Supreme Court dismisses appeal on inadmissibility grounds and error of law regarding property ownership.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal filed by G. K. and E.-A. K. against the First Instance Court of Crete's decision. The appellants argued for a direct violation of substantive civil law provisions regarding property ownership, while the respondent companies contended the lower court correctly applied the law. The court rejected the appeal because the challenged arguments relied on evidence not properly presented in the original trial and involved matters of fact evaluation, which are not subject to appellate review.
Legislator headnote
AI generatedArt. 562 para. 2 of the Code of Civil Procedure; Art. 576 para. 2 of the Code of Civil Procedure: An appeal is inadmissible if based on claims not legally raised in the court of first instance, unless they concern public order, unless the claim is based on a violation that cannot be raised in the court of first instance, or unless it concerns an error arising from the decision itself.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1336 / 2015 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1336/2015
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Νικόλαο Μπιχάκη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, Ελένη Διονυσοπούλου, Ευγενία Προγάκη, Διονυσία Μπιτζούνη και Πέτρο Σαλίχο, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 21 Οκτωβρίου 2015, με την παρουσία και της γραμματέως Σπυριδούλας Τζαβίδη, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1.Γ. Κ. του Μ., κατοίκου ... και 2.Ε.-Ά. Κ. του Μ., κατοίκου ..., οι οποίοι παραστάθηκαν δια του πληρεξούσιου δικηγόρου Βασιλείου Χαϊλάζη Των αναιρεσίβλητων: 1. Δ. Π. του Κ. κατοίκου ... 2. Εταιρείας με την επωνυμία "..." νόμιμα εκπροσωπουμένη, που εδρεύει στο ... και 3. Εταιρείας με την επωνυμία "..." και το δ.τ. "...", που εδρεύει στο ... και εκπροσωπείται από τη 2η αναιρεσίβλητη λόγω συγχώνευσης με απορρόφηση από αυτή, οι οποίοι άπαντες δεν παραστάθηκαν στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10-7-2005 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Χανίων. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 82/2006 εν μέρει οριστική και 43/2009 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 286/2012 του Εφετείου Κρήτης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 18-10-2013 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Πέτρος Σαλίχος ανέγνωσε την από 12-10-2015 έκθεσή του με την οποία εισηγείται την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης.
Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Όπως προκύπτει από τις προσαγόμενες υπ' αριθμ. ... και .../19-3-2015 εκθέσεις επιδόσεως της Δικαστικής Επιμελήτριας στο Πρωτοδικείο Ρεθύμνου Χ. συζ. Ν. Π., με επιμέλεια των επισπευδόντων τη συζήτηση αναιρεσειόντων, επιδόθηκε, νομοτύπως και εμπροθέσμως, στους αναιρεσίβλητους Δ. Π. του Κ., εταιρεία με την επωνυμία "..." και εταιρεία με την επωνυμία "... " και τον διακριτικό τίτλο "..."., ακριβές αντίγραφο της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως μετά της στο κάτω αυτής μέρος πράξεως με την οποία ορίσθηκε δικάσιμος εκείνης η στην αρχή της παρούσας αναφερόμενη ως και κλήσεως προς συζήτηση κατά τη δικάσιμο αυτή.
Συνεπώς, εφόσον δεν εμφανίσθηκαν οι αναιρεσίβλητοι κατά την τελευταία αυτήν δικάσιμο, όταν η υπόθεση αυτή εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, πρέπει, σύμφωνα με το άρθρο 576 παρ. 2 ΚΠολΔ., να προχωρήσει το Δικαστήριο στη συζήτηση αυτής παρά την απουσία αυτών.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 562 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ. είναι απαράδεκτος λόγος αναιρέσεως πού στηρίζεται σε ισχυρισμό, ο οποίος δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται: α)για παράβαση που δε μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας β) για σφάλμα πού προκύπτει από την ίδια την απόφαση και γ) για ισχυρισμό πού αφορά τη δημόσια τάξη. Η διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής ότι ο 'Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας, με βάση την πραγματική και νόμιμη κατάσταση που όφειλε να λάβει υπόψη ο ουσιαστικός δικαστής, καθιερώνει ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού των λόγων αναίρεσης, ή συνδρομή της οποίας πρέπει να προκύπτει από το αναιρετήριο. Πρέπει, δηλαδή, να αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι ο ισχυρισμός πού στηρίζει το λόγο αναίρεσης είχε προταθεί νομίμως στο δικαστήριο το οποίο εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση και μάλιστα είχε προταθεί νομίμως.
Συνεπώς, αν προσβάλλεται απόφαση του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, και αναιρεσείων είναι ο εκκαλών, που έχει ηττηθεί πρωτοδίκως, για την πληρότητα του σχετικού λόγου αναίρεσης πρέπει στο αναιρετήριο να αναφέρεται ότι ο ισχυρισμός στον οποίο αυτός στηρίζεται είχε προταθεί από τον αναιρεσείοντα στο Εφετείο με λόγο της έφεσής του ή ότι συντρέχει κάποια εξαιρετική περίπτωση από τις προβλεπόμενες στην παραπάνω διάταξη του άρθρου 562 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ., να αναφέρεται δε και ό χρόνος και ό τρόπος προτάσεως του, ώστε να μπορεί να κριθεί, με βάση το αναιρετήριο, αν ήταν παραδεκτός και νόμιμος (Ολ. Α.Π. 15/2000). Το γεγονός, εξάλλου, ότι ο ισχυρισμός έπρεπε να ληφθεί αυτεπαγγέλτως υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας δεν έχει σημασία γιατί στην περίπτωση αυτήν το δικαστήριο παραβιάζει μεν το νόμο, όμως λόγος αναίρεσης δεν μπορεί να ιδρυθεί αν ο ισχυρισμός αυτός δεν προταθεί νόμιμα από το διάδικο εκτός αν συντρέχει κάποια από τις εξαιρέσεις του άρθρου 562 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ. (Α.Π. 1377/2014).
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο της αίτησης αναίρεσης, οι αναιρεσείοντες προβάλλουν κατά της προσβαλλόμενης απόφασης αιτίαση, από το άρθρο 559 αρ. 11 περ.α' ΚΠολΔ., ότι "το Εφετείο για να καταλήξει στα συμπεράσματά του βάσει των οποίων απέρριψε την έφεσή μας, βεβαιώνει ότι έλαβε υπόψη του, μεταξύ άλλων και την ανωμοτί κατάθεση του καθ' ου η προσεπίκληση Ε.
Φ., που περιέχεται στα υπ' αριθμ. 82/2006 πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του Πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, ο οποίος ήταν ένας από τους τρεις προσεπικληθέντες από τους εναγομένους για να παραστούν κατά την πρώτη συζήτηση της αγωγής τους στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Ρεθύμνου στις 2/12/2005, και ο οποίος (όπως και οι λοιποί) παρέστη χωρίς να ασκήσει παρέμβαση ,η δε προσεπίκληση αυτή απορρίφθηκε με την υπ' αριθμ. 82/2006 απόφαση του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, όπως απορρίφθηκε και η από 24/8/2009 έφεσή τους, την οποίαν έστρεψαν και κατά των προσεπικληθέντων, η οποία με την προσβαλλόμενη απόφαση απορρίφθηκε ως απαράδεκτη, πλην το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο έλαβε υπόψη την εν λόγω κατάθεση, στην οποία και στηρίχθηκε αποκλειστικά για να αποδεχθεί την ένσταση ιδίας κυριότητας που είχε υποβάλει η δεύτερη εναγομένη- εφεσίβλητη, μολονότι δέχθηκε ότι αυτός δεν υπήρξε διάδικος, έτσι έλαβε υπόψη του αποδεικτικό μέσο, το οποίο δεν πληρούσε τους όρους του νόμου".
Όμως, από την επισκόπηση των προσκομιζόμενων διαδικαστικών εγγράφων της δίκης προκύπτει ότι οι αναιρεσείοντες τον άνω (στηρίζονται το λόγο αυτόν αναίρεσης) ισχυρισμό δεν πρόβαλαν πρωτοδίκως, αλλά ούτε και στο δικαστήριο που εξέδωσε την εκκαλούμενη απόφαση με λόγο έφεσης ως σφάλμα της πρωτόδικης απόφασης.
Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, ο λόγος αυτός αναιρέσεως είναι απαράδεκτος, καθόσον δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι ο εν λόγω ισχυρισμός, που στηρίζει το σχετικό αναιρετικό λόγο, προτάθηκε στο Εφετείο, από τους αναιρεσείοντες-ενάγοντες- εκκαλούντες με λόγο έφεσης. Τέλος, ο ίδιος λόγος αναίρεσης με τον οποίο οι αναιρεσείοντες επικουρικά προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση του Εφετείου σφάλμα από τον αριθμό 12 του άρθρου 559 ΚΠολΔ.
και, συγκεκριμένα, ότι προσέδωσε στην ανωμοτί κατάθεση του Ε. Φ. αποδεικτική δύναμη μεγαλύτερη από εκείνη που ορίζει ο νόμος, κάποιο άλλο αποδεικτικό μέσο βάσει του οποίου δέχθηκε τις πράξεις νομής των εναγομένων στο επίδικο, αν και ο μάρτυρας αποδείξεως Ν. Κ. κατέθεσε ότι το ακίνητο ανήκε σε αυτούς, γιατί ασκούσαν συνεχώς πράξεις νομής σε αυτό μέχρι το έτος 2004 που τους απέβαλαν οι εναγόμενοι, πρέπει να απορριφθεί προεχόντως ως αόριστος, γιατί δεν καθορίζεται συγκεκριμένα στο αναιρετήριο ποία αποδεικτική δύναμη προσέδωσε αντίστοιχα το Εφετείο και σε τί συνίστανται τα εν λόγω σφάλματα.- Κατά το άρθρο 559 αρ.11 περ.γ' ΚΠολΔ., ιδρύεται λόγος αναίρεσης της απόφασης και όταν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν.
Για την ίδρυση του λόγου αυτού αναίρεσης αρκεί μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για το αν το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, τα οποία ήταν υποχρεωμένο να λάβει υπόψη, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 338 έως 340 ΚΠολΔ., υπό την προϋπόθεση ότι το πραγματικό γεγονός που επικαλείται ο διάδικος προς απόδειξη με το αποδεικτικό μέσο ασκεί επίδραση στην έκβαση της δίκης (Ολ.
Α.Π. 2/2008), επιδρά δηλαδή στο διατακτικό της απόφασης. Καμία ,ωστόσο, διάταξη δεν επιβάλλει την ειδική μνεία και τη χωριστή αξιολόγηση καθενός από τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, αλλά αρκεί η γενική μνεία των κατ' είδος αποδεικτικών μέσων που λήφθηκαν υπόψη. Μόνο αν από τη γενική αυτή αναφορά, σε συνδυασμό με το περιεχόμενο της απόφασης, δεν προκύπτει κατά τρόπο αναμφίβολο ότι λήφθηκε υπόψη κάποιο συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο, στοιχειοθετείται ο αναιρετικός αυτός λόγος (Α.Π. 24/2015).
Στην προκειμένη περίπτωση, οι αναιρεσείοντες, με το δεύτερο λόγο του αναιρετηρίου από τον αρ.11γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ., αποδίδουν στο Εφετείο την πλημμέλεια ότι δεν έλαβε υπόψη κατά το σχηματισμό του αποδεικτικού πορίσματος τα παρακάτω έγγραφα, που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν με τις προτάσεις τους στο δικαστήριο της ουσίας για την απόδειξη του ουσιώδους για την έκβαση της δίκης αγωγικού ισχυρισμού ότι είναι κύριοι της επίδικης έκτασης, εμβαδού 2.131 τ.μ., με παράγωγο αλλά και με πρωτότυπο τρόπο (έκτακτη χρησικτησία) και ότι η δεύτερη εναγόμενη-εφεσίβλητη κατέλαβε παράνομα το επίδικο από το έτος 2004 και μετά.
Ειδικότερα, ισχυρίζονται ότι δεν έλαβε υπόψη: α) το υπ' αριθ. πρωτ. 15216/2004 έγγραφο του Οργανισμού Εθνικού κτηματολογίου του δήμου Νικ. Φωκά Ρεθύμνου, στο οποίο εμφαίνεται το μείζον ακίνητό τους, αρχικής επιφάνειας κατά το κτηματολόγιο 8555 τ.μ. με αριθμό Κ.Α.Ε.Κ. ..., στο οποίο υπάγεται και το ένδικο ακίνητο, όπως φαίνεται στο κτηματολογικό απόσπασμα και στο κτηματολογικό διάγραμμα που το συνοδεύει και στις αρχικές εγγραφές του έτους 2007, τα οποία βεβαιώνονται και στο από 8-10-2013 έγγραφο του πολ.
μηχανικού Γ. Δ. και β) την από 6-11-2009 τεχνική έκθεση φωτοερμηνείας της εταιρείας με την επωνυμία "....", που υπογράφεται από το νόμιμο εκπρόσωπο της Ι. Π., και το από Σεπτεμβρίου 2004 τοπογραφικό του τοπογράφου μηχανικού Μ. Τ., ο οποίος προέβη και σε εφαρμογή των τίτλων τους. Όμως, από την επισκόπηση του προσκομιζόμενου αντιγράφου της προσβαλλόμενης απόφασης, και ειδικότερα από την περιεχόμενη σ' αυτήν γενική μνεία ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα κατ' είδος αναφερόμενα αποδεικτικά μέσα και μάλιστα και όλα τα έγγραφα, που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, σε συνδυασμό με τις λοιπές αιτιολογίες αυτής, δεν γεννάται αμφιβολία ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε μαζί με τα υπόλοιπα αποδεικτικά μέσα και τα έγγραφα αυτά.
Επομένως, ο πιο πάνω λόγος είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 11 περ. γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ., κατά τον οποίο επιτρέπεται αναίρεση αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν, ελέγχεται ουσιαστικά αβάσιμος, αν αποδεικνύεται από την προσβαλλόμενη απόφαση ότι το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι προς απόδειξη των ισχυρισμών τους.
Προς τούτο αρκεί η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου (μάρτυρες έγγραφα κλπ.), που έλαβε υπόψη του το δικαστήριο, χωρίς την ανάγκη ειδικής μνείας και αξιολόγησης εκάστου και χωρίς διάκριση από ποια αποδεικτικά μέσα προκύπτει άμεση και ποια έμμεση απόδειξη. Ιδιαίτερο από τους μάρτυρες και τα έγγραφα αποδεικτικό μέσο (επιτρεπόμενες μαρτυρικές καταθέσεις εκτός δίκης) είναι, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 336 και 3, 339, 395, 398, 406-409 ΚΠολΔ., σε συνδυασμό με εκείνη του άρθρου 270 παρ. 2 εδ.β' του ίδιου Κώδικα και οι ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον ειρηνοδίκη ή συμβολαιογράφου ή προξένου, που συντάσσονται ύστερα από προηγούμενη νόμιμη κλήτευση του αντιδίκου του διαδίκου εκείνου με επιμέλεια του οποίου λαμβάνονται, προκειμένου να προσκομιστούν στη δίκη που διεξάγεται κατά την τακτική διαδικασία, για την οποία έχουν δοθεί.
Η βεβαίωση λοιπόν του δικαστηρίου της ουσίας, ότι έλαβε υπόψη όλα τα έγγραφα, που οι διάδικοι επικαλούνται και προσκομίζουν, αφορά τα έγγραφα που προσκομίστηκαν στο ίδιο, είτε ως αυτοτελή αποδεικτικά μέσα (άρθρο 432 επ. ΚΠολΔ.), είτε προκειμένου να χρησιμεύσουν προς συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων (άρθρο 395 ΚΠολΔ) και όχι τις προαναφερόμενες ένορκες βεβαιώσεις.
Όταν, όμως, οι τελευταίες έχουν ληφθεί στο πλαίσιο άλλης προηγούμενης δίκης, όπως λ.χ. σε δίκη κατά την ειδική διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων, δεν συνιστούν ιδιαίτερο αποδεικτικό μέσο, αλλά απλά έγγραφα, εκτιμώμενα για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων και γι' αυτό δεν είναι απαραίτητο να μνημονεύονται ειδικώς στην απόφαση (Α.Π. 1622/2009).
Στην προκειμένη περίπτωση, με τους τρίτο και τέταρτο λόγους της αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθμό 11 περ.γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ. πλημμέλεια, γιατί το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη και δεν συνεκτίμησε, με τις λοιπές αποδείξεις, τα, ειδικότερα στο αναιρετήριο μνημονευόμενα έγγραφα, δηλαδή:
α) τις υπ' αριθμ. 402 και 403/29-7-2005 ένορκες βεβαιώσεις των μαρτύρων Θ. Κ. και Σ. Γ., αντίστοιχα, ενώπιον της Ειρηνοδίκου Χανίων, που λήφθηκαν με επιμέλεια των αναιρεσίβλητων, στα πλαίσια προηγούμενης δίκης για τη λήψη ασφαλιστικών μέτρων μεταξύ των ίδιων διαδίκων, τις οποίες δεν ανέφερε και β) τη με αριθμό 41/2004 απόφαση (ασφαλιστικών μέτρων) του Ειρηνοδικείου Ρεθύμνου και τα ταυτάριθμα πρακτικά της, στα οποία περιέχεται η κατάθεση του μάρτυρα τους Γ.
Κ. του Ε. τα οποία -έγγραφα- επικαλέστηκαν οι αναιρεσείοντες με τις προτάσεις τους της συζήτησης μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση και προσκόμισαν ενώπιον του Εφετείου προς απόδειξη του ισχυρισμού τους ότι αυτός (και όχι οι εναγόμενοι) ασκούσαν πράξεις νομής στο επίδικο ακίνητο κατά τον κρίσιμο χρόνο.
Οι λόγοι αυτοί της αναίρεσης είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι, αφού, από την υπάρχουσα στην προσβαλλόμενη απόφαση βεβαίωση κατά την οποία τα περιστατικά που έγιναν δεκτά από το πιο πάνω Δικαστήριο ως αποδεικνυόμενα αναφορικά με τους ισχυρισμούς των διαδίκων αποδείχθηκαν, μεταξύ άλλων και "από το σύνολο των εγγράφων, που οι διάδικοι προσκομίζουν και επικαλούνται για να ληφθούν υπόψη είτε ως αυτοτελή αποδεικτικά μέσα, είτε για συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων...", σε συνδυασμό και με το γεγονός ότι στο αιτιολογικό της απόφασης δεν υπάρχει κανένα απολύτως στοιχείο από το οποίο να μπορεί να δημιουργηθεί αμφιβολία για το αν το Εφετείο έλαβε υπόψη του και τις ως άνω δύο ένορκες βεβαιώσεις, οι οποίες αποτελούν απλά έγγραφα και όχι ιδιαίτερο αποδεικτικό μέσο, ώστε να απαιτείται η ειδική μνεία τους στην απόφαση, δεν καταλείπεται καμία αμφιβολία ότι το εν λόγω Δικαστήριο, προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα, ως προς τους κρίσιμους ισχυρισμούς των διαδίκων έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε και τα έγγραφα αυτά προς έμμεση απόδειξη, για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, χωρίς να είναι υποχρεωμένο να κάνει ειδική μνεία ή χωριστή αξιολόγηση του καθενός.
Εξάλλου, ο τέταρτος λόγος αναίρεσης με τον οποίο επικουρικά οι αναιρεσείοντες προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση του Εφετείου σφάλμα από τον αριθμό 12 του άρθρου 559 ΚΠολΔ., και συγκεκριμένα ότι "με το να μην αναφερθεί το Εφετείο στην κατάθεση αυτή ασφαλώς παραβίασε και τις άνω διατάξεις του άρθρου 559 αρ. 11 και 12 ΚΠολΔ σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων, ήτοι της ένορκης αυτής κατάθεσης, η οποία δόθηκε στα πλαίσια άλλης (απόλυτα συναφούς) δίκης και αποδείκνυε τους βάσιμους ισχυρισμούς τους", πρέπει να απορριφθεί προεχόντως ως απαράδεκτος, διότι ο λόγος αυτός ιδρύεται αν παραβιάστηκαν ορισμοί του νόμου, που καθιερώνουν κατ' εξαίρεση ορισμένη αποδεικτική δύναμη των αποδεικτικών μέσων, και επομένως όταν τα αποδεικτικά αυτά μέσα εκτιμώνται ελεύθερα από το δικαστήριο κατά τον κανόνα που θέτει το άρθρο 340 του ΚΠολΔ.
δεν ελέγχεται αναιρετικά τέτοια εκτίμηση (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ.) και δεν ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης (Α.Π. 109/2008).
Από τις διατάξεις των άρθρων 368, 387 και 388 του ΚΠολΔ. προκύπτει ότι η διάταξη πραγματογνωμοσύνης επί συγκεκριμένου ζητήματος, κατά τη δίκη, καθώς και η διάταξη νέας ή η επανάληψη ή συμπλήρωση της πραγματογνωμοσύνης που έχει ήδη διεξαχθεί από τους ίδιους ή άλλους πραγματογνώμονες, εναπόκειται στη διακριτική ευχέρεια του δικαστηρίου της ουσίας, η σχετική δε κρίση αυτού υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου.
Επομένως, η μη λήψη υπόψη ισχυρισμού του διαδίκου για την ανάγκη διενέργειας νέας πραγματογνωμοσύνης ή η απόρριψη, ρητώς ή σιωπηρώς, σχετικού αιτήματος αυτού δεν δημιουργεί λόγο αναιρέσεως κατά το άρθρο 559 ΚΠολΔ. (Α.Π. 371/2015). Κατ' ακολουθία αυτών, ο έβδομος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο, υπό την επίκληση της πλημμέλειας του άρθρου 559 αρ. 8 ΚΠολΔ., προβάλλεται ότι το Εφετείο απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμο το αίτημα των αναιρεσειόντων να ανακληθεί η συγκεκριμένη διάταξη του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου περί διενέργειας πραγματογνωμοσύνης και να διαταχθεί η διενέργεια νέας πραγματογνωμοσύνης, για το λόγο ότι ο διορισθείς πραγματογνώμονας δεν έλυσε το θέμα της κυριότητας επί του επιδίκου με την έκθεσή του, αποφανθείς ότι το επίδικο ακίνητο περιλαμβάνεται στους προαναφερθέντες τίτλους κτήσης τόσο της εναγομένης εταιρείας, όσο και των εναγόντων, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, αφού δεν υπάρχει παραδοχή του Εφετείου ότι για να γίνει αντιληπτό το πιο πάνω ζήτημα απαιτούνται ιδιάζουσες γνώσεις επιστήμης ή τέχνης και ως εκ τούτου ουδείς λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 ΚΠολΔ.
δημιουργείται από την απόρριψη των ως άνω αιτημάτων.
Από τη διάταξη του αρ. 8 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. ιδρύεται λόγος αναίρεσης και αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως πράγματα θεωρούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί, που συγκροτούν την ιστορική βάση της αγωγής, ανταγωγής, κύριας παρέμβασης ένστασης ή αντένστασης.
Οι ισχυρισμοί αυτοί πρέπει να είναι ουσιώδεις, δηλαδή να επιδρούν στην έκβαση της δίκης, ενώ δεν ιδρύει τον παραπάνω λόγο η λήψη υπόψη ισχυρισμών που δεν έχουν επίδραση στο διατακτικό της απόφασης, όπως είναι οι αλυσιτελείς, μη νόμιμοι, αόριστοι και απαράδεκτοι ισχυρισμοί, καθώς και εκείνοι που προτείνονται εκ περισσού.
Ως πράγματα νοούνται και οι λόγοι έφεσης με τους οποίους επαναφέρεται από τον εκκαλούντα, που ηττήθηκε πρωτοδίκως ισχυρισμός που θεμελιώνει ένσταση προς κατάλυση της αγωγικής αξίωσης και περιέχει παράπονα κατά της πρωτοβάθμιας κρίσης. Δεν ιδρύεται ο λόγος αυτός της αναίρεσης αν το δικαστήριο που δίκασε έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό, που προτάθηκε και τον απέρριψε για οποιοδήποτε λόγο τυπικό ή ουσιαστικό (Α.Π. 448/2015).
Με τον πέμπτο λόγο αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αρ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, στην οποία υπέπεσε το δικαστήριο της ουσίας με το να δεχτεί ότι "η δεύτερη εναγόμενη εταιρεία, η οποία κατέχει το επίδικο ακίνητο και το νέμεται συνεχώς από την περιέλευσή του σε αυτήν απέκτησε αυτό με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας προσμετρώντας στο χρόνο νομής αυτής το χρόνο της δικαιοπαρόχου της, εταιρείας ...
από το έτος 1978 πού περιήλθε σε αυτή, δεκτής γενομένης της προβληθείσας από την εναγόμενη εταιρεία πρωτοδίκως, και με τις εμπροθέσμως κατατεθείσες προτάσεις της στο παρόν Δικαστήριο ένστασης ιδίας κυριότητας". Ο λόγος αυτός, της παρά το νόμο λήψης υπόψη μη προταθέντων πραγμάτων και ειδικότερα της κατ' ουσίαν παραδοχής της ενστάσεως ιδίας κυριότητας πού προβλήθηκε από τη δεύτερη εναγόμενη, είναι απαράδεκτος ως αλυσιτελής, καθόσον πλήττει την προαναφερόμενη επάλληλη αιτιολογία της προσβαλλόμενης απόφασης, που δεν επιδρά στο διατακτικό της, και δεν αφορά την κύρια αιτιολογία ότι οι αναιρεσίβλητοι δεν κατέστησαν κύριοι του επίδικου ακινήτου με παράγωγο τρόπο, η οποία στηρίζει αυτοτελώς το διατακτικό της απόφασης.
Περαιτέρω, απαράδεκτος είναι ως αλυσιτελής και ο όγδοος λόγος της αναίρεσης, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η ίδια πλημμέλεια από τον αρ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ., της παρά το νόμο λήψης υπόψη μη προταθέντων πραγμάτων και ειδικότερα της απόκτησης, πρωτοτύπως με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας, της κυριότητας του επίδικου ακινήτου από τη δεύτερη εναγόμενη εταιρεία η οποία το κατέχει και το νέμεται συνεχώς από την περιέλευσή του σε αυτή το έτος 2004, προσμετρώντας στο χρόνο νομής αυτής και το χρόνο της δικαιοπαρόχου της εταιρείας ...
από το έτος 1978, που περιήλθε σε αυτή, αιτία πωλήσεως, από τη Μ. χήρα Ε. Ξ., δηλαδή έκρινε σε θέμα το οποίο δεν είχε μεταβιβασθεί με την έφεση προς κρίση, παραβιάζοντας έτσι το μεταβιβαστικό, κατά το άρθρο 522 ΚΠολΔ., αποτέλεσμα της εφέσεως, δεδομένου ότι η εκκαλούμενη υπ' αριθμ. 43/2009 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ρεθύμνης είχε δεχθεί αφενός ότι οι αναιρεσείοντες-ενάγοντες δεν κατέστησαν συγκύριοι του επίδικου ακινήτου με παράγωγο τρόπο από κληρονομία του πατέρα τους και αφετέρου ότι η δικαιοπάροχος των αναιρεσιβλήτων-εναγομένων Μ.
Ξ. είχε αποκτήσει την κυριότητα αυτού με χρησικτησία λόγω της υπερεικοσαετούς κατοχής αυτού διανοία κυρίας μέχρι το έτος 1978, που το μεταβίβασε, αιτία πωλήσεως, στην τρίτη εναγομένη. Και είναι αλυσιτελής ο λόγος αυτός, γιατί αφορά πλεοναστική παραδοχή της προσβαλλόμενης απόφασης, που δεν επιδρά στο διατακτικό της και δεν αφορά την κύρια αιτιολογία αυτής σχετικά με τον παράγωγο τρόπο κτήσεως κυριότητας επί του επιδίκου, κατά τα αναφερόμενα ανωτέρω.
Τέλος, με τον έκτο λόγο αναίρεσης από τον αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ., οι αναιρεσείοντες προσάπτουν στο Εφετείο την αιτίαση ότι παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 1048, 1049 και 1050 Α.Κ. περί διακοπής της χρησικτησίας, αν και αποδέχτηκε τέτοιες πράξεις διακοπής της χρησικτησίας από τον πρώτο αναιρεσείοντα, όπως αυτές αναφέρονται στο αναιρετήριο (τοποθέτηση πασσάλων και συρματοπλέγματος κλπ.) μέχρι την έγερση της αγωγής.
Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος καθόσον στηρίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση, διότι από τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το Εφετείο δεν ασχολήθηκε με την ερμηνεία και εφαρμογή των εν λόγω ουσιαστικού δικαίου διατάξεων.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή του (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) (Ολ.
ΑΠ 1/1999). Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.
Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (Ολ. ΑΠ 861/1984). Δηλαδή, μόνο το τί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε.
Τα επιχειρήματα δε του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε στο πλαίσιο της ερευνώμενης διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 19 να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως απαράδεκτος.
Τέλος, από τη διάταξη του άρθρου 561 παράγραφος 1 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι από τον 'Άρειο Πάγο ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, εκ του περιεχομένου του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις απορρίπτεται ως απαράδεκτος, εφόσον πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο.
Περαιτέρω, για να είναι ορισμένοι οι λόγοι αναιρέσεως, με τους οποίους αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση α) ευθεία παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου (άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ) και β) έλλειψη νόμιμης βάσης (άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ) απαιτείται να αναφέρονται στο αναιρετήριο, εκτός των άλλων, οι φερόμενοι ως παραβιασθέντες κανόνες ουσιαστικού δικαίου, προκειμένου να ελεγχθεί αναιρετικώς εάν παραβιάσθηκαν οι κανόνες αυτοί ή εάν υπάρχει σχετικά με την εφαρμογή τους έλλειψη αιτιολογιών ή αντίφαση ή ανεπάρκεια αυτών, ενόψει του ότι ο Άρειος Πάγος δεν μπορεί να προβεί σε αυτεπάγγελτη θεμελίωση αυτών βάσει της αρχής jura novit curia, η οποία δεν εφαρμόζεται στην αναιρετική διαδικασία (Α.Π. 535/2009, 649/2005).
Εξάλλου, αν η προσβαλλόμενη απόφαση περιέχει δύο ή περισσότερες αιτιολογίες, η κάθε μία των οποίων στηρίζει αυτοτελώς την κρίση της και με την αναίρεση δεν πλήσσεται καθόλου ή δεν πλήσσεται επιτυχώς η μία από τις αιτιολογίες αυτές, ο λόγος αναιρέσεως, που αφορά άλλη αιτιολογία, απορρίπτεται ως αλυσιτελής (Ολ.
ΑΠ 25/1994, Α.Π. 1040/2010). Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη αυτού κρίση, τα εξής : "Το επίδικο ακίνητο εμβαδού 2.131 τ.μ., βρίσκεται στη θέση "..." της κτηματικής περιφέρειας Ατσιπόπουλου του Δήμου Νικηφόρου Φωκά και συνορεύει βόρεια με όριο απαλλοτριώσεως της οδού ..., νοτιοδυτικά-δυτικά με ιδιοκτησία της εναγόμενης εταιρίας με την επωνυμία "...", νοτιοανατολικά με ιδιοκτησία Ε.
Γ. και Χ. Τ. και ανατολικά με ιδιοκτησία των εναγόντων. Το ακίνητο αυτό αποτελεί τμήμα ανατολικής πλευράς μείζονος ακινήτου συνολικού εμβαδού 23.643 τ.μ., που περιήλθε στην εταιρία "... ..." - η οποία ακολούθως μετονομάσθηκε σε "... ..." - με αγορά από τη Μ. χήρα Ε. Ξ. δυνάμει του υπ' αριθ. .../9-3-1978 αγοραπωλητηρίου συμβολαίου του συμ/φου Ρεθύμνου Εμμανουήλ Παπαδάκη, που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του υποθ/κειου Ρεθύμνου στις 10-3-1978 στον τόμο … και με αριθμό μεταγραφής ...
και αποτυπώνεται με τα στοιχεία 1-2-3-4-5-6-7-8-9-10-11-12-13-14-15-16-17 στο από 4-3-1978 τοπογραφικό διάγραμμα του τεχνολόγου πολιτικού μηχανικού Γ. Κ., που συνοδεύει το συμβόλαιο - αγοραπωλησίας. Εντός του μείζονος αυτού ακινήτου η εταιρία ... ανήγειρε συγκρότημα κτιρίων με καταστήματα, γραφεία και βιομηχανικές εγκαταστάσεις συνολικού εμβαδού 2.177 τ.μ.
δυνάμει της υπ' αριθμ. …/1981 οικοδομικής άδειας της Νομαρχίας Ρεθύμνης προκειμένου να χρησιμοποιηθεί ως βιομηχανικό κέντρο. Από την περιέλευσή του δε σε αυτή το έτος 1978 το κατείχε και το νεμόταν, συμπεριλαμβανομένου και του επίδικου τμήματος, ενεργώντας σε αυτό όλες τις αρμόζουσες σε αληθή κύριο και νομέα πράξεις.
Το επίδικο ειδικότερα τμήμα, αποτελούσε περιβάλλοντα (αύλειο) χώρο του παραπλεύρως προς δυσμάς ανεγερθέντως κτίσματος, επί του οποίου αρχικά η εταιρία και στη συνέχεια οι εκάστοτε μισθωτές των χώρων αυτού εναπόθεταν υλικά των δραστηριοτήτων τους, ενώ περαιτέρω η εταιρία το επιτηρούσε και το προστάτευε από καταπατήσεις τρίτων.
Δυνάμει της υπ' αριθμ. .../30-12-2004 συμβολαιογραφικής πράξης συγχώνευσης ανωνύμων εταιριών οι εταιρίες "... ..." και "..." συγχωνεύθηκαν με απορρόφηση των ενεργητικών και παθητικών περιουσιακών στοιχείων της πρώτης από τη δεύτερη σύμφωνα με τις από 20-5-2004 αποφάσεις των Διοικητικών τους Συμβουλίων που όρισαν ως ημερομηνία συγχώνευσης την 31-5-2004.
Στα εισφερόμενα, παραχωρούμενα, μεταβιβαζόμενα και παραδιδόμενα λόγω της συγχώνευσης περιουσιακά στοιχεία της απορροφούμενης εταιρίας ... περιλαμβάνεται και το ανωτέρω περιγραφέν ακίνητο μετά της επίδικης έκτασης, το οποίο η δεύτερη εναγομένη εταιρία "...", χρησιμοποιούσε ήδη ως μισθώτρια από το έτος 1997.
Το ανωτέρω συμβολαιογραφικό έγγραφο μετεγράφη στα βιβλία μεταγραφών του υποθ/κείου Ρεθύμνης στον τόμο … και με αύξοντα αριθμό .... Το Σεπτέμβριο του 1999 ο πρώτος ενάγων μετέβη στο επίδικο ακίνητο και τοποθέτησε πασσάλους και συρματόπλεγμα ώστε να το περιλάβει στην ιδιοκτησία του, πλην όμως έγινε αντιληπτός από το μέτοχο της εταιρίας "..." Ε.
Φ., ο οποίος αφαίρεσε τους πασσάλους και το συρματόπλεγμα. Το έτος 2003 ο πρώτος ενάγων επιχείρησε να προβεί εκ νέου στην ανωτέρω πράξη, υποστηρίζοντας ότι το επίδικο ακίνητο ανήκει κατά συγκυριότητα στον ίδιο και στη δεύτερη ενάγουσα, πλην όμως εμποδίστηκε και πάλι από τον Ε. Φ.. Τον Ιούνιο του 2004 η δεύτερη εναγόμενη εταιρία προχώρησε στη διαμόρφωση του επιδίκου, στο οποίο κατασκεύασε τοιχίο και έρριψε μπετόν με σκοπό να το χρησιμοποιήσει για τις ανάγκες της επιχείρησής της.
Οι ενάγοντες ισχυρίζονται ότι η ανωτέρω επίδικη έκταση αποτελεί τμήμα μείζονος ακινήτου που περιήλθε σε αυτούς κατ' ισομοιρία από κληρονομιά του πατέρα τους Μ. Κ.- Ι., που απεβίωσε στις ΗΠΑ στις 25-4-1994, την οποία αποδέχθηκαν δυνάμει της υπ' αριθμ. .../15-7-1994 δήλωση αποδοχής κληρονομιάς ενώπιον της συμ/φου Ρεθύμνης Ιωάννας Στεφανάκη-Παπαδοπετράκη που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του υποθηκοφυλακείου Ρεθύμνου στον τόμο … και με αριθμό μεταγραφής ....
Ο διορισθείς με την υπ' αριθμ. 82/1441, 1674/ΠΤ/103, 124/2006 μη οριστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ρεθύμνης πραγματογνώμονας Μ. Κ., τοπογράφος μηχανικός, με την από Οκτωβρίου 2007 έκθεση πραγματογνωμοσύνης του, απεφάνθη, στα πλαίσια του θέματος που του τέθηκε προς διασαφήνιση με την ως άνω απόφαση, ότι το επίδικο ακίνητο περιλαμβάνεται στους προαναφερθέντες τίτλους κτήσης τόσο της εναγομένης εταιρίας όσο και των εναγόντων.
Ο ισχυρισμός, επομένως των εναγόντων (δεύτερος λόγος της έφεσής τους) ότι το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο εσφαλμένα προχώρησε στην έκδοση απόφασης αν και το συγκεκριμένο θέμα δεν είχε λυθεί με την έκθεση πραγματογνωμοσύνης, χωρίς μάλιστα να ανακαλέσει την προηγούμενη μη οριστική του απόφαση, κρίνεται απορριπτέος στην ουσία του.
Παραταύτα, όμως και μολονότι το επίδικο περιλαμβάνεται και στον τίτλο κτήσης των εναγόντων (υπ' αριθμ. .../94 δήλωση αποδοχής κληρονομιάς), από κανένα στοιχείο δεν αποδείχθηκε ότι το επίδικο περιλαμβανόταν στον τίτλο κτήσης του αμέσου δικαιοπαρόχου των εναγόντων Μ. Κ., ενόψει της άρνησης των εναγομένων. Ο ανωτέρω Μ.
Κ. με βάση τον επικαλούμενο και προσκομιζόμενο από τους ενάγοντες τίτλο κυριότητάς του, ήτοι την υπ' αριθμ. .../17-11-1962 δήλωση αποδοχής κληρονομιάς ενώπιον του συμβ/φου Ρεθύμνου Σταύρου Ανδρουλιδάκη, απέκτησε από κληρονομιά της Ε. χήρας Ε. Τ., ένα ακίνητο στη θέση "..." έκτασης δύο (2) στρεμμάτων, χωρίς άλλη περαιτέρω περιγραφή, και όχι 8.555 τ.μ., που οι ενάγοντες ισχυρίζονται ότι απέκτησαν από κληρονομιά του ανωτέρω δικαιοπαρόχου τους.
Περαιτέρω από κανένα στοιχείο δεν αποδείχθηκε ότι ο δικαιοπάροχος των εναγόντων και οι ενάγοντες, οι οποίοι είναι μόνιμοι κάτοικοι Η.Π.Α. ασκούσαν οποιαδήποτε εμφανή πράξη νομής στο ακίνητο. Επομένως, ακόμη και αν ήθελε γίνει δεκτό ότι η επίδικη έκταση περιλαμβάνεται στην κληρονομιαία περιουσία που περιήλθε στον δικαιοπάροχο των εναγόντων και ότι εσφαλμένα εμβαδομετρήθηκε ως έχουσα έκταση δύο μόνο στρεμμάτων και ότι δεν ανήκε κατά κυριότητα στη δικαιοπάροχο των εναγομένων, η δεύτερη εναγόμενη εταιρία η οποία το κατέχει και το νέμεται συνεχώς από την περιέλευσή του σε αυτή, απέκτησε το επίδικο ακίνητο με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας προσμετρώντας στο χρόνο νομής αυτής το χρόνο της δικαιοπαρόχου της εταιρίας ...
από το έτος 1978 που περιήλθε σε αυτή, δεκτής γενομένης της προβληθείσας από την εναγομένη εταιρία πρωτοδίκως και με τις εμπροθέσμως κατατεθείσες προτάσεις της στο παρόν Δικαστήριο ένστασης ιδίας κυριότητας". Με βάση τις πραγματικές αυτές παραδοχές, το Εφετείο απέρριψε κατ' ουσίαν την ένδικη διεκδικητική κυριότητας αγωγή των αναιρεσειόντων, θεμελιούμενη στον παράγωγο τρόπο, ήτοι με κληρονομική διαδοχή (υπ' αριθμ. .../1994 δήλωση αποδοχής κληρονομίας, νομίμως μεταγραφείσα) και ακολούθως απέρριψε κατ' ουσίαν την έφεση αυτών (αντικαθιστώντας τη διαφορετική εν μέρει αιτιολογία), επικυρώνοντας την πρωτοβάθμια απόφαση, που είχε δεχθεί τα ίδια, δεχόμενο και το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο ότι το επίδικο ακίνητο δεν περιλαμβανόταν στον ως άνω τίτλο κτήσης κυριότητας και ότι ο άμεσος δικαιοπάροχός τους δεν απέκτησε την επ' αυτού κυριότητα δια της συνεχούς νομής, αφού δεν άσκησε καμιά διακατοχική επ' αυτού πράξη από το έτος 1962, που απέκτησε την κληρονομία της Ε.
Ε. Τ., καθώς και οι ίδιοι (αναιρεσείοντες-ενάγοντες), γιατί δεν αποδείχθηκε ότι ασκούσαν οποιαδήποτε εμφανή πράξη νομής στο επίδικο ακίνητο. Έτσι που έκρινε το Εφετείο δεν παραβίασε με εσφαλμένη εφαρμογή τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 1045, 1051 και 1113 Α.Κ., τις οποίες ορθώς ερμήνευσε και εφήρμοσε, ενόψει του ότι στην απόφασή του υπάρχει νομική ακολουθία μεταξύ των πραγματικών γεγονότων που έγιναν δεκτά από αυτήν και υπήχθησαν στις παραπάνω διατάξεις, όπως ή έννοιά τους αναλύθηκε στη νομική σκέψη που προηγήθηκε και του συμπεράσματος του δικανικού συλλογισμού.
Περαιτέρω, το Εφετείο δε στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης, αφού διέλαβε σε αυτήν επαρκείς και μη αντιφατικές αιτιολογίες , που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή ή μη εφαρμογή των παραπάνω διατάξεων που εφήρμοσε, εκθέτοντας με σαφήνεια και πληρότητα τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν.
Συνεπώς, όσα αντίθετα υποστηρίζουν οι αναιρεσείοντες με τον ένατο λόγο της αναίρεσης, αποδίδοντας στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια της ευθείας παραβίασης των παραπάνω ουσιαστικών διατάξεων από τον αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ και την από τον αρ. 19 του ίδιου άρθρου πλημμέλεια της έλλειψης νόμιμης βάσης αυτής, ως προς το ουσιώδες ζήτημα της κυριότητας των αναιρεσειόντων παραγώγως, είναι αβάσιμα.
Ο εξεταζόμενος λόγος της αναίρεσης κατά το μέρος που οι δι' αυτού προβαλλόμενες αιτιάσεις ανάγονται στην πρόσθετη αιτιολογία της απόφασης ότι "η εναγομένη εταιρεία η οποία το κατέχει και το νέμεται συνεχώς από την περιέλευσή του σε αυτή απέκτησε το επίδικο ακίνητο με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας προσμετρώντας στο χρόνο αυτής το χρόνο της δικαιοπαρόχου της εταιρείας "..." από το έτος 1978 πού περιήλθε σ' αυτή, δεκτής γενομένης της προβληθείσας από την εναγόμενη εταιρεία πρωτοδίκως και με τις εμπροθέσμως κατατεθείσες προτάσεις της στο παρόν δικαστήριο ένσταση ιδίας κυριότητας", είναι αλυσιτελής, διότι με την αιτιολογία αυτή η προσβαλλόμενη απόφαση στηρίζει αυτοτελώς την κρίση της σχετικά με την ένσταση ιδίας κυριότητας, που προβλήθηκε πρωτοδίκως με τις έγγραφες προτάσεις των εναγομένων και με την αναίρεση δεν πλήττεται καθόλου η κύρια αιτιολογία, ότι, δηλαδή, από κανένα στοιχείο δεν αποδείχθηκε ότι το επίδικο περιλαμβάνεται στον τίτλο κτήσης της κυριότητας του άμεσου δικαιοπαρόχου των εναγόντων Μ.
Κ. κα ότι οι ενάγοντες δεν κατέστησαν κύριοι με παράγωγο τρόπο, αφού ο επικαλούμενος κτητικός τίτλος τους δεν προσέδωσε σε αυτούς κυριότητα, η οποία στηρίζει αυτοτελώς το διατακτικό της απόφασης. Κατά τα λοιπά, ο ίδιος λόγος είναι απαράδεκτος, καθόσον οι δι' αυτού προβαλλόμενες αιτιάσεις ανάγονται στην εκτίμηση των πραγμάτων και αξιολόγηση των αποδεικτικών μέσων, που δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο.
Κατ' ακολουθίαν τούτων, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης στο σύνολό της και να διαταχθεί η εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος, σύμφωνα με το άρθρο 495 παρ.4 ΚΠολΔ, που προστέθηκε με το άρθρο παρ.2 του ν. 4055/2012, παραβόλου.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 18-10-2013 αίτηση των Γ. Κ. του Μ. και Ε.-Α. Κ. του Μ. κατά Δ. Π. του Κ. κλπ, για αναίρεση της υπ' αριθμ. 286/2012 αποφάσεως του Εφετείου Κρήτης.
Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 4 Νοεμβρίου 2015.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 25 Νοεμβρίου 2015.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ