Legislator Case Law & Legislation
1336/2023 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on civil liability where criminal acquittal does not bind civil court to same conclusion.

Case Number 1336/2023
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's appeal against a final judgment establishing his civil liability for car damage. The appellant argued that a prior criminal acquittal should preclude the civil court from finding him liable, citing the principle of presumption of innocence. The court ruled that while civil courts must respect criminal acquittals, they are not bound by them and may reach different conclusions based on their own assessment of evidence.

Legislator headnote

AI generated

Articles 681A, 666, 667, 670-676 of the Code of Civil Procedure; The principle of presumption of innocence in criminal proceedings does not bind the civil court to accept the criminal acquittal as the sole basis for civil liability, allowing the civil court to reach a different conclusion based on its own evidence assessment.

Keywords

AI generated
presumption of innocence civil liability criminal acquittal binding effect Code of Civil Procedure appellate review evidence assessment

Cited Legislation

AI generated
Articles 681A, 666, 667, 670-676 of the Code of Civil Procedure
Article 4 of Article 1 of Law 4335/2015
Article 564(3) of the Code of Civil Procedure
Articles 552, 553(1b), 556 of the Code of Civil Procedure
Article 559(1) of the Code of Civil Procedure
Article 495 of the Code of Civil Procedure
Articles 176, 183, 191 of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1336 / 2023 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1336/2023

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μυρσίνη Παπαχίου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεωργία Κατσιμαγκλή, Ασπασία Μεσσηνιάτη - Γρυπάρη, Μαρί Δεργαζαριάν και Αλεξάνδρα Αποστολάκη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 17 Φεβρουαρίου 2023, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ζ. Γ. του Π., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Στέργιο Γιαλάογλου με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Μ. Χ. του Σ. και 2) Δ. Χ. του Σ., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Γεωργία Μπορδόκα.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 5-11-2011 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ροδόπης και συνεκδικάστηκε με την από 8-8-2012 παρεμπίπτουσα αγωγή της ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρίας με την επωνυμία "Ε. Α.", μη διαδίκου στην παρούσα δίκη. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 98/2013 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 336/2015 του Μονομελούς Εφετείου Θράκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησαν οι ήδη αναιρεσίβλητοι με την από 6-6-2016 αίτησή τους.

Εκδόθηκε η 1666/2017 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία αναίρεσε την ως άνω εφετειακή απόφαση και παρέπεμψε την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο συγκροτούμενο από άλλο δικαστή.

Εκδόθηκε η 32/2020 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θράκης, την αναίρεση της οποίας ζητεί ο αναιρεσείων με την από 22-6-2020 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Μαρί Δεργαζαριάν, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η πληρεξούσια των αναιρεσιβλήτων ζήτησε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με τη κρινόμενη από 22-6-2020 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα, κατά την ειδική διαδικασία των διαφορών για ζημίες από αυτοκίνητο, καθώς και από τη σύμβαση ασφάλισης αυτού (άρθρα 681Α', 666, 667, 670-676 ΚΠολΔ), όπως ίσχυαν πριν από την αντικατάστασή τους με το άρθρο τέταρτο του άρθρου 1 του Ν. 4335/2015) με αριθμό 32/2020 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θράκης, που έκανε δεκτή τυπικά και κατ' ουσία την με αριθμό κατάθεσης 92/28-11-2013 έφεση των αναιρεσιβλήτων-εκκαλούντων κατά της υπ' αριθ. 98/2013 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ροδόπης. Η αίτηση ασκήθηκε νομότυπα με την κατάθεση του δικογράφου αυτής στη Γραμματεία του ως άνω Δικαστηρίου (άρθρα 495 παρ. 1 ΚΠολΔ) και εμπρόθεσμα ήτοι εντός της διετούς προθεσμίας από τη δημοσίευσή της, σύμφωνα με το άρθρο 564 παρ. 3 ΚΠολΔ (όπως ισχύει για τα ένδικα μέσα που ασκούνται από 1-1-2016, σύμφωνα με το άρθρο 1 άρθρο ένατο παρ. 2 του ν. 4335/2015), αφού από τα προσκομιζόμενα έγγραφα δεν προκύπτει, ούτε ο αναιρεσείων επικαλείται επίδοση αυτής (άρθρα 552, 553 παρ. 1β, 556, 558, 564 παρ. 3 και 566 παρ. 1 ΚΠολΔ). Είναι, επομένως, παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).

Η ως άνω προσβαλλομένη απόφαση αποτελεί κατάληξη της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής, όπως προκύπτει από την παραδεκτή, κατ` άρθρο 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ, επισκόπηση των σχετικών διαδικαστικών εγγράφων: Οι νυν αναιρεσίβλητοι άσκησαν κατά του αναιρεσείοντος και κατά της ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "Ε.

Α." ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ροδόπης τη με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως ΕΓα110/2011 αγωγή τους με την οποία αιτήθηκαν την καταβολή αποζημιώσεως από αυτοκινητικό ατύχημα. Αρχικά η συζήτηση της εν λόγω αγωγής ορίστηκε για τη δικάσιμο της 23-10-2012 και μετά από αναβολές για τη δικάσιμο της 24-4-2013, προκειμένου να συνεκδικασθεί με την με αριθμό καταθέσεως ΕΓα 89/2012 παρεμπίπτουσα αγωγή που είχε ασκήσει η ασφαλιστική εταιρεία με την επωνυμία "Ε.

Α." κατά του ήδη αναιρεσείοντος, αιτούμενη να υποχρεωθεί αυτός να της καταβάλει ό,τι υποχρεωθεί με τη δικαστική απόφαση να καταβάλει στους αναιρεσιβλήτους. Κατά την ως άνω δικάσιμο η κύρια και παρεμπίπτουσα αγωγή συνεκδικάστηκαν αντιμωλία των διαδίκων και επ' αυτών εξεδόθη η υπ' αριθ. 98/2013 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ροδόπης, με την οποία απερρίφθησαν η κύρια αγωγή και η παρεμπίπτουσα αγωγή της ως άνω ασφαλιστικής εταιρίας ως κατ' ουσίαν αβάσιμες.

Κατά της ως άνω αποφάσεως άσκησαν οι αναιρεσίβλητοι την από 21-11-2013 και με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως 92/2013 έφεση και β) η παρεμπιπτόντως ασφαλιστική εταιρία με την επωνυμία "Ε. Α." την από 9-12-2013 έφεση. Επ' αυτών εξεδόθη η υπ' αριθ. 336/2015 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θράκης, με την οποία απερρίφθησαν οι εφέσεις και συνακόλουθα η κύρια αγωγή και η παρεμπίπτουσα αγωγή ως ουσιαστικά αβάσιμες.

Κατά της απόφασης αυτής οι αναιρεσίβλητοι άσκησαν την από 6-6-2016 με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως 23/2016 αίτηση αναιρέσεως, επί της οποίας εξεδόθη η υπ' αριθ. 1666/2017 απόφαση του δικαστηρίου τούτου, με την οποία έγινε δεκτή η άνω αίτηση, αναιρέθηκε η υπ' αριθ. 336/2015 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θράκης και παραπέμφθηκε η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο.

Ακολούθως, με την από 25-1-2018 αίτηση-κλήση των ήδη αναιρεσιβλήτων επαναφέρθηκε προς συζήτηση η ως άνω έφεση των αναιρεσιβλήτων, δικάσιμος της οποίας ορίστηκε η 5-10-2018, οπότε και συζητήθηκε ερήμην της καθ' ης η κλήση ασφαλιστικής εταιρείας "Ε. Α." και αντιμωλία των λοιπών διαδίκων. Επ' αυτής εξεδόθη η υπ' αριθ. 32/2020 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θράκης, η οποία έκανε δεκτή τυπικά και κατ' ουσία την ως άνω έφεση, εξαφάνισε την υπ'αριθμ. 92/2013 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ροδόπης, κράτησε και δίκασε την κύρια αγωγή των αναιρεσιβλήτων, έκανε εν μέρει δεκτή αυτήν ως κατ' ουσία βάσιμη και αναγνώρισε ότι οι εναγόμενοι-εφεσίβλητοι υποχρεούνται, ευθυνόμενοι εις ολόκληρον, να καταβάλουν στον πρώτο από των αναιρεσιβλήτων το συνολικό ποσό των 30.640,80 ευρώ και στον δεύτερο αυτών το συνολικό ποσό των 1.085,00 ευρώ, νομιμότοκα από την επομένη της επίδοσης της αγωγής και μέχρι την πλήρη εξόφληση.

Κατά της άνω υπ' αριθ. 32/2020 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Θράκης ασκήθηκε από τον εναγόμενο-εφεσίβλητο η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως.

Από τις διατάξεις των άρθρων 297, 298, 300, 330 εδ. β` και 914 του ΑΚ, προκύπτει ότι η αδικοπρακτική ευθύνη προς αποζημίωση προϋποθέτει συμπεριφορά παράνομη και υπαίτια, επέλευση ζημίας και αιτιώδη σύνδεσμο μεταξύ της συμπεριφοράς του δράστη και της ζημίας. Παράνομη είναι η συμπεριφορά που αντίκειται σε επιτακτικό ή απαγορευτικό κανόνα δικαίου, ο οποίος απονέμει δικαίωμα ή προστατεύει συγκεκριμένο συμφέρον του ζημιωθέντος, μπορεί δε η συμπεριφορά αυτή να συνίσταται σε θετική ενέργεια ή σε παράλειψη ορισμένης ενέργειας.

Μορφή υπαιτιότητας είναι και η αμέλεια, η οποία υπάρχει όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές, δηλαδή αυτή που αν καταβαλλόταν, με μέτρο τη συμπεριφορά του μέσου συνετού και επιμελούς ανθρώπου του κύκλου δραστηριότητας του ζημιώσαντος, θα καθιστούσε δυνατή την αποτροπή του παράνομου και ζημιογόνου αποτελέσματος.

Αιτιώδης σύνδεσμος υπάρχει όταν η παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά του δράστη ήταν, σύμφωνα με τα διδάγματα της κοινής πείρας, ικανή, κατά την συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων, να επιφέρει τη ζημία και την επέφερε στηνσυγκεκριμένη περίπτωση. Η ύπαρξη του αιτιώδους συνδέσμου σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση είναι ζήτημα καθαρά πραγματικό και κρίνεται από το δικαστήριο της ουσίας.

Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε κυριαρχικώς ως αποδειχθέντα, επιτρέπουν το συμπέρασμα να θεωρηθεί, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, ορισμένο γεγονός ως πρόσφορη αιτία της ζημίας, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, γιατί είναι κρίση νομική, αναγόμενη στην ορθή ή μη υπαγωγή από το δικαστήριο της ουσίας των διδαγμάτων της κοινής πείρας στην αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας.

Η ύπαρξη της υπαιτιότητας δεν αποκλείεται κατ` αρχήν από το γεγονός ότι στο αποτέλεσμα του ατυχήματος συνετέλεσε και συντρέχον πταίσμα του ζημιωθέντος, εφόσον δεν διακόπτεται ο αιτιώδης σύνδεσμος, αλλά η ύπαρξη αυτού, προβαλλόμενη δε από τον υπαίτιο κατ` ένσταση, συνεπάγεται τη μη επιδίκαση από το δικαστήριο αποζημιώσεως ή τη μείωση του ποσού της (άρθρο 300 ΑΚ).

Ακόμη, από τις προαναφερόμενες διατάξεις συνάγεται ότι οι έννοιες της αμέλειας και της συνυπαιτιότητας είναι νομικές και, επομένως, η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ως προς την συνδρομή ή μη συντρέχοντος πταίσματος του ζημιωθέντος κατά την επέλευση της ζημίας, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου ως προς το εάν τα περιστατικά που το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ανελέγκτως ως αποδειχθέντα, συγκροτούν την έννοια του προαναφερόμενου πταίσματος.

Αντιθέτως, ο καθορισμός της βαρύτητας του πταίσματος και του ποσοστού κατά το οποίο, εξ αυτού του λόγου, πρέπει να μειωθεί η αποζημίωση, αφορά εκτίμηση πραγμάτων που δεν ελέγχεται ακυρωτικώς (ΑΠ 1090/2022, 163/2022). Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 του ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναιρέσεως αν παραβιάσθηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου, εσωτερικού ή διεθνούς.

Ο κανόνας παραβιάζεται, κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, είτε με ψευδή ερμηνεία, η οποία υπάρχει όταν αποδίδεται στον κανόνα δικαίου διαφορετική έννοια από την αληθινή, είτε, με μη ορθή εφαρμογή, η οποία συντελείται, όταν εφαρμόζεται κανόνας, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή όταν δεν εφαρμόζεται, ενώ έπρεπε να εφαρμοστεί ή όταν εφαρμόσθηκε εσφαλμένως.

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται και αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση γιατί δεν έχει καθόλου ή έχει ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, ο από αυτήν λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν, από το αιτιολογικό της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, δεν προκύπτουν σαφώς και επαρκώς, τα πραγματικά εκείνα περιστατικά που είναι, κατά το νόμο, αναγκαία για την εφαρμογή, στη συγκεκριμένη περίπτωση, του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκε, όπως και όταν η απόφαση έχει ελλιπείς ή αντιφατικές αιτιολογίες σχετικά με τα πραγματικά περιστατικά που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με συνέπεια να μην είναι δυνατός ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή όχι εφαρμογής του κανόνα αυτού του ουσιαστικού δικαίου.

Αντίθετα, δεν ιδρύεται λόγος αναιρέσεως κατά τη διάταξη αυτή, όταν οι ελλείψεις της αποφάσεως ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση και στάθμισή τους και στην αιτιολόγηση του εξαγομένου από αυτές πορίσματος, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανελέγκτως, κατά τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ, εκτός αν δεν είναι σαφές το πόρισμα και για το λόγο αυτό γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος (ΑΠ 521/2021, ΑΠ 464/2020, ΑΠ 1430/2019, ΑΠ 941/2018).

Ως ζητήματα, των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή ή αντιφατικό στερεί από την απόφαση τη νόμιμη βάση, νοούνται μόνο οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, που τείνουν, δηλαδή, στη θεμελίωση ή την κατάλυση του δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, όχι όμως και η επιχειρηματολογία των διαδίκων ή του δικαστηρίου, ούτε η εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή διατυπώνεται σαφώς (ΟλΑΠ 1/1999, ΟλΑΠ 24/1992, ΑΠ 122/2020, 1373/2019, ΑΠ 918/2019, ΑΠ 564/2018).

Το πόρισμα, δηλαδή το συμπέρασμα που προκύπτει από τις αποδείξεις είναι σαφές, όταν αναφέρεται στην απόφαση χωρίς ενδοιασμούς (με βεβαιότητα) ότι αποδείχθηκε συγκεκριμένο γεγονός και δεν χρησιμοποιούνται από το δικαστήριο εκφράσεις που κλονίζουν το πόρισμα, ως προϊόν πλήρους δικανικής πεποιθήσεως (ΑΠ 805/2021, ΑΠ 1397/2019, ΑΠ 1653/2018, ΑΠ 1206/2018).

Δεν υπάρχει δε έλλειψη αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές μεν, αλλά πλήρεις αιτιολογίες, αφού αναγκαίο να εκτίθεται σαφώς στην απόφαση είναι μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε και όχι ο λόγος για τον οποίο αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΑΠ 1388/2021, ΑΠ 145/2021, ΑΠ 605/2020, ΑΠ 30/2020). Τέλος, από τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναιρέσεως από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναιρέσεως, από το περιεχόμενο του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις απορρίπτεται ως απαράδεκτος, εφόσον πλέον πλήττεται η ουσία της υποθέσεως που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (ΑΠ 317/2021, ΑΠ 586/2020, ΑΠ 228/2020, ΑΠ 22/2020).

Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη (άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ) περί των πραγμάτων κρίση του, ως αποδειχθέντα, μετά από συνεκτίμηση των αποδεικτικών μέσων που αναφέρει, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά, σχετικά με τις συνθήκες που έλαβε χώρα το ένδικο αυτοκινητικό ατύχημα: "Στις 4-2-2010 (ορθό 4-12-2010) και περί ώρα 01:50 ο πρώτος ενάγων (πρώτος αναιρεσίβλητος), Μ.

Χ., γεννημένος στις 29-7-1994, ανήλικος τότε, οδηγώντας τη με αριθμό πινακίδων κυκλοφορίας ... δίκυκλη μοτοσυκλέτα, εργοστασίου κατασκευής YAMAHA MALAYSIA, 125 κυβ. εκ., ιδιοκτησίας του δεύτερου ενάγοντος, (δεύτερου αναιρεσίβλητου) Δ. Χ., αδερφού του, έβαινε στην πόλη της Κομοτηνής επί της οδού Υψηλάντου, με κατεύθυνση προς την δυτική έξοδο της πόλης και πλησίαζε τη διασταύρωση με την οδό Κίου.

Την ίδια ώρα ο πρώτος εναγόμενος, (αναιρεσείων) Ζ. Γ., οδηγώντας το με αριθμό πινακίδων κυκλοφορίας ... ΙΧΕ αυτοκίνητο, ιδιοκτησίας του, εργοστασίου κατασκευής DAEWOO Klat, 1.349 κυβ.εκ., 25 που ήταν ασφαλισμένο για την προς τρίτους αστική ευθύνη από τροχαία ατυχήματα στη δεύτερη εναγομένη ασφαλιστική εταιρία, έβαινε επί της οδού Κίου, με κατεύθυνση προς την οδό Υψηλάντου, με πρόθεση να τη διασχίσει κάθετα.

Η οδός Υψηλάντου είναι μονόδρομος, με πλάτος οδοστρώματος 7,4 μ., πλάτος πεζοδρομίου 2μ. εκατέρωθεν της οδού, με δύο λωρίδες κυκλοφορίας και ευθεία, ενώ η οδός Κίου είναι επίσης μονόδρομος, με πλάτος οδοστρώματος 5,6 μ., με μία λωρίδα κυκλοφορίας και ευθεία. Κατά την ως άνω ώρα υπήρχε επαρκής τεχνητός φωτισμός, ενώ η κίνηση οχημάτων και πεζών ήταν αραιή, οι δε καιρικές συνθήκες καλές.

Επί της οδού Κίου υπάρχουν δύο ρυθμιστικές πινακίδες Ρ - 2 με σήμα "SΤΟΡ" εκατέρωθεν της οδού καθώς και πινακίδες Ρ -7, ενώ επί της οδού Υψηλάντου υπάρχει πινακίδα Ρ - 28, που απαγορεύει τη στροφή προς τα δεξιά. Το όριο ταχύτητας, καθότι πρόκειται για κατοικημένη περιοχή, είναι 50 χλμ. Η ρυθμιστική πινακίδα "SΤΟΡ" που βρίσκεται στην αριστερή πλευρά της οδού απέχει περίπου δύο μέτρα πριν από την οδό Υψηλάντου.

Ο πρώτος εναγόμενος έβαινε μεν με μικρή ταχύτητα, πλην όμως δεν ακινητοποίησε το όχημά του ως όφειλε ούτε στο ύψος της ως άνω ρυθμιστικής πινακίδας, ούτε στο ύψος της διασταύρωσης των οδών, αλλά ούτε και ένα μέτρο μετά τη διασταύρωση, προκειμένου να ελέγξει την κίνηση των οχημάτων που έβαιναν επί της οδού Υψηλάντου και να τους παραχωρήσει προτεραιότητα, καθότι πράγματι, όπως προκύπτει από το σχετικό από 4.12.2010 σχεδιάγραμμα της τροχαίας που συνέταξε η αστυφύλακας Μ.

Δ., επί της οδού Υψηλάντου και σε απόσταση τριών μέτρων από τη διασταύρωσή της με την οδό Κίου υπήρχαν δύο κάδοι απορριμμάτων και πίσω από αυτούς σταθμευμένο όχημα. Αποτέλεσμα της ως άνω ενέργειας του πρώτου εναγομένου ήταν να συγκρουσθεί το όχημά του με τη μοτοσυκλέτα που οδηγούσε ο πρώτος ενάγων επί της οδού Υψηλάντου και σε απόσταση 3,90 μ.

από την οριογραμμή της οδού, καθότι στο σημείο αυτό βρέθηκαν ίχνη λαδιού και ίχνη γυαλιών και πλαστικών εξαρτημάτων. Μετά τη σύγκρουση το όχημα του πρώτου εναγομένου ακινητοποιήθηκε αριστερά επί της οδού Κίου μετά τη διασταύρωση και σε απόσταση εννέα μέτρων από το σημείο σύγκρουσης, ενώ η μοτοσυκλέτα του πρώτου ενάγοντος ακινητοποιήθηκε σε απόσταση περίπου δύο μέτρων από το σημείο σύγκρουσης.

Από τη σύγκρουση των δύο οχημάτων το μεν αυτοκίνητο του πρώτου εναγομένου φέρει βλάβες στην αριστερή πλευρά του και δη στη πίσω πόρτα από τη θέση του οδηγού, ενώ η μοτοσυκλέτα του πρώτου ενάγοντος στο εμπρόσθιο τμήμα (εμπρόσθιο φτερό, εμπρόσθια ρόδα, τιμόνι). Ο πρώτος ενάγων στερούνταν άδειας οδήγησης, ενώ ο πρώτος εναγόμενος ήταν σε κατάσταση μέθης, καθότι ύστερα από σχετική αιματολογική εξέταση βρέθηκε ότι η περιεκτικότητα του αίματος σε οινόπνευμα ήταν 2,37 ο/οο (βλ.

την με αριθμό πρωτ. 3022/10/1748 - β 713.12.2010 έκθεση εξέτασης αίματος για ανίχνευση οινοπνεύματος του Τμήματος Χημικών και Φυσικών Εξετάσεων της Υποδιεύθυνσης Εγκληματολογικών Ερευνών Βόρειας Ελλάδας), του επιβλήθηκε δε για το λόγο αυτό και πρόστιμο ύψους 1.200,00 ευρώ (...). Στην έκθεση αυτοψίας της τροχαίας αναφέρεται ως αυτόπτης μάρτυρας, ο Σ.

Φ., ο οποίος βρισκόταν με το αυτοκίνητό του επί της οδού Υψηλάντου σε μικρή απόσταση πίσω από τη δίκυκλη μοτοσυκλέτα του πρώτου ενάγοντος. Στην από 13.12.2010 ένορκη κατάθεσή του ενώπιον της Αστ. Δ.. Μ., ο παραπάνω μάρτυρας αναφέρει ότι "μπροστά από αυτόν κινούνταν 2 ή 3 μηχανάκια με κατεύθυνση από την πόλη προς την Ξάνθη.

Μετά το ύψος του ΙΚΑ τα μηχανάκια έκαναν επιδείξεις και επικίνδυνους ελιγμούς (σούζες) και κινούνταν το ένα δίπλα στο άλλο. Καθώς έφταναν στην οδό Κίου, διενεργώντας σούζα και τα δύο ή τρία μηχανάκια, ένα αυτοκίνητο βρήκε (ορθό βγήκε) από την οδό αυτή και προσέκρουσε στο ένα από αυτά, τα μηχανάκια. Τα μηχανάκια κινούνταν με ταχύτητα γύρα στα 60 με 70 χλμ.".

Την κατάθεση αυτή επιβεβαιώνει και ο Δ. Κ., γεν. το έτος 1994, ο οποίος προσήλθε αυθόρμητα στην αστυνομία και κατέθεσε στην από 19.12.2010 εξέτασή του ότι "στις 4.2.2010 οδηγούσαν με το φίλο του, Μ. Χ., πρώτο ενάγοντα, τα μηχανάκια τους επί της οδού Υψηλάντου με ταχύτητα γύρω στα 50 με 60 χλμ. και ο ενάγων βρισκόταν περίπου τέσσερα μέτρα πιο μπροστά από αυτόν, ενώ λίγο πριν τη γέφυρα πετάχτηκε μπροστά τους ένα αυτοκίνητο από την οδό Κίου".

Από τα παραπάνω προκύπτει κατά την κρίση του Δικαστηρίου ότι το επίδικο τροχαίο ατύχημα οφείλεται σε συνυπαιτιότητα και των δύο οδηγών. Ειδικότερα, ο πρώτος εναγόμενος ευθύνεται καθότι δεν ακινητοποίησε ως όφειλε το όχημά του πριν από την ρυθμιστική πινακίδα "SΤΟΡ", ώστε να παραχωρήσει προτεραιότητα στα κινούμενα επί της οδού Υψηλάντου οχήματα.

Το γεγονός αυτό αποδεικνύεται τόσο από την κατάθεση του αυτόπτη μάρτυρα, ο οποίος καταθέτει ότι το αυτοκίνητο του πρώτου εναγομένου βρήκε από τη διασταύρωση και επέπεσε στο μηχανάκι, όσο και από το σημείο σύγκρουσης των οχημάτων, όπως αυτή αποτυπώνεται στο σχεδιάγραμμα της τροχαίας και τις ζημίες που τα οχήματα φέρουν, το μεν αυτοκίνητο στην πίσω αριστερή πόρτα, η δε μοτοσυκλέτα στην εμπρόσθια πλευρά της.

Ο ισχυρισμός του πρώτου εναγομένου ότι αυτός ακινητοποίησε το όχημά του στην πινακίδα ΣΤΟΠ δεν κρίνεται βάσιμος. Στο απολογητικό του υπόμνημα ο πρώτος εναγόμενος ισχυρίζεται ότι "ενώ ήταν ακινητοποιημένος στο SΤΟΡ, πέρασαν μπροστά του μία παρέα 3-4 νεαρών που οδηγούσαν δίκυκλα μοτοποδήλατα, κάνοντας σούζες, και αφού πέρασαν αυτά, αυτός εισήλθε στον κόμβο κινούμενος τόσο όσο χρειαζόταν για να ελευθερώσει το πεδίο ορατότητάς του, επειδή οι κάδοι και το σταθμευμένο αυτοκίνητο περιόριζαν την ορατότητά του και τη στιγμή εκείνη ξαφνικά είδε από αριστερά του ένα δίκυκλο".

Τα παραπάνω, ωστόσο, αντικρούονται από την κατάθεση του αυτόπτη μάρτυρα, ο οποίος κάνει λόγο μόνο για δύο με τρία μηχανάκια που έκαναν σούζες και όχι περισσότερα, αλλά και από το σχεδιάγραμμα της τροχαίας, από το οποίο προκύπτει ότι οι κάδοι απορριμμάτων και το σταθμευμένο όχημα δεν εμπόδιζαν σε τέτοιο βαθμό την ορατότητα του πρώτου εναγομένου, ώστε να αναγκαστεί να εισέλθει 3,9 μ.

από την οριογραμμή της διασταύρωσης για να ελέγξει την οδό Υψηλάντου. Επίσης, ο πρώτος εναγόμενος ισχυρίζεται ότι δεν είδε τη μοτοσυκλέτα του πρώτου ενάγοντος, γιατί αυτός βρισκόταν σε θέση ανυψωμένου εμπρόσθιου τροχού (σούζα). Το γεγονός ότι ο πρώτος ενάγων βρισκόταν σε αυτή τη θέση επιβεβαιώνεται από την κατάθεση του αυτόπτη μάρτυρα, ωστόσο, σε κάθε περίπτωση, υπήρχε επαρκής τεχνητός φωτισμός στο σημείο σύγκρουσης και επίσης λίγο πίσω από τη μοτοσυκλέτα του πρώτου ενάγοντος έβαινε το αυτοκίνητο του ως άνω αυτόπτη μάρτυρα, το οποίο είχε φώτα και ο πρώτος εναγόμενος έπρεπε λογικά να δει τουλάχιστον αυτό και να ακινητοποιήσει το όχημά του για να του δώσει προτεραιότητα.

Εξάλλου, η ανίχνευση αυξημένης ποσότητας αλκοόλ στο αίμα του πρώτου εναγομένου συνηγορεί υπέρ της άποψης ότι αυτός δεν ακινητοποίησε το όχημά του ως όφειλε, ή πάντως δεν ενήργησε τον δέοντα έλεγχο, όπως θα έκανε ο μέσος συνετός και νηφάλιος οδηγός, με αποτέλεσμα να μην αντιληφθεί εγκαίρως τη μοτοσυκλέτα του πρώτου ενάγοντος.

Ωστόσο, αμέλεια βαρύνει και τον πρώτο ενάγοντα. Ειδικότερα, αυτός, καίτοι στερούνταν άδειας οδήγησης, οδηγούσε χωρίς σύνεση και επικίνδυνα, κάνοντας ελιγμούς και βαίνοντας επί της μίας ρόδας (σούζα) και βαίνοντας με ταχύτητα 60 τουλάχιστον χιλιομέτρων την ώρα, η οποία υπερβαίνει το ανώτατο όριο ταχύτητας για τις κατοικημένες περιοχές.

Αποτέλεσμα της αμελούς αυτής συμπεριφοράς του ήταν να μην είναι σε θέση να αντιληφθεί έγκαιρα το αυτοκίνητο του εναγομένου που εισήλθε στη διασταύρωση και να μην μπορέσει έγκαιρα να ενεργήσει οποιονδήποτε αποφευκτικό ελιγμό - τροχοπέδηση ή αλλαγή πορείας - προκειμένου να αποφύγει τη σύγκρουση με το όχημα του πρώτου εναγομένου.

Το ποσοστό συνυπαιτιότητας που βαρύνει τους ως άνω οδηγούς, ανέρχεται κατά την κρίση του Δικαστηρίου, στο 70% για τον πρώτο εναγόμενο και στο 30% για τον πρώτο ενάγοντα, δεκτής γενομένης εν μέρει ως ουσιαστικά βάσιμης της ένστασης του πρώτου εναγομένου περί συνυπαιτιότητας του πρώτου ενάγοντος στην πρόκληση του επίδικου τροχαίου ατυχήματος.

Η εκκαλουμένη απόφαση που τα αντίθετα έκρινε θεωρώντας ότι το επίδικο τροχαίο ατύχημα οφείλεται στην αποκλειστική υπαιτιότητα του πρώτου ενάγοντος, εσφαλμένα τις αποδείξεις εκτίμησε και οι σχετικοί πρώτος, δεύτερος και τρίτος λόγος της κρινόμενης έφεσης πρέπει να γίνουν δεκτοί ως ουσιαστικά βάσιμοι, καθώς και η έφεση στο σύνολό της, μη υπάρχοντος άλλου λόγου έφεσης προς εξέταση.

Κατόπιν αυτών πρέπει να εξαφανιστεί η εκκαλουμένη απόφαση και να κρατηθεί η υπόθεση από το παρόν Δικαστήριο προς εκδίκαση. Περαιτέρω, το Εφετείο δέχθηκε και τα εξής: "ο πρώτος ενάγων υπέστη λόγω του ως άνω τροχαίου ατυχήματος σωματικές βλάβες. Ειδικότερα, ο πρώτος ενάγων αμέσως μετά το ατύχημα διακομίσθηκε με ασθενοφόρο στο Γ.Ν.

Κομοτηνής, όπου διαπιστώθηκε ότι πάσχει από κάκωση κρανίου και τραχήλου (πιθανή ρήξη λάρυγγος), κάκωση θώρακος με πνευμονοθώρακα άμφω, κάκωση κοιλίας με πνευμοπεριτόναιο, κατάγματα προσώπου. Αμέσως εισήχθη στην μονάδα εντατικής θεραπείας, όπου διασωληνώθηκε και παρέμεινε σ' αυτήν μέχρι και την 6.12.2010.

Όπως αναφέρεται στο από 6.12.2010 ενημερωτικό σημείωμα του Διευθυντή της ΜΕΘ του Γ.Ν. Κομοτηνής ο πρώτος ενάγων μεταφέρθηκε σε κωματώδη κατάσταση, διασωληνώθηκε με μεγάλη δυσχέρεια λόγω κατάγματος λάρυγγος συνεπεία κάκωσης τραχήλου, διαγνώσθει αμφοτερόπλευρος πνευμονοθώρακας, τοποθετήθηκε ΒΙLLOW στο αριστερό πλάγιο ημιθωράκιο, μεταφέρθηκε στη χειρουργική αίθουσα, όπου τοποθετήθηκε δεύτερο ΒΙLLOW στο δεξιό πλάγιο ημιθωράκιο καθώς και ρινογαστρικός σωλήνας LEVIN.

Περαιτέρω, διεγνώσθη κάταγμα μηριαίου οστού αμφοτερόπλευρο, και κάταγμα δεξιάς κνήμης. Στις 6.12.2010 ο πρώτος ενάγων μεταφέρθηκε στην μονάδα εντατικής θεραπείας του Γ.Ν. Παπαγεωργίου Θεσσαλονίκης. Εκεί, στις 9.12.2010 διενεργήθηκε από την ΩΡΛ κλινική τραχειοτομή και τοποθέτηση πωματισμού του λάρυγγα κατά MIKOLI CZ και ακολούθησε τοποθέτηση σωλήνα δίκων Τ κατά Montgomery για την ναρθηκοποίηση λάρυγγα και τραχείας στις 22.12.2010.

Στις 9.12.2010 υποβλήθηκε υπό γενική αναισθησία, ευρισκόμενος στη ΜΕΘ, σε ενδομυελική ήλωση ΔΕ κνημιαίων ΕΧΡΕRΤ ΤΙΒΙΑL ΝΑΙL. Στις 3-1-2011 πάλι υπό γενική αναισθησία υποβλήθηκε σε εγχείρηση προς αποκατάσταση του κατάγματος διάφυσης του δεξιού μηριαίου. Στις 11-1-2011 εξήλθε από τη μονάδα εντατικής θεραπείας και διακομίσθηκε στην ΩΡΛ κλινική του ως άνω νοσοκομείου με τραχειοστομία, μετά την αποκατάσταση των καταγμάτων των κάτω άκρων, για περαιτέρω νοσηλεία και χειρουργική αποκατάσταση του κατάγματος του λάρυγγα.

Στις 14.1.2011 πάλι υπό γενική αναισθησία αφαιρέθηκαν τα ράμματα από ΔΕ μηριαίο, ευρισκόμενος σε πλήρη ακινησία και με εντολή να υποβάλλεται σε εντατική κινησιοθεραπεία κάτω άκρων. Στις 26.1.2011 υποβλήθηκε σε πλαστική χειρουργική στο αριστερό πέλμα, καθότι είχε δημιουργηθεί παράκληση λόγω της κατάκλισης. Στις 16.2.2011 ο πρώτος ενάγων εξήλθε από την ΩΡΛ κλινική του νοσοκομείου Παπαγεωργίου.

Ο σωλήνας Montgomery που του τοποθετήθηκε στη τραχεία στις 9.12.2010 κρίθηκε ότι έπρεπε να παραμείνει για τουλάχιστον οκτώ ακόμη μήνες. Στις 24.8.2011 ο πρώτος ενάγων επανεισήχθη στη Β' χειρουργική κλινική του Γ.Ν. Παπαγεωργίου, όπου παρέμεινε μέχρι τις 30.8.2011. Κατά το χρόνο νοσηλείας του διαπιστώθηκε ότι πάσχει από επιμόλυνση χειρουργικής τομής ΔΕ μηριαίου και στις 26.8.2011 έγινε χειρουργικός καθαρισμός.

Επίσης διαπιστώθηκε ότι πάσχει από μετατραυματική δυσκαμψία ΔΕ γόνατος και συστήθηκε τακτική παρακολούθηση στα εξωτερικά ιατρεία του νοσοκομείου. Παράλληλα, στις 25.8.2011 αφαιρέθηκε με χειρουργική επέμβαση ο σωλήνας Montgomery που έφερε από 22.12.2010, εξήλθε δε από την κλινική στις 27.8.2011. Μετά την έξοδό του από το νοσοκομείο ο πρώτος ενάγων μεταφέρθηκε στην οικία του.

Εκεί είχε την ανάγκη καθημερινού καθαρισμού της τραχειοστομίας από τις εκκρίσεις με ειδική συσκευή αναρρόφησης, ενώ λόγω της μακροχρόνιας καταστολής και των καταγμάτων οι αρθρώσεις των άνω και ιδιαίτερα των κάτω άκρων ήταν δύσκαμπτες και είχε ανάγκη από καθημερινές φυσικοθεραπείες. Η βάδιση γινόταν με μερική φόρτιση και τη χρήση τραπεζοειδούς βακτηρίας.

Επίσης, η χρόνια κατάκλιση του πρώτου ενάγοντος οδήγησε σε εξελκώσεις εκ κατακλίσεως στις πτέρνες και τον κόκκυγα, οι οποίες είχαν ανάγκη καθημερινής περιποίησης και χειρουργικού καθαρισμού μέχρι την πλήρη σύγκληση των τραυμάτων τρεις μήνες μετά. Έξι μήνες μετά το ατύχημα ο πρώτος ενάγων βάδιζε με χωλότητα, διότι είχε ανισοσκέλια με βράχυνση του δεξιού σκέλους περίπου 4 cm.

Λόγω εφίππευσης των κατεαγώτων τμημάτων του κατάγματος του δεξιού μηριαίου κατά την διαδικασία ανάταξης και πώρωσης. Επίσης εμφάνιζε κλινική εικόνα πάρεσης περονιαίου νεύρου αριστερά με την μυϊκή ισχύ των εκτεινόντων μυών 1, εκτείνοντα τον μέγα δάκτυλο 0 (με κλίμακα μέτρησης μιυκής ισχύος από 0 έως 5, όπου 0 = καμία κίνηση και 5 = φυσιολογική κίνηση).

Περαιτέρω, ο πρώτος ενάγων εμφανίζει μετεγχειρητικές ουλές: μέση υπέρ - υπομφάλιος μήκους 18 εκ., δύσμορφες ουλές τραχειοστομίας εμβαδού 7X7 εκ., δύο ουλές 3 εκ. στην κάτω γνάθο, πολλαπλές ουλές αριστερού μηρού, πολλαπλές ουλές δεξιού μηρού, ιδιαίτερα μία δύσμορφη ουλή 16 εκ., η οποία χρήζει άμεσης αποκατάστασης λόγω εκροής οροπυόδους δύσοσμου υγρού, μετεγχειρητική ουλή κνημιαίου κυρτώματος 5 εκ.

δύσμορφες ουλές εξελκώσεων των πτερνών εμβαδού 2 Χ2 εκ. Ο ορθοπαιδικός χειρουργός Dr. med. Γ. Β., στην από 2.8.2011 ιατρική του έκθεση, την οποία επικαλείται και προσκομίζει ο πρώτος ενάγων, αναφέρει ως προς την μελλοντική πορεία υγείας του πρώτου ενάγοντος, τα ακόλουθα: Για την πάρεση του περονιαίου νεύρου αριστερά, αναφέρει ότι απαιτούνται εντατικές φυσικοθεραπείες, αλλά υπάρχει μεγάλη πιθανότητα το περονιαίο νεύρο να μην ανταποκριθεί ποτέ ή να ανταποκριθεί μόνο μερικώς και η βλάβη να μείνει μόνιμα.

Για την βράχυνση του δεξιού σκέλους περίπου 4 εκ. αναφέρει ότι η αποκατάσταση της βλάβης αυτής μπορεί να γίνει μόνο εάν αφαιρεθούν τα ήδη υπάρχοντα υλικά οστεοσύνθεσης. Για την ατροφία των μυών του αριστερού μηρού αναφέρει ότι η αντιμετώπιση του προβλήματος μπορεί να γίνει με καλά αποτελέσματα με φυσικοθεραπείες.

Τέλος για τη δυσκαμψία δεξιού γόνατος με έλλειμμα κάμψης περίπου 90° αναφέρει ότι πρέπει να γίνει προσπάθεια ανάκτησης της κάμψης με φυσικοθεραπείες, και εάν αυτές δεν έχουν τα επιθυμητά αποτελέσματα προτείνεται χειρουργική αποκατάσταση με λύση των συμφύσεων της λαγονοκνημιαίας ταινίας. Από τα έγγραφα που νόμιμα επικαλείται και προσκομίζει ο πρώτος ενάγων προκύπτει ότι αυτός υποβλήθηκε στις 22.3.2013 στην κλινική …… της Θεσσαλονίκης σε επέμβαση σύγκλισης και διόρθωσης του τραχειοστόματος.

Επίσης, νοσηλεύτηκε στο Γ.Ν. Παπαγεωργίου από 8.4.2013 έως 19.4.2013 λόγω δυσκαμψίας δεξιού γόνατος, υπεβλήθηκε στις 9.4.2013 σε συμφυσιόλυση - κινητοποίηση γόνατος, με οδηγίες κατά την έξοδα για βραδυνή τοποθέτηση νάρθηκα, αντιπηκτική αγωγή για ένα μήνα, κινητοποίηση γόνατος και μετέπειτα αφαίρεση ραμμάτων και επανέλεγχο.

Για την αποκατάσταση των ως άνω σωματικών βλαβών ο πρώτος εναγόμενος κατέβαλε εξ ιδίων, όπως προκύπτει από τις αποδείξεις παροχής υπηρεσιών - αποδείξεις λιανικής πώλησης που επικαλείται και προσκομίζει τα παρακάτω ποσά: α) ποσό 70,00 ευρώ για αγορά περπατούρας σπαστής από την Κ. Μ. - Σ.. Σ. Ε.Ε., στις 16.2.2011, β) ποσό 350,00 ευρώ για αγορά συσκευής αναρρόφησης ΤΟΒΙ, από την ίδια εταιρία στις 27.2.2011, γ) ποσό 250,00 ευρώ στον Α.

Π. για φυσικοθεραπείες κατ' οίκον για το χρονικό διάστημα από 17.2. έως 18.3.2011, δ) ποσό 300,00 ευρώ στον αυτό ως άνω φυσικοθεραπευτή για φυσικοθεραπείες κατ' οίκον για το χρονικό διάστημα από 24.3. έως 12.4.2011, ε) ποσό 40,00 ευρώ για ακτινολογικό έλεγχο στο Ιατρικό Διαγνωστικό Εργαστήριο …..Α.Ε. στην Κομοτηνή στις 20.4.2011, στ) ποσό 250,00 ευρώ στον αυτό ως άνω φυσικοθεραπευτή για φυσικοθεραπείες κατ' οίκον για το χρονικό διάστημα από 3.5.

έως 24.5.2011, ζ) ποσό 250,00 ευρώ για αξονική τοπογραφία στο παραπάνω διαγνωστικό κέντρο στις 17.6.2011, η) ποσό 250,00 ευρώ για φυσικοθεραπείες κατ' οίκον για το χρονικό διάστημα από 2.6.2011 έως 14.7.2011, θ) ποσό 300,00 ευρώ για την ίδια αιτία για χρονικό διάστημα από 15.7. έως 12.8.2011., ι) ποσό 300,00 ευρώ για την ίδια αιτία για χρονικό διάστημα από 17.8.2011 έως 9.9.2011, ια) 300,00 ευρώ για την ίδια αιτία για χρονικό διάστημα από 9.9.2011 έως 6.10.2011, ιβ) ποσό 300,00 ευρώ για την ίδια αιτία για χρονικό διάστημα από 7.10.

έως 2.11.2011, ιγ) συνολικό ποσό συμμετοχής 10,00 ευρώ για επίσκεψη στα εξωτερικά ιατρεία του Γ.Ν. Παπαγεωργίου στις 5.7.2011 και 13.7.2011. Συνολικά ο πρώτος ενάγων κατέβαλε για τις ως άνω αιτίες το ποσό των 2.970,00 ευρώ (σημειώνεται ότι στην αγωγή αναφέρεται λόγω λάθους μαθηματικού υπολογισμού κατά την άθροιση ως ποσό αυτό των 2.745,00 ευρώ).

Ο πρώτος ενάγων παρέμεινε νοσηλευόμενος κατά το χρονικό διάστημα από 4.12.2010 έως 16.2.2011. Από 4.12.2010 έως και 11.1.2011 νοσηλευόταν στη Μονάδα Εντατικής Θεραπείας και επομένως δεν χρειαζόταν τις υπηρεσίες αποκλειστικής νοσοκόμας. Για το μετέπειτα χρονικό διάστημα και μέχρι την 16.2.2011 που παρέμεινε νοσηλευόμενος, αυτός είχε την ανάγκη αποκλειστικής νοσοκόμου, για 16 ώρες κατά τη διάρκεια της ημέρας, καθότι λόγω της σοβαρότητας και του είδους του τραυματισμού του, όπως αυτός περιγράφηκε παραπάνω, αδυνατούσε να κινηθεί και να αυτοεξυπηρετηθεί, και το νοσηλευτικό προσωπικό του νοσοκομείου σαφώς δεν θα μπορούσε να του προσφέρει τις αναγκαίες υπηρεσίες καθόλο το χρονικό αυτό διάστημα, τις υπηρεσίες δε αυτές παρείχε με εναντικοποίηση των δυνάμεών της η μητέρα του, Ε.

Χ.. Εάν ο ενάγων είχε προσλάβει αποκλειστική νοσοκόμα για τις τριάντα επτά (37) αυτές ημέρες θα όφειλε να καταβάλει αμοιβή για 74 ημερήσιες βάρδιες (37 ημέρες X 2 βάρδιες), μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονται και πέντε Κυριακές (16.1., 23.1., 30.1., 6.2. και 13.2.2011), ήτοι το ποσό των 2.552,58 ευρώ (31,32 ευρώ για κάθε μία από τις ημερήσιες βάρδιες, που υπολογίζονται για εργασία 6 ωρών και σαράντα λεπτών, 54,81 ευρώ για κάθε μία από τις αντίστοιχες ημερήσιες βάρδιες κατά την Κυριακή, αμοιβή προσαυξημένη κατά ποσοστό 75%, ΥΑ 49556/2374/4.7.2008 ΦΕΚ 1414Β717.7.2008).

Για το μετέπειτα χρονικό διάστημα κατά την κατ'οίκον νοσηλεία του πρώτου ενάγοντος και μέχρι τα τέλη Αυγούστου του έτους 2011, οπότε του αφαιρέθηκε η συσκευή Montgomery ο πρώτος ενάγων είχε σαφώς την ανάγκη της βοήθειας τρίτου προσώπου, προκειμένου να τον βοηθάει στις ανάγκες αυτοεξυπηρέτησής του, το πολύ όμως επί οκταώρου την ημέρα, καθότι κατά το χρονικό διάστημα αυτό δεν ήταν μεν κλινήρης, αλλά μετακινούνταν σαφώς με δυσχέρεια, αφού η βάδισή του δεν είχε αποκατασταθεί πλήρως.

Τις υπηρεσίες δε αυτές παρείχε με εντατικοποίηση των δυνάμεών της η μητέρα του. Εάν ο ενάγων είχε προσλάβει οικιακή βοηθό για το χρονικό αυτό διάστημα των 6μισυ μηνών, θα όφειλε να καταβάλει ως μηνιαία αμοιβή για απασχόληση επί οκταώρου το ποσό των 500,00 ευρώ και συνολικά το ποσό των 3.250,00 ευρώ. Πρόσληψη εξειδικευμένου νοσηλευτικού προσωπικού δεν ήταν απαραίτητη, καθότι κατά το χρονικό αυτό διάστημα ο ενάγων δεν είχε ανάγκη από ιδιαίτερη νοσηλευτική φροντίδα, αλλά από απλή φροντίδα εξυπηρέτησης των καθημερινών του αναγκών.

Για το μετέπειτα χρονικό διάστημα δεν αποδείχθηκε ότι ο πρώτος ενάγων είχε την ανάγκη υπηρεσιών αποκλειστικής νοσοκόμας. Συνολικά, λοιπόν, ο πρώτος ενάγων δαπάνησε για την ως άνω αιτία το ποσό των 5.802,58 ευρώ. Ενόψει των συνθηκών του ατυχήματος, το οποίο οφείλεται, όπως προαναφέρθηκε στην συντρέχουσα υπαιτιότητα του πρώτου εναγομένου και του πρώτου ενάγοντος, της σοβαρότητας και των συνεπειών του τραυματισμού του πρώτου ενάγοντος, όπως αυτά περιγράφηκαν παραπάνω, της πολύχρονης παραμονής του σε νοσηλευτικό ίδρυμα, του αριθμού των επεμβάσεων στις οποίες υποβλήθηκε και μάλιστα υπό πλήρη αναισθησία, του γεγονότος ότι η πλήρης αποθεραπεία του επήλθε τουλάχιστον τρία έτη μετά το ατύχημα, της σωματικής και ψυχικής ταλαιπωρίας που υπέστη, και της οικονομικής και κοινωνικής κατάστασης των μερών, πλην της δεύτερης εναγόμενης ασφαλιστικής εταιρίας, πρέπει να του επιδικαστεί ως χρηματική ικανοποίηση για την ηθική βλάβη που υπέστη το δίκαιο και εύλογο ποσό των 35.000,00 ευρώ.

Το κονδύλιο της αγωγής για δαπάνες χειρουργικών επεμβάσεων και λοιπών ιατρικών πράξεων που θα απαιτηθούν στο μέλλον κρίνεται αβάσιμο, καθότι δεν προκύπτει με βεβαιότητα ούτε το είδος, ούτε το κόστος των μελλοντικών αυτών επεμβάσεων, δεδομένου μάλιστα του ότι λόγω της ανηλικότητας του πρώτου ενάγοντος κατά το χρόνο του επίδικου ατυχήματος, δεν μπορεί να προσδιοριστεί από τούδε αν κατά το χρόνο που θα απαιτηθούν οι ιατρικές αυτές πράξεις αυτός θα εξακολουθεί να είναι ασφαλισμένος στον ασφαλιστικό φορέα του πατέρα του ως έμμεσος ασφαλισμένος ή όχι.

Περαιτέρω, από τα αυτά ως άνω αποδεικτικά μέσα δεν αποδείχθηκε βάσιμος ο ισχυρισμός του πρώτου ενάγοντος ότι δεν θα αποκατασταθεί πλήρως η υγεία του και ότι αυτός δεν θα έχει τη δυνατότητα στο μέλλον να εργαστεί σε εργασία χειρονακτική ή σε τέτοια που θα έχει σχέση με κίνηση με τα κάτω άκρα. Μόνιμη αναπηρία του πρώτου ενάγοντος δεν αποδεικνύεται από την προαναφερθείσα ιατρική έκθεση του ορθοπαιδικού χειρουργού Γ.

Β., που αυτός επικαλείται και προσκομίζει, ούτε από άλλο στοιχείο. Σημειώνεται, ότι ενώ ο πρώτος ενάγων επικαλείται και προσκομίζει έγγραφα για τις τελευταίες επεμβάσεις στις οποίες υποβλήθηκε και οι οποίες κατέτειναν, κατά την ως άνω ιατρική έκθεση, στην αποκατάσταση των σωματικών βλαβών του πρώτου ενάγοντος, αυτός δεν επικαλείται νέα γνωμάτευση περί της κατάστασης της υγείας του, μετά τις τελευταίες επεμβάσεις αποκατάστασης.

Συνακόλουθα, εφόσον δεν αποδεικνύεται αναπηρία του πρώτου ενάγοντος που να επιδρά στο μέλλον του (παραμόρφωση αυτός δεν επικαλείται στην αγωγή του), κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 931 ΑΚ, ... πρέπει το σχετικό αίτημα της αγωγής να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμο. Η ένσταση των εναγομένων περί συντρέχοντος πταίσματος του πρώτου ενάγοντος στις σωματικές του βλάβες, λόγω μη χρήσης κράνους, είναι απορριπτέα ως αβάσιμη, καθότι ναι μεν δεν αποδείχθηκε ότι ο πρώτος ενάγων φορούσε κράνος (σημειώνεται στην έκθεση της τροχαίας ότι κράνος δεν ανευρέθει στον τόπο που ατυχήματος), πλην όμως οι σωματικές του βλάβες δεν επιδεινώθηκαν από τη μη χρήση του κράνους, αφού αυτός δεν έφερε κακώσεις κεφαλής, αλλά υπέστη πέραν από τα κατάγματα των κάτω άκρων, κάταγμα λάρυγγα, το οποίο όμως δεν θα αποτρεπόταν από τη χρήση κράνους.

Κατ' ακολουθία των ανωτέρω πρέπει η κρινόμενη αγωγή να γίνει εν μέρει δεκτή ως ουσιαστικά βάσιμη, όσον αφορά τον πρώτο ενάγοντα, και να αναγνωριστεί ότι οι εναγόμενοι, υποχρεούνται να του καταβάλουν, εις ολόκληρον ευθυνόμενοι το συνολικό ποσό των 30.640,80 ευρώ (2.970,00 για δαπάνες νοσηλείας, 5.802,58 ευρώ για δαπάνες αποκλειστικής νοσοκόμας, 35.000,00 ευρώ για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης = 43.772,58 ευρώ X 70% που είναι το ποσοστό συνυπαιτιότητας του πρώτου εναγομένου), νομιμότοκα από την επομένη της επίδοσης της αγωγής μέχρι την πλήρη εξόφληση. ...

Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο, δέχθηκε την έφεση του πρώτου, αναιρεσιβλήτων, εξαφάνισε την απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, το οποίο, κρίνοντας ότι αποκλειστικά υπαίτιος του ενδίκου ατυχήματος ήταν ο πρώτος αναιρεσίβλητος είχε απορρίψει την αγωγή αυτού ως κατ'ουσίαν αβάσιμη, ακολούθως δε, κρατώντας και δικάζοντας την υπόθεση κατ' ουσίαν, δέχθηκε την αγωγή κατά ένα μέρος ως κατ' ουσία βάσιμη και υποχρέωσε τον αναιρεσείοντα να καταβάλει στον πρώτο από τους αναιρεσίβλητους που ενδιαφέρει την αναιρετική δίκη τα προαναφερόμενα ποσά.

Έτσι που έκρινε το Εφετείο, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ως άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 297, 298, 300, 330 και 914 ΑΚ, 12 § 1, 19 § 1 και 4 παρ. 3 (Ρ2) του Κ.Ο.Κ., διέλαβε δε στην απόφασή του επαρκείς, σαφείς, χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά αιτιολογίες, ως προς τα ζητήματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, οι οποίες καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο, ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή των ως άνω διατάξεων, ενώ δεν ήταν αναγκαία η παράθεση και άλλων αιτιολογιών για να δικαιολογηθεί χωρίς αμφιβολία η συνυπαιτιότητα τόσον του αναιρεσείοντος όσο και του πρώτου των αναιρεσιβλήτων στην πρόκληση του ενδίκου ατυχήματος, από το οποίο προκλήθηκαν σωματικές βλάβες στον τελευταίο.

Συνεπώς, η προσβαλλομένη απόφαση δεν στερείται νόμιμης βάσεως. Ειδικότερα, το Εφετείο αιτιολόγησε πλήρως με σαφήνεια και επάρκεια τα συγκροτούντα την έννοια της αμέλειας περιστατικά, την οποία επέδειξαν αμφότεροι οι οδηγοί, ήτοι ο πρώτος αναιρεσίβλητος, ο οποίος οδηγούσε τη δίκυκλη μοτοσυκλέτα, και ο αναιρεσείων Ζ.

Γ., ο οποίος οδηγούσε το με αριθμό πινακίδων κυκλοφορίας ... ΙΧΕ αυτοκίνητο, ιδιοκτησίας του, που βρίσκονται σε αιτιώδη συνάφεια με το επελθόν αποτέλεσμα, δεχόμενο ότι: α) Επί της οδού Κίου, στην οποία εκινείτο ο αναιρεσείων υπήρχαν δύο ρυθμιστικές πινακίδες Ρ - 2 με σήμα "SΤΟΡ" εκατέρωθεν της οδού, καθώς και πινακίδες Ρ -7, β) το όριο ταχύτητας, καθότι πρόκειται για κατοικημένη περιοχή, είναι 50 χλμ.

γ) Η ρυθμιστική πινακίδα "SΤΟΡ" που βρίσκεται στην αριστερή πλευρά της οδού απέχει περίπου δύο μέτρα πριν από την οδό Υψηλάντου. δ)ο αναιρεσείων έβαινε μεν με μικρή ταχύτητα, πλην όμως δεν ακινητοποίησε το όχημά του ούτε στο ύψος της ως άνω ρυθμιστικής πινακίδας, ούτε στο ύψος της διασταύρωσης των οδών, αλλά ούτε και ένα μέτρο μετά τη διασταύρωση, προκειμένου να ελέγξει την κίνηση των οχημάτων που έβαιναν επί της οδού Υψηλάντου και να τους παραχωρήσει προτεραιότητα, ε) επί της οδού Υψηλάντου και σε απόσταση τριών μέτρων από τη διασταύρωσή της με την οδό Κίου υπήρχαν δύο κάδοι απορριμμάτων και πίσω από αυτούς σταθμευμένο όχημα, πλην όμως δεν εμπόδιζαν την ορατότητά του, κατά τρόπο που να καθιστούν αναγκαίο να εξέλθει επί της οδού Υψηλάντου σε απόσταση 3,90 μ.

από την οριογραμμή της οδού, στ) ο αναιρεσείων ήταν σε κατάσταση μέθης, καθότι ύστερα από σχετική αιματολογική εξέταση βρέθηκε ότι η περιεκτικότητα του αίματος σε οινόπνευμα ήταν 2,37 ο/οο, ζ) Ο πρώτος αναιρεσίβλητος στερούνταν άδειας οδήγησης, ενώ οδηγούσε χωρίς σύνεση και επικίνδυνα, κάνοντας ελιγμούς και βαίνοντας επί της μίας ρόδας (σούζα) με ταχύτητα 60 τουλάχιστον χιλιομέτρων την ώρα, η οποία υπερβαίνει το ανώτατο όριο ταχύτητας για τις κατοικημένες περιοχές.

η) εξαιτίας της επικίνδυνης οδηγικής συμπεριφοράς του δεν μπόρεσε να αντιληφθεί έγκαιρα το αυτοκίνητο του αναιρεσείοντος που εισήλθε στη διασταύρωση, με επακόλουθο να μην μπορέσει έγκαιρα να ενεργήσει οποιονδήποτε αποφευκτικό ελιγμό - τροχοπέδηση ή αλλαγή πορείας - προκειμένου να αποφύγει τη σύγκρουση με το όχημα του αναιρεσείοντος.

θ) τα σημεία δε σύγκρουσης των δύο οχημάτων εντοπίζονται στο μεν αυτοκίνητο στην πίσω αριστερή πόρτα από τη θέση του οδηγού, στη δε μοτοσικλέτα στο εμπρόσθιο τμήμα αυτής (εμπρόσθιο φτερό, εμπρόσθια ρόδα, τιμόνι). ι) μετά τη σύγκρουση το όχημα του αναιρεσείοντος ακινητοποιήθηκε αριστερά επί της οδού Κίου μετά τη διασταύρωση και σε απόσταση εννέα μέτρων από το σημείο σύγκρουσης, ενώ η μοτοσικλέτα του πρώτου αναιρεσιβλήτου ακινητοποιήθηκε σε απόσταση περίπου δύο μέτρων από το σημείο σύγκρουσης.

Οι αποδιδόμενες στην προσβαλλομένη ελλιπείς, ασαφείς και αντιφατικές αιτιολογίες πέραν του ότι, υπό τις προεκτεθείσες παραδοχές αυτής, δεν συνιστούν τέτοιες, συνέχονται με την αξιολόγηση, στάθμιση και εκτίμηση των αποδείξεων, υπό την επίκληση δε της προβαλλόμενης πλημμέλειας της εκ πλαγίου παραβάσεως των άνω ουσιαστικών διατάξεων, πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας (άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ), καθόσον ανάγονται στην εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών, την αιτιολόγηση, τον συσχετισμό και την ανάλυση των αποδείξεων από το Εφετείο, καθώς και στην σαφήνεια, επάρκεια και πειστικότητα των επιχειρημάτων, με βάση τα οποία αυτό στήριξε το σαφές αποδεικτικό του πόρισμα, σχετικά με το πιο πάνω ουσιώδες ζήτημα.

Όσον αφορά τον καθορισμό της βαρύτητας του πταίσματος και του ποσοστού κατά το οποίο βαρύνεται έκαστος των εμπλακέντων σε ατύχημα, αφορά εκτίμηση πραγμάτων που δεν ελέγχεται ακυρωτικώς. Επομένως, τα όσα αντίθετα υποστηρίζει ο αναιρεσείων, με τους πρώτο και δεύτερο λόγους της αναίρεσής του, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, κρίνονται αβάσιμα και πρέπει ν` απορριφθούν.

Με το άρθρο 6 παρ. 2 της ΕΣΔΑ τυποποιείται το τεκμήριο αθωότητας, ως βασική κατεύθυνση της ποινικής δίκης. Αντίστοιχου περιεχομένου διατάξεις περιλαμβάνουν, επίσης, τόσο το άρθρο 14 παρ. 3 του Διεθνούς Συμφώνου για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα, που κυρώθηκε με τον ν. 2462/1997, αλλά και του άρθρου 48 του Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ε.Ε.

Το τεκμήριο αθωότητας ορίζεται πλέον και στο άρθρο 71 ΚΠΔ και είναι συνέπεια της ενσωμάτωσης της Οδηγίας 2016/343 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 9.3.2016 "για την ενίσχυση ορισμένων πτυχών του τεκμηρίου αθωότητας και του δικαιώματος παραστάσεως του κατηγορουμένου στη δίκη στο πλαίσιο της ποινικής διαδικασίας", με το νόμο 4586/2019.

Το τεκμήριο της αθωότητας, το οποίο δεν αποτελεί μόνον ένα θεμελιώδες δικαίωμα του κατηγορουμένου να τεκμαίρεται αθώος μέχρι τη νόμιμη απόδειξη της ενοχής του, αλλά είναι ταυτόχρονα μία ανεξάρτητη υποχρέωση της πολιτείας, δεν περιορίζεται μόνο στις περιπτώσεις εκείνες που ο διάδικος έχει την ιδιότητα του κατηγορουμένου στο πλαίσιο μιας ποινικής δίκης, αλλά έχει εφαρμογή και ενώπιον οποιουδήποτε άλλου δικαστηρίου, που επιλαμβάνεται μεταγενέστερα είτε επί των αστικών αξιώσεων του παθόντος είτε επί θεμάτων διοικητικής ή πειθαρχικής φύσης, όταν αυτό για τις ανάγκες της δίκης ερμηνεύει την ποινική αθωωτική απόφαση, που στηρίζεται στα ίδια πραγματικά περιστατικά με εκείνα που εισάγονται ενώπιόν του, κατά τρόπο που δημιουργεί αμφιβολίες ως προς την προηγούμενη απαλλαγή του διαδίκου.

Το τεκμήριο αθωότητας, δηλαδή, πέραν της παραδοσιακής διαδικαστικής - δικονομικής εγγύησης που παρέχει, κατοχυρώνει παράλληλα το σεβασμό της τιμής και της αξιοπρέπειας του κατηγορουμένου, επεκτείνοντας το πεδίο εφαρμογής της εν λόγω διάταξης και εκτός του στενού πλαισίου της ποινικής δίκης, θεωρώντας ότι η μη διακρίβωση της ποινικής ευθύνης ή πολύ περισσότερο η αθώωση του κατηγορουμένου αποτελεί αυτοτελές στοιχείο της προσωπικότητάς του, που τον συνοδεύει εσαεί και πρέπει να γίνεται σεβαστό από τις κρατικές αρχές πέρα από τα στενά όρια της ποινικής δίκης, δηλαδή και σε κάθε άλλο δικαστήριο, είτε ποινικό, είτε πολιτικό.

Απαραίτητη προϋπόθεση εφαρμογής του τεκμηρίου αθωότητας σε μεταγενέστερες μη ποινικές διαδικασίες αποτελεί η ύπαρξη συνάφειας - ουσιαστικού συνδέσμου μεταξύ της ποινικής δίκης και της μεταγενέστερης μη ποινικής δίκης, όπως τούτο συμβαίνει όταν ασκείται αγωγή αποζημίωσης λόγω αδικοπραξίας, την οποία οφείλει να καταβάλει ο υπαίτιος στον παθόντα, κατά τις διατάξεις των άρθρων 914 επ.

του ΑΚ, η άσκηση της οποίας (αποζημιωτικής αγωγής) δεν ισοδυναμεί με τη διατύπωση μιας άλλης επί πλέον "ποινικής κατηγορίας" κατά του κατηγορουμένου μετά την αθώωσή του και, επομένως, δεν τίθεται ζήτημα εφαρμογής της αρχής ne bis in idem, ενόψει και του ότι η, κατά τις προαναφερθείσες διατάξεις (των άρθρων 914 επ.

ΑΚ), αποζημίωση, την οποία οφείλει να καταβάλει ο υπαίτιος στον παθόντα, δεν έχει τον χαρακτήρα ποινής, αλλά, σε αντίθεση με την ποινική δίκη, της οποίας σκοπός είναι η διάγνωση της αλήθειας και η τιμωρία του δράστη, ο σκοπός της επιδίκασης αποζημίωσης είναι η ικανοποίηση της ζημίας, που ο αδικοπραγήσας προξένησε στον παθόντα - ενάγοντα.

Με τις προαναφερθείσες διατάξεις δεν καθιερώνεται δεδικασμένο στην αστική δίκη από απόφαση ποινικού δικαστηρίου, ενώ, ούτε και το Σύνταγμα προβλέπει σχετικό δεδικασμένο, αντιθέτως, μάλιστα, προβαίνει σε διάκριση των δικαιοδοσιών, με αποτέλεσμα οι αποφάσεις των ποινικών δικαστηρίων να μην αποτελούν δεδικασμένο για την πολιτική δίκη.

Εξάλλου, η αμετάκλητη αθώωση του κατηγορουμένου από τα ποινικά δικαστήρια είναι προϊόν άλλων (λιγότερο αυστηρών) αποδεικτικών προϋποθέσεων, ενώ η αντίστοιχη κρίση του πολιτικού δικαστηρίου είναι προϊόν πλήρους δικανικής πεποίθησης. Επομένως το πολιτικό δικαστήριο, όταν αποφασίζει περί του αν τελέστηκε το αστικό και συγχρόνως ποινικό αδίκημα, δεν δεσμεύεται αποδεικτικά από την τυχόν προηγηθείσα σχετική απόφαση ποινικού δικαστηρίου, αθωωτική ή καταδικαστική.

Επιβάλλεται όμως να λάβει σοβαρά υπόψη ως ισχυρό τεκμήριο την ποινική κρίση και μπορεί να αφίσταται από αυτήν με απόλυτα αιτιολογημένη απόφαση. Ειδικά επί αθωωτικής απόφασης, το τεκμήριο αθωότητας δεν συνεπάγεται αποδεικτική δέσμευση του πολιτικού δικαστηρίου που οδηγεί υποχρεωτικά σε αποδεικτικό πόρισμα σύμφωνο με την αθωωτική ποινική απόφαση και κατ` ανάγκη σε αποκλεισμό της αστικής αδικοπρακτικής ευθύνης του αθωωθέντος και, συνακόλουθα, σε ουσιαστική απόρριψη της αποζημιωτικής αγωγής, με την αιτιολογία ότι διαφορετικά δημιουργούνται αμφιβολίες για την αθώωση και παραβιάζεται η αρχή του άρθρου 6 παρ. 2 ΕΣΔΑ και 14 παρ. 3 του Διεθνούς Συμφώνου για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα.

Το πολιτικό δικαστήριο, όμως, πρέπει να παραμείνει εντός των ορίων της πολιτικής δίκης, αποφεύγοντας χαρακτηρισμούς και κρίσεις που σχετίζονται με το ποινικό αδίκημα, εφόσον δεν άπτονται του αντικειμένου της συναφούς πολιτικής δίκης, ώστε να μην δίνεται η εντύπωση ότι ασχολείται όχι μόνο με τις αστικές αξιώσεις, αλλά διερευνά και την τέλεση του ποινικού αδικήματος, διαλαμβάνοντας δηλώσεις καταλογισμού ποινικής ευθύνης στον αμετακλήτως αθωωθέντα, με αναφορά ότι αυτός έχει διαπράξει τα αδικήματα, κατά τον τρόπο που αναφέρονται στο κατηγορητήριο και για τα οποία έχει αθωωθεί ή έχει παύσει γι` αυτόν η ποινική δίωξη, προσέτι δε λέξεις και εκφράσεις, ιδίως σε περιπτώσεις, που ορισμένοι όροι δεν έχουν αποκλειστικά ποινικό χαρακτήρα, πρέπει να χρησιμοποιούνται με τέτοιο τρόπο, ώστε να μην τίθεται σε αμφισβήτηση η ορθότητα της αθωωτικής ποινικής απόφασης, ενώ η τυχόν διενέργεια προσθέτων αποδείξεων, δηλαδή, η εκτίμηση από το πολιτικό δικαστήριο και νέων αποδείξεων, που δεν είχαν τεθεί υπόψη του ποινικού δικαστηρίου, καθιστά το διαφορετικό αποτέλεσμα, στο οποίο αυτό (πολιτικό δικαστήριο) καταλήγει, περισσότερο δικαιολογημένο (ΟλΑΠ 4/2020, ΑΠ 368/2021)..

Ειδικότερα, κατά την έννοια της ως άνω διάταξης του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, ευθεία παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου υπάρχει, όταν ο κανόνας δικαίου είτε ερμηνεύτηκε εσφαλμένα, δηλαδή το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε δεν εφαρμόστηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, είτε εφαρμόστηκε, ενώ αυτές δεν συνέτρεχαν ή εφαρμόστηκε εσφαλμένα (ΟλΑΠ 4/2005, 7/2006, ΑΠ 263/2022, 2/2013).

Στην περίπτωση δε που το δικαστήριο έκρινε κατ` ουσία την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, τα οποία ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχτηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής τούτων στον νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως καθιστούν εμφανή την παραβίαση.

Τούτο συμβαίνει, όταν το δικαστήριο εφάρμοσε τον νόμο, μολονότι τα πραγματικά περιστατικά, που δέχτηκε ότι αποδείχτηκαν, δεν ήταν αρκετά για την, εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, μολονότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε, αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται.

Στη προκείμενη περίπτωση ο αναιρεσείων με τον τρίτο λόγο της αίτησης αναίρεσης αιτιάται την προσβαλλομένη, κατ' ορθή εκτίμηση αυτού, για πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ και ειδικότερα ότι παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 6 παρ. 2 της Ε.Σ.Δ.Α. και 14 παρ. 3 του Διεθνούς Συμφώνου για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα και προσέβαλε το τεκμήριο αθωότητάς του, που πηγάζει από την υπ' αριθ. 1659/2013 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κομοτηνής, με την οποία αθωώθηκε για το αδίκημα της σωματικής βλάβης που προκλήθηκε στον πρώτο αναιρεσίβλητο από το ένδικο τροχαίο ατύχημα, που ταυτίζεται απόλυτα κατά τα πραγματικά περιστατικά της με το αστικό αδίκημα, επί του οποίου θεμελιώθηκε η ευθύνη του για την καταβολή αποζημίωσης και χρηματικής ικανοποιήσεως στον αναιρεσίβλητο, καθόσον η προσβαλλομένη απόφαση δεν εναρμόνισε τις πραγματικές παραδοχές της με τις (αθωωτικές) παραδοχές της ως άνω ποινικής αποφάσεως, αποκλείοντας, ως εκ τούτου, την αστική του ευθύνη, αλλά αντίθετα έκανε δεκτή κατά ένα μέρος την αγωγή, δεχόμενη την αστική του ευθύνη.

Ωστόσο, με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο, δεν παραβίασε τις ανωτέρω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 6 παρ. 2 της Ε.Σ.Δ.Α. και 14 παρ. 3 του Διεθνούς Συμφώνου για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα, αφού ο σεβασμός του τεκμηρίου αθωότητας δεν έχει την έννοια ότι το πολιτικό δικαστήριο, που εξετάζει το ίδιο βιοτικό συμβάν, κωλύεται να καταλήξει - μετά από αποδείξεις και αιτιολογημένα - σε διαφορετικό αποδεικτικό πόρισμα, υποχρεούμενο να αποδεχθεί την ποινική αθώωση και να την θέσει ως βάση στην απόφασή του.

Και ναι μεν το πολιτικό δικαστήριο έχει υποχρέωση συνεκτιμήσεως των αθωωτικών αποφάσεων χάριν σεβασμού του τεκμηρίου αθωότητας, όμως, η υποχρέωση συνεκτιμήσεως δεν ισοδυναμεί σε καμία περίπτωση με δέσμευση του πολιτικού δικαστή από την αθωωτική ποινική απόφαση, καθ` όσον ειδικότερα από τις προεκτεθείσες παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως προκύπτει ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε την αθωωτική ποινική απόφαση, χωρίς να προβεί σε οποιαδήποτε ερμηνεία της ως προς τους λόγους απαλλαγής του αναιρεσείοντος - τότε κατηγορουμένου, ούτε αποφάνθηκε άμεσα ή έμμεσα για την ποινική ενοχή του, ώστε να ανακύπτει ζήτημα αμφισβητήσεως του εκ της αθωωτικής ποινικής αποφάσεως παραγομένου τεκμηρίου αθωότητας, εφόσον, από το σύνολο των προεκτεθεισών αιτιολογιών της προσβαλλομένης αποφάσεως καθίσταται σαφές ότι το Εφετείο, το μεν αξιολόγησε μόνον τα στοιχεία της σχετικής ποινικής διατάξεως, που θα μπορούσαν να αποτελέσουν τη βάση τόσο της ποινικής, όσο και της αστικής ευθύνης, το δε περιορίστηκε ρητώς μόνον σ' αυτά, χωρίς να διαλάβει δηλώσεις καταλογισμού ποινικής ευθύνης στον αναιρεσείοντα.

Επομένως, ο ανωτέρω τρίτος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης και να διαταχθεί, κατά το άρθρο 495 ΚΠολΔ η εισαγωγή του παράβολου, που καταβλήθηκε από τον αναιρεσείοντα, στο Δημόσιο Ταμείο.

Τα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, που κατέθεσαν προτάσεις, πρέπει, κατά το σχετικό αίτημά τους, να επιβληθούν σε βάρος του αναιρεσείοντος, λόγω της ήττας του, όπως ειδικότερα αναφέρεται στο διατακτικό (άρθ. 176, 183, 191 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την αίτηση του Ζ. Γ. για αναίρεση της υπ` αριθ. 32/2020 τελεσίδικης απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Θράκης.

ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την εισαγωγή του παραβόλου που καταβλήθηκε από τον αναιρεσείοντα στο Δημόσιο Ταμείο.

ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 30 Ιουνίου 2023.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 31 Αυγούστου 2023.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ