερία του τύπου δεν αποτελεί όµως αυτοσκοπό και συνακολούθως δεν πρέπει να συνεπάγεται τη θυσία άλλων εννόµων αγαθών, γι' αυτό και υπάγεται, σύµφωνα µε την § 1 του άρθρου 14 του Συντάγµατος, στο γενικό περιορισµό της τηρήσεως των νόµων του Κράτους, οι οποίοι και αποτελούν το γενικό νοµικό πλαίσιο µέσα στο οποίο κινείται και αναπτύσσεται ελεύθερα ο τύπος.
Κατά συνέπεια, µε νόµο µπορεί να περιορισθεί η ελευθερία διαδόσεως των στοχασµών και η αντίστοιχη ελευθερία πληροφορήσεως, αρκεί οι περιορισµοί αυτοί να είναι γενικής φύσεως, να αποτελούν κατασταλτικά µέτρα και να µη θίγουν τον πυρήνα του δικαιώµατος της ελευθερίας του τύπου και της ελεύθερης δηµοσιογραφίας, η οποία χωρίς να ανάγεται σε δηµόσια λειτουργία, πρέπει να λειτουργεί προς όφελος του κοινωνικού συνόλου.
Η ελευθεροτυπία και η ελεύθερη δηµοσιογραφία µέσα στα πλαίσια της συνταγµατικά κατοχυρωµένης ελευθερίας του τύπου εµφανίζεται ως ελεύθερη έκφραση στοχασµών, ως αδέσµευτη δηµοσιογραφία και ως έντυπη άσκηση κριτικής και ελέγχου των δηµοσίων προσώπων και πραγµάτων. Όµως, σύµφωνα µε το άρθρο 25 § 3 του Συντάγµατος και το άρθρο 281 ΑΚ, εν συνδυασμώ προς το άρθρο 10 της Διεθνούς Συµβάσεως της Ρώµης, που κυρώθηκε µε το ν.δ. 53/1974, το δικαίωµα της ελευθεροτυπίας, όπως και της ελεύθερης δηµοσιογραφίας, υπόκειται στους περιορισµούς των νόµων, µε τους οποίους επιδιώκεται όχι να παρεµποδισθεί η ελευθεροτυπία και η ελεύθερη δηµοσιογραφία, αλλά να προστατευθούν τα άτοµα, τα νοµικά πρόσωπα και το κοινωνικό σύνολο από την καταχρηστική άσκηση του ρηθέντος συνταγµατικού δικαιώµατος.
Όσο όµως και αν τα όρια µεταξύ της ελεύθερης και της καταχρηστικής ασκήσεως του δικαιώµατος της ελευθεροτυπίας είναι δυσδιάκριτα, προσδιορίζονται αυτά ικανοποιητικά ως προς την προστασία της τιµής και της υπολήψεως τρίτων και την προσβολή της προσωπικότητάς τους από τα άρθρα 361-369 ΠΚ. Περαιτέρω, επί προσβολής της τιµής προσώπου προβλέπεται στο άρθρο 367 ΠΚ ότι δεν αποτελούν άδικη πράξη και εποµένως δεν δηµιουργούν υποχρέωση προς αποζηµίωση οι εκδηλώσεις που γίνονται, πέραν των άλλων περιπτώσεων, και από δικαιολογηµένο ενδιαφέρον, εκτός αν περιέχουν τα συστατικά στοιχεία της συκοφαντικής δυσφηµήσεως, καθώς και όταν από τον τρόπο της εκδηλώσεως ή τις περιστάσεις τελέσεως της πράξεως προκύπτει σκοπός εξυβρίσεως.
Δικαιολογημένο δε ενδιαφέρον, που πηγάζει από τη συνταγματικά κατοχυρωμένη ελευθερία και την κοινωνική αποστολή του τύπου, έχουν και τα πρόσωπα που συνδέονται µε τη λειτουργία του και κατά κύριο λόγο οι δηµοσιογράφοι για τη δηµοσίευση ειδήσεων, γεγονότων και σχολίων σχετικών µε τις ενέργειες ή παραλείψεις και τη συµπεριφορά προσώπων που παρουσιάζουν ενδιαφέρον για το κοινωνικό σύνολο.
Για τις πράξεις ή τη συµπεριφορά των προσώπων αυτών µπορούν να δηµοσιευθούν ειδήσεις και σχόλια για την πληροφόρηση του κοινού και µε οξεία ακόµη κριτική ή δυσµενείς χαρακτηρισµούς των προσώπων στα οποία αναφέρονται. Και στην περίπτωση όµως αυτή, ο άδικος χαρακτήρας της εξυβριστικής ή δυσφηµιστικής εκδηλώσεως δεν αίρεται και συνεπώς παραµένει η παρανοµία ως ουσιαστικό στοιχείο της αδικοπραξίας, όταν η παραπάνω εκδήλωση αποτελεί συκοφαντική δυσφήµηση, ή όταν από τον τρόπο και από τις περιστάσεις που έγινε αυτή, προκύπτει σκοπός εξυβρίσεως, δηλαδή σκοπός που κατευθύνεται ειδικώς σε προσβολή της τιµής άλλου, µε αµφισβήτηση της ηθικής ή κοινωνικής αξίας του προσώπου ή µε περιφρόνηση αυτού.
Ειδικός σκοπός εξυβρίσεως εµφαίνεται στον τρόπο εκδηλώσεως της προσβλητικής συµπεριφοράς, όταν αυτός δεν ήταν αντικειµενικά αναγκαίος για την απόδοση της σκέψεως αυτού, που φέρεται ότι ενεργεί από δικαιολογηµένο ενδιαφέρον, ο οποίος, παρά ταύτα, χρησιµοποίησε τον τρόπο αυτό για να προσβάλει την τιµή άλλου.
Τέλος, ο καθορισµός από το νόµο του ανωτέρω ελαχίστου ποσού χρηµατικής ικανοποιήσεως σκοπό έχει να διασφαλίσει µία ελάχιστη προστασία των πολιτών από ιδιαίτερα έντονες εκ της µεγάλης δηµοσιότητας προσβολές της τιµής και της υπολήψεώς τους και είναι σύµφωνος µε την εκ του άρθρου 2 § 1 επιταγή του Συντάγµατος για το σεβασµό και την προστασία της αξίας του ανθρώπου, ως πρωταρχικής υποχρεώσεως της πολιτείας.
Αποτελεί δε άσκηση της παρεχομένης από το άρθρο 26 § 1 του Συντάγµατος εξουσίας του νοµοθέτη, δικαιούµενου κατά τη ρύθµιση των βιοτικών σχέσεων και τον καθορισµό κυρώσεων και υποχρεώσεων, που απορρέουν από τη συµπεριφορά των πολιτών, να θέτει και ελάχιστα ή ανώτατα όρια ή και τα δύο µαζί, κατ' αφηρηµένη αξιολόγηση, µέσα στα οποία υποχρεούται να κινηθεί ο δικαστής κατά την εξειδίκευση του κανόνα στη συγκεκριµένη περίπτωση, χωρίς να συνιστά και ανεπίτρεπτη, κατά την § 3 του ιδίου άρθρου του Συντάγµατος, επέµβαση στη δικαιοδοτική εξουσία του δικαστή.
Κατά την άσκηση, δηλαδή, της εξουσίας αυτής, ο νοµοθέτης µπορεί να προσδιορίζει τόσο τις προϋποθέσεις αποζηµιώσεως και χρηµατικής ικανοποιήσεως, εξαιτίας αστικού ή ποινικού αδικήµατος, όσο και τη µορφή τους, καθώς και ελάχιστο, στην περίπτωση χρηµατικής ικανοποιήσεως ποσό, όπως ακριβώς συµβαίνει και στο πεδίο του ποινικού δικαίου µε τον καθορισµό πλαισίου των στερητικών της ελευθερίας και των χρηµατικών ποινών.
Δικαιούται, όµως, παράλληλα και υποχρεούται το δικαστήριο, κατά την άσκηση της δικαιοδοτικής του λειτουργίας, να ερευνά αν στη συγκεκριµένη περίπτωση µε την επιδίκαση του προβλεπόµενου από το νόµο ελαχίστoυ ορίου χρηµατικής ικανοποιήσεως, παραβιάζεται η συνταγµατική αρχή της αναλογικότητας, µε την έννοια της αναλογικότητας µεταξύ του χρησιµοποιουμένου µέτρου και του επιδιωκομένου σκοπού και σε περίπτωση παραβιάσεώς της, εν όψει των ιδιαιτέρων συνθηκών (είδος και βαρύτητα της προσβολής, εκτάσεως της δηµοσιότητας, βαθµού υπαιτιότητας και κοινωνικής θέσεως και οικονοµικής καταστάσεως των µερών), να µην εφαρµόσει τη διάταξη για το ελάχιστο όριο και να επιδικάσει µικρότερο ποσό χρηµατικής ικανοποίησης.
Η αρχή της αναλογικότητας, διέπει το σύνολο της εννόµου τάξεως, γίνεται δε πλέον αναφορά περί αυτής και στο άρθρο 25 § 1 εδ. 2 του Συντάγµατος, όπως ισχύει από 18.4.2001 µετά την αναθεώρηση από την Ζ' Αναθεωρητική Βουλή των Ελλήνων, σύµφωνα µε το οποίο οι κάθε είδους περιορισµοί, που µπορούν να επιβληθούν στα δικαιώµατα του ανθρώπου ως ατόµου και ως µέλους του κοινωνικού συνόλου, πρέπει να προβλέπονται είτε απευθείας από το Σύνταγµα είτε από το νόµο, εφόσον υπάρχει επιφύλαξη υπέρ αυτού και να σέβονται την αρχή της αναλογικότητας, µε την έννοια της αδυναµίας του κοινού νοµοθέτη, να θεσπίζει κυρώσεις, που καθίστανται στη συγκεκριµένη περίπτωση, υπέρµετρες και δυσανάλογες, εν αναφορά προς το µέγεθος της προσβολής του συγκεκριµένου έννοµου αγαθού, του οποίου επιδιώκεται η προστασία, τουθόπερ ερευνάται δικαστικώς, κατά τον έλεγχο της συνταγµατικότητας του νόµου.
Δηλαδή οι περιορισµοί δέον να οριοθετούνται µε βάση τα εννοιολογικά στοιχεία της προσφορότητας και της αναγκαιότητας του λαµβανοµένου µέτρου και της αναλογίας του προς τον επιδιωκόµενο µε αυτό σκοπό.
Εν προκειμένω, το Εφετείο, δικάζον εφέσεις των αναιρεσειόντων Χ1 και Χ2 και του πρώτου των αναιρεσιβλήτων Ψ1, εδέχθη με την αναιρεσιβαλλομένη απόφασή του τα ακόλουθα: Ο ενάγων στην πρώτη αγωγή - τρίτος των εναγομένων στην τρίτη αγωγή Ψ1 είναι δημοσιογράφος της πρώτης των εναγομένων στην τελευταία αγωγή ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΡΑΔΙΟΦΩΝΙΑ ΤΗΛΕΟΡΑΣΗ Α.Ε.", που κατέχει άδεια λειτουργίας του εθνικής εμβέλειας τηλεοπτικού σταθμού "ΝΕΑ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΤΗΛΕΟΡΑΣΗ (ΝΕΤ)".
Την 11-10-2001 και ώρα 23.00' ο πιο πάνω τηλεοπτικός σταθμός μετέδωσε την εκπομπή με τίτλο "Ρεπορτάζ Χωρίς Σύνορα" και θέμα "Εδώ Αφγανιστάν", παραγωγός και παρουσιαστής της οποίας ήταν ο ενάγων στην πρώτη αγωγή Ψ1. Πρέπει δε να τονιστεί ότι κατά την εποχή εκείνη και συγκεκριμένα ένα μήνα μετά το τρομοκρατικό κτύπημα στη Νέα Υόρκη (11-9-2001) οι ενημερωτικές εκπομπές είχαν τη μέγιστη ακροαματικότητα και η κοινή γνώμη αγωνιούσε για τις εξελίξεις στο Αφγανιστάν.
Ο πιο πάνω ενάγων στην εισαγωγή που έκανε για το θέμα της εκπομπής αυτής ανέφερε κατά λέξη τα εξής: "Παρακολουθείτε μία έκτακτη εκπομπή για τα ψέματα και την προπαγάνδα στα χρόνια του πολέμου. Αφορμή μας έδωσε ένα ελληνικό ιδιωτικό κανάλι, που άρχισε τα ψέματα πριν αρχίσει ο πόλεμος. Πριν από 15 ημέρες παρουσίασε μία παγκόσμια αποκλειστικότητα.
Σκηνές μέσα από το Αφγανιστάν των Ταλιμπάν. Όπως θα δείξουμε στη συνέχεια της εκπομπής, πρόκειται για σκηνές που έχουν γυριστεί όλες, μα όλες χωρίς καμία εξαίρεση, στο Πακιστάν. Μείνετε μαζί μας για να δείτε πως προσπαθούν να σας τρομοκρατήσουν και να σας δουλέψουν". Κατά τη διάρκεια της εκπομπής ο πιο πάνω ενάγων Ψ1 διάβασε μία επιστολή, την οποία είχε προηγουμένως αποστείλει στον πέμπτο των εναγομένων Χ1, με το παρακάτω περιεχόμενο: "Πριν δύο ημέρες έστειλα αυτή την επιστολή προς τον Χ1, αναπληρωτή διευθυντή ειδήσεων του ΤΕΜΡΟ.
Στις 28, 29 και 30 Σεπτεμβρίου, το κανάλι σας μετέδωσε κατ' επανάληψη ρεπορτάζ με εικόνες, οι οποίες υποστήριξε ότι προέρχονταν μέσα από το Αφγανιστάν. Το ρεπορτάζ αυτό παρουσιάστηκε μάλιστα από το σταθμό σας ως παγκόσμια αποκλειστικότητα. Έχουμε σοβαρότατα στοιχεία ότι όλες οι εικόνες του ρεπορτάζ χωρίς καμία εξαίρεση έχουν γυριστεί στο Πακιστάν.
Πρόκειται, όπως καταλαβαίνετε, για σοβαρότατο πρόβλημα δημοσιογραφικής δεοντολογίας, πολύ περισσότερο αφού οι εικόνες αυτές με τα όπλα, τις πολεμοχαρείς δηλώσεις και τη μουσική που τη συνοδεύει, προκαλούν μεγάλη ανησυχία στο κοινό. Επειδή στο Ρεπορτάζ Χωρίς Σύνορα της Πέμπτης 11 Οκτωβρίου πρόκειται να αναφερθώ στο περιστατικό, θα ήθελα να έχω και τη δική σας άποψη.
Η συνέχεια επί της οθόνης". Στο τέλος δε της εκπομπής αυτής ο πιο πάνω ενάγων Ψ1 πρόσθεσε τα εξής: "Το ΤΕΜΡΟ δεν απάντησε στην επιστολή, με την οποία του ζητήσαμε να εκφράσει την άποψή του. Όταν πριν 3 χρόνια καταγγείλαμε τις απάτες στην Αλβανία δεν έγινε τίποτα, αντίθετα με κατηγόρησαν ότι είχα προσβάλει ορισμένους συναδέλφους, εντός εισαγωγικών, και με κάλεσαν σε απολογία.
Έτσι οι απάτες συνεχίστηκαν. Σήμερα άλλοι δίνουν λεφτά σε μαχητές για να ρίχνουν όλμους αυτοί οι μαχητές και να έχουμε ωραίο φόντο για τις παρουσιάσεις τους. Και άλλοι, το χειρότερο, παρουσιάζουν παγκόσμιες αποκλειστικότητες εντός εισαγωγικών. Έτσι οι απάτες σε αυτόν τον πόλεμο θα συνεχιστούν πολύ περισσότερο ότι αυτός ο πόλεμος προβλέπεται να είναι ο πιο μυστικός στην ιστορία της ανθρωπότητας, έτσι όπως διεξάγεται, σε απόλυτη μυστικότητα, σε μυστικές επιχειρήσεις.
Θα μαζέψουμε όλα τα ψέματα και θα σας τα παρουσιάσουμε σε μία ειδική εκπομπή την πρωταπριλιά". Μετά ταύτα την 12-10-2001 και ώρα 17.00' μεταδόθηκε από την τηλεοπτικό σταθμό της πρώτης των εναγομένων στην πρώτη αγωγή τηλεοπτικής εταιρείας, που λειτουργούσε με το διακριτικό τίτλο "ΤΕΜΡΟ", η καθημερινή εκπομπή "Γυάλινος Τοίχος", της οποίας παρουσιάστρια ήταν η δεύτερη των εναγομένων Χ2.
Η τελευταία κατά την έναρξη αυτής επανέλαβε δύο φορές τις φράσεις: "Γι' αυτήν τη δημοσιογραφική αλητεία θα προσφύγουμε στο ραδιοτηλεοπτικό συμβούλιο", ενώ επανειλημμένα χαρακτήρισε την εκπομπή της προηγούμενης ημέρας του ενάγοντος Ψ2 "κατασκευασμένη εκπομπή, αήθη επίθεση, κατασκευασμένο άθλιο ρεπορτάζ".
Στην ίδια ως άνω εκπομπή της δεύτερης των εναγομένων συμμετείχαν και οι Α, δημοσιογράφος (τρίτος των εναγομένων) και Β (τέταρτος των εναγομένων), οι οποίοι ανέφεραν τα εξής: α) Ο Α: "Η εκπομπή του Ψ1 εμπνέεται από μία Γκαιμπελική άποψη, δηλαδή δείξτε κάτι και θα μείνει... Υπάρχει το περίφημο βιβλίο με το Έγκλημα στην Κεντρική Επιτροπή, για το οποίο μπορούμε να σας μιλήσουμε...
Την τρίτη υπόθεση την ξέρω γιατί δεν χαλάλισα το χρόνο μου να διαβάσω το βιβλίο. Απ' ότι φαίνεται ο φίλος μας ο συνάδελφος έχει χαλαλίσει το χρόνο του να διαβάσει το βιβλίο και ξέρει πολύ περισσότερες λεπτομέρειες και γι' αυτήν τη συγγραφική απάτη... Εν πάση περιπτώσει, εγώ δεν δέχομαι επ' ουδενί μαθήματα δημοσιογραφίας και δημοσιογραφικής δεοντολογίας, όταν μάλιστα κάποιος κάπου έχει λερωμένη τη φωλιά του.
Εγώ αυτό δεν το δέχομαι" και β) ο Β: "Δεν το διάβασα εγώ (το βιβλίο), το διάβασε η ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ. Έγραψε ακριβώς το τι συνέβαινε με αυτό το βιβλίο. Η ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ με ένα αφιέρωμα μεγάλο κατηγόρησε τον κύριο Ψ1 ότι αντέγραψε ένα βιβλίο, το οποίο ήταν Ισπανού συγγραφέα και το οποίο ήταν σχεδόν mot a mot... Βγήκε στα ελληνικά.
Και γίνανε τα ονόματα ελληνικά". Επίσης, η δεύτερη των εναγομένων Χ2 ολοκλήρωσε την πιο πάνω εκπομπή της, ισχυριζόμενη ότι ο ενάγων πρόβαλε στη δική του εκπομπή μόνο λίγα δευτερόλεπτα από το πιο πάνω ρεπορτάζ του "ΤΕΜΡΟ" και ανέφερε κατά λέξη: "Γιατί κύριε Ψ1 δείξατε μόνο τα πρώτα δευτερόλεπτα; Θα αποκαλύψουμε τη δημοσιογραφική αθλιότητα του κυρίου Ψ1".
Επίσης, στο κεντρικό δελτίο ειδήσεων της ίδιας ημέρας (12-10-2001) της 19.30, που παρουσίασε ο τρίτος των εναγομένων Α, ο τελευταίος επανήλθε στο θέμα ξεκινώντας με τη φράση "Αήθη και πρωτοφανή επίθεση υπέστη χθες ο σταθμός και εγώ προσωπικά", ενώ στη συνέχεια ο ενάγων χαρακτηρίστηκε ως "συκοφάντης, που προχώρησε στην εκπομπή εξυπηρετώντας ποιός ξέρει ποιούς", επανειλημμένα δε έγινε λόγος απ' αυτόν για "δημοσιογραφικές απάτες του κυρίου Ψ1", για "εκπομπή λίβελο, που επαναλάμβανε επί μία ώρα το ίδιο ψέμα".
Στη συνέχεια του δελτίου ειδήσεων εμφανίστηκε σε ζωντανή σύνδεση ("παράθυρο") ο τεχνικός του σταθμού και φερόμενος ως εισελθών στο Αφγανιστάν Γ, στον οποίο ο ως άνω Α επαναλάμβανε ότι σε τηλεφωνική συνομιλία που είχε ο ενάγων Ψ1 με τον πέμπτο των εναγομένων Χ1 και η οποία προηγήθηκε της εκπομπής του ενάγοντος, ο τελευταίος συνέστησε στον πρώτο "Εγώ δεν μπορώ να κάνω πίσω.
Φόρτωσέ τα στον τεχνικό και θα βγεις λάδι". Επιπλέον, ακριβώς το ίδιο περιεχόμενο είχαν και οι νυκτερινές ειδήσεις του σταθμού της ίδιας ημέρας, ενώ και την επόμενη ημέρα, Σάββατο 13-10-2001, στο κεντρικό δελτίο ειδήσεων στις 19.30' ο τρίτος των εναγομένων Α ανέφερε μεταξύ των άλλων και τα εξής: "... Ο Ψ1συνέχισε και χθες την αήθη επίθεσή του...
Οι μάσκες έπεσαν, ο Ψ1 εκτίθεται ανεπανόρθωτα, γεγονός που αποδεικνύει την ενορχηστρωμένη επίθεση εναντίον του ΤΕΜΡΟ, παρέσυρε τον κ. Δ γιατί του έδειξε μέρος του ρεπορτάζ... βρίσκεται σε καθεστώς πανικού και αντί να ζητήσει συγνώμη επιμένει... αναρωτιόμαστε που μπορεί να σταματήσει ο κατήγορος αυτού του ανθρώπου, που είναι κοινός συκοφάντης", χαρακτήρισε δε την εκπομπή του ενάγοντος "απρόκλητη αλλά ενορχηστρωμένη επίθεση που ξεμπροστιάστηκε", ενώ επαναλάμβανε ότι το προαναφερόμενο βιβλίο του ενάγοντος είναι προϊόν λογοκλοπής και απειλούσε με πολλές άλλες αποκαλύψεις εναντίον του για "πολλά άλλα για τα οποία επιφυλασσόμαστε".
Επιπλέον, στα ως άνω δελτία ειδήσεων του τηλεοπτικού σταθμού "ΤΕΜΡΟ" γίνεται μία γενικότερη αναφορά στο πρόσωπο του ενάγοντος με ανάλογες φράσεις κατά τρόπο προσβλητικό της τιμής και της προσωπικότητάς του. Ο ενάγων Ψ1 ισχυρίζεται στην από 8-5-2002 αγωγή του (πρώτη) ότι με τις εκτιθέμενες αναφορές τους στο πρόσωπό του οι δεύτερη, τρίτος και τέταρτος των εναγομένων δημοσιογράφοι (Χ2, Α και Β αντίστοιχα) και επιπλέον γενικότερα με τις αναφερόμενες ειδησεογραφικές εκπομπές για τις οποίες ευθύνονται αντικειμενικά η πρώτη ιδιοκτήτρια του τηλεοπτικού σταθμού και ο πέμπτος αυτών (εναγομένων), διευθυντής ειδήσεων αυτής, προέβησαν σε συκοφαντική δυσφήμιση τούτου (ενάγοντος) και διέδωσαν εν γνώσει τους σε βάρος του τις αναφερόμενες αναληθείς ειδήσεις και γεγονότα, που είναι μειωτικά για την τιμή και την υπόληψή του και επιπλέον προσέβαλαν παράνομα και υπαίτια την προσωπικότητά του.
Επίσης, ο ενάγων Χ1 ισχυρίζεται στην από 30-11-2002 αγωγή του (τρίτη) ότι ο εναγόμενος σ' αυτήν Ψ1 με τις εκτιθέμενες αναφορές του στο πρόσωπό του κατά την εκπομπή αυτού της 11-10-2001, για τις οποίες ευθύνονται αντικειμενικά η πρώτη ιδιοκτήτρια του τηλεοπτικού σταθμού (ΕΡΤ ΑΕ) και ο δεύτερος αυτών εναγομένων νόμιμος εκπρόσωπος αυτής, προέβη σε συκοφαντική δυσφήμιση αυτού και διέδωσε εν γνώσει του σε βάρος του τις αναφερόμενες αναληθείς ειδήσεις και γεγονότα, που είναι μειωτικά για την τιμή και την υπόληψή του και επιπλέον προσέβαλε παράνομα και υπαίτια και την προσωπικότητά του.
Από το σύνολο των ως άνω αποδεικτικών μέσων όμως αποδείχθηκε ότι οι εκπομπές με τον τίτλο "Οδοιπορικό στο Αφγανιστάν", "Τα Λημέρια των Ταλιμπάν", "Το Tempo στα Στρατόπεδα των Ταλιμπάν", "Το Tempo στα Φυλάκια των Ταλιμπάν" (ρεπορτάζ με εικόνες), που μετέδωσε ως "παγκόσμια αποκλειστικότητα" ο τηλεοπτικός σταθμός "ΤΕΜΡΟ" στις 28, 29 και 30-9-2001, δεν ήταν τίποτε άλλο παρά ένα "κατά παραγγελία" ρεπορτάζ, που συναρμολογήθηκε από εικόνες αποκλειστικά σχεδόν προερχόμενες από το Βόρειο Πακιστάν (με τη μοναδική εξαίρεση δύο μακρινών πλάνων ορεινού τοπίου, το οποίο μπορεί να είναι Αφγανικό), το δε εκφωνούμενο κείμενο που συνόδευε τις εικόνες δεν είχε καμία απολύτως σχέση με αυτές.
Πρέπει δε να σημειωθεί ότι το Εθνικό Συμβούλιο Ραδιοτηλεόρασης με την υπ' αριθ. 188/146/13-12-2001 απόφαση του επέβαλε στον ιδιωτικό τηλεοπτικό σταθμό "ΤΕΜΡΟ - Νέο Κανάλι Ραδιοτηλεοπτική Α.Ε." συνολικό πρόστιμο ύψους 10.000.000 δραχμών και ηθική κύρωση προβολής έως δύο (2) λεπτά κάρτας με την περίληψη της απόφασης του Ε.Ρ.Σ.
πριν από το κεντρικό δελτίο ειδήσεων του σταθμού επί τρεις (3) συνεχόμενες ημέρες. Οι πιο πάνω ποινές επιβλήθηκαν για παράβαση των άρθρων 2 παρ. 2 και 5 εδ. α' του Κανονισμού υπ' αριθ. 2/1991 του Ε.Ρ.Σ. και σύμφωνα με το άρθρο 4 του ν. 2328/1995, αφορούσαν δε στο γεγονός ότι στις προαναφερόμενες εκπομπές (ρεπορτάζ), που μετέδωσε ο εν λόγω σταθμός, το υλικό κατά το μεγαλύτερο μέρος του δεν προέρχονταν από το Αφγανιστάν αλλά και το Πακιστάν, ενώ διαπιστώνονταν και "μία χαρακτηριστική περίπτωση αθέμιτης παρέμβασης ειδησεογραφικού φορέα στην ίδια τη ροή των γεγονότων που, αντί να καταγράφονται αντικειμενικά, σκηνοθετούνται, με απώτερο σκοπό την παραπλάνηση του τηλεοπτικού κοινού".
Επίσης, το Δευτεροβάθμιο Πειθαρχικό Συμβούλιο της Ενώσεως Συντακτών Ημερησίων Εφημερίδων Αθηνών (Ε.Σ.Η.Ε.Α.) απέρριψε ομόφωνα την έφεση του Χ1 κατά της απόφασης του Πρωτοβάθμιου Πειθαρχικού Συμβουλίου, το οποίο τον έκρινε πειθαρχικώς ελεγκτέο για παράβαση του Καταστατικού και του Κώδικα Αρχών Δεοντολογίας της ΕΣΗΕΑ, διότι "ως γενικός διευθυντής φέρει την αντικειμενική ευθύνη για τη δημοσιογραφική απάτη που διεπράχθη με τα φερόμενα ως ρεπορτάζ από το Αφγανιστάν που μεταδόθηκαν στα δελτία ειδήσεων της 28, 29 και 30 Σεπτεμβρίου 2001 του τηλεοπτικού σταθμού Tempo...".
Με βάση αυτά τα πιο πάνω αναφερόμενα από τον τρίτο των εναγομένων στην τρίτη αγωγή Ψ1 στην τηλεοπτική εκπομπή αυτού στο σταθμό "Νέα Ελληνική Τηλεόραση (ΝΕΤ)" της 11-10-2001 "Ρεπορτάζ χωρίς Σύνορα", που αφορούσαν στον ενάγοντα σ' αυτήν Χ1, ήσαν αληθή και δεν περιλαμβάνεται σ' αυτήν κανένας ισχυρισμός ή διάδοση ψευδούς γι' αυτόν γεγονότος, πρόσφορου να βλάψει την τιμή ή την υπόληψή του.
Επιπλέον, οι πιο πάνω έμμεσοι χαρακτηρισμοί είναι μεν έντονοι, πλην όμως δεν αποτελούν ανεπίτρεπτη και πέραν των επιτρεπομένων ορίων δημοσιογραφικής δεοντολογίας προσπάθεια μείωσης της προσωπικότητας του ενάγοντος, ενώ από το όλο περιεχόμενο και το ύψος της εκπομπής, προκύπτει ότι με αυτήν ασκείτο θεμιτή έστω και οξεία κριτική σ'αυτόν (Χ1), που ασκούσε τα καθήκοντα του διευθυντή ειδήσεων του ως άνω ιδιωτικού τηλεοπτικού σταθμού.
Επίσης, η εκπομπή αυτή έγινε χωρίς σκοπό δυσφημήσεως ή εξυβρίσεως του ενάγοντος, αλλά από εύλογο και δικαιολογημένο δημοσιογραφικό ενδιαφέρον του τρίτου των εναγομένων και κατ' ενάσκηση του συνταγματικά κατοχυρωμένου δικαιώματος μετάδοσης πληροφοριών δημοσίου ενδιαφέροντος και με αποκλειστικό σκοπό την ενημέρωση του κοινού του ανωτέρω τηλεοπτικού σταθμού για γεγονότα που ενδιαφέρουν το κοινωνικό σύνολο, συνιστούν δε όλα τα ως άνω αναφερθέντα δριμύ δημοσιογραφικό ύφος και όχι εξυβριστικό τρόπο εκδηλώσεως και συγχωρητώς χρησιμοποιούνται προς έλεγχο της ηθικής απαξίας ειδήσεως ή πράξεως.
Με την παραπάνω δε εκπομπή δεν παραβιάστηκε κάποια από τις διατάξεις που αναφέρονται στην αρχή της παρούσας, ώστε να δικαιολογείται η επιδίκαση στον ενάγοντα χρηματικής ικανοποίησης για ηθική βλάβη, την οποία δήθεν υπέστη απ' αυτή (εκπομπή), η οποία αντιθέτως, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, έγινε με αποκλειστικό σκοπό την πληροφόρηση και ενημέρωση του κοινού, με δυσμενείς έστω έμμεσα για τον ενάγοντα εκφράσεις, αλλά χωρίς παραμόρφωση του υλικού που συνιστούσε την είδηση.
Έτσι, με βάση τα παραπάνω, λόγω της αλήθειας των ως άνω περιστατικών, δεν μπορεί να γίνει λόγος για συκοφαντική δυσφήμηση σε βάρος του ενάγοντος εκ μέρους του τρίτου των εναγομένων με την πιο πάνω εκπομπή. Εξάλλου, ανεξάρτητα από την αλήθεια ή μη των αναφερομένων σ'αυτή γεγονότων, δεν μπορεί να θεμελιωθεί ούτε και η επικαλούμενη τέλεση από τον εναγόμενο αυτό της αξιόποινης πράξης της δυσφήμησης, αφού στην περίπτωση αυτή ο άδικος χαρακτήρας της πράξης του αίρεται κατ' εφαρμογή της διατάξεως του άρθρου 367 ΠΚ, καθόσον αυτή έγινε για τη διαφύλαξη (προστασία) νομίμου δικαιώματός του, χωρίς να υπερβαίνουν το προς τούτο αναγκαίο μέτρο.
Επίσης, με τα βάση τα ως άνω εκτεθέντα προέκυψε ότι ο πιο πάνω εναγόμενος δεν είχε σκοπό εξυβρίσεως του ενάγοντος, δηλαδή δεν προκύπτει πρόθεση αυτού που να κατευθύνεται στην προσβολή της τιμής και της υπολήψεως του ενάγοντος. Επομένως, στην παρούσα περίπτωση δεν συντρέχουν στο πρόσωπο του εναγομένου αυτού (Ψ1) τα ως άνω απαιτούμενα στοιχεία για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της συκοφαντικής δυσφημήσεως ή άλλης συναφούς πράξεως σε βάρος του ενάγοντος στην τρίτη αγωγή (Χ1).
Περαιτέρω, και αν ακόμη απαλειφθεί η ποινική πλευρά της υποθέσεως ως γενεσιουργός λόγος της ποινικής ευθύνης του παραγωγού και παρουσιαστή της εκπομπής και επομένως υποχρέωσης και των λοιπών εναγομένων ιδιοκτήτριας και νομίμου εκπροσώπου αυτής προς αποζημίωση του ενάγοντος, η προς αποζημίωση του τελευταίου υποχρέωση αυτών (ιδιοκτήτριας και νομίμου εκπροσώπου της) δεν μπορεί να ανακύψει ως βασιζόμενη σε ευθύνη του παραγωγού - παρουσιαστή ούτε και κατά τις διατάξεις των άρθρων 914, 919 και 920 Α.Κ.
Τούτο δε διότι, σύμφωνα με όσα αναφέρθηκαν παραπάνω, ως προς τη διάταξη του άρθρου 914 ΑΚ, δεν αποδείχθηκε παράνομη συμπεριφορά του παραγωγού - παρουσιαστή της εκπομπής, αφού αυτό εντάσσεται στα πλαίσια της ασκήσεως του επαγγέλματός του ως δημοσιογράφου, αλλά ούτε και υπαιτιότητα με τη μορφή του δόλου ή της αμέλειας, εφόσον τα όργανα αυτών, καταβάλλοντας την απαιτούμενη από το μέσο δημοσιογράφο επιμέλεια και προσοχή, δεν μπορούσαν να διαπιστώσουν την αλήθεια ή αναλήθεια των όσων από δημοσιογραφικό καθήκον ανέφεραν.
Εξάλλου, ουδόλως αποδείχθηκε πρόθεση του εναγομένου αυτού να ζημιώσει τον ενάγοντα είτε παράνομα (914 ΑΚ), είτε κατά τρόπο αντίθετο στα χρηστά ήθη (ΑΚ 919), δηλαδή ενεργώντας αντίθετα προς τις ιδέες που πρέπει να διέπουν κατά τη σύγχρονη γενική αντίληψη την κοινωνική συμπεριφορά του "χρηστώς και εμφρόνως" σκεπτομένου ανθρώπου.
Επίσης, δεν αποδείχθηκε ότι ο εναγόμενος αυτός ισχυρίστηκε ή διέδωσε αναληθείς ειδήσεις, ούτε σε κάθε περίπτωση είχε τη γνώση ή την υπαίτια άγνοια που απαιτεί το άρθρο 920 ΑΚ ως προς την ενδεχόμενη αναλήθεια των αναφερομένων στο πιο πάνω δημοσίευμα. Τέλος, όσον αφορά στην εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 57 και 59 ΑΚ, προϋπόθεση της οποίας αποτελεί ο παράνομος χαρακτήρας της προσβολής της προσωπικότητας και η υπαιτιότητα στο πρόσωπο του δράστη, πρέπει να σημειωθεί ότι στην παρούσα περίπτωση δεν προέκυψε η συνδρομή περιστατικών που να θεμελιώνουν τις ως άνω προϋποθέσεις και συνεπώς η επικαλουμένη από τον ενάγοντα οποιαδήποτε προσβολή της προσωπικότητάς του δεν δημιουργεί αξίωση αποζημιώσεως ή άλλης μορφής ικανοποίηση.
Κατά συνέπεια τούτων η από 30-11-2002 αγωγή του ενάγοντος Χ1 κατά των εναγομένων και ειδικότερα της ανώνυμης εταιρείας "ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΡΑΔΙΟΦΩΝΙΑ ΤΗΛΕΟΡΑΣΗ Α.Ε.", Ε και Ψ1 είναι κατ' ουσίαν αβάσιμη. Περαιτέρω, όσον αφορά στην από 8-5-2002 αγωγή του Ψ1 κατά της δεύτερης των εναγομένων - εκκαλούσας Χ2 (η πρώτη και ο τρίτος των εναγομένων δεν έχουν ασκήσει έφεση) αποδεικνύεται ότι τα παραπάνω περιστατικά, που ισχυρίστηκε για τον ενάγοντα η ως άνω εκκαλούσα αυτή ήσαν ψευδή και αυτή, παρά τη γνώση της για την αναλήθειά τους, τα ανέφερε με σκοπό να παρουσιάσει τον ενάγοντα ως δημοσιογράφο και άτομο χωρίς ηθική, που μετέρχεται ανέντιμες μεθόδους κατά την ενάσκηση των καθηκόντων του, δεδομένου ότι κατασκευάζει εκπομπές με σκοπό να επιτεθεί σε άλλους.
Ειδικότερα δε η εναγομένη αυτή γνώριζε ότι τα όσα ανέφερε ο ενάγων στην εκπομπή του ήσαν αληθή, αφού στις εκπομπές που μετέδωσε ο τηλεοπτικός σταθμός "ΤΕΜΡΟ" το υλικό κατά το μεγαλύτερο μέρος του δεν προέρχονταν από το Αφγανιστάν αλλά από το Πακιστάν. Επίσης, τα πιο πάνω περιστατικά και χαρακτηρισμοί ήσαν ικανά να βλάψουν και πράγματι έβλαψαν την τιμή και την υπόληψη του ενάγοντος ως ατόμου και δημοσιογράφου, η δε προσβολή της προσωπικότητας αυτού υπήρξε σοβαρή, χωρίς να υπάρξει εκ των υστέρων εκπομπή ή αναφορά αποκαταστατική της αλήθειας.
Επομένως, οι ισχυρισμοί της εναγομένης αυτής ότι οι πιο πάνω αναφορές στο πρόσωπο του ενάγοντος κατά τη διάρκεια της εκπομπής της και ειδικότερα κατά την άσκηση του επιβεβλημένου καθήκοντος ενημερώσεως της κοινής γνώμης επί ενός ζητήματος με μεγάλο ενδιαφέρον και ασκήσεως κριτικής σε δημόσια πρόσωπα, όπως είναι και οι δημοσιογράφοι, καθώς και ότι στη συγκεκριμένη περίπτωση δεν στοιχειοθετείται η αντικειμενική υπόσταση του αδικήματος της συκοφαντικής δυσφημήσεως ούτε άλλης συναφούς πράξεως, δεν ευσταθούν.
Η πρόθεση της εναγομένης αυτής ήταν να θίξει την τιμή και την υπόληψη του ενάγοντος, ενεργώντας εν γνώσει της ότι τα ως άνω αναφερόμενα στην εκπομπή της ήσαν ψευδή και βλαπτικά της τιμής και της υπολήψεως αυτού και ως εκ τούτου αποκλείεται η άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξεως, λόγω δικαιολογημένου ενδιαφέροντος αυτής και γι' αυτό ο σχετικός ισχυρισμός της είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.
Επιπλέον, από τα παραπάνω αναφερόμενα προκύπτει ότι αυτά κατά το νόμο και την κοινή αντίληψη ενέχουν καταφρονητική διάθεση σε βάρος του ενάγοντος και χρησιμοποιήθηκαν για να βλάψουν την τιμή και την υπόληψή του, προσέβαλαν δε παράνομα την προσωπικότητά του. Εξάλλου, αποδεικνύεται ότι ο πέμπτος των εναγομένων Χ1 είχε συνάψει με την πρώτη αυτών (εναγομένων) ανώνυμη εταιρεία την από 23-8-2001 σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου διάρκειας τριών ετών από την 1-1-2002 έως την 31-12-2004.
Με τη σύμβαση αυτή ο πέμπτος των εναγομένων αναλάμβανε τα καθήκοντα του αναπληρωτή γενικού διευθυντή της εταιρείας και ειδικότερα τον πλήρη και αποκλειστικό έλεγχο όλων των λειτουργιών του σταθμού (ενημέρωσης, ψυχαγωγίας κλπ) καθώς και την αποκλειστική ευθύνη και αρμοδιότητα και για τα δελτία ειδήσεων, ενώ με τον τελευταίο όρο αυτής συμφωνήθηκε ότι σε περίπτωση που ο πρώτος παράσχει τη συμφωνηθείσα εργασία του σε χρόνο προγενέστερο της 1-1-2002, τότε από την ημερομηνία εκείνη θα ενεργοποιούνταν οι όροι της συμβάσεως.
Μετά ταύτα δε ο πέμπτος των εναγομένων πριν από την 11-10-2001 είχε αναλάβει την ουσιαστική διεύθυνση του τηλεοπτικού σταθμού "ΤΕΜΡΟ", ασκώντας εκτός των άλλων, και τα καθήκοντα του διευθυντή ειδήσεων, αφού ήταν αποκλειστικά υπεύθυνος για τις ειδησεογραφικές εκπομπές και τα δελτία ειδήσεων. Επομένως, από τις περιεχόμενες στα ως άνω δελτία ειδήσεων γενικότερες δυσφημιστικές και προσβλητικές αναφορές στο πρόσωπο του ενάγοντος υφίσταται, σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν παραπάνω, αντικειμενική ευθύνη αυτού για αποκατάσταση της προσβολής του θιγομένου.
Επίσης, αποδεικνύεται ότι ο ένδικος τηλεοπτικός σταθμός της πρώτης των εναγομένων κατά τον κρίσιμο χρόνο (Οκτώβριος 2001) είχε λάβει με την υπ' αριθ. 19.206/Ε/1993 Κ.Υ.Α. (ΦΕΚ Β' 713/10.9.1993) άδεια ίδρυσης και λειτουργίας τηλεοπτικού σταθμού τοπικής εμβέλειας στην περιοχή Αττικής και ειδική άδεια για τεχνική δικτύωση προκειμένου να αποκτήσει εθνική εμβέλεια.
Πράγματι δε ο ως άνω τηλεοπτικός σταθμός κάλυπτε με δικά του μέσα όλες τις περιοχές της Ελλάδας και επομένως χαρακτηρίζεται σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν παραπάνω, ως εθνικής εμβέλειας. Περαιτέρω, από τα ανωτέρω προκύπτει, ότι από την παράνομη προσβολή της προσωπικότητάς του ο ενάγων υπέστη ηθική βλάβη, για την αποκατάσταση της οποίας δικαιούται εύλογη χρηματική ικανοποίηση, ενόψει δε του είδους, της βαρύτητας και των συνθηκών τελέσεως της προσβολής, του τόπου και του χρόνου, αλλά και του μέσου με το οποίο τελέσθηκε, της υπαιτιότητας της δεύτερης και του πέμπτου των εναγομένων, της δημοσιότητας την οποία έλαβε η προσβολή, της επαγγελματικής, κοινωνικής και οικονομικής καταστάσεως του ενάγοντος, καθώς και της αποστολής και της οικονομικής καταστάσεως των δεύτερης και πέμπτου των εναγομένων, το Δικαστήριο κρίνει ότι η εύλογη χρηματική ικανοποίηση για την ηθική βλάβη που υπέστη ο ενάγων ανέρχεται στο ποσόν των 295.000 ευρώ (ελάχιστο όριο χρηματικής ικανοποίησης 100.000.000 δραχμών).
Πρέπει δε να τονιστεί ότι η ως άνω διάταξη του άρθρου 4 παρ. 10 εδ. β' του ν. 2328/1995 περί ελαχίστου ορίου χρηματικής ικανοποίησης εφαρμόζεται στην παρούσα περίπτωση των δεύτερης και πέμπτου των εναγομένων, που έχουν την ιδιότητα του παρουσιαστή ή συντονιστή εκπομπής και του υπεύθυνου προγράμματος - διευθυντή ειδήσεων, που ευθύνονται εις ολόκληρον.
Εξάλλου, το ως άνω ποσόν της χρηματικής ικανοποιήσεως, λόγω της ηθικής βλάβης του ενάγοντος, που ανέρχεται σε 295.000 ευρώ (έλασσον του αιτηθέντος), δεν ενέχει παραβίαση της αρχής της αναλογικότητας, ενόψει του είδους και της βαρύτητας της προσβολής, όπως αυτή εκτέθηκε ανωτέρω, καθώς και της δημοσιότητας που έλαβε η προσβολή αυτή, της ιδιότητας του ενάγοντος και της κοινωνικής και οικονομικής καταστάσεως αυτού και των δεύτερης και πέμπτου των εναγομένων, ενώ δεν πρέπει να διαφοροποιηθεί μεταξύ τους το ύψος της χρηματικής ικανοποιήσεως στην καταβολή της οποίας πρέπει να υποχρεωθεί ο καθένας τους".
Επομένως, το Εφετείο, το μεν ως θεωρήσαν υπόχρεο προς πληρωμή χρηματικής ικανοποιήσεως (και) τον πρώτο των αναιρεσειόντων Χ1, ως αντικειμενικώς υπεύθυνο εκ της ιδιότητάς του ως διευθυντή και υπευθύνου των ειδήσεων και των ειδησεογραφικών εκπομπών του τηλεοπτικού σταθμού "ΤΕΜΠΟ", χωρίς να δέχεται ότι ήταν και ιδιοκτήτης αυτού, το δε κρίναν ως προσήκουσα χρηματική ικανοποίηση το ποσό των 295.000 ευρώ, που, ενόψει των περιγραφομένων στοιχείων και ιδίως του είδους και της βαρύτητας της προσβολής, καθώς και των συμπαρομαρτουσών περιστάσεων και ιδία του γεγονότος ότι η πλευρά των αναιρεσειόντων ημύνετο κατά της (οξείας, κατά την αναιρεσιβαλλομένη) κριτικής του πρώτου των αναιρεσιβλήτων, τυγχάνει υπέρογκο, ως προσκρούον στην αρχή της αναλογικότητας, παρεβίασε τις ως άνω ουσιαστικές διατάξεις.
Κατ' ακολουθίαν, οι σχετικοί, εκ του άρθρου 559 αρ. 1 και 19 ΚΠολΔ, πρώτος, δεύτερος, τέταρτος, πέμπτος (ως προς τον πρώτο των αναιρεσειόντων), έκτος (ως προς τον πρώτο των αναιρεσειόντων), δέκατος και ενδέκατος λόγοι της αιτήσεως είναι βάσιμοι. Μετά ταύτα πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση, κατά το αφορών την αγωγή του πρώτου των αναιρεσιβλήτων μέρος της ως προς τον πρώτο των αναιρεσειόντων και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές (άρθρο 580 § 3 ΚΠολΔ).
Έτσι όμως, η κρίση αυτή, που επικράτησε στο Δικαστήριο, ενέχει τη θέση ότι ο έλεγχος δυνάμει της αρχής της αναλογικότητας, κατά την εφαρμογή της ανωτέρω διατάξεως, περί ελαχίστου ορίου της χρηματικής ικανοποιήσεως εξ 100.000.000 δραχμών, είναι επιτρεπτός, όπως έχει κριθεί με περισσότερες αποφάσεις του Δικαστηρίου τούτου προκειμένου να διακριβωθεί αν, υπό τις συγκεκριμένες περιστάσεις, ανταποκρίνεται στην αναλογικότητα το ελάχιστο τούτο όριο, οπότε πρόκειται κατ' ουσίαν άρνηση εφαρμογής της εν λόγω διατάξεως ως αντισυνταγματικής ενώ, περαιτέρω, στην περίπτωση καταφάσεως της συνταγματικότητας της εν λόγω διατάξεως, κατά την εκ του άρθρου 26§1 του Συντάγματος εξουσία του νομοθέτη, λαμβάνοντας υπόψη και την αρχή της αναλογικότητας κατ' άρθρο 25§1 του Συντάγματος, όπως επίσης έχει κριθεί από το Δικαστήριο τούτο, ανακύπτει το ζήτημα αν ο κοινωνικός έλεγχος του ελαχίστου κατά νόμον ορίου της χρηματικής ικανοποιήσεως, υπό τις εκάστοτε περιστάσεις, μπορεί να αναζητηθεί μόνο στα δογματικά μέσα του Αστικού Δικαίου (π.χ 281 ΑΚ).
Επομένως πρέπει να παραπεμφθεί ο σχετικός λόγος αναιρέσεως στην τακτική ολομέλεια, κατ' άρθρο 563§2 εδ. β' περίπτ. β' και γ' ΚΠολΔ. Κατά τη γνώμη όμως δύο μελών του Δικαστηρίου, των Αρεοπαγιτών Βασιλείου Ρήγα και Δημητρίου Πατινίδη, η κρίση αυτή δεν ενέχει άρνηση εφαρμογής της εν λόγω διατάξεως ως αντισυνταγματικής, αλλά σύμφωνη προς τη συνταγματική αρχή της αναλογικότητας εφαρμογή της, ώστε να μη συντρέχει λόγος προς παραπομπή του ζητήματος στην Ολομέλεια, ως έχει κριθεί διά πλειάδος προηγουμένων αποφάσεων του παρόντος Δικαστηρίου.
Εξάλλου, ένα μέλος του Δικαστηρίου, ο Αρεοπαγίτης Δημήτριος Δαλιάνης, έχει τη γνώμη ότι η ειρημένη διάταξη είναι εν πάση περιπτώσει αντισυνταγματική, ως παραβλέπουσα τα τρία κριτήρια της αναλογικότητας, ήτοι καταλληλότητα, αναγκαιότητα και εν στενή εννοία αναλογικότητα. Επειδή κατά το άρθρο 559 αρ. 11 ΚΠολΔ, επιτρέπεται αναίρεση αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επεκαλέσθησαν και προσεκόμισαν.
Εν προκειμένω, το Εφετείο βεβαιώνει με την αναιρεσιβαλλομένη απόφασή του ότι έλαβε υπόψη τις καταθέσεις των εξετασθέντων μαρτύρων, καθώς και το ρητώς αναφερόμενο έγγραφο της υπ' αρ. 19206/Ε/1993 αδείας λειτουργίας του τηλεοπτικού σταθμού ΤΕΜΠΟ. Επομένως ελήφθησαν υπόψη για το σχηματισμό της κρίσεώς του η κατάθεση του μάρτυρα Δ, περιλαμβανομένη στην ως άνω επιτρεπτή, κατά το είδος των εμμαρτύρων αποδείξεων, αναφορά της αναιρεσιβαλλομένης, καθώς και το ειδικώς μνημονευόμενο υπ' αυτής εν λόγω έγγραφο. Δεν γεννάται άλλωστε εκ της αιτιολογίας της πληττομένης αποφάσεως αμφιβολία περί της εκτιμήσεως τόσο της καταθέσεως αυτής, όσο και του ανωτέρω εγγράφου.
Συνεπώς, οι αντίθετοι, εκ του άρθρου 559 αρ. 11 ΚΠολΔ, έβδομος και δωδέκατος κατά το σχετικό μέρος του λόγοι της αιτήσεως είναι αβάσιμοι.
Επειδή κατά το άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, επιτρέπεται αναίρεση, αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς επί ζητήματος που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Εν προκειμένω, η αναιρεσιβαλλομένη απόφαση, δεχθείσα, προς απόρριψη της αγωγής του πρώτου των αναιρεσειόντων, αλλά και προς θεμελίωση της κρίσεώς της ότι ο τηλεοπτικός σταθμός ΤΕΜΠΟ ήταν εθνικής εμβελείας, τα ανωτέρω, έχει νόμιμη βάση και δη την απαιτουμένη αιτιολογία, η οποία δεν είναι αντιφατική ή ανεπαρκής, αφού εκτίθενται σ' αυτήν με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς λογικά κενά και αντιφάσεις τα προκύψαντα εκ της διαδικασίας και αναγκαία προς εφαρμογή των ουσιαστικών κανόνων γεγονότα και ειδικώς τα σχετικά προς την έλλειψη δόλου και αμελείας εκ μέρους του εναγομένου Ψ1, αλλά και τα περί της εμβελείας του εν λόγω σταθμού γεγονότα. Κατ' ακολουθίαν, οι αντίθετοι, εκ του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, όγδοος και δωδέκατος κατά το οικείο μέρος του λόγοι της αιτήσεως είναι αβάσιμοι.
Επειδή κατά το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, επιτρέπεται αναίρεση, αν παρεβιάσθη κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο, ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου.
Εν προκειμένω, το Εφετείο, διαλαβόν στην απόφασή του τα εκτεθέντα ανωτέρω προς απόρριψη της αγωγής του πρώτου των αναιρεσειόντων, δεν παρεβίασε τις ουσιαστικές διατάξεις του άρθρου 367 ΠΚ. Κατ' ακολουθίαν, ο αντίθετος, εκ του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, ένατος λόγος της αιτήσεως είναι αβάσιμος.
Επειδή κατά το άρθρο 559 αρ. 10 ΚΠολΔ, επιτρέπεται αναίρεση αν το δικαστήριο παρά το νόμο εδέχθη πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθή χωρίς απόδειξη.
Εν προκειμένω, το Εφετείο κατόπιν συνεκτιμήσεως όλων των αποδείξεων έκρινε κατά τα ανωτέρω ότι ο τηλεοπτικός σταθμός ΤΕΜΠΟ ήταν εθνικής εμβελείας. Επομένως, ο αντίθετος, εκ του άρθρου 559 αρ. 10 ΚΠολΔ, δωδέκατος κατά το οικείο μέρος του λόγος της αιτήσεως είναι αβάσιμος.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ' αρ. 9454/2005 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, καθ' ο μέρος εδέχθη την αγωγή του πρώτου των αναιρεσιβλήτων κατά του πρώτου των αναιρεσειόντων.
Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση κατά το αναιρεθέν μέρος της στο ίδιο Εφετείο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές.
Παραπέμπει ως προς τη δεύτερη των αναιρεσειόντων στην Τακτική Ολομέλεια του Αρείου Πάγου τον εκ του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ πρώτο λόγο αναιρέσεως, ως προς την κρίση του παρόντος Τμήματος ότι υπό τις συγκεκριμένες περιστάσεις είναι ανεφάρμοστη, ως αντισυνταγματική, δυνάμει της αρχής της αναλογικότητας, η § 2 του άρθρου μόνου του ν. 1178/1981 περί του ελαχίστου εξ 100.000.000 δραχµών ορίου χρηµατικής ικανοποιήσεως λόγω ηθικής βλάβης του αδικηθέντος, προκειµένου για τηλεοπτικούς σταθµούς εθνικής εµβελείας,
Απορρίπτει την αίτηση κατά τα λοιπά. Και.
Καταδικάζει τον μεν πρώτο των αναιρεσιβλήτων σε μέρος των δικαστικών εξόδων του πρώτου των αναιρεσειόντων εκ χιλίων πεντακοσίων (1.500) ευρώ, τον δε πρώτο των αναιρεσειόντων στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων εκ χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ δι' έκαστον.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 12-3-2008. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 13 Ιουνίου 2008.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ