Supreme Court dismisses appeal on bus driver contract invalidity due to delayed health certificate presentation.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the First Instance Court's decision regarding the validity of a bus driver's employment contract. The appellant argued the contract was void due to the driver's failure to present a medical fitness certificate at hiring, despite the employer accepting the work for seven years without objection. The court held that such a claim is abusive when raised long after the employment began, as the employer's silence cannot be interpreted as acceptance of the defect. Consequently, the appeal was rejected, and the appellant was ordered to pay the respondent's legal costs.
Legislator headnote
AI generatedΝ. 2963/2001, ΑΚ 183: A claim for contract invalidity based on the absence of a mandatory health certificate is considered abusive if raised by the employer after a long period of employment without objection, as it violates good faith principles.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1336 / 2018 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1336/2018
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Χριστόφορο Κοσμίδη, προεδρεύοντα αρεοπαγίτη, Μαρία Νικολακέα, Αρετή Παπαδιά, Αντιγόνη Καραΐσκου - Παλόγου και Γεώργιο Δημάκη, αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 9η Ιανουαρίου 2018, με την παρουσία και της γραμματέα Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Θ. Κ. του Π., κατοίκου ..., που παραστάθηκε μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου Ευτύχιου - Δημήτριου Καλαμίδα, ο οποίος δεν κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσίβλητων: 1) Δ. Κ. του Π., κατοίκου ... και 2) Κ. Σ. του Δ., κατοίκου ..., που παραστάθηκαν δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Ξενοφώντος Νικολάου, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20-8-2009 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πατρών. Εκδόθηκαν η 57/2015 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 137/2016 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Πατρών. Την αναίρεση της τελευταίας ζητεί ο αναιρεσείων με την από 19-5-2017 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Εισηγητής ορίσθηκε ο αρεοπαγίτης, Γεώργιος Δημάκης.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος των αναιρεσίβλητων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στα δικαστικά έξοδα.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1. Με τις διατάξεις του ν. 2963/2001 αναμορφώθηκε το νομικό καθεστώς των υφιστάμενων "Κοινών Ταμείων Εισπράξεων Λεωφορείων" (στο εξής: ΚΤΕΛ) και ορίσθηκε ότι αυτά μετατρέπονται σε ανώνυμες εταιρίες, που τα υποκαθιστούν αυτοδίκαια και χωρίς άλλη διατύπωση σε όλα τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις αυτών. Με το άρθρο 14 παρ.2 του ν. 2963/2001 ορίσθηκε ότι οι οδηγοί αστικών και υπεραστικών λεωφορείων δημόσιας χρήσης, που προσλαμβάνονται από τα ΚΤΕΛ µε σχέση εξαρτημένης εργασίας, πρέπει να πληρούν ορισμένες, ελάχιστες προϋποθέσεις, μεταξύ των οποίων να έχουν και την υγεία που απαιτείται προς κατοχή της προβλεπόμενης άδειας οδήγησης.
Μετά την ισχύ του ν. 2963/2001, ως νέος κανονισμός του προσωπικού των ΚΤΕΛ εκδόθηκε το π.δ. 246/2006, στο άρθρο 5 στοιχείο 2, περ. β' (αα) του οποίου ορίσθηκε ότι οι οδηγοί πρέπει να πληρούν τις προϋποθέσεις υγείας για τη θέση που προορίζονται, προσκομίζοντας κατά την πρόσληψή τους το κατά περίπτωση αναγκαίο ιατρικό πιστοποιητικό, το οποίο θα πρέπει να έχει εκδοθεί το πολύ πριν από έξι (6) μήνες.
Με τη ρύθμιση αυτή, συνδυαζόμενη με το άρθρο 14 παρ.2 του εξουσιοδοτικού νόμου 2963/2001, καταργήθηκε για τους οδηγούς η υποχρέωση της ετήσιας ανανέωσης του πιστοποιητικού υγείας, την οποία προέβλεπε ο προϊσχύσας κανονισμός των ΚΤΕΛ (π.δ. 229/1994) και συνάγεται ότι έκτοτε αυτό πρέπει να προσκομίζεται µόνο κατά την πρόσληψη του οδηγού.
Κατά τη διάρκεια της σύμβασης εργασίας αρκεί η έμμεση πιστοποίηση της υγείας, η οποία προκύπτει από την εκ μέρους του οδηγού διατήρηση της προβλεπόμενης άδειας οδήγησης, για την οποία ούτως ή άλλως προϋποτίθεται και η από άποψη υγείας καταλληλότητα του ενδιαφερόμενου να οδηγεί επιβατικό λεωφορείο. Αν δεν προσκομισθεί τέτοιο πιστοποιητικό κατά την πρόσληψη του οδηγού στο ΚΤΕΛ, η σύμβαση εργασίας, ως αντικείμενη στις εν λόγω διατάξεις δημόσιας τάξης, είναι άκυρη και θεωρείται µη γενομένη (ΑΚ 174, 180, AΠ 51/2015).
Η υποχρέωση αυτή με τις εντεύθεν συνέπειες ισχύει, για την ταυτότητα του νομικού λόγου, και στην περίπτωση της πρόσληψης οδηγού από τον ιδιοκτήτη λεωφορείου ενταγμένου σε ΚΤΕΛ, προκειμένου να εργασθεί κατά την κίνηση του λεωφορείου προς εκτέλεση του μεταφορικού έργου που αναλαμβάνεται και διενεργείται από το ΚΤΕΛ.
Εξ άλλου, όταν η σύμβαση εργασίας είναι άκυρη, ο εργοδότης που δεν αποδέχεται τις υπηρεσίες του μισθωτού δεν περιέρχεται σε υπερημερία και, κατά συνέπεια, ούτε υποχρέωση πραγματικής απασχόλησης αυτού έχει ούτε αποδοχές υπερημερίας οφείλει (ΑΚ 656, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 61 του ν. 4139/2013). Ο εργαζόμενος όμως έχει αξίωση προς λήψη της νόμιμης αποζημίωσης (ΑΠ 1667/2010).
Η ύπαρξη πιστοποιητικού υγείας κατά την πρόσληψη του οδηγού δεν αποτελεί στοιχείο της βάσης της αγωγής, µε την οποία αυτός προβάλλει αξιώσεις που προϋποθέτουν έγκυρη σύμβαση. Ο εναγόμενος εργοδότης οφείλει να επικαλεσθεί, κατ' ένσταση, την έλλειψη του πιστοποιητικού υγείας και την εντεύθεν ακυρότητα της σύμβασης.
Οπότε, ο ισχυρισμός του ενάγοντος οδηγού ότι η εκ του λόγου αυτού ακυρότητα προβάλλεται καταχρηστικά (ΑΚ 281) αποτελεί αντένσταση (ΑΠ 51/2015).
2. Στην προκείμενη περίπτωση, από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων προκύπτουν τα ακόλουθα: Ο ενάγων και ήδη αναιρεσείων, με την από 20-8-2009 (3815/25-8-2009) αγωγή ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πατρών, στρεφόμενος κατά του εναγομένου " ..." (ως και κατά του νομίμου εκπροσώπου αυτού, μόνο για το αίτημα απαγγελίας προσωπικής κρατήσεως κατ' άρθρο 946 παρ.1 ΚΠολΔ), ως προς το οποίο έχει απορριφθεί τελεσίδικα η αγωγή και το οποίο δεν μετέχει στην αναιρετική δίκη και, επίσης, στρεφόμενος κατά των εναγομένων και ήδη αναιρεσιβλήτων ιδιοκτητών λεωφορείου ενταγμένου στο ΚΤΕΛ, εξέθεσε ότι με σύμβαση παροχής εξαρτημένης εργασίας, η οποία καταρτίσθηκε μεταξύ αυτού και του ΚΤΕΛ και στην οποία υπεισήλθαν οι λεωφορειούχοι, προσλήφθηκε ως εφεδρικός οδηγός προκειμένου να απασχολείται επί 10 ημέρες το μήνα στο λεωφορείο των τελευταίων και κατά τις υπόλοιπες 20 ημέρες σε διάφορα άλλα λεωφορεία ενταγμένα στο ΚΤΕΛ.
Ότι τόσο το ΚΤΕΛ όσο και οι εναγόμενοι λεωφορειούχοι, από το μήνα Μάιο 2009, έπαυσαν να αποδέχονται την εργασία του και να καταβάλλουν σ' αυτόν τις νόμιμες αποδοχές. Σύμφωνα με το ιστορικό αυτό, ο ενάγων ζήτησε α) να αναγνωρισθεί ότι μεταξύ αυτού και των εναγομένων (ΚΤΕΛ και λεωφορειούχων) υφίσταται σχέση παροχής εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου και ότι από 1-6-2009 οι εναγόμενοι έχουν περιέλθει σε υπερημερία εργοδότη και β) να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι να αποδέχονται πραγματικά την εργασία του, με απειλή προσωπικής κράτησης και χρηματικής ποινής, σύμφωνα με τους ως άνω όρους της συμβάσεως.
3. Κατά τη συζήτηση της αγωγής, πάντες οι διάδικοι δικάσθηκαν κατ' αντιμωλία. Το ΚΤΕΛ αμφισβήτησε την μετ' αυτού κατάρτιση της σύμβασης και ισχυρίσθηκε ότι αυτή [εάν ήθελε θεωρηθεί καταρτισθείσα] είναι άκυρη, διότι κατά την πρόσληψή του ο ενάγων παρέλειψε να προσκομίσει το απαιτούμενο πιστοποιητικό υγείας.
Οι λεωφορειούχοι απάντησαν ότι η αγωγή είναι αόριστη ή, άλλως, ότι ασκείται καταχρηστικά. Ο ενάγων αντέτεινε ότι η αρχικώς άκυρη σύμβαση επικυρώθηκε σιωπηρώς με την εκ μέρους αυτού εκ των υστέρων προσκομιδή του ελλείποντος πιστοποιητικού ή, άλλως, ότι οι εναγόμενοι καταχρηστικά επικαλούνται την εκ του λόγου τούτου ακυρότητα.
Όλοι αυτοί οι ισχυρισμοί αναπτύχθηκαν με τις προτάσεις πάντων των εναγομένων και την αντίκρουση του ενάγοντος. Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, με την 57/ 2015 απόφασή του, έκρινε παραδεκτούς και ερεύνησε κατ' ουσίαν όλους τους ισχυρισμούς. Κατόπιν αποφάνθηκε ότι η σύμβαση εργασίας, στην οποία δεν μετείχε το ΚΤΕΛ, αλλά μόνο οι λεωφορειούχοι, ήταν άκυρη, διότι ο ενάγων είχε παραλείψει την προσκομιδή του πιστοποιητικού υγείας.
Ακόμη, έκρινε ότι η σύμβαση δεν ήταν δυνατό να θεωρηθεί επικυρωθείσα, διότι το πιστοποιητικό υγείας είχε προσκομισθεί στο ΚΤΕΛ δυο χρόνια μετά την άσκηση της αγωγής. Και ότι η εκ μέρους των εναγομένων προβολή της ακυρότητας, μετά από πολυετή λειτουργία της συμβάσεως, γινόταν καταχρηστικά. Γι' αυτό και απέρριψε ως αβάσιμη την αγωγή έναντι του ΚΤΕΛ, αλλά την έκανε δεκτή ως προς τους λεωφορειούχους, με τη διάκριση ότι υπερήμερος ήταν μόνο ο ένας εξ αυτών (ήδη πρώτος από τους αναιρεσίβλητους), διότι ο έτερος δεν είχε εκδηλώσει άρνηση ως προς την πραγματική απασχόληση του ενάγοντος.
Κατά της ως άνω αποφάσεως του πρωτοδικείου, οι εναγόμενοι λεωφορειούχοι άσκησαν έφεση. Ο ενάγων άσκησε αντέφεση, αιτούμενος την εντελή παραδοχή της αγωγής και ως προς τον έτερο των λεωφορειούχων (ήδη δεύτερο από τους αναιρεσίβλητους).
4. Το Μονομελές Εφετείο Πατρών, με την προσβαλλόμενη 137/ 2016 απόφαση του, δέχθηκε κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του τα εξής ουσιώδη πραγματικά περιστατικά: Ότι ο ενάγων και ήδη αναιρεσείων είχε προσληφθεί από τους εναγόμενους και ήδη αναιρεσίβλητους τον Οκτώβριο 2001, με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, προκειμένου να εργαστεί ως εφεδρικός οδηγός (ήτοι, για να καλύπτει τις ημέρες ανάπαυσης των τακτικών οδηγών) του ενταγμένου στο ΚΤΕΛ ...
λεωφορείου συνιδιοκτησίας αυτών, με αριθμό κυκλοφορίας …..00. Ότι ο ενάγων ούτε κατά την πρόσληψή του ούτε κατά τη διάρκεια της συμβάσεως ήταν εφοδιασμένος με πιστοποιητικό περί του ότι είναι κατάλληλος από άποψη υγείας για την εργασία που προοριζόταν να εκτελέσει. Ότι ο ενάγων εργάστηκε έως την 13-7-2008, οπότε οι εναγόμενοι σταμάτησαν να τον απασχολούν, χωρίς να επικαλεσθούν κάποιο λόγο ή να καταγγείλουν τη σύμβαση.
Ότι, την 12-5-2009, ο ενάγων προσέφυγε στην αρμόδια Επιθεώρηση Εργασίας, αρχικά κατά του ΚΤΕΛ και στη συνέχεια (27-5-2009) αποκλειστικά κατά των λεωφορειούχων, επικαλούμενος ότι ο εξ αυτών Δ. Κ. αρνιόταν να αποδεχθεί τις προσηκόντως προσφερόμενες υπηρεσίες του. Ότι, στη συνέχεια, ο ενάγων κατέθεσε την ένδικη αγωγή (25-8-2009).
Και ότι, μόλις την 5-12-2011, ο ενάγων κατέθεσε στο ΚΤΕΛ το από 22-11-2011 πιστοποιητικό υγείας. Σύμφωνα με τις παραδοχές αυτές, το εφετείο έκρινε ότι η μεν ένσταση των εναγομένων, περί του ότι η σύμβαση ήταν εξ αρχής άκυρη για έλλειψη του κατά νόμον πιστοποιητικού υγείας, είναι βάσιμη, η δε αντένσταση του ενάγοντος, περί του ότι η άκυρη σύμβαση επικυρώθηκε σιωπηρώς με την εκ μέρους αυτού κατάθεση στο ΚΤΕΛ τού από 22-11-2011 πιστοποιητικού υγείας, είναι αβάσιμη, αφού η ενέργεια αυτή έγινε σε χρόνο κατά τον οποίο, λόγω της προ μακρού άρνησης των εναγομένων να αποδέχονται την εργασία του ενάγοντος, δεν υπήρχε περιθώριο για να συναχθεί σιωπηρώς η βούλησή τους για συνέχεια της λειτουργίας της συμβάσεως.
Κατόπιν αυτού, το εφετείο απέρριψε την αντέφεση του ενάγοντος οδηγού, έκανε δεκτή την έφεση των εναγομένων λεωφορειούχων και, αφού εξαφάνισε την τότε εκκαλούμενη απόφαση, απέρριψε την ένδικη αγωγή στο σύνολο της.
5. Από όλα τα παραπάνω συνάγονται τα ακόλουθα: Ο ενάγων, με την αγωγή, προσδιόρισε το αντικειμενικό εύρος της δίκης ως συνιστάμενο στην αναγνώριση της ύπαρξης μιας και μόνο έννομης σχέσης, υφιστάμενης ταυτόχρονα μεταξύ αυτού και πάντων των εναγομένων (πλην του νομίμου εκπροσώπου του ΚΤΕΛ, που είχε εναχθεί για ειδικό λόγο).
Ζήτησε να αναγνωρισθεί η ύπαρξη ενιαίας συμβάσεως εργασίας με υποχρέωση των εναγομένων και αντίστοιχο δικαίωμα αυτού να απασχολείται ως οδηγός επί 20 ημέρες το μήνα σε διάφορα λεωφορεία του ΚΤΕΛ ... και επί 10 ημέρες στο συγκεκριμένο λεωφορείο συνιδιοκτησίας των λοιπών εναγομένων, που ήταν ενταγμένο στο ίδιο ΚΤΕΛ (βλ.
παραπάνω, αρ.2). Επί του ζητήματος αυτού και, μάλιστα, ως προς το συνδεόμενο με την ύπαρξη πιστοποιητικού υγείας κύρος της συμβάσεως, δεν ήταν δυνατό να υπάρξουν αντίθετες αποφάσεις του δικαστηρίου. Ως εκ τούτου, στη συγκεκριμένη περίπτωση και για το συγκεκριμένο ζήτημα, ο ενώπιον του ακροατηρίου ισχυρισμός για ακυρότητα της συμβάσεως, προβληθείς από το ΚΤΕΛ, ωφελεί και τους λεωφορειούχους (ΚΠολΔ 76 παρ.1), ανεξάρτητα προς το ότι κατά τα λοιπά η ομοδικία των διαδίκων χαρακτηρίζεται απλή.
Προφανής σκοπός της διάταξης του άρθρου 591 παρ.1 περ. γ' ΚΠολΔ είναι η προστασία του ενός διαδίκου από ενδεχόμενο αιφνιδιασμό εκ μέρους του άλλου, ο οποίος, χωρίς σχετική δήλωση στο ακροατήριο, θα διατυπώσει μόνο γραπτώς αυτοτελείς ισχυρισμούς, στερώντας τον αντίδικο από την ευχέρεια απαντήσεως, σε διαδικασίες όπου δεν απαιτείται προκατάθεση προτάσεων.
Εν προκειμένω, ο ως άνω ισχυρισμός διατυπώθηκε στο ακροατήριο, καταχωρήθηκε στα πρακτικά ως ισχυρισμός του ενός ομοδίκου, αναπτύχθηκε στις προτάσεις αμφοτέρων των ομοδίκων, απαντήθηκε με την προβολή αντενστάσεων εκ μέρους του αντιδίκου και αποτέλεσε αντικείμενο ίσης ουσιαστικής έρευνας τόσο στον πρώτο όσο και στο δεύτερο βαθμό δικαιοδοσίας. Ως εκ τούτου, ο σκοπός της ΚΠολΔ 591 παρ.1 περ. γ' έχει εκπληρωθεί. Επομένως, ο πρώτος από τους λόγους της αιτήσεως, με τον οποίο υποστηρίζεται ότι το εφετείο παρά το νόμο δεν απάγγειλε το (κατά την άποψη του αναιρεσείοντος) απαράδεκτο της προβολής της ακυρότητας της συμβάσεως εκ μέρους των εναγομένων, αν και επικληθέν ενώπιόν του (ΚΠολΔ 562 παρ.2) και αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ.14 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος.
6. Κατά τη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, η άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται αν υπερβαίνει, προφανώς, τα όρια που καθορίζονται από την καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή τον κοινωνικό ή οικονομικό του σκοπό. Καταχρηστική, όμως, επίκληση ακυρότητας της σύμβασης οδηγού λεωφορείου, που εκτελεί μεταφορικό έργο σε ΚΤΕΛ, εξ αιτίας της ελλείψεως πιστοποιητικού υγείας κατά την πρόσληψή του, ως και καθ' όλη τη διάρκεια λειτουργίας της συμβάσεως εργασίας, δεν είναι αυτή που γίνεται από τον εργοδότη μετά πάροδο μακρού χρόνου αποδοχής της εργασίας του οδηγού, έστω και χωρίς εναντίωση του εργοδότη, διότι μόνα τα γεγονότα αυτά δεν είναι δυνατόν να δημιουργήσουν στον μέσης ηθικής συναλλασσόμενο, ο οποίος παρά την νομοθετική επιταγή (βλ.
παραπάνω αρ.1) παρέλειψε να προσκομίσει τέτοιο πιστοποιητικό, ακόμη και με την πεποίθηση ότι αυτό δεν είναι αναγκαίο για το κύρος της συμβάσεως (ΑΠ 51/2015, ΑΠ 1613/2011). Στην προκείμενη περίπτωση, ο ενάγων, απαντώντας στην ένσταση ακυρότητας της συμβάσεως εργασίας, αντέτεινε ότι αυτή προβάλλεται καταχρηστικά εκ μέρους των εναγομένων, διότι είχαν ανεχθεί επί επτά περίπου έτη την παροχή της εργασίας του χωρίς να έχει προσκομίσει πιστοποιητικό υγείας και χωρίς να διατυπώσουν κάποια επιφύλαξη γι' αυτό.
Το εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφαση, απέρριψε ως μη νόμιμο τον εν λόγω ισχυρισμό, δεχθέν ότι αυτά και μόνο τα περιστατικά δεν αρκούν για να θεμελιώσουν υπέρβαση και, μάλιστα, προφανή, των ορίων που διαγράφονται από την ΑΚ 281, διότι στην αντίθετη περίπτωση οι συναλλασσόμενοι θα παραβίαζαν χωρίς συνέπειες τη δημοσίας τάξεως διάταξη που επιβάλλει μεταξύ άλλων και την από άποψη υγείας καταλληλότητα των προσώπων που αναλαμβάνουν τη μεταφορά προσώπων ως οδηγοί λεωφορείων δημοσίας χρήσεως.
Με την κρίση αυτή, το εφετείο ορθώς εφάρμοσε τις διατάξεις που προαναφέρθηκαν. Επομένως, ο δεύτερος από τους λόγους της αιτήσεως, με τον οποίο υποστηρίζεται το αντίθετο και αποδίδεται στη προσβαλλόμενη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ.1 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος.
7. Με τον τρίτο από τους λόγους της αιτήσεως αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ.1 ΚΠολΔ, υπό την έννοια ότι παραβίασε με τη μη εφαρμογή τους τις διατάξεις (ΑΚ 183) που προβλέπουν τη δυνατότητα, ακόμη και σιωπηρής, επικύρωσης μιας κατ' αρχήν άκυρης δικαιοπραξίας. Σύμφωνα, όμως, με τις σαφείς περί τούτου παραδοχές του εφετείου (κατάθεση πιστοποιητικού υγείας τρία χρόνια μετά την παύση της απασχόλησης του ενάγοντος οδηγού και δυο χρόνια μετά την κατάθεση της ένδικης αγωγής, βλ. παραπάνω αρ.4), στη συγκεκριμένη περίπτωση δεν υπήρχε έδαφος για να αιτιολογηθεί κρίση για τέτοιου είδους επικύρωση. Επομένως, ο εξεταζόμενος λόγος είναι αβάσιμος.
8. Σύμφωνα με τις σκέψεις αυτές και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναιρέσεως, πρέπει να απορριφθεί η κρινομένη αίτηση και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσίβλητων, που κατέθεσαν προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα αυτών (ΚΠολΔ 176, 183 και 191 παρ.2).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 19-5-2017 αίτηση περί αναιρέσεως της 137/2016 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Πατρών. -Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στην πληρωμή χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ, για τα δικαστικά έξοδα των αναιρεσίβλητων.
Κρίθηκε, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, την 21η Ιουνίου 2018.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ
Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ Δημοσιεύθηκε σε έκτακτη, δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, την 9η Αυγούστου 2018.
Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ
Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ