Supreme Court dismisses appeal against debt restructuring court ruling regarding insolvent natural person. Appeal rejected due to lack of legal grounds and improper challenge to evidence. Court upholds original judgment on debt restructuring. Appeal dismissed as inadmissible and baseless.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn a final judgment from the Single District Court of Serres regarding debt restructuring. The appellant argued the lower court erred in applying the law and misinterpreted evidence regarding the nature of the guarantee. The court rejected these claims, stating the lower court correctly applied the law and did not violate common sense principles, thus the appeal was baseless.
Legislator headnote
AI generatedArticles 560, 561, 577 of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court holds that an appeal is inadmissible and baseless if it improperly challenges the final court's evaluation of evidence and fails to demonstrate a violation of the law or common sense principles.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1336 / 2024 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1336/2024
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μυρσίνη Παπαχίου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ασπασία Μεσσηνιάτη - Γρυπάρη, Σωκράτη Πλαστήρα, Σταύρο Μάλαινο και Αντιγόνη Τζελέπη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 2 Φεβρουαρίου 2024, με την παρουσία και του Γραμματέα Α. Λ., για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Α. Π. του Ι., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Ρήγα με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΣΥΝΕΤΑΙΡΙΣΤΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ Ν. ΣΕΡΡΩΝ ΣΥΝ.ΠΕ", μετονομασθείσα σε "ΣΥΝΕΤΑΙΡΙΣΤΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΕΝΤΡΙΚΗΣ ΜΑΚΕΔΟΝΙΑΣ ΣΥΝ.ΠΕ" και ήδη "ΠΑΓΚΡΗΤΙΑ ΤΡΑΠΕΖΑ Ανώνυμη Εταιρεία", που εδρεύει στο Ηράκλειο Κρήτης και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Γκολέμη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και ο οποίος στην εν λόγω από 8-1-2024 δήλωση, καθώς και με τις κατατεθείσες προτάσεις του δήλωσε τις ως άνω μεταβολές της επωνυμίας της αναιρεσίβλητης.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 28-4-2017 αίτηση της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Σερρών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 315/2018 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 199/2021 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Σερρών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 4-7-2022 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγητή τον Αρεοπαγίτη Σωκράτη Πλαστήρα, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την υπό κρίση, από 4-7-2022 (αριθ. έκθ. κατάθ. 9/2022), αίτηση αναίρεσης, προσβάλλεται η με αριθ. 199/2021 τελεσίδικη απόφαση του, ως Εφετείου δικάσαντος, Μονομελούς Πρωτοδικείου Σερρών, που εκδόθηκε, αντιμωλία των διαδίκων, κατά την ειδική διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας (άρθρα 739 επ. του ΚΠολΔ, σε συνδυασμό με άρθρο 15 του ν. 3869/2010 "ρύθμιση των οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων").
Είναι παραδεκτή (άρθρ. 577 παρ. 1 του ΚΠολΔ), διότι ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα, εντός της διετούς καταχρηστικής προθεσμίας του άρθρου 564 παρ. 3 του ΚΠολΔ, όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή του από το άρθρο τρίτο του άρθρου 1 του ν. 4335/2015, εφόσον από τα προσκομιζόμενα έγγραφα δεν προκύπτει, ούτε οι διάδικοι επικαλούνται επίδοση της προσβαλλόμενης απόφασης (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3 του ΚΠολΔ).
Επομένως πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρ. 577 παρ. 3 του ΚΠολΔ). Κατά το άρθρο 62 εδ. α' του ΚΠολΔ, όποιος έχει την ικανότητα να είναι υποκείμενο δικαιωμάτων και υποχρεώσεων έχει και την ικανότητα να είναι διάδικος. Η ικανότητα αυτή, ως διαδικαστική προϋπόθεση εξετάζεται, σύμφωνα με το άρθρο 73 του ΚΠολΔ αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο σε κάθε στάση της δίκης.
Κατά το άρθρο 68 παρ. 1 και 2 του ΚΝ 2190/1920 όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 9 του π.δ/τος 498/1987, η συγχώνευση ανώνυμων εταιριών, μπορεί να πραγματοποιηθεί είτε με απορρόφηση, είτε με σύσταση νέας εταιρίας, είτε με εξαγορά της μιας από την άλλη. Συγχώνευση με απορρόφηση, είναι πράξη με την οποία μία η περισσότερες εταιρίες (απορροφούμενες), οι οποίες λύνονται χωρίς να ακολουθήσει εκκαθάριση, μεταβιβάζουν σε άλλη υφιστάμενη ανώνυμη εταιρία (απορροφούσα) το σύνολο της περιουσίας τους (ενεργητικό και παθητικό) υπό τους όρους και τις προϋποθέσεις που καθορίζονται στη παρ. 2 του ίδιου άρθρου.
Κατά το άρθρο 75 παρ.1 του ιδίου Νόμου (όπως προστέθηκε με το άρθρο 12 του ως άνω π.δ/τος), από την καταχώρηση στο Μητρώο των Ανωνύμων Εταιριών της εγκριτικής απόφασης της συγχώνευσης, που προβλέπεται από το άρθρο 74, ολοκληρώνεται η συγχώνευση και επέρχονται αυτοδίκαια και ταυτόχρονα, χωρίς καμία άλλη διατύπωση, τόσο για τις συγχωνευόμενες εταιρίες όσο και έναντι τρίτων τα ακόλουθα αποτελέσματα:
α) Η απορροφούσα εταιρία υποκαθίσταται σε όλα τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις των απορροφούμενων εταιριών και η μεταβίβαση αυτή εξομοιώνεται με καθολική διαδοχή (Ολ.ΑΠ 12/1999, ΑΠ 598/2021, ΑΠ 1298/2021, ΑΠ 591/2017), β) ...., γ) Η απορροφούμενη ή οι απορροφούμενες εταιρίες παύουν να υπάρχουν, χωρίς να μεσολαβήσει εκκαθάριση, εξαφανίζονται ως υποκείμενα δικαιωμάτων και υποχρεώσεων και η νέα εταιρία, καθίσταται διάδοχος των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων αυτών (ΑΠ 1343/2022, ΑΠ 598/2021, ΑΠ 1298/2021, ΑΠ 968/2015).
Κατά την παρ. 2 του ίδιου άρθρου οι εκκρεμείς δίκες συνεχίζονται αυτοδικαίως από την απορροφούσα εταιρία ή κατ` αυτής, χωρίς καμία ειδικότερη διατύπωση από μέρους της για τη συνέχιση και χωρίς να επέρχεται, λόγω της συγχώνευσης, βίαιη διακοπή της δίκης, ούτε να απαιτείται δήλωση για την επανάληψή τους (ΑΠ 1735/2023, ΑΠ 1343/2022).
Από τις διατάξεις αυτές, προκύπτει ότι από την καταχώρηση της εγκριτικής απόφασης του αρμόδιου Υπουργού, κατά τις διατάξεις του άρθρου 7β του Κ.Ν. 2190/1920 (β.δ. 174/1963), επί δικών που έχουν αρχίσει με συμμετοχή της απορροφούμενης εταιρίας, νομιμοποιείται ενεργητικώς, αλλά και παθητικώς, για τη συνέχιση των δικών αυτών, επομένως επί άσκησης αναίρεσης ως αναιρεσείουσα ή αναιρεσίβλητη, μόνον η απορροφούσα εταιρία, αφού η απορροφηθείσα έχει παύσει να υπάρχει ως αυτοτελές νομικό πρόσωπο και επομένως δεν έχει ικανότητα να είναι διάδικος (ΑΠ 1343/2022, ΑΠ 598/2021, ΑΠ 312/2015, ΑΠ 1737/2013).
Η απευθυνόμενη αναίρεση κατά του νομικού προσώπου στα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις του οποίου υπεισήλθε πλέον, μετά την τελευταία συζήτηση στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, αυτοδικαίως εκ του νόμου άλλο νομικό πρόσωπο, χωρίς ο αναιρεσείων να γνωρίζει την επελθούσα μεταβολή του αντιδίκου του, δεν είναι άκυρη και νόμιμα χωρεί η συζήτηση αυτής με τον καθολικό διάδοχο του νομικού προσώπου, που καλείται προς τούτο ή εμφανίζεται κατά τη συζήτηση με την ιδιότητα αυτή στη θέση του αναιρεσιβλήτου (ΑΠ 1735/2023, ΑΠ 1276/2021).
Στην ερευνώμενη υπόθεση, η αναιρεσίβλητη ανώνυμη τραπεζική εταιρία με την επωνυμία "Συνεταιριστική Τράπεζα Ν. Σερρών ΣΥΝ.ΠΕ", μετά την άσκηση της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης, συγχωνεύθηκε, με απορρόφηση, από την παριστάμενη στη παρούσα δίκη ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία "Παγκρήτια Τράπεζα ΑΕ", με αριθ. ...2023 πράξη της Συμβολαιογράφου Αθηνών Ελένης Σ.
Π., όπως προκύπτει από το με αριθ. 3047892/28-12-2023 έγγραφο του Τμήματος Δ' Χρηματοπιστωτικών Ιδρυμάτων και καταχωρήθηκε στο Γ.Ε.Μ.Η. με κωδικό αριθμό καταχώρησης ..., με συνέπεια η απορροφούσα εταιρία να υποκαθίσταται από την καταχώρηση αυτή, σε όλα γενικά τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις της απορροφηθείσας εταιρίας, της μεταβίβασης αυτής εξομοιούμενης με καθολική διαδοχή, ενώ η απορροφηθείσα εταιρία, έπαυσε να υπάρχει, σύμφωνα με τις προαναφθείσες διατάξεις του άρθρου 75 παρ.1 στοιχ.
α` και γ` του π.δ/τος 498/1987. Επομένως, αφότου έγινε η καταχώριση αυτή, έπαψε να υφίσταται ως νομικό πρόσωπο η εταιρία με την επωνυμία "Συνεταιριστική Τράπεζα Ν. Σερρών ΣΥΝ.ΠΕ" και στη θέση της υπεισήλθε, ως καθολική διάδοχος, η ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία "Παγκρήτια Τράπεζα ΑΕ", που παραστάθηκε κατά τη συζήτηση της αναίρεσης και κατέθεσε έγγραφες προτάσεις, η οποία απορρόφησε την αρχικώς αναιρεσίβλητη και, έτσι, υποκαταστάθηκε στα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις της απορροφηθείσας εταιρίας και συνεχίζει τις εκκρεμείς δίκες.
Επομένως, νόμιμα χωρεί η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης με τον καθολικό διάδοχο του νομικού προσώπου, στη θέση του αναιρεσίβλητου.
Στην ερευνώμενη υπόθεση, από τη παραδεκτή, κατ` άρθρο 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ, επισκόπηση, για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, των σχετικών διαδικαστικών εγγράφων της δίκης προκύπτει ότι, η διαδρομή της ένδικης υπόθεσης, που απέληξε στο προκείμενο στάδιο εκδίκασής της, είναι η εξής: Η αιτούσα και ήδη αναιρεσείουσα άσκησε ενώπιον του Ειρηνοδικείου Σερρών, την, από 28-4-2017 (αριθ.
έκθ. κατάθ. 63/2017), αίτηση κατά της ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία "Συνεταιριστική Τράπεζα Ν. Σερρών ΣΥΝ.ΠΕ", στη θέση της οποίας υπεισήλθε, ως καθολική διάδοχος η παριστάμενη κατά τη παρούσα συζήτηση ανώνυμη τραπεζική εταιρία με την επωνυμία "Παγκρήτια Τράπεζα ΑΕ", με την οποία, επικαλούμενη έλλειψη πτωχευτικής ικανότητας και μόνιμη αδυναμία πληρωμής των ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών της προς την ως άνω πιστώτρια, ύψους 518.389,35 ευρώ, που προέρχονταν από σύμβαση εγγύησης, ζήτησε τη ρύθμιση του χρέους της, σύμφωνα με το σχέδιο διευθέτησης το οποίο αυτή πρότεινε, άλλως τη δικαστική ρύθμιση αυτού, αφού ληφθεί υπόψη η οικογενειακή και περιουσιακή της κατάσταση, όπως αναλυτικά την περιέγραφε στην αίτησή της, καθώς επίσης, να εξαιρεθεί από την εκποίηση η κύρια κατοικία ιδιοκτησίας της.
Επί της αίτησης αυτής, εκδόθηκε η με αριθ. 315/2018 οριστική απόφαση του Ειρηνοδικείου Σερρών, η οποία απέρριψε την αίτηση ως κατ' ουσία αβάσιμη. Ακολούθως, η αιτούσα άσκησε κατά της ως άνω απόφασης, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Σερρών, την από 13-12-2018 (αριθ. έκθ. κατάθ. 153/2018) έφεση, με την οποία, επικαλούμενη εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του ν. 3869/2010 και κακή εκτίμηση των αποδείξεων, ζήτησε την εξαφάνιση της ως άνω απόφασης και τη παραδοχή της αίτησής της.
Το, ως Εφετείο, δικάσαν δικαστήριο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, απέρριψε την έφεση ως ουσιαστικά αβάσιμη. Από την προσβαλλόμενη απόφαση, που επισκοπείται επιτρεπτά (άρθρο 561 αρ. 2 του ΚΠολΔ) για τις ανάγκες των ερευνώμενων αναιρετικών λόγων, προκύπτει ότι το, δικάσαν ως Εφετείο, Μονομελές Πρωτοδικείο Σερρών, δέχθηκε κατά την ανέλεγκτη περί των πραγμάτων εκτίμηση του αποδεικτικού υλικού, τα ακόλουθα: ''....
Η αιτούσα (ήδη αναιρεσείουσα), που γεννήθηκε κατά το έτος 1971, εργάζεται ως ιδιωτική υπάλληλος στην εταιρεία με την επωνυμία "ΕΣΤΙΑΣΗ Ο.Ε." με μεικτές μηνιαίες αποδοχές ύψους 1.300 ευρώ (..). Είναι έγγαμη με δύο τέκνα ήδη ενήλικα, εκ των οποίων το ένα φοιτά στο Εθνικό Μετσόβιο Πολυτεχνείο (...). Οι ανάγκες διαβίωσης ανέρχονται, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, με βάση τις συνθήκες ζωής της αιτούσας και της οικογένειάς της, στο ποσό των 1.200,00 ευρώ.
Με τον καθορισμό του ως άνω ποσού δεν θίγεται το ελάχιστο όριο αξιοπρεπούς διαβίωσης της αιτούσας, ούτε επέρχεται εξαθλίωση του οφειλέτη αυτής, ο οποίος, αιτούμενος την υπαγωγή της στις ευεργετικές διατάξεις του ν. 3869/2010, πρέπει να μειώσει τις δαπάνες του στις απολύτως απαραίτητες για την ικανοποίηση των βασικών βιοτικών αναγκών της (..).
Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι η αιτούσα είναι κυρία μιας μονοκατοικίας, εμβαδού 148,00 τ.μ., κειμένης εντός οικοπέδου εμβαδού 300,00 τ.μ., επί της οδού ... στις Σέρρες, η οποία αποτελεί τη μοναδική και κύρια κατοικία της, η δε αντικειμενική της αξία ανέρχεται σήμερα στο ποσό των 85.311,87 €. Επίσης, είναι συγκυρία κατά ποσοστό 50% εξ αδιαιρέτου μιας ισόγειας κατοικίας εμβαδού 95,57 τ.μ.
μετά της υπόγειας αποθήκης επιφάνειας 49,78 τ.μ., κειμένης εντός οικοπέδου συνολικού εμβαδού 1.068,00 τ.μ., στην ... Επιπλέον είναι κυρία του υπ' αρ. κυκλοφορίας ... ΕΙΧ οχήματος, μάρκας "FIAT" τύπου "PANDA", κυβισμού 1248 κε., έτους πρώτης κυκλοφορίας 2013 και αξίας 3.500,00 ευρώ. Αρχικά η αιτούσα εργαζόταν ως αναπληρώτρια καθηγήτρια, αλλά από τα πρώτα χρόνια του έγγαμου βίου της άρχισε να εργάζεται ως ιδιωτική υπάλληλος.
Τα καθαρά μηνιαία εισοδήματα της αιτούσας και του συζύγου της διαμορφώθηκαν ως εξής: το έτος 2011 σε 6.617,88 ευρώ και 19.114,70 ευρώ αντίστοιχα, το έτος 2012 σε 6.135,84 ευρώ και 12.007,90 ευρώ αντίστοιχα, το έτος 2013 σε 6.554,77 ευρώ και 11.544,10 ευρώ αντίστοιχα, το έτος 2014 σε 6.341,55 ευρώ και 8.335,50 ευρώ αντίστοιχα, το έτος 2016 σε 9.063,39 ευρώ, ενώ του συζύγου ήταν μηδενικά, το έτος 2019 σε 17.261 ευρώ και 9.005 ευρώ αντίστοιχα.
Η αιτούσα σε χρόνο προγενέστερο του έτους από την κατάθεση της προαναφερόμενης αίτησης, είχε συμβληθεί ως εγγυήτρια μέχρι του ποσού των 410.000 ευρώ με την υπ' αρ. 2951Α/4-10-2011 πρόσθετη πράξη παροχής πίστωσης αλληλόχρεου λογαριασμού στην υπ' αρ. ...2011 σύμβαση πίστωσης ανοικτού αλληλόχρεου λογαριασμού, ποσού 210.000 ευρώ, που καταρτίστηκε μεταξύ της ανώνυμης εταιρίας με τον δ.τ. "...", με αντικείμενο την παρασκευή ειδών ζαχαροπλαστικής και της πιστώτριας τράπεζας με την επωνυμία "ΣΥΝΕΤΑΙΡΙΣΤΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ Ν.
ΣΕΡΡΩΝ ΣΥΝ ΠΕ" και στις υπ' αρ ...2011 και ...2011 αυξητικές συμβάσεις με τους αυτούς αντισυμβαλλομένους, με τις οποίες αυξήθηκε η πίστωση στο ποσό των 360.000 ευρώ και 410.000 ευρώ αντίστοιχα. Ως εγγυητές στις υπ' αρ. ...2011, ...2011 και ...2011 είχαν συμβληθεί ο σύζυγος της αιτούσας Π. Τ. του Δ. και οι αδελφοί αυτού Κ. Τ. και Σ. Τ.
Μέλος του Δ.Σ. της ανωτέρω ανώνυμης εταιρίας, που τελεί πλέον σε καθεστώς εκκαθάρισης, μέχρι το έτος 2018 και μέτοχος σε ποσοστό 20% ήταν ο σύζυγος της, του οποίου το κύριο επάγγελμα ήταν αγρότης. Περαιτέρω προέκυψε ότι, στις 10-12-2018 έκλεισε ο λογαριασμός εξυπηρέτησης της σύμβασης με χρεωστικό υπόλοιπο εις βάρος της οφειλέτιδας και των εγγυητών ποσού 636.232,04 ευρώ.
Κατά την κρίση του παρόντος Δικαστηρίου, η εγγύηση εκ μέρους της αιτούσης, παρόλο που παρασχέθηκε άπαξ με την ανάληψη του σχετικού κινδύνου υπέρ του, μετόχου της Α.Ε., συζύγου της, αποτελεί πράξη εμπορική, διότι δόθηκε με την επιδίωξη έμμεσου οικονομικού οφέλους, καθόσον η εν λόγω σύμβαση εγγύησης καταρτίσθηκε ως παρακολουθηματική των επιχειρηματικών συμβάσεων της ανώνυμης εταιρίας με τον δ.τ. "...", μέσω δε της οικονομικής ενίσχυσης της παραπάνω επιχείρησης εξυπηρετούνταν τα οικονομικά συμφέροντα του συζύγου της ως μετόχου και η συνέχιση της επικερδούς επιχειρηματικής του δραστηριότητας.
Η δε παροχή της παραπάνω εγγυήσεως υπέρ της εταιρίας με τον δ.τ. "..." από την αιτούσα δεν πραγματοποιήθηκε χάριν ελευθεριότητας, καθώς αποσκοπούσε στην αύξηση των εισοδημάτων του συζύγου της και της ίδιας, δεδομένου ότι τα εισοδήματά της ως ιδιωτικού υπαλλήλου ποσού 900-1.000 ευρώ δεν επαρκούσαν για την κάλυψη των οικογενειακών τους αναγκών.
Η προσωπική εγγύηση αυτής, και μάλιστα για ενοχή πολύ σημαντικού ύψους, αποτελούσε προϋπόθεση για τη χρηματοδότηση της εμπορικής δραστηριότητας της εταιρίας με τον δ.τ. "..." από την προαναφερόμενη πιστώτρια τράπεζα, σε περίπτωση δε άρνησής της να παράσχει εγγύηση δεν θα χορηγούνταν οι απαιτούμενες πρόσθετες πιστώσεις για την επικερδή συνέχιση των εργασιών της ανωτέρω επιχείρησης, καθώς ήδη δεν επαρκούσαν οι ήδη χορηγηθείσες εγγυήσεις από τον σύζυγο της και τους συγγενείς αυτού.
Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, σύμφωνα με τα προεκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη της παρούσας, η συνομολόγηση των προαναφερόμενων συμβάσεων πίστωσης εκ μέρους της αιτούσης ως εγγυήτριας υπέρ της ανωτέρω εταιρίας, έγινε με σκοπό το κέρδος και προσέδωσε στην αιτούσα την εμπορική ιδιότητα, λόγω της οποίας η συναλλαγή τεκμαίρεται ότι έγινε χάριν αυτής, βάσει του άρθρου 8 παρ. 2 του διατάγματος περί της αρμοδιότητας των εμποροδικείων και, συνεπώς, η αιτούσα κατά τον χρόνο υποβολής της αίτησης είχε πτωχευτική ικανότητα.
Σημειωτέον ότι δεν αποκλειόταν η κτήση της εμπορικής ιδιότητας από την παράλληλη άσκηση ετέρου επαγγέλματος από την αιτούσα, η οποία, σύμφωνα με την κατάθεση του εξετασθέντος ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου μάρτυρος και συζύγου της, εργαζόταν ως ιδιωτική υπάλληλος. Περαιτέρω, δεν αποδείχθηκε η με οποιονδήποτε τρόπο απώλεια της εμπορικής ιδιότητας της εκκαλούσας και, συνεπώς, δεν συντρέχει στο πρόσωπο της η απαραίτητη για την υπαγωγή της στις διατάξεις του ν. 3869/2010 ουσιαστική προϋπόθεση της έλλειψης πτωχευτικής ικανότητάς της.
Κατ' ακολουθία των προπαρατεθέντων, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο διά της εκκαλουμένης, έστω και με εσφαλμένες αιτιολογίες περί περιελεύσεως της αιτούσης σε μόνιμη αδυναμία πληρωμών ένεκα δόλου, απέρριψε την παραδεκτή και νόμιμη ως άνω αίτηση, ερειδόμενη στις διατάξεις των άρθρων 1 επ. ν. 3869/2010, ορθώς ερμήνευσε και εφήρμοσε το νόμο, και δη τις προαναφερθείσες ρυθμίσεις και σωστά εκτίμησε τις αποδείξεις.
Δεν έσφαλε επομένως το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο ως προς το διατακτικό της εκκαλουμένης, ώστε οι αιτιολογίες αυτής επιτρεπτώς αντικαθίστανται μέσω της παρούσης, δεδομένου ότι δεν προκύπτει διαφορετικό δεδικασμένο (άρθρο 534 ΚΠολΔ)...''. Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Μονομελές Πρωτοδικείο Σερρών, που δίκασε ως Εφετείο, δέχθηκε τυπικά και απέρριψε κατ` ουσία την έφεση της αιτούσας - εκκαλούσας και ήδη αναιρεσείουσας, κατά της με αριθ. 315/2018 οριστικής απόφασης του Ειρηνοδικείου Σερρών, με την οποία είχε απορριφθεί ως κατ` ουσία αβάσιμη, η από 28-4-2017 αίτηση της αναιρεσείουσας για την υπαγωγή της στο ν. 3869/2010 και τη ρύθμιση των οφειλών της, σύμφωνα με τις διατάξεις του νόμου αυτού.
Κατά το άρθρο 560 αριθ. 5 του ΚΠολΔ, όπως το άρθρο αυτό αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του ν. 4335/2015, κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, επιτρέπεται αναίρεση αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπ` όψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Ως "πράγματα", κατά την έννοια της διάταξης αυτής, νοούνται οι νόμιμοι, παραδεκτοί, ορισμένοι και λυσιτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και, συνακόλουθα, στηρίζουν το αίτημα της αγωγής, αίτησης, ανταγωγής, ένστασης, αντένστασης ή λόγου έφεσης, όχι, όμως, και οι μη νόμιμοι, απαράδεκτοι, αόριστοι και αλυσιτελείς ισχυρισμοί, οι οποίοι δεν ασκούν επίδραση στην έκβαση της δίκης και στους οποίους το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει, ούτε οι αιτιολογημένες αρνήσεις και οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων, έστω και αν προτείνονται ως λόγοι έφεσης (Ολ.ΑΠ 14/2004, ΑΠ 24/2023, ΑΠ 21/2023, ΑΠ 3/2021, ΑΠ 883/2021).
Επίσης, δεν αποτελούν "πράγματα" και τα επικαλούμενα από τους διαδίκους αποδεικτικά μέσα και, πολύ περισσότερο, η αξιολόγηση από το δικαστήριο του περιεχομένου των εγγράφων και των λοιπών αποδεικτικών μέσων, αλλά ούτε και τα επιχειρήματα ή συμπεράσματα που διατυπώνονται κατά την εκτίμηση των αποδείξεων (ΑΠ 21/2023, ΑΠ 989/2018, ΑΠ 388/2018).
Ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται, αν το δικαστήριο που δίκασε έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό και τον απέρριψε ρητά για οποιονδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό ή όταν το δικαστήριο αντιμετωπίζει και απορρίπτει εκ των πραγμάτων προβληθέντα ισχυρισμό, γεγονός που συμβαίνει και όταν η απόφαση περιέχει παραδοχές αντίθετες με τον ισχυρισμό (Ολ.ΑΠ 25/2003, ΑΠ 21/2023, ΑΠ 883/2021, ΑΠ 409/2021, ΑΠ 98/2020, ΑΠ 7/2020), ή στην περίπτωση που το δικαστήριο τον απέρριψε ακόμη και σιωπηρώς, όταν είναι φανερό ότι όντως τον απέρριψε (ΑΠ 409/2021, ΑΠ 98/2020, ΑΠ 7/2020).
Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 744 και 759 παρ. 3 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι το δικαστήριο, κατά τη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας, μπορεί και αυτεπαγγέλτως να διατάζει κάθε μέτρο πρόσφορο για την εξακρίβωση πραγματικών γεγονότων, ακόμη και εκείνων που δεν έχουν προταθεί και ιδιαίτερα γεγονότων που συντελούν στην προστασία των ενδιαφερομένων ή της έννομης σχέσης ή του γενικότερου κοινωνικού συμφέροντος (άρθρο 744) και ότι το δικαστήριο, ακόμη και αποκλίνοντας από τις διατάξεις που ρυθμίζουν την απόδειξη, διατάζει αυτεπαγγέλτως καθετί που, κατά την κρίση του, είναι απαραίτητο για την εξακρίβωση της αλήθειας των πραγματικών γεγονότων (άρθρο 759 παρ. 3).
Με τις διατάξεις αυτές εισάγεται απόκλιση από τη ρύθμιση του άρθρου 106 του ΚΠολΔ και καθιερώνεται για τις υποθέσεις της εκούσιας δικαιοδοσίας το ανακριτικό σύστημα, το οποίο παρέχει στο δικαστήριο ελευθερία αυτεπάγγελτης ενέργειας και συλλογής του αποδεικτικού υλικού και εξακρίβωσης πραγματικών γεγονότων, ακόμη και εκείνων που δεν έχουν προταθεί, τα οποία ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Η ειδική αυτή ρύθμιση καταλαμβάνει τις γνήσιες και τις μη γνήσιες υποθέσεις της εκούσιας δικαιοδοσίας, δηλαδή και εκείνες τις ιδιωτικές διαφορές που ο νόμος παραπέμπει για εκδίκαση στην ειδική αυτή διαδικασία, λόγω της απλότητας και συντομίας από την οποία κυριαρχείται. Το ανακριτικό αυτό σύστημα ισχύει και στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, ενώ η εξουσία του δικαστηρίου για λήψη κάθε πρόσφορου μέτρου για την ανεύρεση της αλήθειας δεν οριοθετείται από το νόμο και, άρα, είναι απεριόριστη, αφού μπορεί να λάβει υπόψη ακόμη και άκυρα ή ανυπόστατα αποδεικτικά μέσα (όχι, όμως, και ανεπίτρεπτα), καθώς και αποδεικτικά μέσα που δεν πληρούν τους όρους του νόμου ή αποδεικτικά μέσα εκτός του καταλόγου του άρθρου 339 του ΚΠολΔ, αποδεσμευόμενο από τους αποδεικτικούς τύπους της αυστηρής απόδειξης (ΑΠ 21/2023, ΑΠ 425/2022, ΑΠ 610/2020, ΑΠ 769/2015, ΑΠ 236/2015).
Ως εκ τούτου, κατά τη διαδικασία αυτή (εκούσια) δεν ιδρύεται ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 8 περ. α` του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, για την, παρά το νόμο, λήψη υπόψη πραγμάτων που δεν προτάθηκαν (ΑΠ 154/2018, ΑΠ 636/2017, ΑΠ 528/2017) και, συνακόλουθα, από τον αριθμό 5 περ. α` του (νέου) άρθρου 560 του ίδιου Κώδικα (ΑΠ 21/2023, ΑΠ 1226/2023, ΑΠ 651/2021, ΑΠ 883/2021, ΑΠ 686/2021, ΑΠ 257/2020, ΑΠ 805/2019).
Στην ερευνώμενη υπόθεση, με το πρώτο αναιρετικό λόγο, η αναιρεσείουσα αποδίδει στη προσβαλλόμενη απόφαση την αναιρετική πλημμέλεια από το άρθρο 560 αριθ. 5 περ. α` του ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι το, ως Εφετείο, δικάσαν δικαστήριο, έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν και ειδικότερα έκρινε το ζήτημα της συνδρομής ή μη στο πρόσωπο της αιτούσας-αναιρεσείουσας της εμπορικής ιδιότητας αν και το ζήτημα αυτό δεν τέθηκε προς κρίση ενώπιον του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου με την έφεσή της, ούτε με άσκηση έφεσης ή αντέφεσης από την εφεσίβλητη-αναιρεσίβλητη, χωρίς αυτό να προταθεί.
Ο λόγος αυτός, της λήψης υπόψη πραγμάτων που δεν προτάθηκαν, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος διότι στην παρούσα διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας, σύμφωνα με τα αναφερόμενα στην ως άνω νομική σκέψη, δεν ιδρύεται ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 5 περ. α` του άρθρου 560 του ΚΠολΔ, καθόσον ως προς τη συλλογή των αποδείξεων, εφαρμόζεται, κατ` άρθρο 744 του ΚΠολΔ, το ανακριτικό σύστημα και όχι εκείνο της συζήτησης.
Σε κάθε περίπτωση κρίνεται απορριπτέος και ως αβάσιμος, καθόσον, κατά τα προλεχθέντα και ισχύοντα κατά το ανακριτικό σύστημα στις υποθέσεις της εκούσιας δικαιοδοσίας, ορθώς, το, ως Εφετείο, δικάσαν δικαστήριο εξέτασε εκ νέου τις τυπικές και ουσιαστικές προϋποθέσεις για την υπαγωγή της αιτούσας-εκκαλούσας στις προστατευτικές διατάξεις του ν. 3869/2010 και αφού, κατά τις ανέλεγκτες αναιρετικά παραδοχές του, δέχθηκε ότι αποδείχθηκε ότι η παροχή της ένδικης εγγύησης αποσκοπούσε στην αύξηση των εισοδημάτων του συζύγου της αιτούσας και της ιδίας, δεδομένου ότι τα εισοδήματά της δεν επαρκούσαν για τη κάλυψη των οικογενειακών τους αναγκών, έκρινε ότι η ένδικη παροχή εγγύησης εκ μέρους της αποτελεί πράξη εμπορική, καθώς και ότι δεν αποδείχθηκε η με οποιονδήποτε τρόπο απώλεια της εμπορικής ιδιότητάς της (αιτούσας) και, συνεπώς, ότι δεν συντρέχει στο πρόσωπό της η απαραίτητη για την υπαγωγή της στις διατάξεις του ν. 3869/2010 ουσιαστική προϋπόθεση της έλλειψης πτωχευτικής ικανότητάς της.
Κατά τη διάταξη του άρθρ. 560 αριθ. 1 εδ. α` του ΚΠολΔ, όπως ίσχυε, τόσο πριν όσο και μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του ν. 4335/2015, κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων, που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, επιτρέπεται αναίρεση αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών.
Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.ΑΠ 1/2016, Ολ.ΑΠ 2/2013, ΑΠ 1208/2023).
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ` ουσία, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται με βάση τα πραγματικά περιστατικά που ανέλεγκτα το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν και την υπαγωγή τους στο νόμο και ιδρύεται αυτός ο λόγος αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση (Ολ.ΑΠ 3/2020, ΑΠ 1208/2023).
Με το λόγο αυτό δεν επιτρέπεται να πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, υπό την επίκληση ότι αυτή παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο κατά το άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ (ΑΠ 1227/2023, ΑΠ 549/2022). Περαιτέρω, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 1 παρ. 1 του ν. 3869/2010, "φυσικά πρόσωπα που δεν έχουν πτωχευτική ικανότητα και έχουν περιέλθει, χωρίς δόλο, σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών τους (εφεξής οφειλέτες), δικαιούνται να υποβάλουν στο αρμόδιο δικαστήριο την αίτηση που προβλέπεται στην παράγραφο 1 του άρθρου 4 για τη ρύθμιση των οφειλών τους και απαλλαγή".
Η προϋπόθεση της έλλειψης πτωχευτικής ικανότητας διατυπώνεται από το νομοθέτη αρνητικά. Το σχετικό αρνητικό γεγονός δεν είναι κατ` αρχήν απαραίτητο να διαλαμβάνεται στην αίτηση ως στοιχείο ενεργητικής νομιμοποίησης. Σύμφωνα με το σκοπό του νόμου, στη ρύθμιση του νόμου υπάγονται μόνο φυσικά πρόσωπα, και μάλιστα πρόσωπα που δεν ασκούν αυτοτελή οικονομική δραστηριότητα, που να τους προσδίδει την ιδιότητα του εμπόρου.
Προσθέτως, υπάγονται και όσοι ήταν έμποροι, έπαψαν όμως την εμπορία ή την οικονομική τους δραστηριότητα, χωρίς κατά την παύση αυτή να έχουν παύσει τις πληρωμές τους (άρθρ. 2 παρ. 3 του ΠτΚ) (εντάσσονται στο ν. 3869/2010, αν έπαυσαν να έχουν εμπορική ιδιότητα, συνέχισαν τις πληρωμές και έπειτα περιήλθαν σε αδυναμία πληρωμών).
Η εμπορική ιδιότητα, είτε υφιστάμενη, είτε αναγόμενη στο παρελθόν κατά το χρονικό όμως σημείο κατά το οποίο έπαυσαν οι πληρωμές, είναι η προϋπόθεση που προσδίδει πτωχευτική ικανότητα στο φυσικό πρόσωπο, αποκλείοντας την υπαγωγή του στο πεδίο εφαρμογής του νόμου. Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 2 παρ. 1 του ΠτΚ (ν. 3588/2007) πτωχευτική ικανότητα έχουν οι έμποροι.
Σύμφωνα με το άρθρο 1 του ΕμπΝ και τη διδασκαλία του εμπορικού δικαίου, έμπορος είναι ο κατά σύνηθες επάγγελμα ασκών εμπορικές πράξεις. Οι έμποροι επομένως, για τους οποίους μάλιστα βάσει του όρθρου 8 παρ. 2 του διατάγματος περί αρμοδιότητας των εμποροδικείων ισχύει το τεκμήριο της εμπορικότητας, σύμφωνα με το οποίο όλες οι συναλλαγές που γίνονται από τον έμπορο τεκμαίρεται ότι γίνονται χάριν της εμπορίας του, αποκλείονται από την εφαρμογή του ν. 3869/2010, στη ρύθμιση του οποίου, συνεπώς, δεν υπάγονται ούτε τα ιδιωτικά χρέη του εμπόρου.
Γι` αυτούς, σε περίπτωση αδυναμίας εκπλήρωσης των ληξιπρόθεσμων χρηματικών υποχρεώσεών τους κατά τρόπο γενικό και μόνιμο (παύση πληρωμών), ισχύουν οι ρυθμίσεις του ν. 3588/2007 (ΠτΚ) και όχι αυτές του ν. 3869/2010 (ΑΠ 1225/2023, ΑΠ 651/2021, ΑΠ 3/2021, ΑΠ 804/2021, ΑΠ 610/2020, ΑΠ 743/2020, ΑΠ 804/2019). Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 1 παρ. 1 του ν. 3869/2010, η έλλειψη πτωχευτικής ικανότητας του οφειλέτη αποτελεί ουσιαστική προϋπόθεση για τη δυνατότητα υπαγωγής του στις διατάξεις του ν. 3869/2010.
Πτωχευτική ικανότητα έχουν τα πρόσωπα, που έχουν αποκτήσει την εμπορική ιδιότητα, η οποία κτάται κατά το υποκειμενικό (ουσιαστικό σύστημα) σύμφωνα με το άρθρο 1 του ΕμπΝ, εφόσον ενεργούν κατά σύνηθες επάγγελμα εμπορικές πράξεις. Ειδικότερα, η από τα άρθρα 847 επ. του ΑΚ, σύμβαση εγγύησης είναι καθ` αυτή σύμβαση αστικού δικαίου, αφού κατά κανόνα παρέχεται χαριστικώς προς εξυπηρέτηση συμφερόντων άλλου.
Στη περίπτωση όμως που η εγγύηση δίδεται από τον εγγυητή για κερδοσκοπία με αμοιβή ή άλλη χρηματική ωφέλεια, ή αυτός έχει οικονομικό συμφέρον από την υπόθεση για την οποία δόθηκε, η πράξη είναι εμπορική και μάλιστα ανεξάρτητα από τον εμπορικό χαρακτήρα της κύριας οφειλής ή της εμπορικής ιδιότητας του εγγυητή.
Είναι δηλαδή πράξη αντικειμενικά εμπορική, διότι περιέχει διαμεσολάβηση στη παροχή πίστης για την ανάληψη του κινδύνου και κερδοσκοπία, στοιχεία που αποτελούν αντικειμενικά γνωρίσματα χαρακτηρισμού της πράξης ως εμπορικής κατά το άρθρο 2 του β.δ/τος 2/14.05.1835 "περί αρμοδιότητος των εμποροδικείων". Επομένως, τέτοιες εγγυήσεις, εφόσον παρέχονται κατά σύνηθες επάγγελμα με σκοπό το βιοπορισμό, αποτελούν αντικειμενικά εμπορικές πράξεις, που προσδίδουν στον παρέχοντα την ιδιότητα του εμπόρου, κατά το άρθρο 1 του ΕμπΝ (ΑΠ 610/2020, ΑΠ 518/2020, ΑΠ 1332/2020, ΑΠ 805/2019, ΑΠ 626/2019, ΑΠ 1692/1998).
Εξάλλου η παροχή εγγυήσεων τέτοιων προσδίδει την ιδιότητα του εμπόρου κατά την ανωτέρω έννοια στον παρέχοντα αυτές όταν ασκείται κατά σύνηθες και όχι απαραίτητα κύριο επάγγελμα. Η κτήση δηλαδή της εμπορικής ιδιότητας δεν αποκλείεται από την παράλληλη με αυτή άσκηση άλλου μη εμπορικού επαγγέλματος ή άλλης ιδιότητας (Ολ.ΑΠ 1513/1980, ΑΠ 1332/2020).
Στην ερευνώμενη υπόθεση, με το δεύτερο αναιρετικό λόγο, η αναιρεσείουσα ισχυρίζεται ότι η προσβαλλόμενη απόφαση υπέπεσε στη πλημμέλεια της παραβίασης του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που ιδρύει τον προβλεπόμενο από τη διάταξη του άρθρου 560 αριθ. 1 εδ. α`του ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης, άλλως υπέπεσε στη προβλεπόμενη από το άρθρο 560 αριθ. 1 εδ.
β`του ΚΠολΔ πλημμέλεια της παραβίασης των διδαγμάτων της κοινής πείρας που αφορούν την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή πραγματικών γεγονότων σε αυτούς. Συγκεκριμένα, η αναιρεσείουσα ισχυρίζεται ότι η προσβαλλόμενη απόφαση με το να δεχτεί ότι απέκτησε την εμπορική ιδιότητα επειδή απλώς και μόνο υπέγραψε ως εγγυήτρια τη μοναδική δανειακή σύμβαση που καταρτίστηκε μεταξύ της ανώνυμης εταιρίας με το διακριτικό τίτλο "...", με αντικείμενο την παρασκευή ειδών ζαχαροπλαστικής, στην οποία ο σύζυγός της ήταν μέλος του διοικητικού συμβουλίου και μέτοχος κατά ποσοστό 20% και της πιστώτριας τράπεζας με την επωνυμία "Συνεταιριστική Τράπεζα Ν.
Σερρών ΣΥΝ.ΠΕ", έχοντας δήθεν έμμεσο όφελος από την υπογραφή της ως άνω εγγύησης ως μέσο βιοπορισμού και αποσκοπώντας στην αύξηση των εισοδημάτων του συζύγου της και της ιδίας, παραβίασε ευθέως τις διατάξεις του άρθρου 1 παρ. 1 του ν. 3869/2010, τις διατάξεις του άρθρου 1 περί Εμπορικού Νόμου (β.δ/γμα 19.4/1-5-1835), σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 847 επ.
του ΑΚ. Κρίνοντας όμως έτσι το, ως Εφετείο, δικάσαν δικαστήριο, για να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα, σύμφωνα με το οποίο η αναιρεσείουσα, κατά την υποβολή της αίτησής της περί υπαγωγής στις προστατευτικές διατάξεις του ν. 3869/2010 είχε πτωχευτική ικανότητα, την οποία δεν απώλεσε, καθόσον άσκησε αντικειμενικά εμπορική πράξη, που της προσέδωσε την εμπορική ιδιότητα και ειδικότερα ότι η παροχή της σύμβασης εγγύησης που καταρτίστηκε μεταξύ της ανώνυμης εταιρίας με το διακριτικό τίτλο "...", στην οποία μέλος του διοικητικού συμβουλίου και μέτοχος με ποσοστό 20% ήταν ο σύζυγός της και της τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία "Συνεταιριστική Τράπεζα Ν.
Σερρών ΣΥΝ.ΠΕ" (καθολικής δικαιοπαρόχου της παριστάμενης αναιρεσίβλητης), έγινε με σκοπό το κέρδος, σε περίπτωση δε άρνησής της να παράσχει την εγγύηση δεν θα χορηγούνταν οι απαιτούμενες πρόσθετες πιστώσεις για την επικερδή συνέχιση των εργασιών της παραπάνω επιχείρησης, καθώς ήδη δεν επαρκούσαν οι ήδη χορηγηθείσες εγγυήσεις από το σύζυγό της και τους συγγενείς του και, επομένως, έγινε με σκοπό έμμεσου οικονομικού οφέλους, καθόσον με τη διεύρυνση των οικονομικών μεγεθών της ανώνυμης εταιρίας, θα επέρχονταν αύξηση του οικογενειακού εισοδήματος με την συνεισφορά του συζύγου της, έτσι ώστε να εξασφαλίσει ένα επίπεδο ζωής ανώτερο εκείνου που της επέτρεπε το εισόδημά της ως ιδιωτικής υπαλλήλου, ορθώς ερμήνευσε τις προαναφερόμενες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 2 του β.δ/τος 14-5-1835 "περί της αρμοδιότητας των εμποροδικείων", 1 του Εμπ.Ν.
και 847 του ΑΚ, διότι τα ανωτέρω πραγματικά περιστατικά, που το, ως Εφετείο, δικάσαν δικαστήριο δέχτηκε, ανελέγκτως αναιρετικά, ότι αποδείχθηκαν, αρκούσαν για να πληρωθεί το πραγματικό των κανόνων δικαίου, που εφάρμοσε, τους οποίους επομένως δεν παραβίασε ευθέως με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή, όπως ούτε τα διδάγματα της κοινής πείρας (δεν εκτίθεται στο αναιρετήριο ποια διδάγματα κοινής πείρας εσφαλμένα δεν εφαρμόσθηκαν), ενώ επίσης ορθώς ερμήνευσε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 1 παρ. 1α` του ν. 3869/2010, την οποία ορθώς δεν εφάρμοσε, διότι, κατά τις προεκτεθείσες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής της, καθόσον η εφαρμογή της, προϋποθέτει έλλειψη εμπορικής ιδιότητας και πτωχευτικής ικανότητας του δανειολήπτη ως αρνητικό στοιχείο για την υπαγωγή του στο ν. 3869/2010.
Οι περαιτέρω αιτιάσεις της αναιρεσείουσας, με τις οποίες ισχυρίζεται ότι η ένδικη σύμβαση εγγύησης αποτελεί μια εφάπαξ εγγύηση και ότι δόθηκε χαριστικά από λόγους οικογενειακής αλληλεγγύης και ηθικού καθήκοντος προς τον σύζυγό της, είναι προεχόντως απορριπτέες ως απαράδεκτες, διότι η αναιρεσείουσα υπό την επίφαση της αναιρετικής πλημμέλειας από το άρθρο 560 αριθ. 1 του ΚΠολΔ, πλήττει την αναιρετικά ανέλεγκτη (άρθρ. 561 αριθ. 1 του ΚΠολΔ) εκτίμηση του αποδεικτικού υλικού.
Επομένως, ο δεύτερος αναιρετικός λόγος από τον αριθ. 1α' και β' του άρθρου 560 του ΚΠολΔ, κρίνεται απορριπτέος, ως αβάσιμος και απαράδεκτος, κατά τις ως άνω διακρίσεις. Σε ακολουθία των παραπάνω, μη υπάρχοντος άλλου αναιρετικού λόγου για να ερευνηθεί, πρέπει η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης να απορριφθεί. Επίσης, πρέπει να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου, που έχει καταθέσει η αναιρεσείουσα στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 του ΚΠολΔ, όπως ισχύει και εφαρμόζεται στην προκειμένη υπόθεση μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του ν. 4335/2015 που ισχύει, κατ' άρθρο 1 άρθρο ένατο παρ. 2 και 4 αυτού, για τα ένδικα μέσα που κατατίθενται από 1-1-2016).
Διάταξη περί δικαστικής δαπάνης δεν ορίζεται, έστω και εάν πρόκειται για υπόθεση που κρίνεται κατά τους κανόνες της εκούσιας δικαιοδοσίας (άρθρο 3 εδ. β` του ν. 3869/2010), διότι η δικαστική διαδικασία του εν λόγω νόμου δεν επιτρέπει την εφαρμογή του άρθρου 746 του ΚΠολΔ, καθόσον επικρατεί η ειδικότερη ρύθμιση, που προβλέπει η διάταξη του άρθρου 8 παρ. 6 εδ.
β` του ν. 3869/2010, κατά την οποία "δικαστική δαπάνη δεν επιδικάζεται..." και το οποίο εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη (ΑΠ 1226/2023, ΑΠ 1513/2022).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την, από 4-7-2022 (αριθ. έκθ. κατάθ. 9/2022), αίτηση για αναίρεση της με αριθ. 199/2021 τελεσίδικης απόφασης του δικάσαντος ως Εφετείου Μονομελούς Πρωτοδικείου Σερρών, η οποία εκδόθηκε κατά την ειδική διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας.
Διατάσσει την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του παραβόλου, που έχει κατατεθεί για την άσκηση της αίτησης αναίρεσης.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 29 Φεβρουαρίου 2024.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ Και ταύτης αποχωρησάσης από την Υπηρεσία καθώς και της αρχαιοτέρας Αρεοπαγίτου ο β'αρχαιότερος της Συνθέσεως Αρεοπαγίτης
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 26 Σεπτεμβρίου 2024.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ