Legislator Case Law & Legislation
1336/2016 AI generated

1336/2016 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1336/2016
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Μπαλιτσάρη Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως, Γεώργιο Παπαηλιάδη, Αλεξάνδρα Κακκαβά, Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου - Εισηγήτρια και Παρασκευή Καλαϊτζή, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

1336/2016 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Αν προταθεί εγκαίρως ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου η εν λόγω ακυρότητα και η εκ του λόγου αυτού αντίρρηση προόδου της διαδικασίας και το πρωτοβάθμιο δικαστήριο την απορρίψει, ο κατηγορούμενος, αν εμμένει σ’ αυτήν, πρέπει να επαναφέρει την πρόταση της ακυρότητας και την αντίρρηση κατά της προόδου της διαδικασίας στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, διαλαμβάνοντας στην έφεσή του ειδικό λόγο περί τούτου.

Keywords

AI generated
medical care requirements sickness and maternity psychological trauma standing of victims accident victim unfit notwithstanding health condition
AI generated
25/2010
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 22 Μαΐου 2009, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 18/3/2004 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας και τις από 18/9/2003 αγωγές των υπό στοιχεία 1 και 2 ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1649/2005 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 31/2006 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 2/10/2008 αίτησή της.
427/2020
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 30/8/2013 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Λασιθίου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 24/2016 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 84/2018 του Τριμελούς Εφετείου Ανατολικής Κρήτης.
779/2025
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μαρία Λεπενιώτη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Παρασκευή Τσούμαρη, Σταυρούλα Κουσουλού, Αγαθή Δερέ και Παναγιώτα Γκουδή-Νινέ Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
2258/2014
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10/10/2005 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο ....
1705/2019
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αγγελική Αλειφεροπούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δημήτριο Γεώργα, Ιωάννη Μαγγίνα-Εισηγητή, Ερωτόκριτο Ερωτοκρίτου και Μαρία Κουβίδου, Αρεοπαγίτες.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1336 / 2016 (Α Ποιν. Διακ., ΠΟΙΝΙΚΕΣ)

Αριθμός 1336/2016

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α’ ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ ΔΙΑΚΟΠΩΝ

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Μπαλιτσάρη Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως, Γεώργιο Παπαηλιάδη, Αλεξάνδρα Κακκαβά, Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου - Εισηγήτρια και Παρασκευή Καλαϊτζή, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του την 1η Ιουλίου 2016, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεώργιου Μπόμπολη και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση της αναιρεσείουσας-κατηγορουμένης Μ. Σ. του Χ., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ζήση Κωνσταντίνου, για αναίρεση της υπ’ αριθ. 6034/2016 απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Mε πολιτικώς ενάγοντα τον Χ. Μ. του Ξ., κάτοικο ..., που δεν παρέστη στο ακροατήριο.

Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ’ αυτή, και η αναιρεσείουσα-κατηγορουμένη ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 26 Απριλίου 2016 αίτησή της αναιρέσεως μετά των από 14 Ιουνίου 2016 προσθέτων λόγων, οι οποίες καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 639/2016.

Αφού άκουσε

Τον πληρεξούσιο δικηγόρο της αναιρεσείουσας, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης και οι επ’ αυτής πρόσθετοι λόγοι.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

H κρινόμενη υπ’ αριθμ. πρωτ: …από 26.4.2016 δήλωση, που επιδόθηκε στην Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου την 26-4-2016 και οι από 14.6.2016 πρόσθετοι αυτής λόγοι, που κατετέθησαν στον Γραμματέα της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου στις 14-6-2016 για αναίρεση της υπ’ αριθμ. 6034/2016 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, η οποία εκδόθηκε σε δεύτερο βαθμό και καταχωρήθηκε καθαρογραμμένη στο οικείο βιβλίο την 12-4-2016 και με την οποία η αναιρεσείουσα καταδικάστηκε σε συνολική ποινή φυλακίσεως επτά (7) μηνών, ανασταλείσα επί τριετία, για τις πράξεις της σωματικής βλάβης από αμέλεια παρ’ υποχρέου και της εκθέσεως, έχουν ασκηθεί νομοτύπως και εμπροθέσμως και πρέπει να συνεκδικαστούν, ως συναφείς.

Κατά την διάταξη του άρθρου 510 παρ.1 στοιχ. Η’ του Κ.Ποιν.Δ., υπέρβαση εξουσίας, που ιδρύει τον από την διάταξη αυτή προβλεπόμενο λόγο αναιρέσεως, υπάρχει, όταν το δικαστήριο ασκεί δικαιοδοσία, που δεν του δίνει ο νόμος. Στα πλαίσια αυτού του ορισμού γίνεται διάκριση της υπερβάσεως εξουσίας σε θετική και αρνητική.

Στην πρώτη περίπτωση το δικαστήριο αποφασίζει κάτι, για το οποίο δεν έχει δικαιοδοσία, ενώ στη δεύτερη παραλείπει να αποφασίσει κάτι, το οποίο υποχρεούται στα πλαίσια της δικαιοδοσίας του. Περαιτέρω, από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 320 και 321 του Κ.Ποιν.Δ. προκύπτει, ότι ο κατηγορούμενος κλητεύεται στο ακροατήριο για να δικαστεί με επίδοση σ’ αυτόν εγγράφου, που περιέχει ακριβή καθορισμό της πράξεως, για την οποία κατηγορείται και μνεία του άρθρου του ποινικού νόμου που την προβλέπει, ώστε να μπορεί να προετοιμάσει την υπεράσπισή του.

Αν το κλητήριο θέσπισμα δεν περιέχει τα στοιχεία αυτά, είναι άκυρο, σύμφωνα με το άρθρο 321 παρ.4 του ίδιου Κώδικα. Η ακυρότητα όμως αυτή, κατά τις διατάξεις των άρθρων 170 παρ.1, 173 παρ.1 και 174 του Κ.Ποιν.Δ., είναι σχετική, ως αναγόμενη σε πράξη προπαρασκευαστική της διαδικασίας στο ακροατήριο, γι’ αυτό και, αν ο κατηγορούμενος δεν την προτείνει κατά την έναρξη της πρωτοβάθμιας δίκης (πριν από την έναρξη της εκδικάσεως της υποθέσεως και πριν από την εξέταση οποιουδήποτε αποδεικτικού μέσου) η ακυρότητα αυτή καλύπτεται.

Αν προταθεί εγκαίρως ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου η εν λόγω ακυρότητα και η εκ του λόγου αυτού αντίρρηση προόδου της διαδικασίας και το πρωτοβάθμιο δικαστήριο την απορρίψει, ο κατηγορούμενος, αν εμμένει σ’ αυτήν, πρέπει να επαναφέρει την πρόταση της ακυρότητας και την αντίρρηση κατά της προόδου της διαδικασίας στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, διαλαμβάνοντας στην έφεσή του ειδικό λόγο περί τούτου.

Τούτο αποτελεί την προϋπόθεση για να μπορεί να προτείνει παραδεκτά στο Εφετείο τον σχετικό ισχυρισμό και τούτο θα γίνει πριν από την ανάπτυξη της εφέσεως από τον Εισαγγελέα ή την εξέταση οποιουδήποτε αποδεικτικού μέσου, διαφορετικά είναι απαράδεκτος. Επομένως, εφόσον προβληθεί στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο ακυρότητα του κλητηρίου θεσπίσματος ή άλλη ακυρότητα της προδικασίας μη καλυφθείσα και αυτή απορριφθεί από το άνω δικαστήριο, η ίδια ακυρότητα θα πρέπει να προταθεί με ειδικό λόγο εφέσεως, ώστε να κριθεί από το εφετείο στα πλαίσια της διατάξεως του άρθρου 502 παρ. 2 του Κ.Ποιν.Δ., άλλως καλύπτεται και δεν μπορεί να επαναφερθεί στο ακροατήριο του εφετείου, αφού, σύμφωνα με την τελευταία αυτή διάταξη (άρθρ. 502 παρ.2 του Κ.Ποιν.Δ.), το δευτεροβάθμιο δικαστήριο έχει εξουσία να κρίνει για εκείνα μόνο τα μέρη της πρωτόδικης αποφάσεως, στα οποία αναφέρονται οι λόγοι της εφέσεως, σε περίπτωση δε που δεν το πράξει και δεν αποφανθεί, όπως έχει υποχρέωση (ως εκ του μεταβιβαστικού αποτελέσματος της εφέσεως), επί εκκληθέντος κεφαλαίου της πρωτόδικης αποφάσεως, υποπίπτει σε αρνητική υπέρβαση εξουσίας, που ιδρύει τον προβλεπόμενο από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.

Η’ του Κ.Ποιν.Δ. λόγο αναιρέσεως. Τούτο όμως προϋποθέτει, ότι τα εκκληθέντα κεφάλαια πλήττονται κατά τρόπο ορισμένο και παραδεκτό, καθόσον το εφετείο δεν έχει υποχρέωση να απαντήσει σε αόριστο λόγο εφέσεως, αφού αυτός, ως εκ του περιεχομένου του, τυγχάνει απαράδεκτος, δοθέντος ότι από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 462 επόμ., 474 παρ.2, 476 παρ.1 και 502 παρ.2 του Κ.Ποιν.Δ.

προκύπτει, όχι μόνον ότι το μεταβιβαστικό αποτέλεσμα της εφέσεως προσδιορίζεται από την έκταση και το περιεχόμενο των προβαλλομένων λόγων, στην έρευνα των οποίων περιορίζεται το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, που έχει εξουσία να κρίνει μόνο για εκείνα τα μέρη της προσβαλλομένης αποφάσεως, στα οποία αναφέρονται οι προτεινόμενοι από τον εκκαλούντα λόγοι εφέσεως, όπως προαναφέρθηκε, αλλά και ότι στην έκθεση εφέσεως, με την οποία διώκεται ο έλεγχος και η διόρθωση των σφαλμάτων της προσβαλλομένης αποφάσεως, πρέπει να διατυπώνονται οι λόγοι, για τους οποίους αυτή ασκείται και να προτείνονται κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, ώστε να είναι δεκτικοί δικαστικής εκτιμήσεως, διαφορετικά οι αόριστοι και ασαφείς λόγοι εφέσεως απορρίπτονται, ως απαράδεκτοι, χωρίς να υπάρχει δυνατότητα οποιασδήποτε συμπληρώσεως ή προσθέτων λόγων εφέσεως στο ακροατήριο του δικάζοντος την έφεση δικαστηρίου (Α.Π. 66/2016, Α.Π. 1309/2015, Α.Π. 142/2010).

Στην κρινόμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα κατωτέρω διαδικαστικά έγγραφα της υποθέσεως, που παραδεκτά επισκοπούνται για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, η αναιρεσείουσα - πρώτη κατηγορουμένη παραπέμφθηκε με το αρ. Β 2008/4262 και 4263 κλητήριο θέσπισμα του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Αθηνών, ενώπιον του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, για να δικαστεί ως υπαίτια των πράξεων σωματικής βλάβης από αμέλεια παρ’ υποχρέου και εκθέσεως.

Κατά την εκδίκαση της υποθέσεως, στις 20-1-2015, ενώπιον του ως άνω πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, αυτή προέβαλε, δια του συνηγόρου της, ένσταση ακυρότητας του κλητηρίου θεσπίσματος, καταχωρισθείσα στα πρακτικά της δίκης εκείνης, την οποία ανέπτυξε και προφορικά, για λόγους, οι οποίοι αναφέροντο σε μη ακριβή περιγραφή των πράξεων, ως υπαίτια των οποίων παραπέμφθηκε, για να δικαστεί.

Ειδικότερα ο συνήγορός της επικαλέστηκε προς θεμελίωση της παραπάνω ενστάσεώς της, τα ακόλουθα, που δόθηκαν και εγγράφως και καταχωρήθηκαν αυτούσια στα πρακτικά, τα οποία παραδεκτώς επισκοπούνται, για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου: "Κατά τις παρ. 1 και 4 του άρθρου 321 ΚΠοινΔ, "το κλητήριο θέσπισμα πρέπει να περιέχει: ...δ) τον ακριβή καθορισμό της πράξης για την οποία κατηγορείται, και μνεία του άρθρου του Ποινικού Νόμου που την προβλέπει.

Η τήρηση των διατάξεων των παρ. 1 και 2 επιβάλλεται με ποινή ακυρότητας του κλητηρίου θεσπίσματος. -Εξάλλου, το κλητήριο θέσπισμα περιέχει ακριβή καθορισμό της αποδιδόμενης αξιόποινης πράξης, όταν διαλαμβάνει ακριβή περιγραφή των πραγματικών περιστατικών που πληρούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του αποδιδόμενου αδικήματος, ήτοι την ανθρώπινη εγκληματική συμπεριφορά, το υποκείμενο και το υλικό αντικείμενο του εγκλήματος, τις περιστάσεις, τον τόπο και το χρόνο τελέσεως, την υπαιτιότητα κλπ (πάγια νομολογία.

έτσι ενδεικτικώς ΑΠ 1496/90 ΠΧρ ΜΑ/661, Α1Ί 201/86 ΕλλΔνη 27/240, ΑΠ 674/85 ΠΧρ ΑΕ/908, ΑΠ 746/75 ΠΧρ ΚΣΤ/141, ΑΠ 104/70 ΠΧρ Κ/288, ομοίως Λ.ΜΑΡΓΑΡΙΤΗΣ- Α.ΖΑΧΑΡΙΑΔΗΣ, Το κλητήριο θέσπισμα, ΝομΒιβ, Αθήνα, 1996, σελ.114 επ). -In concretο το κλητήριο θέσπισμα, δια του οποίου η Μ. Σ. παραπέμφθηκε ενώπιόν Σας, δεν περιέχει ακριβή καθορισμό των αποδιδόμενων αδικημάτων της σωματικής βλάβης από αμέλεια παρ’ υποχρέου, και της έκθεσης (άρθρα 306 παρ. 1, και 28, 314 παρ. 1 εδ.

α’ και 315 παρ. 1 εδ. β’ ΠΚ) και μάλιστα για τους εξής λόγους. Κατ’ αρχάς, το εν λόγω κλητήριο θέσπισμα είναι άκυρο, διότι η κάκωση και βλάβη της υγείας, η οποία φέρεται προξενηθείσα στην Α. Μ. από την κατηγορουμένη (ορισμένα εγκαύματα), προσδιορίζεται αντιφατικώς και ανακριβώς, διότι: α) Ενώ στην υπό στοιχ. Α αποδιδόμενη πράξη, της σωματικής βλάβης από αμέλεια, το υπό κρίση κλητήριο θέσπισμα αναφέρει ότι, εκ ρήψης του καυτού νερού στην παθούσα, αυτή υπέστη σοβαρά θερμικά εγκαύματα στον θώρακα, την κοιλιακή χώρα, τους μηρούς και την ράχη (βλ.

σελ. 2, σειρά 7 έως 10, "...με συνέπεια της ως άνω αμελούς συμπεριφοράς της, η ανωτέρω υπερήλικας να υποστεί σοβαρά θερμικά εγκαύματα στον θώρακα, την κοιλιακή χώρα, τους μηρούς και την ράχη από την ρήψη του καυτού νερού..."), εν’ τούτοις β) Στην υπό στοιχ. Β αποδιδόμενη πράξη, της έκθεσης εν ευρεία εννοία, το ίδιο κλητήριο θέσπισμα αναφέρει, τώρα (αντιφατικώς, έναντι των ακριβώς προηγουμένων) ότι η παθούσα υπέστη εγκαύματα και στο κεφάλι, το αυτί, τον λαιμό, και το κάτω μέρος των χεριών της (βλ.

σελ. 2. σειρά 12 έως 14, "...και μολονότι τα τραύματά της ήταν ιδιαιτέρως εμφανή, στο κεφάλι, στο αυτί, στο λαιμό, στο κάτω μέρος των χεριών της, έγιναν αντιληπτά από αυτούς, μετά πάροδο 8 ωρών από την στιγμή που υπέστη τα εγκαύματα......." Έτσι, όμως, δεν καθορίζεται ακριβώς, αλλά ανακριβώς, το βασικότερο στοιχείο της αντικειμενικής υπόστασης των ως άνω αποδιδόμενων, στην Μ.

Σ., εγκλημάτων (η φερομένη κάκωση και βλάβη της υγείας της παθούσας). Με αποτέλεσμα αυτή να αδυνατεί, μη γνωρίζοντας επαρκώς και με ακρίβεια την κατηγορία, να προετοιμάσει αποτελεσματικώς την υπεράσπισή της, ως δικαιούται (άρθρο 6 παρ. 3 στοιχ. α’ της ΕΣΔΑ), και το κατ’ αυτής κλητήριο θέσπισμα να τυγχάνει άκυρο.

Υπενθυμίζεται, ακόμη, ότι το έγκλημα της εκθέσεως (άρθρο 306 παρ. 1 ΠΚ). υπό τον δεύτερο τρόπο της τελέσεως του, της άφεσης αβοήθητου του παθόντος (έκθεση εν ευρεία εννοία), να τελεσθεί μόνον όταν ο δράστης είτε έχει υπό την προστασία τον παθόντα, είτε έχει υποχρέωση να τον διατρέφει, περιθάλπει ή μεταφέρει, είτε ο ίδιος (δράστης) τον τραυμάτισε υπαίτια (πάγια νομολογία, έτσι ενδεικτικώς ΑΠ 65/07 ΠΧρ ΠΧρ ΝΖ/988, ΑΠ 1503/02 ΠΧρ ΝΓ/525, ΑΠ 332/00 ΠΧρ Ν/892 κλπ).

Στην υπό κρίση, λοιπόν περίπτωση το ως άνω κλητήριο θέσπισμα τυγχάνει άκυρο και διότι περιγράφει ανακριβώς το δεύτερο αποδιδόμενο έγκλημα (έκθεση εν ευρεία εννοία), επί του στοιχείου της ποιάς, συγκεκριμένως, ιδιαίτερης ιδιότητας και σχέσης (από τις ως άνω τρεις, διακριτές μεταξύ τους, που προβλέπει η παρ. 1 του άρθρου 306 ΠΚ) συνέδεε την Μ.Σ.

με την παθούσα Α.Μ.. Συγκεκριμένως: α) Ενώ στην αρχή της περιγραφής της αποδιδόμενης πράξης αποδίδεται σε άπαντες τους κατηγορουμένους (τους Μ.Σ., Π.Μ. και Π.Κ.) ότι με πρόθεση άφησαν αβοήθητο πρόσωπο που είχαν στην προστασία τους, και που είχαν την υποχρέωση να διατρέφουν και περιθάλπουν, ήτοι αναφέρεται ότι συνέτρεχαν, στα πρόσωπα όλων τους, οι δύο πρώτες από τις τρεις, διαζευκτικώς αναφερόμενες στο άρθρο 306 παρ. 1 ΠΚ.

ιδιαίτερες ιδιότητες και σχέσεις μεταξύ δράστη και θύματος, αυτές της σχέσης προστασίας, και της σχέσης διατροφής και περίθαλψης (βλ. τη σελ. 2. σειρά 11 έως 15. "...άπαντες οι κατηγορούμενοι Μ.Σ., νοσηλεύτρια, Π.Μ., προϊσταμένη νοσηλεύτρια και Π.Κ., διευθυντής του ιδρύματος Η Β., με πρόθεση άφησαν αβοήθητο ένα πρόσωπο που το είχαν στην προστασία τους και είχαν υποχρέωση να το διατρέφουν, και συγκεκριμένα...", εντούτοις β) Αμέσως μετά, και κατά τη συγκεκριμενοποίηση της ευθύνης της κατηγορουμένης Μ.Σ., της αποδίδεται, προσωπικώς, η τρίτη (και διαφορετική από τις πιο πάνω δύο) ιδιαίτερη ιδιότητα και σχέση που προβλέπει η παρ. 1 του άρθρου 306 ΠΚ.

εκείνη του δράστη που τραυμάτισε υπαίτια τον παθόντα ήτοι, εδώ, την Α.Μ. (σελ. 2. σειρά 15 έως 9: "...η μεν Μ.Σ., παρέλειψε εκ προθέσεως να ενημερώσει το υπόλοιπο νοσηλευτικό προσωπικό και τους υπευθύνους τον ιδρύματος, αν και είχε ιδιαίτερη νομική υποχρέωση λόγω της ιδιότητάς της, και παρά τις σωματικές βλάβες που προξένησε στην υπερήλικα Α.Μ.

την άφησε αβοήθητη .."). Έτσι, όμως, περιγράφεται ανακριβώς η αποδιδόμενη πράξη, της lato sensu εκθέσεως (ώστε η Μ.Σ. αδυνατεί, και εξ αυτού, να προετοιμάσει αποτελεσματικώς την υπεράσπισή της, κατά παραβίαση του δικαιώματος της εκ του άρθρου 6 παρ. 3 στοιχ. α’ της ΕΣΔΑ), διότι το κλητήριο θέσπισμα, ενώ αρχικώς αναφέρει ότι άπαντες οι κατηγορούμενοι (ήτοι και η Μ.Σ.) συνδέονταν με την παθούσα με τις ιδιαίτερες ιδιότητες και σχέσεις της υποχρέωσης προστασίας της, και της διατροφής και περίθαλψής της, στην συνέχεια (και αντιφατικώς, έναντι των ανωτ.) μνημονεύει, τώρα, ότι η Μ.Σ.

συνδέεται με την Α.Μ. με την έτερη ιδιαίτερη ιδιότητα και σχέση που προβλέπει, διαζευκτικώς, το άρθρο 306 παρ. 1 ΠΚ: Αυτήν του υπαίτιου τραυματισμού του θύματος από τον δράστη. Και καθίσταται, έτσι, παντελώς ασαφές το ποια, τελικώς, ιδιαίτερη ιδιότητα και σχέση δέχεται το εν λόγω κλητήριο θέσπισμα ότι συνέδεε την ως άνω κατηγορουμένη με την παθούσα (ώστε καθίσταται, και εξ αυτού, άκυρο).- Είναι, λοιπόν, αναμφισβήτητο ότι:

α) Οι αποδιδόμενες κατηγορίες {σωματική βλάβη από αμέλεια παρ υποχρέου και έκθεση) δεν γνωστοποιήθηκαν στην κατηγορουμένη με ακρίβεια, ως θα έπρεπε, οπότε η υπεράσπιση αιτείται την κήρυξη της επελθούσας απόλυτης ακυρότητας, εκ παραβιάσεως του άρθρου 6 παρ. 3 στοιχ. α’ της ΕΣΔΑ, και β) Το επίδικο κλητήριο θέσπισμα πάσχει για άπαντες τους προεκτεθέντες λόγους και, εφόσον η ακυρότητά του προβάλλεται δια της παρούσας νομοτύπως και εμπροθέσμως, πριν την αποδεικτική διαδικασία (έτσι ΑΠ 1887/89 ΠΧρ Μ/88, ΑΠ 1215/85 ΠΧρ ΚΣΤ/199, ΑΠ 691/79 ΠΧρ ΚΘ/772, ΑΠ 710/78 ΠΧρ ΚΗ/730, ΑΠ 1/76 ΠΧρ ΚΣΤ/655, ΑΠ 588/74 ΠΧρ ΚΕ/23, ΑΠ 84/70 ΠΧρ Κ/278 κλπ), η υπεράσπιση ζητεί να κηρυχθεί άκυρο (άρθρο 321 παρ. 1 και 4 ΚΠοινΔ) και να διαταχθούν τα περαιτέρω νόμιμα".

Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, με την υπ’ αριθ. 5835/2015 απόφασή του, απέρριψε την εν λόγω ένσταση, ως αβάσιμη και στη συνέχεια κήρυξε την κατηγορουμένη ένοχη των ανωτέρω πράξεων και της επέβαλε συνολική ποινή φυλακίσεως έντεκα (11) μηνών, ανασταλείσα επί τριετία. Κατά της αποφάσεως αυτής η αναιρεσείουσα άσκησε την υπ’ αριθ. 512/20-1-2015 έφεση.

Όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της ως άνω εκθέσεως εφέσεως, πέραν των τυπικών στοιχείων του εντύπου και την προσβολή της αποφάσεως διότι, κατ’ εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων, την κήρυξε ένοχη, η εκκαλούσα - κατηγορουμένη περιέλαβε και ειδικό λόγο εφέσεως, παραπονούμενη για παρά το νόμο απόρριψη της ενστάσεώς της περί ακυρότητας του κλητηρίου θεσπίσματος.

Στον ειδικό αυτό λόγο εφέσεως, που αρχίζει από το κείμενο της εφέσεως και καταλήγει σε παραπομπή σε συνημμένο σ’ αυτήν (έκθεση εφέσεως) έγγραφο, το οποίο φέρει στο τέλος του την υπογραφή τόσον του γραμματέα, όσον και της εκκαλούσας - κατηγορουμένης διαλαμβάνονται τα ακόλουθα: "Ως επίσης διότι παρά το νόμο (το πρωτοβάθμιο δικαστήριο), απέρριψε τον σχετικό ισχυρισμό περί ακυρότητας του κλητηρίου θεσπίσματος του Εισαγγελέως Πλημμελειοδικών Αθηνών (με το οποίο η τότε εκκαλούσα παραπέμφθηκε στο ακροατήριο του ως άνω Δικαστηρίου) ως αναλυτικώς εκτίθεται στο συνημμένο στην παρούσα έγγραφο", σ’ αυτό δε (συνημμένο έγγραφο) διελάμβανε ειδικότερα ότι "το κλητήριο θέσπισμα, με το οποίο η εκκαλούσα παραπέμφθηκε στο ακροατήριο του προαναφερθέντος δικαστηρίου για τα αδικήματα της σωματικής βλάβης από αμέλεια παρ’ υποχρέου και της εκθέσεως (άρθρα 306 παρ. 1, 314 παρ. 1 εδ.

α’ και 315 παρ. 1 εδ. β’ του Π.Κ.) τυγχάνει άκυρο και θα έπρεπε να έχει πρωτοβαθμίως ακυρωθεί, κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 321 παρ. 1 και 4 του Κ.Ποιν.Δικ., αφού αυτό: α) Δεν περιέχει ακριβή καθορισμό των αποδιδόμενων αδικημάτων της σωματικής βλάβης από αμέλεια παρ’ υποχρέου και της εκθέσεως (άρθρα 306 παρ. 1,314 παρ. 1 εδ.

α’ και 315 παρ. 1 εδ. β’ Π.Κ.), που φέρεται να διέπραξε η εκκαλούσα κατηγορουμένη Μ.Σ., διότι δεν καθορίζεται ακριβώς, αλλά ανακριβώς, το βασικότερο στοιχείο της αντικειμενικής υπόστασής τους (η φερομένη κάκωση και βλάβη της υγείας της παθούσας), καθώς ενώ στην υπό στοιχ. Α αποδιδόμενη πράξη (της σωματικής βλάβης από αμέλεια), το υπό κρίση κλητήριο θέσπισμα αναφέρει ότι, εκ ρήψης του καυτού νερού στην παθούσα, αυτή υπέστη σοβαρά θερμικά εγκαύματα στον θώρακα, την κοιλιακή χώρα, τους μηρούς και την ράχη, εντούτοις, στην υπό στοιχ.

Β αποδιδόμενη πράξη (της έκθεσης εν ευρεία εννοία), αναφέρεται αντιφατικώς ότι η παθούσα υπέστη εγκαύματα και στο κεφάλι, το αυτί, τον λαιμό, και το κάτω μέρος των χεριών της. Με επιπρόσθετο αποτέλεσμα να παραβιάζεται και το άρθρο 6 παρ. 3 περ. α’ της ΕΣΔΑ (δικαίωμα επακριβούς γνώσεως της κατηγορίας) και να ιδρύεται, έτσι, απόλυτη ακυρότητα, εκ προσβολής υπερασπιστικού δικαιώματος (άρθρο 171 παρ. 1 δ’ ΚΠοινΔ).

β) Δεν περιέχει ούτε ακριβή καθορισμό της αποδιδόμενης στην εκκαλούσα Μ.Σ. έκθεσης (άρθρο 306 παρ. 1 ΠΚ), διότι περιγράφει ανακριβώς το στοιχείο της ιδιαίτερης ιδιότητας και σχέσης (από τις τρεις, διακριτές μεταξύ τους, προβλεπόμενες από την παρ. 1 του άρθρου 306 ΠΚ) που συνέδεε την Μ.Σ. με την παθούσα Α.Μ., καθώς ενώ αρχικώς το κλητήριο θέσπισμα αναφέρει ότι άπαντες οι κατηγορούμενοι (ήτοι και η Μ.Σ.) συνδέονταν με την παθούσα με τις ιδιαίτερες ιδιότητες και σχέσεις της υποχρέωσης προστασίας της, και της διατροφής και περίθαλψής της, στην συνέχεια (και αντιφατικώς, έναντι των ανωτ.) μνημονεύει, τώρα, ότι η εκκαλούσα Μ.Σ.

συνδεόταν με την Α.Μ. με την έτερη ιδιαίτερη ιδιότητα και σχέση που προβλέπει, διαζευκτικώς, το άρθρο 306 παρ. 1 ΠΚ, αυτήν του υπαίτιου τραυματισμού του θύματος από τον δράστη. Με αποτέλεσμα να καθίσταται παντελώς ασαφές ποια, τελικώς, ιδιαίτερη ιδιότητα και σχέση δέχεται το εν λόγω κλητήριο θέσπισμα ότι συνέδεε την εκκαλούσα με την παθούσα, να παραβιάζεται και εξ αυτού του λόγου το άρθρο 6 παρ. 3 περ.

α’ της ΕΣΔΑ (δικαίωμα επακριβούς γνώσεως της κατηγορίας) και να ιδρύεται, έτσι, απόλυτη ακυρότητα, εκ προσβολής υπερασπιστικού δικαιώματος (άρθρο 171 παρ. 1 δ’ ΚΠοινΔ). Η ένσταση αυτή κατά του πιο πάνω κλητηρίου θεσπίσματος προβλήθηκε παραδεκτώς, σαφώς και ορισμένως στην πρωτοβάθμια δίκη, αναπτύχθηκε προφορικώς από τον συνήγορό μου υπερασπίσεως, κατατέθηκε και εγγράφως στα πρακτικά (άρθρο 141 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δικ.) και είχε κατά λέξη ως ακολούθως", διαλαμβάνοντας περαιτέρω, κατά λέξη, την ένσταση, όπως την είχε προβάλει ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου.".

Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, που δίκασε κατ’ έφεση και εξέδωσε την προσβαλλομένη με αριθμό 6034/2016 απόφασή του, κήρυξε και πάλι ένοχη την κατηγορουμένη, χωρίς να εξετάσει τον ανωτέρω ειδικό λόγο της εφέσεως, τον οποίο και απέρριψε σιγή. Ο ισχυρισμός αυτός, όπως προκύπτει από την παραδεκτή, για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, επισκόπηση των πρακτικών συνεδριάσεως του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου δεν επαναφέρθηκε στο ακροατήριό του και δεν αναπτύχθηκε προφορικά από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της εκκαλούσας - κατηγορουμένης, στο προσήκον διαδικαστικό σημείο, και ο συνήγορός της δεν συμπλήρωσε, ούτε διευκρίνισε το περιεχόμενο του προπαρατεθέντος σχετικού λόγου της εφέσεως, που, είχεν αναπτυχθεί και απορριφθεί και στον πρώτο βαθμό.

Σύμφωνα όμως με αυτά που εκτέθηκαν παραπάνω, ο με το ως άνω περιεχόμενο ισχυρισμός της εκκαλούσας - κατηγορουμένης και ήδη αναιρεσείουσας για ακυρότητα του κλητηρίου θεσπίσματος που περιλήφθηκε, όπως παραπάνω, ως ειδικός λόγος εφέσεως, τύγχανε απαράδεκτος ως αόριστος, καθόσον: α) δεν καθορίζεται στο εφετήριο αν ο αυτοτελής αυτός ισχυρισμός υπεβλήθη παραδεκτώς ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και δη σε ποιο διαδικαστικό στάδιο, εφόσον, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα στη νομική σκέψη, έπρεπε αυτός να είχε προταθεί πριν από την έναρξη της εκδικάσεως της υποθέσεως και πριν από την εξέταση οποιουδήποτε αποδεικτικού μέσου, β) δεν προσδιορίζονται οι νομικές πλημμέλειες της αποφάσεως ως προς την απόρριψη της ως άνω ενστάσεως και γ) οι ως άνω επικαλούμενες αιτιάσεις αποτελούν αρνητικούς της βασιμότητας των κατηγοριών ισχυρισμούς, επί των οποίων απάντησε το πρωτοβάθμιο δικαστήριο με την εφεσιβληθείσα απόφασή του.

Ένεκα της τοιαύτης αοριστίας του, και του ως άνω τρόπου προβολής του, το δικαστήριο της ουσίας, δεν είχε υποχρέωση να εξετάσει τον ως άνω λόγο εφέσεως και να απαντήσει στον ισχυρισμό αυτό, ούτε να διαλάβει ειδική αιτιολογία επ’ αυτού, αφού ετύγχανε απαράδεκτος, εφόσον, κατά τα προεκτεθέντα, προϋπόθεση της υποχρεώσεως του δικαστηρίου για έρευνα του λόγου εφέσεως, αποτελεί να είναι αυτός παραδεκτός.

Συνεπώς, το Εφετείο, μη ερευνώντας τον απαράδεκτο ως άνω ειδικό λόγο εφέσεως, δεν υπέπεσε σε αρνητική υπέρβαση εξουσίας και δεν ιδρύθηκε ο εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Η’ του Κ.Ποιν.Δ. λόγος αναιρέσεως. Κατ’ ακολουθίαν ο πρώτος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.

Κατά την διάταξη του άρθρου 314 παρ. 1 του Π.Κ. "όποιος από αμέλεια προκαλεί σωματική βλάβη ή κάκωση της υγείας άλλου τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι τριών ετών" και κατά την διάταξη του άρθρου 28 του Π.Κ. "από αμέλεια πράττει όποιος από έλλειψη της προσοχής την οποία όφειλε κατά τις περιστάσεις και μπορούσε να καταβάλει είτε δεν προέβλεψε το αξιόποινο αποτέλεσμα που προκάλεσε η πράξη του, είτε το προέβλεψε ως δυνατό, πίστεψε όμως ότι δεν θα επερχόταν".

Από τον συνδυασμό των διατάξεων αυτών συνάγεται ότι προς θεμελίωση του προβλεπόμενου από την πρώτη τούτων εγκλήματος της σωματικής βλάβης από αμέλεια, απαιτούνται τα ακόλουθα στοιχεία: α) να μην καταβλήθηκε από τον δράστη η επιβαλλόμενη, κατ’ αντικειμενική κρίση, προσοχή (περίσκεψη - επιμέλεια), την οποία κάθε μετρίως συνετός και ευσυνείδητος άνθρωπος οφείλει, υπό τις ίδιες πραγματικές περιστάσεις, να καταβάλει, με βάση τους νομικούς κανόνες, τις συνήθειες που επικρατούν στις συναλλαγές και την κοινή, κατά την συνήθη πορεία των πραγμάτων, πείρα και λογική, β) να μπορούσε αυτός με βάση τις προσωπικές του περιστάσεις, ιδιότητες, γνώσεις και ικανότητες και κυρίως εξαιτίας της υπηρεσίας του ή του επαγγέλματος του, να προβλέψει και αποφύγει το αξιόποινο αποτέλεσμα, το οποίο από έλλειψη της προαναφερόμενης προσοχής είτε δεν προέβλεψε (άνευ συνειδήσεως αμέλεια), είτε το προέβλεψε ως δυνατό, πίστευε όμως ότι δεν θα επερχόταν (συνειδητή αμέλεια) και γ) και να υπάρχει αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της ενέργειας ή παραλείψεως του δράστη και του αποτελέσματος που επήλθε.

Η παράλειψη, ως έννοια, ενυπάρχει σε κάθε είδος αμέλειας, αφού το ένα σκέλος της ευθύνης από αμέλεια συνίσταται στην μη καταβολή της προσοχής, δηλαδή, σε παράλειψη. Όταν όμως η αμέλεια δεν συνίσταται σε ορισμένη παράλειψη, αλλά σε σύνολο συμπεριφοράς που προηγήθηκε του αποτελέσματος, τότε για την θεμελίωση της σωματικής βλάβης από αμέλεια, ως εγκλήματος που τελείται με παράλειψη, απαιτείται και η συνδρομή των όρων του άρθρου 15 του Π.Κ., κατά το οποίο "όπου ο νόμος, για την ύπαρξη αξιόποινης πράξεως, απαιτεί να έχει επέλθει ορισμένο αποτέλεσμα, η μη αποτροπή του τιμωρείται όπως η πρόκλησή του με ενέργεια, αν ο υπαίτιος της παραλείψεως είχε ιδιαίτερη νομική υποχρέωση να παρεμποδίσει την επέλευση του αποτελέσματος".

Από την τελευταία αυτή διάταξη συνάγεται ότι αναγκαία προϋπόθεση της εφαρμογής της είναι η ύπαρξη ιδιαίτερης (δηλαδή, ειδικής και όχι γενικής) υποχρεώσεως του υπαιτίου προς ενέργεια που τείνει στην παρεμπόδιση του αποτελέσματος, για την επέλευση του οποίου ο νόμος απειλεί ορισμένη ποινή. Η ιδιαίτερη αυτή υποχρέωση του υπαιτίου, να παρεμποδίσει την επέλευση του αποτελέσματος μπορεί να πηγάζει είτε από ρητή διάταξη νόμου ή από σύμβαση ή από σύμπλεγμα νομικών καθηκόντων που συνδέονται με ορισμένη έννομη σχέση του υπαιτίου ή από ορισμένη προηγούμενη συμπεριφορά του, από την οποία δημιουργήθηκε ο κίνδυνος του εγκληματικού αποτελέσματος και πρέπει να αναφέρεται και να αιτιολογείται στην απόφαση, επιπροσθέτως δε, αν πηγάζει από επιτακτικό κανόνα δικαίου, να προσδιορίζεται και ο κανόνας αυτός.

Περαιτέρω, κατά την έννοια του ως άνω άρθρου 28 ΠΚ, η αμέλεια διακρίνεται σε μη συνειδητή, κατά την οποία ο δράστης από έλλειψη της προσήκουσας προσοχής δεν προέβλεψε το αξιόποινο αποτέλεσμα που προκάλεσε η πράξη του και σε ενσυνείδητη, κατά την οποία προέβλεψε μεν ότι από τη συμπεριφορά του μπορεί να επέλθει το αποτέλεσμα αυτό, πίστευε όμως ότι θα το απέφευγε.

Ενόψει της διακρίσεως αυτής, το δικαστήριο της ουσίας, όταν απαγγέλλει καταδίκη για έγκλημα από αμέλεια, πρέπει να εκθέτει στην απόφασή του με σαφήνεια ποιο από τα ανωτέρω δύο είδη της αμέλειας συνέτρεξε στη συγκεκριμένη περίπτωση, διότι αν δεν εκθέτει τούτο σαφώς ή δέχεται και τα δύο είδη δημιουργείται ασάφεια και αντίφαση, η οποία καθιστά ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή ή μη εφαρμογή της ουσιαστικής ποινικής διατάξεως και ιδρύεται εντεύθεν λόγος αναιρέσεως για έλλειψη νόμιμης βάσεως εκ του άρθρου 510 παρ.1 στοιχ.

Ε’ του Κ.Ποιν.ΔΙΚ. (Α.Π. 467/2015, Α.Π. 485/2013). Εξ άλλου, κατά την διάταξη του άρθρου 306 του ΠΚ, όποιος εκθέτει άλλον και έτσι τον καθιστά αβοήθητο, καθώς και όποιος με πρόθεση αφήνει αβοήθητο ένα πρόσωπο που το έχει στην προστασία του ή που έχει υποχρέωση να το διατρέφει και να το περιθάλπει ή να το μεταφέρει ή ένα πρόσωπο που ο ίδιος το τραυμάτισε υπαίτια, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον έξι μηνών (παρ. 1).

Αν η πράξη προκάλεσε στον παθόντα: α) βαριά βλάβη στην υγεία του επιβάλλεται κάθειρξη μέχρι δέκα ετών, β) το θάνατό του, επιβάλλεται κάθειρξη τουλάχιστον έξι (6) ετών. Από τις διατάξεις αυτές, προκύπτει, ότι η αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος της έκθεσης, το οποίο είναι έγκλημα συγκεκριμένης διακινδύνευσης και γνήσιο πολύτροπο (υπαλλακτικά μικτό), τελείται με δύο τρόπους:

α) με την έκθεση άλλου, έτσι ώστε να καταστεί αβοήθητος (έκθεση σε στενή έννοια) β) με την άφεση αβοήθητου του προσώπου που βρίσκεται υπό την προστασία κ.λ.π. του δράστη. Ειδικότερα, ο πρώτος τρόπος του εγκλήματος της έκθεσης, σε στενή έννοια, υπάρχει όταν με μια θετική ενέργεια του δράστη, το θύμα μετατοπίζεται από ασφαλή θέση σε μια ανασφαλή και έτσι εκτίθεται σε κίνδυνο ζωής, ή σωματικής ακεραιότητας.

Η αβοήθητη θέση, στην οποία περιάγεται το θύμα, πρέπει να είναι τέτοια, που να μην μπορεί να βοηθήσει τον εαυτό του και να μην αναμένεται με ασφάλεια ή έστω μεγάλη πιθανότητα βοήθεια απ` έξω για την αποτροπή του κινδύνου. Για την υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος της έκθεσης απαιτείται να έχει ο δράστης δόλο έστω και ενδεχόμενο, να αποδέχεται δηλαδή ο δράστης τον κίνδυνο για τη ζωή ή την σωματική ακεραιότητα του θύματος και όχι το θάνατο ή την σωματική του βλάβη, διότι, αν συμβαίνει το δεύτερο, υπάρχει απόπειρα ανθρωποκτονίας ή σωματικής βλάβης.

Ο δράστης αποδέχεται τον κίνδυνο για τη ζωή ή την σωματική ακεραιότητα, όταν ελπίζει ότι ο θάνατος ή η σωματική βλάβη δεν θα επέλθει. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Ε’ του Κ.Ποιν.Δικ., λόγο αναιρέσεως αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει όταν ο δικαστής αποδίδει στο νόμο διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υπάρχει όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν στην διάταξη που εφαρμόστηκε.

Περίπτωση δε εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως συνιστά και η εκ πλαγίου παραβίαση της διατάξεως αυτής, η οποία υπάρχει όταν στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του αιτιολογικού με το διατακτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσεως.

Εξ άλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Ποιν.Δικ. ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας στοιχειοθετεί λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ’ του Κ.Ποιν.Δικ., όταν αναφέρονται σ’ αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχτηκε η κρίση του δικαστηρίου για την συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε.

Για την ύπαρξη ειδικής αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό της αποφάσεως, τα οποία αποτελούν ενιαίο σύνολο, δεν υπάρχει δε έλλειψη αιτιολογίας και στην περίπτωση που αυτή εξαντλείται σε επανάληψη του διατακτικού της αποφάσεως, το οποίο, όμως, εκτός από τα τυπικά στοιχεία του κατηγορητηρίου, περιέχει και πραγματικά περιστατικά τόσον αναλυτικά και με τόση πληρότητα, ώστε να καθίσταται περιττή η διαφοροποίηση της διατυπώσεως του σκεπτικού της.

Η ύπαρξη του δόλου δεν είναι, κατ’ αρχήν, αναγκαίο να αιτιολογείται ιδιαιτέρως, διότι ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των πραγματικών περιστατικών, που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και εξυπακούεται ότι υπάρχει σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση από την πραγμάτωση των περιστατικών αυτών, εκτός αν ο νόμος αξιώνει πρόσθετα στοιχεία για το αξιόποινο, όπως η γνώση ορισμένου περιστατικού (άμεσος δόλος) ή σκοπός επελεύσεως ορισμένου πρόσθετου αποτελέσματος (υπερχειλής δόλος).

Ως προς τα αποδεικτικά μέσα, που λήφθηκαν υπόψη από το δικαστήριο για την διαμόρφωση της κρίσεώς του, για την πληρότητα της αιτιολογίας, αρκεί ο γενικός προσδιορισμός ως προς το είδος τους, χωρίς να απαιτείται αναλυτική παράθεση αυτών ή να διευκρινίζεται τι προκύπτει από το καθένα χωριστά ή από ποιο συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο αποδείχτηκε η κάθε παραδοχή.

Ακόμη, δεν είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους ή να προσδιορίζεται ποιο βάρυνε περισσότερο για τον σχηματισμό της δικανικής κρίσης. Το δε γεγονός ότι στην απόφαση εξαίρονται ορισμένα μόνο από τα αποδεικτικά μέσα δεν σημαίνει ότι δεν έχουν ληφθεί υπόψη και δεν έχουν συνεκτιμηθεί τα υπόλοιπα, ούτε απαιτείται να αιτιολογείται γιατί δεν εξαίρονται και εκείνα.

Δεν αρκεί, όμως, να περιορίστηκε το δικαστήριο σε τυπική ρηματική αναφορά των αποδεικτικών μέσων ως προς το είδος τους ή σε επιλεκτική εκτίμηση και αξιολόγηση μερικών μόνο από αυτά, αλλά απαιτείται να συνάγεται με βεβαιότητα από την απόφαση ότι αυτό έλαβε πράγματι υπόψη του, συνεκτίμησε και αξιολόγησε το περιεχόμενο όλων των αποδεικτικών μέσων για τη διαμόρφωση της δικανικής πεποιθήσεώς του.

Επίσης, δεν αποτελούν λόγο αναιρέσεως αιτιάσεις, που ανάγονται σε εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων, όπως είναι η στάθμιση από το δικαστήριο της ουσίας της αποδεικτικής σημασίας και βαρύτητας συγκεκριμένων εγγράφων και μαρτυρικών καταθέσεων, η παράλειψη αξιολογικής συσχετίσεως και συγκρίσεως των αποδεικτικών μέσων μεταξύ τους, η αμφισβήτηση ή η απόκρουση του αποδεικτικού πορίσματος, στο οποίο κατέληξε το δικαστήριο από την λειτουργική συσχέτιση και συναξιολόγηση του περιεχομένου όλων των αποδεικτικών μέσων, αφού σ’ αυτές τις περιπτώσεις, με επίφαση την έλλειψη αιτιολογίας, πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου για την ουσία της υποθέσεως.

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα, επισκοπούμενα παραδεκτώς για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, πρακτικά της αναιρεσιβαλλομένης υπ’ αριθμ. 6034/2016 αποφάσεως, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, που την εξέδωσε, δικάζοντας σε δεύτερο βαθμό, με επιτρεπτή αλληλοσυμπλήρωση σκεπτικού και διατακτικού, χωρίς να αντιφάσκει το περιεχόμενο του ενός των μερών αυτών της αποφάσεως προς το περιεχόμενο του άλλου, δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των κατ’ είδος αναφερομένων στην ίδια απόφαση αποδεικτικών μέσων, κατά λέξη, τα εξής: "Από την αποδεικτική διαδικασία και τα έγγραφα των οποίων έγινε η ανάγνωση στο ακροατήριο, καθώς και από την χωρίς όρκο εξέταση του πολιτικώς ενάγοντος, τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας και υπερασπίσεως, που εξετάστηκαν νομότυπα στο ακροατήριο και την εν γένει συζήτηση της υποθέσεως αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά:

Η κατηγορουμένη, η οποία κατέχει βεβαίωση πιστοποίησης επαγγελματικής κατάρτισης της ειδικότητας "Νοσηλευτικής Τραυματιολογίας" του ΟΕΕΚ, είχε προσληφθεί, την 1.2.2008, ως βοηθός νοσηλεύτρια στον οίκο ευγηρίας "Η Β." που βρίσκεται στη ..., ενώ στο ίδιο ως άνω Ίδρυμα διέμεινε από τον Ιανουάριο του 2007 η μητέρα του πολιτικώς ενάγοντος Α.

Μ., ηλικίας 87 ετών, με σοβαρά προβλήματα υγείας, που δεν της επέτρεπαν να φροντίζει από μόνη της τον εαυτό της και είχε ανάγκη ιδιαίτερης φροντίδας για να διατηρηθεί στη ζωή. Συγκεκριμένα έπασχε από προϊούσα γεροντική άνοια, με παρανοϊκές εκδηλώσεις, παρκινσονικό σύνδρομο, χρόνια κατάθλιψη με πολλαπλά παροδικά αγγειακά εγκεφαλικά επεισόδια, ενώ, εξ αιτίας των ως άνω προβλημάτων, η ως άνω δεν μπορούσε να επικοινωνήσει με τους άλλους ανθρώπους και να εκφράσει οποιοδήποτε παράπονο ή αίτημα.

Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι στις 5.7.2008 η κατηγορουμένη, όπως είχε πράξει και άλλες φορές στο παρελθόν, ανέλαβε, νωρίς το πρωί, να κάνει μπάνιο την προαναφερόμενη ηλικιωμένη γυναίκα στον οικείο χώρο του δωματίου της και ενώ αυτή καθόταν σε ειδικό αναπηρικό καρότσι για τη μεταφορά και την καθαριότητα ασθενών με τόσο σοβαρά προβλήματα υγείας.

Πλην όμως από αμέλεια, ήτοι από έλλειψη της προσοχής που όφειλε και μπορούσε να επιδείξει από τις περιστάσεις, άνοιξε τη βρύση του μπάνιου, χωρίς όμως να ελέγξει και να ρυθμίσει τη θερμότητα του νερού, λαμβάνοντας υπόψη την ιδιαίτερα ευαίσθητη και ευάλωτη σωματική κατάσταση της Α. Μ., προσέτι δε απομακρύνθηκε για λίγο, προκειμένου να απαντήσει σε τηλεφωνική κλήση του κινητού της, με αποτέλεσμα να υποστεί σοβαρά θερμικά εγκαύματα πρόσθιου θωρακικού τοιχώματος, άκρων χειρών, κοιλιακής χώρας και μηροβουβονικών πτυχών, συνολικής εγκαυματικής επιφάνειας 16% της ολικής επιφάνειας σώματος.

Ο ισχυρισμός της κατηγορουμένης ότι οι εν λόγω σωματικές κακώσεις δεν οφείλονταν σε δική της πράξη ή παράλειψη αλλά σε ελλιπή φροντίδα και περιποίησή της εκ των υστέρων, τυγχάνει απορριπτέος ως ουσιαστικά αβάσιμος, καθόσον ουδεμία πειστική και συγκεκριμένη αναφορά κάνει η κατηγορουμένη σε τι συνίστατο η ελλιπής φροντίδα, η οποία προκάλεσε τα προαναφερόμενα εγκαύματα και σε ποιες ενέργειες ιατροφαρμακευτικής περίθαλψης έπρεπε να προβούν οι αρμόδιοι υπάλληλοι του ιδρύματος.

Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι στον ίδιο ως άνω τόπο και χρόνο παρόλο που η κατηγορουμένη είχε προκαλέσει τις προαναφερόμενες σωματικές κακώσεις στην παθούσα Α. Μ., οι οποίες άρχιζαν να εμφανίζονται γρήγορα στο σώμα της, και γνώριζε ότι η παθούσα, λόγω των προαναφερόμενων προβλημάτων υγείας, δεν μπορούσε να μιλήσει και να επικοινωνήσει με τους άλλους ανθρώπους, ώστε να ζητήσει βοήθεια, αφού την έντυσε και την σκέπασε με.

σεντόνι στο κρεββάτι της, με πρόθεση την άφησε αβοήθητη και συγκεκριμένα παρέλειψε να ενημερώσει το υπόλοιπο νοσηλευτικό προσωπικό και τους υπεύθυνους του ιδρύματος, απορριπτόμενου του ισχυρισμού της περί γνωστοποιήσεως του προβλήματος στη συγκατηγορουμένη της P. M., η οποία αθωώθηκε με την εκκαλουμένη απόφαση και συνεχούς οχλήσεώς της να επιληφθεί του θέματος, ως αναπόδεικτου και συνακόλουθα ουσιαστικά αβάσιμου, καθόσον η ως άνω νοσηλεύτρια δεν ήταν προϊσταμένη της κατηγορουμένης, αλλά ούτε και εκείνη που τη βοήθησε να μετακινήσει στο κρεβάτι της την παθούσα, καθόσον για τη μετακίνηση της ηλικιωμένης γυναίκας από το ειδικό αναπηρικό καρότσι στο κρεβάτι βοήθησε την κατηγορουμένη η εργαζόμενη Ά.

Α., η οποία δεν ανήκε στο νοσηλευτικό προσωπικό του οίκου ευγηρίας. Εξ άλλου δεν ήταν δυνατόν να γίνουν αντιληπτές οι σωματικές κακώσεις της παθούσας από το νοσηλευτικό προσωπικό που, κατά διαστήματα, έμπαινε στο δωμάτιο της τελευταίας για να της δώσουν νερό και να δουν αν είναι καλά, διότι ήταν ντυμένη και σκεπασμένη με σεντόνι, έγιναν δε αντιληπτές από νοσηλεύτρια της απογευματινής βάρδιας, όταν χρειάσθηκε να τοποθετήσουν στην Α.

Μ. ορό, προκειμένου να ενυδατώνεται ο οργανισμός της, οπότε μόλις η νοσηλεύτρια ανασήκωσε το μανίκι της διαπίστωσε το έγκαυμα στο χέρι της και αμέσως έγινε η απαιτούμενη κινητοποίηση για την διακομιδή της παθούσας στο Νοσοκομείο. Σημειωτέον δε ότι ο ισχυρισμός της κατηγορουμένης ότι από πολύ νωρίς είχε ενημερώσει σχετικώς τις εργαζόμενες Α.

και Α., ακόμη και αν υποτεθεί αληθής, ουδεμία έννομη επιρροή ασκεί, καθόσον οι ως άνω εργαζόμενες δεν ήταν νοσηλεύτριες και δεν είχαν καμία επαφή και υποχρέωση φροντίδας και επίβλεψης των νοσηλευομένων στο ίδρυμα και ως εκ τούτου ουδεμία ουσιαστική πρωτοβουλία μπορούσαν να πάρουν. Περαιτέρω τα προκληθέντα θερμικά εγκαύματα, μολονότι δεν προσδιορίζεται ο βαθμός κατηγοριοποίησής τους, λόγω της έκτασής τους, του εξασθενημένου και ευάλωτου οργανισμού της παθούσας, εξαιτίας της ηλικίας της και της ελλιπούς θρέψεώς της, λόγω των προβλημάτων υγείας που είχε, μπορούσαν να προκαλέσουν κίνδυνο για τη ζωή της ηλικιωμένης γυναίκας.

Η κατηγορουμένη, δε, γνώριζε ότι η παθούσα περιήλθε σε επικίνδυνη κατάσταση. Εν όψει των ανωτέρω πρέπει η κατηγορουμένη να κηρυχθεί ένοχη". Με βάση τις παραδοχές αυτές κήρυξε ένοχη την κατηγορουμένη και ήδη αναιρεσείουσα, ωσαύτως κατά λέξη, του ότι: "Στη ..., στις 5.7.2008: Α) Η κατηγορουμένη, ενώ ήταν υπόχρεη λόγω του επαγγέλματος της σε ιδιαίτερη επιμέλεια και προσοχή κατά την εκτέλεση των καθηκόντων της, από αμέλειά της, δηλαδή από έλλειψη της προσοχής που όφειλε κατά τις περιστάσεις και μπορούσε να καταβάλει, προξένησε σωματική κάκωση και βλάβη της υγείας σε άλλον, χωρίς να προβλέψει το αξιόποινο αποτέλεσμα που προκάλεσε η πράξη της.

Ειδικότερα στον ως άνω τόπο και χρόνο, ενώ εργαζόταν ως νοσηλεύτρια στο Ίδρυμα "..." και ως εκ τούτου ήταν υπόχρεη για τη φροντίδα και την περίθαλψη της υπερηλίκου Α. Μ., ηλικίας 87 ετών, η οποία τελούσε υπό πλήρη στερητική δικαστική συμπαράσταση, διότι έπασχε από τη νόσο Αλτσχάϊμερ, δεν μπορούσε να μιλήσει, ούτε να περπατήσει και επομένως χρειαζόταν ιδιαίτερη φροντίδα και προσοχή, δεν έδειξε την απαιτούμενη επιμέλεια και προσοχή κατά τη διάρκεια του πρωινού μπάνιου της και άνοιξε τη βρύση του μπάνιου, χωρίς να ελέγξει τη θερμοκρασία του νερού, προσέτι δε απομακρύνθηκε για λίγο από αυτήν, και την εγκατέλειψε κάτω από το ντους, με συνέπεια της ως άνω αμελούς συμπεριφοράς της, η ανωτέρω υπερήλικας να υποστεί σοβαρά θερμικά εγκαύματα πρόσθιου θωρακικού τοιχώματος, μηρών, χεριών, κοιλιακής χώρας και μηροβουβωνικών πτυχών, συνολικής εγκαυματικής επιφάνειας 16% της ολικής επιφάνειας σώματος.

Β) Η κατηγορουμένη με πρόθεση άφησε αβοήθητο ένα πρόσωπο που το είχε στην προστασία της και είχε υποχρέωση να το φροντίζει και να περιθάλπει και συγκεκριμένα στον ως άνω τόπο και χρόνο παρέλειψε εκ προθέσεως να ενημερώσει το υπόλοιπο νοσηλευτικό προσωπικό και τους υπευθύνους του ιδρύματος, αν και είχε ιδιαίτερη νομική υποχρέωση λόγω της ιδιότητάς της ως βοηθού νοσηλεύτριας, καθώς και του ότι είχε προξενήσει στην υπερήλικα Α.

Μ. τις προαναφερόμενες σωματικές βλάβες και εγκατέλειψε την τελευταία στην ως άνω κατάσταση, δηλαδή αβοήθητη, αν και γνώριζε ότι η ως άνω παθούσα δεν μπορούσε να αντιδράσει και να ζητήσει βοήθεια, με αποτέλεσμα, όταν έγινε αντιληπτή η κατάστασή της, μετά πάροδο 8 ωρών περίπου από τη στιγμή που υπέστη τα εγκαύματα, να έχει επιδεινωθεί η κατάστασή της.

Εξαιτίας δε της έκτασης των εγκαυμάτων, του εξασθενημένου οργανισμού της παθούσας, λόγω της ηλικίας, της ελλιπούς θρέψεως και των σοβαρών προβλημάτων υγείας που είχε, οι ως άνω σωματικές βλάβες μπορούσαν να προκαλέσουν κίνδυνο για τη ζωή της" και κατά παραδοχή του αυτοτελούς ισχυρισμού της κατηγορουμένης και ήδη αναιρεσείουσας περί συνδρομής στο πρόσωπο αυτής της ελαφρυντικής περιστάσεως του άρθρου 84 παρ. 2 εδ.

δ’ , του Π.Κ., ως εκ του ότι έδειξε ειλικρινή μετάνοια και επεδίωξε να μειώσει τις συνέπειες της πράξεώς της, συμβάλλοντας οικονομικά κατά το χρονικό διάστημα νοσηλείας της παθούσας στο νοσοκομείο "Γ. ΓΕΝΝΗΜΑΤΑΣ", επιπλέον της ελαφρυντικής περιστάσεως του άρθρου 84 παρ. 2 εδ. α’ του Π.Κ. (προτέρου εντίμου βίου) που της είχε αναγνωριστεί και πρωτοδίκως, επέβαλε σ’ αυτήν ποινή φυλακίσεως πέντε (5) μηνών για κάθε πράξη και συνολική ποινή φυλακίσεως επτά (7) μηνών, ανασταλείσα επί τριετία.

Με αυτά που δέχθηκε, κατά τον συνδυασμό σκεπτικού και διατακτικού, που σημειωτέον, εκτός των τυπικών στοιχείων του κατηγορητηρίου, περιέχει και πραγματικά περιστατικά τόσον αναλυτικά και με τόση πληρότητα, ώστε, σε κάθε περίπτωση, να καθίσταται περιττή η διαφοροποίηση της διατυπώσεως του σκεπτικού, το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλομένη απόφασή του την απαιτούμενη από τις ανωτέρω διατάξεις του Συντάγματος και του Κ.Ποιν.Δικ.

ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού αναφέρονται σ’ αυτήν, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά και κατά τρόπο επιτρέποντα τον αναιρετικό έλεγχο, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των αξιοποίνων πράξεων, για τις οποίες κηρύχθηκε ένοχη η αναιρεσείουσα και καταδικάστηκε στις ως άνω ποινές, με παράθεση όλων των στοιχείων, που απαρτίζουν τη νομοτυπική μορφή των εγκλημάτων τούτων, οι αποδείξεις, που τα θεμελιώνουν, τις οποίες προκύπτει ότι το Δικαστήριο της ουσίας αξιολόγησε στο σύνολό τους, χωρίς επιλεκτική εκτίμηση των αποδεικτικών μέσων και οι συλλογισμοί, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή των περιστατικών αυτών στις προπαρατεθείσες ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 15, 28, 314 παρ.1 εδ.

α’ και 306 παρ. 1 περ. β’ του Π.Κ., τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφήρμοσε και δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου, δηλαδή με ασαφείς, ελλιπείς ή αντιφατικές αιτιολογίες, οπότε δεν στέρησε την απόφαση από νόμιμη βάση. Ειδικότερα στην προσβαλλομένη απόφαση, καθόσον αφορά το έγκλημα της σωματικής βλάβης από αμέλεια, για το οποίο καταδικάσθηκε η αναιρεσείουσα:

α) προσδιορίζονται και αιτιολογούνται, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά οι συγκεκριμένες περιστάσεις, υπό τις οποίες η αναιρεσείουσα, από αμέλειά της, προκάλεσε τα πολλαπλά εγκαύματα στην παθούσα, καθώς επίσης σε τι συνίσταται η αμέλεια της αναιρεσείουσας - κατηγορουμένης (ήτοι στο ότι άνοιξε την βρύση του μπάνιου, χωρίς όμως να ελέγξει και να ρυθμίσει τη θερμότητα του νερού, λαμβάνοντας υπόψη την ιδιαίτερα ευαίσθητη και ευάλωτη σωματική κατάσταση της Α.

Μ., προσέτι δε απομακρύνθηκε για λίγο, προκειμένου να απαντήσει σε τηλεφωνική κλήση του κινητού της), β) διαλαμβάνεται ότι η μορφή υπαιτιότητας της αναιρεσείουσας στην πρόκληση του εν λόγω εγκληματικού αποτελέσματος ήταν η μη ενσυνείδητη αμέλεια, υπό την παραδοχή στο διατακτικό - το οποίο, εν προκειμένω, όπως, άλλωστε, έχει ήδη εκτεθεί παραπάνω, εκτός από τα τυπικά στοιχεία του κατηγορητηρίου περιέχει και πραγματικά περιστατικά τόσον αναλυτικά και με τόση πληρότητα, ώστε να καθίσταται περιττή η διαφοροποίηση της διατυπώσεως του σκεπτικού - που συμπληρώνει παραδεκτά το σκεπτικό, με το οποίο αποτελεί ενιαίο σύνολο, ότι αυτή (αναιρεσείουσα) από έλλειψη της προσοχής, την οποία όφειλε, δεν προέβλεψε το αξιόποινο αποτέλεσμα που προκάλεσε η πράξη της, γ) διαλαμβάνεται ότι η ιδιαίτερη νομική υποχρέωση της αναιρεσείουσας πήγαζε από την ιδιότητά της, ως βοηθού νοσηλεύτριας στο Ίδρυμα " ...", που είχε προσληφθεί από την 1.2.2008, μεταξύ δε των καθηκόντων που της είχαν ανατεθεί ήταν να περιθάλπει την ασθενή υπερήλικο παθούσα, η οποία αντιμετώπιζε εξαιρετικά και σύνθετα προβλήματα υγείας και να φροντίζει για την καθημερινή υγιεινή και καθαριότητά της, δ) αιτιολογείται επαρκώς η μεταξύ της αμελούς συμπεριφοράς της αναιρεσείουσας και του επελθόντος αποτελέσματος ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου, ο οποίος προκύπτει από τις παραδοχές, ότι οι ανωτέρω σωματικές βλάβες της παθούσης επήλθαν εκ της παραλείψεώς της αναιρεσειούσης να λάβει τα προαναφερόμενα συγκεκριμένα μέτρα ασφαλείας, ήτοι να ελέγξει και να ρυθμίσει την θερμοκρασία του νερού, με το οποίο θα έπλενε την παθούσα, αναλόγως προς την ιδιαίτερα ευαίσθητη και ευάλωτη σωματική κατάσταση της τελευταίας, στις οποίες (παραδοχές αυτές) λογικώς και αναγκαίως περιέχονται και εκείνες, ότι εάν ελαμβάνοντο τα μέτρα αυτά με πιθανότητα, που αγγίζει τα όρια της βεβαιότητας το εγκληματικό αυτό αποτέλεσμα δεν θα είχε επέλθει.

Περαιτέρω και καθ’ όσον αφορά στο έγκλημα της εκθέσεως διαλαμβάνονται στην αναιρεσιβαλλομένη απόφαση, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά οι παραδοχές: α) ότι η κατηγορουμένη - αναιρεσείουσα, με τις ανωτέρω παραλείψεις της προκάλεσε τις προαναφερθείσες σωματικές βλάβες στην παθούσα, β) ότι η τελευταία λόγω των ως άνω ασθενειών και παθήσεών της δεν μπορούσε να επικοινωνήσει με άλλους ανθρώπους για να εκφράσει παράπονο ή αίτημα και αδυνατούσε παντελώς να φροντίζει τον εαυτό της, ακολούθως, γ) ότι η αναιρεσείουσα αν και είχε ιδιαίτερη νομική υποχρέωση, λόγω της προαναφερόμενης ιδιότητάς της ως βοηθού νοσηλεύτριας που περιέθαλπε την παθούσα, παρέλειψε εκ προθέσεως να ενημερώσει το υπόλοιπο νοσηλευτικό προσωπικό και τους υπευθύνους του ιδρύματος στο οποίο περιεθάλπτετο περί των ανωτέρω εξ αμελείας της προκληθεισών σωματικών βλαβών στην παθούσα και γ) ότι κατά τον τρόπο αυτόν κατέστησε την τελευταία αβοήθητη, με συνέπεια να περιέλθει αυτή σε κίνδυνο ζωής, κατά την έννοια των προαναφερθεισών σχετικών διατάξεων.

Εξ άλλου για την καταδικαστική της αναιρεσείουσας για τα ανωτέρω εγκλήματα κρίση του, το δικαστήριο της ουσίας, ως διαβεβαιώνει με την προσβαλλόμενη απόφασή του, έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε όλα τα αναφερόμενα κατά το είδος τους αποδεικτικά μέσα (έγγραφα, μαρτυρικές καταθέσεις), μεταξύ των οποίων (μαρτυρικών καταθέσεων) και τις καταθέσεις των μαρτύρων Χ.

Μ., Μ. Α. και Ε. Σ., χωρίς να εξαιρέσει κανένα, ούτε από τα έγγραφα, ούτε από τους μάρτυρες και χωρίς να κάνει επιλογή αυτών, δεν ήταν δε αναγκαία η παράθεση της αξιολογικής συσχετίσεως και συγκρίσεως των αποδεικτικών τούτων μέσων μεταξύ τους και χωρίς να είναι απαραίτητο, για την πληρότητα της αιτιολογίας, να αναφέρει από ποιο συγκεκριμένα αποδεικτικό μέσο απεδείχθη η κάθε παραδοχή και γιατί επείσθη από το ένα και όχι από το έτερο ή έτερα αποδεικτικά μέσα, ως και να συσχετίσει και να συγκρίνει τις καταθέσεις των μαρτύρων με την απολογία της κατηγορουμένης, όπως αβασίμως υποστηρίζει η αναιρεσείουσα.

Η ειδικότερη αιτίαση ότι υπάρχει αντίφαση και ασάφεια ως προς το επάγγελμα από το οποίο, κατά τις παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως, προκύπτει η υποχρέωση της αναιρεσείουσας προς καταβολή της ιδιαίτερης προσοχής και επιμέλειας, η οποία θεμελιώνεται, κατά μεν τις παραδοχές του σκεπτικού, στην ιδιότητά της κατηγορουμένης και ήδη αναιρεσείουσας ως βοηθού νοσηλεύτριας στο Ίδρυμα "Η ...", κατά δε την παραδοχή του:

α) καταδικαστικού για το έγκλημα της σωματικής βλάβης διατακτικού της αποφάσεως στην ιδιότητά της ως νοσηλεύτριας στο Ίδρυμα αυτό και β) του καταδικαστικού για το πλημμέλημα της εκθέσεως διατακτικού της αποφάσεως στην ιδιότητά της ως βοηθού νοσηλεύτριας στο εν λόγω Ίδρυμα, είναι απορριπτέα, για το λόγο ότι η κατηγορουμένη - αναιρεσείουσα ήταν υποχρεωμένη στην επίδειξη ιδιαίτερης επιμέλειας και προσοχής, κατά την εκτέλεση των ανατεθειμένων σ’ αυτήν καθηκόντων (φροντίδας και εν γένει περιθάλψεως της παθούσας), ανεξαρτήτως του αν αυτή παρείχε τις συγκεκριμένες υπηρεσίες ως νοσηλεύτρια ή ως βοηθός νοσηλεύτριας, καθ’ όσον δεν είναι ουσιώδες στοιχείο αν η κατηγορουμένη ήταν βοηθός νοσηλεύτριας ή νοσηλεύτρια, αφού αυτή, κατά τις παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως, ούσα επιφορτισμένη με την καθαριότητα και το πρωϊνό μπάνιο της παθούσας, επέδειξε την προεκτεθείσα αμελή συμπεριφορά, που είναι και το ουσιώδες στοιχείο για το επελθόν αποτέλεσμα, με συνέπεια ουδεμία αντίφαση και ασάφεια να δημιουργείται εκ του προεκτεθέντος λόγου.

Κατ’ ακολουθίαν οι σχετικοί τρίτος λόγος του κυρίου δικογράφου της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως, και πρώτος, κατά τα πρώτο, δεύτερο και τρίτο σκέλη του, λόγος του δικογράφου των προσθέτων λόγων, με τους οποίους προβάλλονται οι, εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Δ’ και Ε’ του Κ.Ποιν.Δικ, πλημμέλειες, της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και ελλείψεως νόμιμης βάσεως (εκ πλαγίου παραβάσεως), είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι.

Οι λοιπές αιτιάσεις της αναιρεσείουσας, που προβάλλονται ταυτοσήμως με τον τρίτο λόγο του κυρίου δικογράφου της αιτήσεως αναιρέσεως και τον πρώτο, κατά το τέταρτο σκέλος του, λόγο του δικογράφου προσθέτων λόγων, που, υπό την επίκληση του λόγου της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, πλήττουν την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας, είναι απαράδεκτες, αφού ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της προσβαλλομένης αποφάσεως σχετικά με τις παραδοχές αυτής και δεν συνιστά λόγο αναιρέσεως από τους περιοριστικά αναφερομένους στο άρθρο 510 του Κ.Ποιν.Δικ., η εσφαλμένη εκτίμηση των καταθέσεων των μαρτύρων και του περιεχομένου των εγγράφων, η παράλειψη αναφοράς σε κάθε ένα από αυτά και η αξιολόγηση κάθε αποδεικτικού μέσου χωριστά.

Η κατά τα ανωτέρω απαιτουμένη, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της αποφάσεως πρέπει να υπάρχει όχι μόνο ως προς την κατηγορία, αλλά πρέπει να εκτείνεται και στους αυτοτελείς ισχυρισμούς, που προβάλλονται από τον κατηγορούμενο ή τον συνήγορό του. Τέτοιοι ισχυρισμοί είναι εκείνοι που προβάλλονται στο δικαστήριο της ουσίας σύμφωνα με τα άρθρα 170 παρ.2 και 333 παρ.2 του Κ.Ποιν.Δικ.

και τείνουν στην άρση του αδίκου χαρακτήρα της πράξεως ή την άρση ή μείωση του καταλογισμού ή την εξάλειψη του αξιοποίνου της πράξεως ή την μείωση της ποινής. Η απόρριψη ενός τέτοιου ισχυρισμού πρέπει να αιτιολογείται ιδιαιτέρως. Όταν, όμως ο αυτοτελής ισχυρισμός δεν προβάλλεται παραδεκτά, κατά τρόπο ορισμένο και πλήρη ή ο φερόμενος ως αυτοτελής ισχυρισμός δεν είναι στην πραγματικότητα αυτοτελής, κατά την έννοια που προαναφέρθηκε, αλλά αρνητικός της κατηγορίας, το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει και μάλιστα ιδιαίτερα και αιτιολογημένα, αφού δεν υπάρχει υποχρέωση ιδιαίτερης απαντήσεως σε απαράδεκτο ισχυρισμό ή σε ισχυρισμό αρνητικό της κατηγορίας (Α.Π/ 1410/2013).

Στην προκειμένη περίπτωση, η αιτίαση που προβάλλεται με τον δεύτερο πρόσθετο λόγο αναιρέσεως, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ’ του Κ.Ποικ.Δικ., ότι το δικαστήριο της ουσίας δεν απάντησε αιτιολογημένα με την προσβαλλομένη απόφασή του, στον, κατά την ίδια χαρακτηριζόμενο ως αυτοτελή, ισχυρισμό της περί του ότι "δεν είχε εξειδικευμένες γνώσεις δερματολογίας και δεν μπορούσε να αντιληφθεί ότι οι κοκκινίλες που άμεσα διέγνωσε στον κορμό της παθούσας, συνιστούν ενδεχομένως έγκαυμα και δεν οφείλεται στην όποια άλλη αιτία (παθολογική, ερεθισμός του δέρματος από το σκούπισμα, λόγω της προχωρημένης ηλικίας της παθούσας) και επομένως τελούσε σε πραγματική πλάνη περί την ύπαρξη των ως άνω εγκαυμάτων, που αίρει τον καταλογισμό της (άρθρο 30 παρ. 1 εδ.

α’ του Π.Κ.)", καθ’ όσον αφορά την πράξη της σωματικής βλάβης από αμέλεια, για την οποίαν κηρύχθηκε ένοχη και καταδικάσθηκε η αναιρεσείουσα, είναι απορριπτέα ως επί εσφαλμένης προϋποθέσεως ερειδόμενη. Και τούτο γιατί, κατά το άρθρο 30 παρ. 1 του Π.Κ., η πραγματική πλάνη αποτελεί λόγο αποκλεισμού του καταλογισμού, δηλαδή αποκλείει τον δόλο και την ενσυνείδητη αμέλεια και, συνεπώς, η διάταξη αυτή δεν έχει εφαρμογή στα εγκλήματα που τελούνται από μη ενσυνείδητη αμέλεια (Α.Π.1030/2016, Α.Π.467/2015, Α.Π.71/2007), όπως εν προκειμένω συμβαίνει, αφού, κατά τις ανωτέρω παραδοχές της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, η αμέλεια της αναιρεσείουσας περί την πρόκληση των εγκαυμάτων της παθούσας ήταν μη ενσυνείδητη.

Ως εκ τούτων ο ισχυρισμός αυτός, καθ’ όσον αφορά την πράξη της σωματικής βλάβης από αμέλεια, για την οποίαν κηρύχθηκε ένοχη και καταδικάσθηκε η αναιρεσείουσα, δεν ήταν αυτοτελής, αλλά αρνητικός της κατηγορίας και δεν απαιτείτο το δικαστήριο να διαλάβει στην απορριπτική του απόφαση ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία.

Παρά τούτο όμως το Εφετείο με τις ανωτέρω παραδοχές του, όπως αυτές ανωτέρω εξετέθησαν, απέρριψε τον ως άνω ισχυρισμό της κατηγορουμένης και ήδη αναιρεσείουσας με επαρκή αιτιολογία. Καθ’ όσον αφορά την αξιόποινη πράξη της κατά άρθρο 306 παρ. 1 εδ. α’ του ΠΚ εκθέσεως, για την οποίαν επίσης καταδικάσθηκε η αναιρεσείουσα στις παραδοχές, που διέλαβε στην προσβαλλομένη απόφασή του δηλαδή, ότι η αναιρεσείουσα, κατείχε βεβαίωση πιστοποιήσεως της επαγγελματικής καταρτίσεως της ειδικότητας "Νοσηλευτικής Τραυματολογίας του ΟΕΕΚ", ότι υπό την ιδιότητα αυτή είχε προσληφθεί ως βοηθός νοσηλεύτρια στον άνω οίκο ευγηρίας και εργαζόταν από 1-2-2008, ότι είχε και προ της τελέσεως της εν λόγω αξιοποίνου πράξεώς της πολλές φορές προβεί στην πλύση της παθούσης, ότι αμέσως αφού προκάλεσε στην τελευταία τις εν λόγω σωματικές βλάβες και διέγνωσε αυτές, δεν ειδοποίησε -ανακοίνωσε τούτο στους νοσηλευτές και υπευθύνους του ως άνω ιδρύματος, ώστε αυτοί να επιληφθούν, αλλά αντιθέτως ενέδυσε αυτήν, την τοποθέτησε στην κλίνη της και την σκέπασε με σεντόνι καθιστώντας την αβοήθητη με συνέπεια να δημιουργηθεί κίνδυνος για την ζωή της, περιέχεται και η σαφής τοιαύτη (παραδοχή) ότι αυτή (αναιρεσείουσα) ως εκ της ανωτέρω ειδικότητάς της, υπό την οποίαν παρείχε τις υπηρεσίες της στην παθούσα, εγνώριζε, ότι εξ αιτίας των εν λόγω εγκαυμάτων που εξ αμελείας της προκάλεσε στην παθούσα και κάλυπταν, κατά τις οικείες παραδοχές το 16% της επιφανείας του σώματός της, η τελευταία, λόγω της ειρημένης λίαν επιβαρυμένης καταστάσεως της υγείας της, περιήλθε σε κίνδυνο ζωής, πράγμα και που απεδέχθη, ως τούτο περαιτέρω συνάγεται από τις παραδοχές ότι αντί να ειδοποιήσει τους αρμοδίους νοσηλευτές, αντιθέτως το απέκρυψε.

Επομένως η περί του αντιθέτου αιτίαση της αναιρεσείουσας, με την οποίαν πλήττεται η αναιρεσιβαλλομένη απόφαση για τον εκ του άρθρου 510 παρ. στοιχ. Δ’ και Ε’ του ΚΠΔ αναιρετικούς λόγους της ελλείψεως της απαιτούμενης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και της ελλείψεως νομίμου βάσεως ως προ την απόρριψη του ως άνω περί πραγματικής πλάνης ισχυρισμού της και ως προς το έγκλημα της εκθέσεως για το οποίο καταδικάσθηκε, είναι αβάσιμος και απορριπτέος.

Σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 352 παρ. 3 του Κ.Ποιν.Δικ., παρέχεται και στον κατηγορούμενο το δικαίωμα να ζητήσει αναβολή της δίκης για κρείσσονες αποδείξεις, όπως, π. χ. για να διενεργηθεί πραγματογνωμοσύνη. Η παραδοχή ή μη τέτοιου αιτήματος του κατηγορουμένου απόκειται στην κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, το οποίο, όμως, οφείλει να απαντήσει στο αίτημα αυτό, αιτιολογώντας την απόφασή του, άλλως ιδρύεται ο εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ.

Δ’ του Κ.Ποιν.Δικ λόγος αναιρέσεως. Απαιτείται όμως να υποβληθεί σαφές και ορισμένο αίτημα από τον κατηγορούμενο ή τον συνήγορό του. Υποχρέωση δε του δικαστηρίου να απαντήσει υπάρχει μόνο επί αιτήματος και όχι επί "ευχής" αναβολής. "Ευχή" θεωρείται και η αίτηση που υπέβαλε ο κατηγορούμενος ή ο συνήγορός του επικουρικά για την περίπτωση που το δικαστήριο δεν θα αχθεί σε αθωωτική απόφαση (Α.Π. 601/2014).

Στην προκειμένη περίπτωση, από την παραδεκτή επισκόπηση των πρακτικών της προσβαλλομένης αποφάσεως, για τις ανάγκες του αναιρετικού αυτού λόγου, προκύπτει ότι η αναιρεσείουσα - κατηγορουμένη, δια του συνηγόρου της, μετά την ανάγνωση των αναγνωστέων εγγράφων, ζήτησε την καταχώρηση εγγράφως στα πρακτικά ισχυρισμών, τους οποίους ανέπτυξε και προφορικά, μεταξύ των οποίων ο υπ’ αριθμ. 12, με το εξής, κατά λέξη, περιεχόμενο: "Επαναφορά αιτήματος για πραγματογνωμοσύνη.

Σε κάθε περίπτωση και εάν διατηρείτε αμφιβολία για τα ανωτέρω, επαναφέρω το αίτημά μου να διαταχθούν κρείσσονες αποδείξεις, προκειμένου να κληθεί, ως πραγματογνώμονας (άρθρα 183 επ. ΚΠοινΔ), ειδικός επιστήμονας, δηλαδή ιατρός-δερματολόγος από τον οικείο πίνακα του Πρωτοδικείου Αθηνών και να ερωτηθεί επί των κατωτέρω θεμάτων (που είναι κρίσιμα για τη διάγνωση της ενοχής ή της αθωότητάς μου): ................".

Πλην όμως, όπως διατυπώθηκε το αίτημα αυτό, να διαταχθεί δηλαδή, η πραγματογνωμοσύνη μόνο στην περίπτωση που θα κρινόταν ότι υπήρχαν ενδείξεις κατά της κατηγορουμένης και ήδη αναιρεσείουσας για την τέλεση από αυτήν των πράξεων που της αποδίδονται, είχε, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, τον χαρακτήρα "ευχής" και όχι παραδεκτού αιτήματος αναβολής.

Επομένως, το Δικαστήριο δεν είχε την υποχρέωση να απαντήσει και πολύ περισσότερο να αιτιολογήσει την κρίση του. Παρά ταύτα το Δικαστήριο απέρριψε ρητώς το αίτημα αυτό με την ακόλουθη, κατά λέξη, αιτιολογία: "Το αίτημα της κατηγορουμένης περί διενέργειας ιατρικής πραγματογνωμοσύνης πρέπει να απορριφθεί, αφού τα υπάρχοντα αποδεικτικά μέσα είναι ικανά για τον σχηματισμό δικανικής πεποιθήσεως σχετικά με την ουσία της υπόθεσης".

Η ως άνω αιτιολογία, με την οποία το Δικαστήριο απέρριψε το αίτημα αναβολής ως αβάσιμο, είναι ειδική και εμπεριστατωμένη, αφού με σαφήνεια και πληρότητα εκτίθεται ο λόγος, για τον οποίο έκρινε το Δικαστήριο ότι δεν συνέτρεχε λόγος αναβολής (επάρκεια αποδείξεων για τον σχηματισμό δικανικής πεποιθήσεως) και δεν απαιτείτο περαιτέρω αναφορά πραγματικών περιστατικών, όπως περί αυτού αβασίμως παραπονείται η αναιρεσείουσα.

Συνεπώς, ο εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Δ’ του Κ.Ποιν.Δικ., δεύτερος, κατά το υπό στοιχ. β’ σκέλος του, λόγος του κυρίου δικογράφου της αιτήσεως αναιρέσεως, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί.

Η απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Ποιν.Δικ. ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως εκ του άρθρου 501 παρ. 1 στοιχ. Δ’ του Κ.Ποιν.Δικ. επεκτείνεται όχι μόνο στην απόφαση για την ενοχή, την καταδικαστική, δηλαδή, ή απαλλακτική απόφαση του δικαστηρίου, αλλά σε όλες, χωρίς εξαίρεση, τις αποφάσεις, ανεξαρτήτως εάν αυτές είναι οριστικές ή παρεμπίπτουσες, ή εάν η έκδοσή τους αφίεται στην διακριτική, ανέλεγκτη ή ελεύθερη κρίση του δικαστού που τις εξέδωσε.

Εξ άλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 352, 353 και 139 του Κ.Ποιν.Δικ. προκύπτει ότι ο κατηγορούμενος έχει δικαίωμα να ζητήσει την αναβολή της δίκης για κρείσσονες αποδείξεις και συγκεκριμένα για κλήση ουσιωδών μαρτύρων. Η παραδοχή ή μη του σχετικού αιτήματος υπόκειται μεν στην κυριαρχική κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, αν κρίνει ότι οι αποδείξεις αυτές είναι αναγκαίες, για να μορφώσει την, κατά το άρθρο 170 παρ. 2 του ίδιου Κώδικα, δικανική του πεποίθηση, οφείλει όμως αυτό να απαντήσει στο υποβαλλόμενο αίτημα αναβολής και σε περίπτωση απορρίψεώς του να αιτιολογήσει ειδικά την απόφασή του.

Επίσης το Δικαστήριο είναι υποχρεωμένο να αιτιολογήσει την απόφασή του και στην περίπτωση που ο κατηγορούμενος ή ο συνήγορός του ζήτησαν να ασκήσουν δικαίωμα που ρητά τους παρέχεται από το νόμο, όπως το δικαίωμα να υποβάλουν, σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 364 παρ. 1 του Κ.Ποιν.Δικ. αίτημα αναγνώσεως εγγράφου ή αίτημα μη αναγνώσεως αυτού, λόγω αμφισβητήσεως της γνησιότητάς του, που κατατέθηκε κατά την διάρκεια της αποδεικτικής διαδικασίας.

Αν το Δικαστήριο απορρίψει τα ως άνω αιτήματα (αναβολής για κλήση ουσιωδών μαρτύρων και αναγνώσεως ή μη εγγράφων) χωρίς την απαιτούμενη ειδική αιτιολογία, ιδρύεται ο από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ του Κ.Ποιν.Δικ. λόγος αναιρέσεως. Για την ύπαρξη της προαναφερόμενης υποχρεώσεως του Δικαστηρίου απαιτείται να υποβληθεί από τον κατηγορούμενο ή από τον συνήγορό του σαφές και ορισμένο αίτημα (Α.Π. 42/2013, 762/2013) και επιπλέον, σε περίπτωση μη αποδοχής αυτού από τον διευθύνοντα την συζήτηση, άμεση προσφυγή τους σε ολόκληρο το Δικαστήριο (κατά την διάταξη του άρθρου 335 παρ. 2 του Κ.Ποιν.Δικ.) και απόρριψη παρά το νόμο από αυτό της προσφυγής ή παράλειψή του να αποφανθεί.

Η υποβολή δε αυτή πρέπει να προκύπτει από τα πρακτικά της συνεδριάσεως, χωρίς να επιτρέπεται αμφισβήτηση της ακρίβειας αυτών, παρά μόνο προσβολή τους για πλαστότητα ή διόρθωσή τους κατά την διαδικασία του άρθρου 145 του Κ.Ποιν.Δικ (Α.Π. 853/2015).

Στην προκειμένη περίπτωση, από τα πρακτικά της προσβαλλομένης αποφάσεως, τα οποία επιτρεπτώς επισκοπούνται για τις ανάγκες του αναιρετικού λόγου, προκύπτει ότι η κατηγορουμένη - εκκαλούσα, η οποία εκπροσωπήθηκε στην δίκη από τον συνήγορό της (άρθρο 340 παρ. 2 του Κ.Ποιν.Δικ.), ζήτησε, δια του συνηγόρου της, την καταχώρηση εγγράφως στα πρακτικά ισχυρισμών, τους οποίους ανέπτυξε και προφορικά, μεταξύ των οποίων και τα αιτήματα:

α) να μην αναγνωστούν (με την έννοια της επισκοπήσεως) "οι φωτογραφίες που προσκομίστηκαν από την πολιτική αγωγή, το πρώτον, κατά την διαδικασία ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου", λόγω αμφισβητήσεως εκ μέρους της, της γνησιότητάς τους, και β) να κληθούν και εξετασθούν ως μάρτυρες οι Σ. Α. και Ά. Α., "οι οποίες ήταν παρούσες, όταν αυτή (κατηγορουμένη) ενημέρωσε την προϊσταμένη της και άλλους αρμοδιότερους από αυτήν από το προσωπικό για την ύπαρξη κάποιων κοκκινιλών (μικρής εντάσεως και εκτάσεως) στην κοιλιακή χώρα και στην πλάτη της παθούσας".

Το δεύτερο των ως άνω αιτημάτων, όπως υποβλήθηκε ήταν αόριστο, διότι δεν προσδιορίζετο σε τι ακριβώς θα συνετέλουν τα παραπάνω για τις αποδιδόμενες στην κατηγορουμένη πράξεις, ώστε ο δικαστής να κρίνει εάν η μαρτυρία τους ήταν ουσιώδης για την διερεύνηση της υποθέσεως, ενώ περαιτέρω και καθ’ όσον αφορά σε αμφότερα τα αιτήματα, από την επισκόπηση των πρακτικών, τα οποία δεν προσβάλλονται για πλαστότητα, ούτε διορθώθηκαν κατά τούτο, δεν προκύπτει ότι ο συνήγορος της κατηγορουμένης προσέφυγε στο Δικαστήριο κατά της μη απαντήσεως από την Πρόεδρο του Δικαστηρίου επί των ως άνω αιτημάτων και αυτό, παρά το νόμο απέρριψε την προσφυγή ή παρέλειψε να αποφανθεί επ’ αυτής.

Κατ’ ακολουθίαν, ο συναφής εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Δ’ του Κ.Ποιν.Δικ., δεύτερος, κατά τα υπό στοιχ. α’ και γ’ σκέλη του, λόγος του κυρίου δικογράφου της αιτήσεως αναιρέσεως, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα και αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί.

Κατά την διάταξη του άρθρου 171 αρ. 2 του Κ.Ποιν.Δικ., απόλυτη ακυρότητα, που δημιουργεί λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α’ του Κ.Ποιν.Δικ., η οποία λαμβάνεται υπόψη αυτεπαγγέλτως σε κάθε στάδιο της διαδικασίας, ακόμη και στον Άρειο Πάγο, επιφέρει και η παρά το νόμο παράσταση του πολιτικώς ενάγοντος στην διαδικασία του ακροατηρίου.

Τέτοια ακυρότητα υπάρχει όταν δεν συντρέχουν στο πρόσωπο του πολιτικώς ενάγοντος οι όροι της ενεργητικής και παθητικής νομιμοποιήσεως για την άσκηση της πολιτικής αγωγής, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 63 και 64 του Κ.Ποιν.Δικ. και όταν παραβιάστηκε η διαδικασία που έπρεπε να τηρηθεί σχετικά με τον τρόπο και το χρόνο ασκήσεως της υποβολής αυτής, κατά το άρθρο 68 του Κ.Ποιν.Δικ., όχι δε και όταν υπάρχει οποιαδήποτε άλλη πλημμέλεια περί την παράσταση ή την εκπροσώπηση του πολιτικώς ενάγοντος, η οποία δεν ασκεί επιρροή στη νομιμότητα της παραστάσεως (Α.Π.1084/2013, Α.Π.1410/2013).

Η σχετική δήλωση παραστάσεως πρέπει, επί ποινή απαραδέκτου, να περιέχει, συνοπτική έκθεση της υποθέσεως, για την οποία παρίσταται κάποιος ως πολιτικώς ενάγων και τους λόγους στους οποίους στηρίζεται το δικαίωμα της παραστάσεως, δηλαδή αν πρόκειται για υλική ζημία ή χρηματική ικανοποίηση, λόγω ηθικής βλάβης.

Το επιτρεπτό της παραστάσεως του πολιτικώς ενάγοντος κρίνεται από το περιεχόμενο της απαιτήσεως που περιέχει η δήλωσή του και από το κατηγορητήριο που διαλαμβάνει την άδικη πράξη, ενώ η ουσιαστική βασιμότητα της αξιώσεως από την αποδεικτική διαδικασία. Η δήλωση δε παραστάσεως της πολιτικής αγωγής, όταν επαναλαμβάνεται στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, δεν είναι αναγκαίο να περιέχει και όλα τα ανωτέρω στοιχεία, αφού κρίνεται στο πλαίσιο που διετυπώθη στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο και κατά το μέτρο που έγινε δεκτή από αυτό (Α.Π.1410/2013).

Περαιτέρω, όπως προκύπτει από τα άνω άρθρα (63, 64 και 68) του Κ.Ποιν.Δικ., σε συνδυασμό με τα άρθρα 914 και 932 του Α.Κ., στην άσκηση της πολιτικής αγωγής για την επιδίκαση αποζημιώσεως ή χρηματικής ικανοποιήσεως, λόγω ηθικής βλάβης νομιμοποιούνται μόνο όσοι έχουν ζημιωθεί αμέσως από το διωκόμενο έγκλημα. Από τις πιο πάνω διατάξεις προκύπτει ότι η πολιτική αγωγή για χρηματική ικανοποίηση, λόγω ηθικής βλάβης, μπορεί να ασκηθεί και ενώπιον του ποινικού δικαστηρίου από τον δικαιούμενο κατά τις διατάξεις του Α.Κ. (άρθρο 932 Α.Κ.), μέχρι να αρχίσει η αποδεικτική διαδικασία, χωρίς έγγραφη προδικασία.

Εξάλλου, κατά την διάταξη του άρθρου 933 του Α.Κ., η κατά το άρθρο 932 αξίωση χρηματικής ικανοποιήσεως, λόγω ηθικής βλάβης, δεν εκχωρείται ούτε κληρονομείται, εκτός αν αναγνωρίσθηκε με σύμβαση ή επιδόθηκε αγωγή. Κατά συνέπειαν, η αξίωση για χρηματική ικανοποίηση, λόγω ηθικής βλάβης, σε περίπτωση θανάτου του δικαιούχου, μεταβιβάζεται στους κληρονόμους του, εάν αυτός, ενόσω ζούσε, με νομότυπη δήλωση στην προδικασία ή ενώπιον του ποινικού δικαστηρίου μέχρι την έναρξη της αποδεικτικής διαδικασίας, είχε παραστεί ως πολιτικώς ενάγων, κατά τις διατάξεις των άρθρων 63, 64, 68 παρ. 1 και 2 και 82 παρ. 1 του Κ.Ποιν.Δικ., αφού η κατά την ποινική διαδικασία νομότυπη και παραδεκτή δήλωση άσκησης πολιτικής αγωγής εξομοιώνεται με την άσκηση αγωγής ενώπιον του αρμοδίου πολιτικού δικαστηρίου (Α.Π. 56/2015, Α.Π. 182/2009).

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της πρωτόδικης 5835/2015 αποφάσεως του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών και των ενσωματωμένων σ’ αυτήν πρακτικών, εμφανίστηκε στο ακροατήριο ο Χ. Μ. του Ξ. και δήλωσε ότι παρίσταται ως πολιτικώς ενάγων, ως κληρονόμος της παθούσας, κατά της παραπάνω κατηγορουμένης για χρηματική ικανοποίηση, ποσού είκοσι δύο (22) ευρώ, με επιφύλαξη για το υπερβάλλον, καθώς και ότι διορίζει πληρεξούσιο δικηγόρο τον παρόντα δικηγόρο Αθηνών Α.

Μ., ο οποίος αποδέχθηκε τον διορισμό του και κατέθεσε διπλότυπο για τα τέλη της παραστάσεως και συζητήσεως της πολιτικής αγωγής. Όπως δε προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση των πρακτικών της προσβαλλομένης αποφάσεως η δήλωση της παραστάσεως πολιτικής αγωγής επανελήφθη και στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο.

Αναφέρεται δε σαφώς ότι ο ανωτέρω πολιτικώς ενάγων παρέστη ως κληρονόμος της Α. Μ. για την ηθική βλάβη που αυτή είχε υποστεί από το αδίκημα και όχι ο ίδιος, όπως αβασίμως υποστηρίζει η αναιρεσείουσα, στην παράσταση δε αυτή η αναιρεσείουσα δεν πρόβαλε αντιρρήσεις. Τελικά με την προσβαλλομένη απόφαση επιδικάστηκε στον πολιτικώς ενάγοντα, ως κληρονόμο της παθούσας, το ποσό των είκοσι δύο (22) ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση για την ηθική βλάβη που υπέστη αυτή (παθούσα) εξ αιτίας του αδικήματος.

Η αναιρεσείουσα, με τον, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α’ του Κ.Ποιν.Δικ., τέταρτο λόγο αναιρέσεως, πλήττει την προσβαλλομένη απόφαση για απόλυτη ακυρότητα, συνισταμένη στο ότι αμέσως παθούσα από τις ως άνω αξιόποινες πράξεις ήταν η θανούσα Α. Μ. και όχι ο Χ. Μ., ο οποίος δεν ενομιμοποιείτο ενεργητικώς να παραστεί ως πολιτικώς ενάγων για ηθική βλάβη που ο ίδιος έχει υποστεί και σε κάθε περίπτωση και, υπό την εκδοχή ότι αυτός παρέστη ως πολιτικώς ενάγων, ως κληρονόμος της παθούσας Α.

Μ., έπρεπε να αποβληθεί εκ της ποινικής διαδικασίας, καθ’ όσον ουδόλως προέκυψε αν η αξίωσή της μεταβιβάστηκε στους κληρονόμους της και αν αυτή, πριν από το θάνατό της, είχε ασκήσει, κατά την προδικασία, την αξίωσή της αυτή. Όπως, όμως, προκύπτει από την επιτρεπτή, για τον έλεγχο του παραδεκτού και της βασιμότητας των λόγων αναιρέσεως, επισκόπηση των εγγράφων της δικογραφίας, η θανούσα Α.

Μ. ήταν δικαιοπάροχος του πολιτικώς ενάγοντος και η αμέσως παθούσα από τις άδικες πράξεις της κατηγορουμένης. Αυτή είχε υποβληθεί σε καθεστώς πλήρους στερητικής δικαστικής συμπαραστάσεως και ως δικαστικός συμπαραστάτης αυτής είχε οριστεί, δυνάμει της υπ’ αριθμ. 5677/2007 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, ο γιός της Χ.

Μ. του Ξ., ο οποίος υπέβαλε την σχετική έγκληση, στο όνομα και για λογαριασμό της μητέρας του, δηλώνοντας συγχρόνως ότι παρίσταται στο όνομα και για λογαριασμό αυτής (μητέρας του) και υπό την ιδιότητά του ως δικαστικός συμπαραστάτης αυτής, ως πολιτικώς ενάγων για χρηματική ικανοποίηση, ποσού σαράντα τεσσάρων (44) ευρώ, με επιφύλαξη για το υπερβάλλον, λόγω της ηθικής βλάβης που υπέστη η παθούσα από τις ως άνω αξιόποινες σε βάρος της πράξεις της κατηγορουμένης.

Η δήλωση αυτή, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη, εξομοιώνεται με άσκηση αγωγής ενώπιον του αρμοδίου πολιτικού δικαστηρίου. Επομένως, ορθώς, στην θέση της υπεισήλθε ο ως άνω γιος της, ως κληρονόμος της, και υπό την εν λόγω ιδιότητα νομίμως παρέστη ως πολιτικώς ενάγων, για την ηθική βλάβη που υπέστη η παθούσα - μητέρα του από τις σε βάρος της ως άνω αξιόποινες πράξεις.

Το αναγραφόμενο δε τόσο στην πρωτόδικη όσο και στην προσβαλλομένη απόφαση ότι "ο εμφανισθείς Χ. Μ. δήλωσε ότι παρίσταται ως πολιτικώς ενάγων ως κληρονόμος της θανούσας Α. Μ...... και ζήτησε να υποχρεωθούν να του καταβάλουν το ποσό ......... ως χρηματική του ικανοποίηση για την ηθική βλάβη που έχει υποστεί λόγω του αδικήματος....." οφείλεται σε φανερή παραδρομή και ενέχει την έννοια ότι ο ανωτέρω παρίσταται ως κληρονόμος της παθούσας για χρηματική ικανοποίηση, λόγω της ηθικής βλάβης που υπέστη από τις σε βάρος της αξιόποινες πράξεις η παθούσα και όχι ο ίδιος.

Εξ άλλου, οι λοιπές αιτιάσεις της αναιρεσείουσας ότι ο ανωτέρω δηλώσας παράσταση πολιτικής αγωγής ως κληρονόμος της παθούσας Α. Μ., δεν επικαλέστηκε, ούτε απέδειξε την ανυπαρξία διαθήκης της θανούσας και την υπ’ αυτού αποδοχή της κληρονομίας, είναι απαράδεκτες, εφόσον, σύμφωνα με όσα έχουν εκτεθεί στην προπαρατεθείσα νομική σκέψη, δεν ασκούν έννομη επιρροή στη νομιμότητα της παραστάσεως.

Κατά συνέπειαν, ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί.

Κατ’ ακολουθίαν των ανωτέρω, μη υπάρχοντος άλλου λόγου αναιρέσεως προς έρευνα, πρέπει να απορριφθούν στο σύνολό τους η κρινόμενη αίτηση και οι επ’ αυτής πρόσθετοι λόγοι και να επιβληθούν στην αναιρεσείουσα τα δικαστικά έξοδα της παρούσας δίκης (άρθρο 583 παρ. 1 του Κ.Ποιν.Δικ.).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την επιδοθείσα στην Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου την 26-4-2016 υπ’ αριθμ. πρωτ: … από 26.4.2016 αίτηση, ασκηθείσα δια δηλώσεως, και τους επ’ αυτής κατατεθέντες στον Γραμματέα της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου την 14-6-2016, από 14.6.2016 προσθέτους λόγους της Μ. Σ. του Χ., κατοίκου ..., για αναίρεση της υπ’ αριθμ. 6034/2016 του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Και

Επιβάλλει στην αναιρεσείουσα τα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται στο ποσό των διακοσίων πενήντα (250) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 4 Ιουλίου 2016.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 4 Αυγούστου 2016.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ