Greece Supreme Court dismisses appeal by one defendant but allows another's appeal due to lack of specific reasoning for rejecting a request for adjournment.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece dismissed the appeal filed by defendant X1 as inadmissible because it challenged the court's factual assessment of evidence rather than its legal application. Conversely, the appeal by defendant X2 was allowed because the lower court rejected a request for adjournment to call a witness without providing the specific reasoning required by law. The court ruled that while it reviews legal correctness, it cannot re-evaluate facts, yet the lower court was legally bound to explicitly justify its procedural decisions.
Legislator headnote
AI generatedArticles 93(3) of the Constitution and 139 of the Code of Criminal Procedure require specific and detailed reasoning for judgments; Article 510(1)(d) of the Code of Criminal Procedure establishes an appeal ground when a court rejects a request for adjournment for stronger evidence without providing specific justification.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 1337 / 2006 (Ε, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)
ΑΡΙΘΜΟΣ 1337/2006
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
E΄ ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δημήτριο Κιτρίδη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, ως αρχαιότερο μέλος της σύνθεσης (κωλυομένου του Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη Κων/νου Βαρδαβάκη και του αρχαιότερου Αρεοπαγίτη Γεωργίου Ναυπλιώτη), Φώτιο Καϋμενάκη – Εισηγητή, Πλαστήρα Αναστασάκη, Ελένη Παναγιωτάκη και Αιμιλία Λίτινα, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 5 Μαϊου 2006, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Βασιλείου Μαρκή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση των αναιρεσειόντων – κατηγορουμένων: 1. Χ1, 2. Χ2, που εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικήγορο τους Ηλία Αναγνωστόπουλο, περί αναιρέσεως της 9904/2005 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Με συγκατηγορούμενο τον ..... . Με πολιτικώς ενάγοντα Ψ1, που παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Πέτρο Συνοίκη. Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ΄ αυτή, και οι αναιρεσείοντες – κατηγορούμενοι ζητούν την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στις από 19 Δεκεμβρίου 2005 (δύο) αιτήσεις τους αναιρέσεως, οι οποίες καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 105/2006.
Αφού άκουσεΤους πληρεξούσιους δικηγόρους των αναιρεσειόντων και του πολιτικώς ενάγοντος που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνουν δεκτές οι προκείμενες αιτήσεις αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1. Η καταδικαστική απόφαση έχει την ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία που απαιτείται κατά τα άρθρα 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ΄ ΚΠΔ λόγο αναίρεσης, όταν σ' αυτήν περιέχονται με σαφήνεια πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από τη διαδικασία στο ακροατήριο σχετικά με τα υποκειμενικά και αντικειμενικά στοιχεία του εγκλήματος, οι αποδείξεις επί των οποίων θεμελιώνονται τα περιστατικά αυτά, καθώς και οι σκέψεις με τις οποίες το δικαστήριο υπήγαγε τα αποδειχθέντα περιστατικά στην εφαρμοσθείσα ποινική διάταξη.
Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 352, 353 και 139 του ΚΠΔ, όπως η τελευταία ισχύει μετά την τροποποίησή της με το άρθρο 2 παρ. 5 του Ν. 2408/1996, προκύπτει ότι ο κατηγορούμενος έχει δικαίωμα να ζητήσει την αναβολή της δίκης για κρείσσονες αποδείξεις με σκοπό να προσαχθούν νέες αποδείξεις. Η παραδοχή ή μη του σχετικού αιτήματος απόκειται μεν στην κυριαρχική κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, οφείλει όμως αυτό να απαντήσει στο υποβαλλόμενο αίτημα αναβολής και σε περίπτωση απορρίψεώς του να αιτιολογήσει ειδικά την απόφασή του.
Διαφορετικά, αν δηλαδή απορρίψει το εν λόγω αίτημα χωρίς την απαιτούμενη ειδική αιτιολογία, ιδρύεται ο κατά τα ανωτέρω λόγος αναίρεσης από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ΄ του ΚΠΔ, ενώ η μη απάντηση στο αίτημα αυτό (σιγή απόρριψη) συνιστά έλλειψη ακρόασης, κατά το άρθρο 170 παρ. 2 του ίδιου Κώδικα, και ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 2 στοιχ.
Β΄ λόγο αναίρεσης. Τέλος, η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων από το δικαστήριο δεν περιλαμβάνεται στους περιοριστικά αναφερομένους στο άρθρο 510 ΚΠΔ, αφού ο Αρειος Πάγος ελέγχει μόνο την νομική ορθότητα της απόφασης και δεν ερευνά την ουσιαστική εκτίμηση των αποδείξεων, για τις οποίες κρίνει κυριαρχικώς το δικαστήριο.
Α΄ Επί της αίτησης αναίρεσης του Χ2.
Στην προκειμένη υπόθεση, με την προσβαλλόμενη υπ΄ αριθμ. 9902/2005 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών οι αναιρεσείοντες κηρύχθηκαν ένοχοι και τους επιβλήθηκε ποινή φυλάκισης ενός έτους στον καθένα για κατ' εξακολούθηση και κατά συναυτουργία πλαστογραφία με χρήση και ειδικότερα (περιληπτικά) ότι κατάρτισαν από κοινού πλαστές ως προς όλα τα στοιχεία τους τρεις συναλλαγματικές, ποσού 3.000.000 δραχμών η κάθε μία, με εκδότρια την εταιρεία «.....
ΟΕ» και με αποδέκτη τον μηνυτή Ψ1 , θέτοντας κατ' απομίμηση την υπογραφή του, χωρίς την συναίνεση και την έγκρισή του, με σκοπό να τις μεταβιβάσουν, όπως και έπραξαν, στην Τράπεζα Αττικής, «αξία ενεχύρου», προς τακτοποίηση οικονομικών τους εκκρεμοτήτων. Όπως προκύπτει από τα πρακτικά της προσβαλλόμενης απόφασης, ο εκ των αναιρεσειόντων Χ2 υπέβαλε προς το Δικαστήριο, δια του πληρεξουσίου δικηγόρου του, α) αίτημα διεξαγωγής γραφολογικής πραγματογνωμοσύνης και β) αίτημα αναβολής της δίκης για να κληθεί ως μάρτυρας ο .... (Διευθυντής της Τράπεζας Αττικής στο υποκατάστημα .... ) για να ερωτηθεί επί των θεμάτων που τέθηκαν κατά την ακροαματική διαδικασία, εννοώντας, όπως συνάγεται από τα πρακτικά, επί του θέματος της αποστολής από την Τράπεζα, η οποία είχε λάβει ως ενέχυρο τις πλαστές συναλλαγματικές, σχετικών ειδοποιητηρίων προς τον φερόμενο ως αποδέκτη των συναλλαγματικών μηνυτή Ψ1 .
Μετά την υποβολή των αιτημάτων αυτών το Δικαστήριο επιφυλάχθηκε να αποφασίσει. Αναφορικά με το αίτημα διεξαγωγής γραφολογικής πραγματογνωμοσύνης για τη γνησιότητα ή όχι της υπογραφής στη θέση του αποδέκτη, το Δικαστήριο απέρριψε το αίτημα αυτό με την εξής αιτιολογία: «… το αίτημα των κατηγορουμένων για τη διενέργεια γραφολογικής πραγματογνωμοσύνης, προκειμένου να αποδειχθεί ότι δεν είναι αυτοί που έγραψαν τα στοιχεία του μηνυτή στη θέση «δεκτή» των συναλλαγματικών και υπόγραψαν στην ίδια θέση, πρέπει να απορριφθεί , καθόσον μια τέτοια πραγματογνωμοσύνη τίποτα δεν θα προσέθετε στη διαλεύκανση της υπόθεσης, αφού οι κατηγορούμενοι (πρώτος και δεύτερη) αποδέχονται ότι από αυτούς καταρτίσθηκαν οι συναλλαγματικές …».
Όμως η παραδοχή αυτή τελεί σε πλήρη αντίφαση με την παραδοχή της απόφασης στο ίδιο σκεπτικό ότι οι εν λόγω δύο κατηγορούμενοι (αναιρεσείοντες) «υποστηρίζουν στις απολογίες τους (η δεύτερη δια του πληρεξουσίου δικηγόρου της) ότι ο τρίτος κατηγορούμενος τους είχε παραδώσει τις ως άνω συναλλαγματικές, αφού είχαν αναγραφεί σ' αυτές όλα τα παραπάνω στοιχεία του μηνυτή και είχε τεθεί η υπογραφή του, μετά δε τα ανωτέρω υπογράφηκαν αυτές από τον πρώτο κατηγορούμενο ως εκδότη και οπισθογραφήθηκαν από τον ίδιο περαιτέρω …».
Για την απόρριψη, δηλαδή, του εν λόγω αιτήματος στηρίχθηκε η απόφαση σε αντιφατικές παραδοχές, στην παραδοχή ότι οι αναιρεσείοντες παραδέχονται ότι αυτοί έθεσαν την υπογραφή του μηνυτή ως αποδέκτη, ενώ στο ίδιο σκεπτικό εκτίθεται ότι οι αναιρεσείοντες ομολογούν ότι την υπογραφή στη θέση του αποδέκτη την έθεσε ο μηνυτής και έτσι υπογεγραμμένη τους την παρέδωσε.
Περαιτέρω, αναφορικά με το αίτημα αναβολής για να κληθεί μάρτυρας, ενώ στο διατακτικό διέλαβε διάταξη, με την οποία «απορρίπτει το αίτημα για αναβολή για κρείσσονες» αποδείξεις, στο σκεπτικό δεν διέλαβε καθόλου αιτιολογία για την απόρριψή του.
Συνεπώς, είναι βάσιμος ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ΄ ΚΠΔ σχετικός λόγος αναίρεσης του αναιρεσείοντος Χ2 για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας ως προς την απόρριψη του αιτήματος αναβολής στο σύνολό του, ενώ είναι αβάσιμος ο συναφής από το άρθρο 510 παρ. στοιχ. Β΄ ΚΠΔ λόγος αναίρεσης για έλλειψη ακρόασης, ως προς το δεύτερο σκέλος του αιτήματος. Α΄ Επί της αίτησης της Χ1.
Με τον μοναδικό λόγο της αίτησης αναίρεσης της αναιρεσείουσας Χ1 προβάλλεται η αιτίαση ότι επί του προβληθέντος υπερασπιστικού της ισχυρισμού ότι τα ειδοποιητήρια από την Τράπεζα Αττικής, στην οποία παραδόθηκαν οι επίμαχες συναλλαγματικές, είχαν σταλεί στον μηνυτή και φερόμενο ως αποδέκτη των συναλλαγματικών και ότι εκείνος τα παρέλαβε, η προσβαλλόμενη απόφαση, εκτιμώντας εσφαλμένα τις αποδείξεις, διέλαβε στο σκεπτικό της ότι τα εν λόγω ειδοποιητήρια δεν έφθασαν ποτέ στον μηνυτή, αλλά παραλήφθηκαν από τους κατηγορουμένους, χωρίς να λάβει ποτέ γνώση ο μηνυτής.
Ο λόγος αυτός, με τον οποίο αμφισβητείται η ουσιαστική κρίση του Δικαστηρίου επί του συγκεκριμένου υπερασπιστικού ισχυρισμού, είναι απαράδεκτος, αφού ο Αρειος Πάγος ελέγχει μόνο την νομική ορθότητα της απόφασης και δεν ερευνά την ουσιαστική εκτίμηση των αποδείξεων, για τις οποίες κρίνει κυριαρχικώς το δικαστήριο.
Επομένως η αίτηση αναίρεσης της αναιρεσείουσας Χ1 είναι απαράδεκτη και πρέπει να απορριφθεί και να καταδικασθεί στα δικαστικά έξοδα, σύμφωνα με το άρθρο 583 παρ. 1 του ΚΠΔ. Μετά από αυτά, αναφορικά με τον αναιρεσείοντα Χ2, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, ενόψει δε του ότι η αναίρεση της αναιρεσείουσας Χ1 απορρίπτεται ως απαράδεκτη, ενώ ο τρίτος κατηγορούμενος και καταδικασθείς για την ίδια πράξη ως άμεσος συνεργός .....
δεν άσκησε αναίρεση κατά της προσβαλλόμενης απόφασης, πρέπει, κατ' εφαρμογή του άρθρου 469 εδ. πρώτο ΚΠΔ, να επεκταθεί το παραπάνω αποτέλεσμα και ως προς αυτούς, αφού ο λόγος αναίρεσης που γίνεται δεκτός δεν αναφέρεται αποκλειστικά στο πρόσωπο του αναιρεσείοντος Χ2. Επομένως, πρέπει να παραπεμφθεί η υπόθεση και ως προς τρεις κατηγορούμενους, για νέα συζήτηση, στο ίδιο Δικαστήριο που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν (άρθρο 519 ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Α΄.
Απορρίπτει την από 19-12-2005 αίτηση της Χ1 για αναίρεση της υπ' αριθμ. 9904/2005 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται σε διακόσια δέκα (210) ευρώ.
Β΄.
Αναιρεί την υπ' αριθμ. 9904/2005 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, σύμφωνα με όσα αναφέρονται στο σκεπτικό. Και
Παραπέμπει την υπόθεση, για νέα συζήτηση, στο παραπάνω Δικαστήριο, συντιθέμενο από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους, που την είχαν δικάσει προηγουμένως.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 26 Μαϊου 2006. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 2 Ιουνίου 2006.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ