1336/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του στις 21 Μαρτίου 2011, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Legislator headnote
AI generated1336/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Επομένως πρέπει να συζητηθεί η υπόθεση παρά την απουσία των πιο πάνω αναιρεσιβλήτων (άρθρο 576 παρ.2 Κ.Πολ.Δ.).
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1336 / 2011 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1336/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ρένα Ασημακοπούλου, Αντιπρόεδρο, Αθανάσιο Κουτρομάνο, Χρυσόστομο Ευαγγέλου, Ευφημία Λαμπροπούλου και Γεράσιμο Φουρλάνο, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του στις 21 Μαρτίου 2011, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΕΝΩΣΙΣ - ΑΣΦΑΛΕΙΑΙ ΜΙΝΕΤΤΑ Α.Ε.Γ.Α." που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξούσιους δικηγόρους της Ευθύμιο Καραΐσκο και Νικόλαο Παπαχρονόπουλο.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ε. Κ. του Ν., κατοίκου ..., 2) Μ. συζύγου Χ. Χ., κατοίκου ..., 3) Α. Γ. του Π., κατοίκου ..., 4) Π. Α., κατοίκου ..., 5) Ι. Κ., κατοίκου ..., 6) Α. Κ., κατοίκου ..., 7) Γ. Ρ. του Δ., κατοίκου ..., 8) Κ. Κ. του Α., κατοίκου ..., 9) α) Μαρίας Νενοπούλου, β) Χ. Ν. και γ) Ε. Ν., κατοίκων ..., ως μόνων εξ αδιαθέτου κληρονόμων του αρχικού διαδίκου Β. Ν. του Ε., 10) Γ. Κ. του Ε., κατοίκου ..., 11) Γ. Χ. του Α., κατοίκου ... και 12) Κ. Γ. του Γ., κατοίκου ..., από τους οποίους η πρώτη, δεύτερη, τέταρτος, όγδοος, ένατοι, δέκατος και δωδέκατος εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Απόστολο Γκουτίδη, ο τρίτος παραστάθηκε αυτοπροσώπως με την ιδιότητά του ως δικηγόρου, οι πέμπτος και έκτος εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Ελένη Ζάρρα με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 Κ.Πολ.Δ., ο έβδομος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Απόστολο Γκουτίδη και ο ενδέκατος δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10-1-2005 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων και την από 27-2-2006 παρεμπίπτουσα αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 6005/2007 του ίδιου Δικαστηρίου, 2884/2008 μη οριστική και 2593/2009 οριστική του Εφετείου Αθηνών (όπως διορθώθηκε με την 5936/2010 απόφαση του ίδιου δικαστηρίου). Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 14-9-2009 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ευφημία Λαμπροπούλου ανέγνωσε την από 17-3-2011 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την αναίρεση της προσβαλλόμενης αποφάσεως κατά παραδοχή των δευτέρου (κατά το πρώτο σκέλος του τρίτου μέρους του), τετάρτου (κατά το πρώτο σκέλος του), πέμπτου κατά τα πρώτο και τρίτο σκέλη του και έκτου λόγων της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως και την απόρριψη των λοιπών λόγων αυτής.
Οι πληρεξούσιοι της αναιρεσείουσας ζήτησαν την παραδοχή της αιτήσεως, ο αυτοπροσώπως παριστάμενος τρίτος αναιρεσίβλητος και πληρεξούσιος των πρώτης, δεύτερης, τέταρτου, όγδοου, ένατων, δέκατου και δωδέκατου αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις 7921Ζ/23-6-2010 και 7920Ζ/23-6-2010 εκθέσεις επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης ..., τις οποίες επικαλείται και προσκομίζει η επισπεύδουσα τη συζήτηση της υποθέσεως αναιρεσείουσα, προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της υπό κρίση από 14-9-2009 αιτήσεως για αναίρεση της 2593/2009 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών με την πράξη καταθέσεως και ορισμού δικασίμου που υπάρχει κάτω από αυτήν και με κλήση για συζήτηση της αναιρέσεως κατά την αναφερόμενη στην αρχή αυτής της αποφάσεως δικάσιμο (21-3-2011), επιδόθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα στους όγδοο και ενδέκατο αναιρεσιβλήτους.
Εξάλλου από τα ταυτάριθμα με την παρούσα πρακτικά του δικαστηρίου τούτου προκύπτει ότι κατά την αναφερόμενη στην αρχή αυτής της αποφάσεως δικάσιμο, κατά την οποία συζητήθηκε η υπόθεση με εκφώνησή της από τη σειρά του οικείου πινακίου, ο μεν όγδοος αναιρεσίβλητος φέρεται ότι εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Απόστολο Γκουτίδη -που όμως δεν επικαλέσθηκε ούτε προσκόμισε σχετικό συμβολαιογραφικό πληρεξούσιο από το οποίο να προκύπτει ότι ο ανωτέρω αναιρεσίβλητος του χορήγησε την πληρεξουσιότητα να τον εκπροσωπήσει στη δίκη και συνακόλουθα ο αναιρεσίβλητος αυτός θεωρείται δικονομικώς απών (Α.Π. 837/2010)-, ο δε ενδέκατος αναιρεσίβλητος δεν εμφανίστηκε ούτε κατέθεσε δήλωση σύμφωνα με το άρθρο 242 παρ.2 Κ.Πολ.Δ.
Επομένως πρέπει να συζητηθεί η υπόθεση παρά την απουσία των πιο πάνω αναιρεσιβλήτων (άρθρο 576 παρ.2 Κ.Πολ.Δ.).
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 455, 456, 460, 461 και 462 Α.Κ. προκύπτει ότι είναι δυνατή η εκχώρηση και μέρους μόνο διαιρετής απαιτήσεως, καθώς και ότι είναι δυνατή η εκχώρηση περισσοτέρων μερών διαιρετής απαιτήσεως σε περισσότερους εκδοχείς. Στην τελευταία περίπτωση ο εκδοχέας που ανήγγειλε πρώτος την εκχώρηση στον οφειλέτη επικρατεί των άλλων εκδοχέων, ανεξάρτητα από το χρόνο που καταρτίσθηκε η αναγγελθείσα εκχώρηση σε σχέση με τις λοιπές. Έτσι σε περίπτωση συγκρούσεως περισσότερων αναγγελιών προτιμάται εκείνη που προηγήθηκε χρονικά, ενώ σε περίπτωση σύγχρονων αναγγελιών γίνεται σύμμετρη ικανοποίηση.
Στην προκειμένη περίπτωση από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης αποφάσεως προκύπτει ότι με αυτήν έγιναν ανελέγκτως δεκτά, σε σχέση με την κατάταξη των εναγόντων και ήδη αναιρεσιβλήτων (αναγγελθέντων εκδοχέων της απαιτήσεως για αποζημίωση λόγω επελεύσεως του ασφαλιστικού κινδύνου, την οποία είχε η ασφαλισμένη εκχωρήτρια και ήδη μη διάδικος εταιρεία με την επωνυμία "ΧΑΪΚΑ Α.Ε." κατά της εναγομένης και ήδη αναιρεσείουσας ασφαλιστικής εταιρείας), τα εξής: "Μετά την επέλευση του ασφαλιστικού κινδύνου η εταιρεία "ΧΑΪΚΑ Α.Ε." εξεχώρησε την απαίτησή της έναντι της εναγομένης για το ασφάλισμα στους ενάγοντες δυνάμει των ακόλουθων συμβάσεων εκχωρήσεως: 1) στις 21-2-2003 η ασφαλισμένη εταιρεία εξεχώρησε μέρος της απαίτησής της για το ασφάλισμα, ποσού 310.205,42 ευρώ στον Σ.
Κ., ο οποίος στη συνέχεια εξεχώρησε την απαίτηση αυτή λόγω ενεχύρου στις 25-2-2003 στην πρώτη ενάγουσα τράπεζα (ήδη μη διάδικο "Εγνατία Τράπεζα Α.Ε."). Η εκχώρηση αυτή αναγγέλθηκε στην εναγομένη στις 28-2-2003 ..., 2) στις 27-2-2003 η ασφαλισμένη εταιρεία εξεχώρησε μέρος της απαιτήσεώς της για το ασφάλισμα, ποσού 60.000 ευρώ και 146.735 ευρώ στην δεύτερη ενάγουσα (ήδη πρώτη αναιρεσίβλητη).
Οι εκχωρήσεις αυτές ανηγγέλθησαν στην εναγομένη στις 17-3-2003 και 4-3-2003 αντίστοιχα ..., 3) στις 26-2-2003 η ασφαλισμένη εταιρεία εξεχώρησε μέρος της απαιτήσεώς της για το ασφάλισμα, ποσού 58.694 ευρώ στην τρίτη ενάγουσα (ήδη δεύτερη αναιρεσίβλητη). Η εκχώρηση αυτή ανηγγέλθη στην εναγομένη στις 7-3-2003 ..., 4) στις 26-2-2003 η ασφαλισμένη εταιρεία εξεχώρησε μέρος της απαιτήσεώς της για το ασφάλισμα, ποσού 117.320 ευρώ στους τέταρτο και πέμπτο των εναγόντων (ήδη τρίτο και τέταρτο αναιρεσιβλήτους).
Η εκχώρηση αυτή ανηγγέλθη στην εναγομένη στις 7-3-2003 ..., 5) στις 26-2-2003 η ασφαλισμένη εταιρεία εξεχώρησε μέρος της απαιτήσεώς της για το ασφάλισμα, ποσού 102.714 ευρώ στον έκτο ενάγοντα (ήδη πέμπτο αναιρεσίβλητο). Η εκχώρηση αυτή ανηγγέλθη στην εναγομένη στις 14-3-2003, η ασφαλισμένη εταιρεία εξεχώρησε μέρος της απαιτήσεώς της για το ασφάλισμα, ποσού 102.714 ευρώ στον έβδομο ενάγοντα (ήδη έκτο αναιρεσίβλητο).
Η εκχώρηση αυτή ανηγγέλθη στην εναγομένη στις 14-3-2003 ..., 7) στις 13-3-2003 η ασφαλισμένη εταιρεία εξεχώρησε μέρος της απαιτήσεώς της για το ασφάλισμα, ποσού 236.478,67 ευρώ και 100.000 ευρώ στην όγδοη ενάγουσα (ήδη μη διάδικο εταιρεία με την επωνυμία "Κλωστήρια Κορίνθου ΚΟΡΦΙΛ ΑΕΒΕ"). Οι εκχωρήσεις αυτές αναγγέλθηκαν στην εναγομένη στις 18-3-2003 ..., 8) στις 13-3-2003 η ασφαλισμένη εταιρεία εξεχώρησε μέρος της απαιτήσεώς της για το ασφάλισμα, ποσού 30.328,84 ευρώ στην ένατη ενάγουσα (ήδη μη διάδικο εταιρεία με την επωνυμία "Βαφεία Φινιριστήρια ΤΙΝΦΙΛ ΑΕ").
Η εκχώρηση αυτή ανηγγέλθη στην εναγομένη στις 18-3-2003 ..., 9) στις 11-3-2003 η ασφαλισμένη εταιρεία εξεχώρησε μέρος της απαιτήσεώς της για το ασφάλισμα, ποσού 30.000 ευρώ στον δέκατο ενάγοντα (ήδη έβδομο αναιρεσίβλητο). Η εκχώρηση αυτή ανηγγέλθη στην εναγομένη στις 31-3-2003 ..., 10) στις 11-3-2003 η ασφαλισμένη εταιρεία εξεχώρησε μέρος της απαιτήσεώς της για το ασφάλισμα, ποσού 30.000 ευρώ στον δέκατο ενάγοντα (ήδη έβδομο αναιρεσίβλητο).
Η εκχώρηση αυτή ανηγγέλθη στην εναγομένη στις 31-3-2003 ..., 11) στις 20-1-2003 η ασφαλισμένη εταιρεία εξεχώρησε μέρος της απαιτήσεώς της για το ασφάλισμα, ποσού 264.123 ευρώ στον Ι. Π., ο οποίος στη συνέχεια εξεχώρησε την απαίτηση αυτή λόγω ενεχύρου στις 3-3-2003 στην ενδέκατη ενάγουσα τράπεζα (ήδη μη διάδικο "Τράπεζα Πειραιώς Α.Ε.").
Η εκχώρηση αυτή ανηγγέλθη στην εναγομένη στις 18-3-2003 ..., 12) στις 11-3-2003 η ασφαλισμένη εταιρεία εξεχώρησε μέρος της απαιτήσεώς της για το ασφάλισμα, ποσού 300.000 ευρώ στον δωδέκατο ενάγοντα (ήδη όγδοο αναιρεσίβλητο). Η εκχώρηση αυτή ανηγγέλθη στην εναγομένη στις 1-4-2003 ..., 13) στις 19-2-2003 η ασφαλισμένη εταιρεία εξεχώρησε μέρος της απαιτήσεώς της για το ασφάλισμα, ποσού 539.000 ευρώ στην δέκατη τρίτη ενάγουσα (ήδη μη διάδικο "Τράπεζα Αττικής Α.Ε."), 14) στις 21-2-2003 η ασφαλισμένη εταιρεία εξεχώρησε μέρος της απαιτήσεώς της για το ασφάλισμα, ποσού 58.694 ευρώ στον δέκατο τέταρτο ενάγοντα (ήδη αποβιώσαντα Β.
Ν., στη θέση του οποίου υπεισήλθαν οι ένατοι αναιρεσίβλητοι, μόνοι εξ αδιαθέτου κληρονόμοι του). Η εκχώρηση αυτή ανηγγέλθη στην εναγομένη στις 3-2-2003 ..., 15) στις 25-2-2003 η ασφαλισμένη εταιρεία εξεχώρησε μέρος της απαιτήσεώς της για το ασφάλισμα, ποσού 58.694 ευρώ στον δέκατο πέμπτο ενάγοντα (ήδη δέκατο αναιρεσίβλητο), 16) στις 11-3-2003 η ασφαλισμένη εταιρεία εξεχώρησε μέρος της απαιτήσεώς της για το ασφάλισμα, ποσού 50.000 ευρώ στον δέκατο έκτο ενάγοντα (ήδη ενδέκατο αναιρεσίβλητο) και 17) στις 13-1-2003 η ασφαλισμένη εταιρεία εξεχώρησε μέρος της απαιτήσεώς της για το ασφάλισμα, ποσού 60.000 ευρώ στον δέκατο έβδομο ενάγοντα (ήδη δωδέκατο αναιρεσίβλητο).
Η εκχώρηση αυτή ανηγγέλθη στην εναγομένη στις 22-7-2004 ... Δεν αποδείχθηκε ότι έλαβε χώρα αναγγελία προς την εναγομένη των συμβάσεων εκχωρήσεων που συνήφθησαν μεταξύ της ασφαλισμένης εταιρείας και των δεκάτης τρίτης, δεκάτου έκτου και δεκάτου εβδόμου των εναγόντων πριν την επίδοση της ένδικης αγωγής. Νομιμοποιούνται όμως αυτοί ως εκδοχείς των απαιτήσεων καθώς ασκούν την αναγγελία με την ένδικη αγωγή ...
Δυνάμει των ως άνω συμβάσεων εκχωρήσεως η εταιρεία "ΧΑΪΚΑ Α.Ε." εξεχώρησε προς τους ανωτέρω εκδοχείς μέρος της συνολικής απαιτήσεώς της έναντι της εναγομένης ύψους 2.150.374,20 ευρώ, μαζί με τους δεδουλευμένους τόκους και όλα τα δικαιώματά της από τις επί μέρους εκχωρηθείσες απαιτήσεις". Στη συνέχεια, αφού δέχθηκε ότι το συνολικό ασφάλισμα το οποίο δικαιούνταν η ανωτέρω ασφαλισμένη εταιρεία ανερχόταν:
α) για την αξία των κτιριακών εγκαταστάσεών της σε 352.164,34 ευρώ (και μετά από αφαίρεση του καταβληθέντος σ' αυτήν ποσού των 40.000.000 δραχμών, ήτοι των 117.388,12 ευρώ, από την ασφαλιστική εταιρεία με την επωνυμία "Ατλαντική Ένωσις", που είχε επίσης ασφαλίσει τις κτιριακές εγκαταστάσεις) σε 234.776,22 ευρώ και β) για την αξία του ηλεκτρομηχανολογικού εξοπλισμού της σε 945.939,21 ευρώ και συνολικά σε 1.180.715,43 ευρώ, δέχθηκε περαιτέρω και τα εξής: "Η εκκαλουμένη έκρινε ότι όσον αφορά στους ενάγοντες, που έχουν παραιτηθεί από το κονδύλιο που αφορά στο εκχωρηθέν ασφάλισμα που αντιστοιχεί στις καταστραφείσες πρώτες ύλες (880.441 ευρώ), αυτοί, έχοντας παραιτηθεί από το ποσοστό 41% επί της συνολικώς εκχωρηθείσας απαίτησης των 2.150.374 ευρώ, δικαιούνται το υπόλοιπο ποσοστό των 59% επί της εκχωρηθείσας σε καθένα από αυτούς απαίτησης.
Με βάση δεν την αρχή ότι μεταξύ περισσοτέρων αναγγελιών προτιμάται εκείνη που προηγείται χρονικά και μεταξύ συγχρόνων αναγγελιών γίνεται σύμμετρη ικανοποίηση, κατένειμε συμμέτρως το ασφάλισμα κατά το ανωτέρω ποσοστό (59%) στους ενάγοντες. Έσφαλε όμως η εκκαλουμένη, κατ' αποδοχή ως βασίμου του σχετικού λόγου της από 4-12-2007 έφεσης των εκκαλούντων (ήδη πέμπτου και έκτου αναιρεσιβλήτων), δεχθείσα ότι οι ενάγοντες- εκδοχείς, οι οποίοι παραιτήθηκαν από το κονδύλιο που αφορά το εκχωρηθέν ασφάλισμα το αντιστοιχούν στις καταστραφείσες πρώτες ύλες, έχουν παραιτηθεί από το ποσοστό 41% επί της συνολικής εκχωρηθείσας απαίτησης των 2.150.374,20 ευρώ και δικαιούνται το υπόλοιπο ποσοστό των 59%, αφού η παραίτησή τους από το κονδύλιο των 880.411 ευρώ δεν σημαίνει ότι παραιτήθηκαν έστω και κατά ένα μέρος των απαιτήσεών τους κατά της εναγομένης ως προς την αναγγελία και έκαστος εξ αυτών έχει λαμβάνειν το ποσό που εκχωρήθηκε σ' αυτόν από την εκχωρήτρια εταιρεία, δηλαδή το ποσό που αιτήθηκε με την ένδικη αγωγή, κατά τη σειρά προτεραιότητας εκάστης εκχώρησης (αρ. 455, 460 έως 462 Α.Κ.).
Σύμφωνα με τα ανωτέρω το προς διανομή ποσό στους ενάγοντες ανέρχεται σε 1.180.715,43 ευρώ. Οι συνολικές αξιώσεις των εναγόντων μέχρι 14-3-2003 που αναγγέλθηκαν οι εκκαλούντες Α. Κ. και Ι. Κ., δηλαδή των πρώτης, δεύτερης, τρίτης, τέταρτου και πέμπτου, έκτου, έβδομου και δέκατου τέταρτου των εναγόντων, ανέρχονται σε 957.121,42 ευρώ (310.205,42 + 206.735 + 58.694 + 117.320 + 102.714 + 102.714 + 58.694 ευρώ).
Συνεπώς υπάρχει δυνατότητα ικανοποίησης της αξίωσης αυτών, αφού προηγούνται, διότι η εκχώρηση της ασφαλιζόμενης απαίτησης προς τους ενάγοντες δεν αφορούσε συγκεκριμένο ποσοστό ή ποσό για κάθε ασφαλιστέο πράγμα των υπολοίπων, ήτοι των όγδοης, ένατης, δέκατου, ενδέκατης, δωδέκατου, δέκατης τρίτης, δέκατου πέμπτου, δέκατου έκτου και δέκατου έβδομου των εναγόντων που θα ικανοποιηθούν από το υπόλοιπο ποσό των 223.594,01 ευρώ".
Μετά από αυτά το εφετείο, αφού απέρριψε την από 6-11-2007 έφεση της ήδη αναιρεσείουσας και τους πρόσθετους λόγους αυτής και αφού έκανε δεκτή την από 4-12-2007 έφεση των ήδη πέμπτου και έκτου αναιρεσιβλήτων, εξαφάνισε την προσβαλλόμενη απόφαση μόνο ως προς τους τελευταίους και υποχρέωσε την αναιρεσείουσα να καταβάλει στον καθένα από αυτούς το ποσό των 102.714 ευρώ αντί του πρωτοδίκως επιδικασθέντος ποσού των 60.601,26 ευρώ στον καθένα, ενώ, ελλείψει εφέσεως των λοιπών εναγόντων, δεν μετέβαλε ως προς αυτούς τα πρωτοδίκως επιδικασθέντα ποσά.
Έτσι που έκρινε το εφετείο στέρησε την απόφασή του νομίμου βάσεως, αφού διέλαβε σ' αυτήν ασαφείς αιτιολογίες σχετικά με τη σειρά αναγγελίας των εκχωρήσεων από τους ενάγοντες εκδοχείς προς την εναγομένη και συνακόλουθα με το ποιοι από αυτούς πρέπει να ικανοποιηθούν και κατά ποιο μέρος. Ειδικότερα δεν αναφέρει αν και πότε αναγγέλθηκε η εκχώρηση από το δέκατο πέμπτο ενάγοντα.
Επίσης οι εκχωρήσεις προς τους δέκατη τρίτη, δέκατο έκτο και δέκατο έβδομο ενάγοντες φέρονται να έχουν αναγγελθεί από αυτούς με την επίδοση της αγωγής, ο χρόνος της οποίας δεν προσδιορίζεται, ειδικά όμως όσον αφορά το δέκατο έβδομο ενάγοντα αναφέρεται ως χρόνος αναγγελίας και η 22-7-2004, ήτοι πριν καν από την κατάθεση της αγωγής.
Εξάλλου κατά την παράθεση των εκχωρήσεων και των αναγγελιών αυτών, μεταξύ εκείνης του έκτου και εβδόμου των εναγόντων, των οποίων στη συνέχεια έγιναν δεκτές οι εφέσεις (υπό τον αριθμό 5 ενώ παραλείπεται ο αριθμός 6) μεσολαβεί η ημερομηνία 14-3-2003, η οποία δεν προκύπτει αν είναι εκείνη της αναγγελίας της εκχωρήσεως από τον έκτο ή της εκχωρήσεως στον έβδομο.
Με βάση τ' ανωτέρω δεν προκύπτει με σαφήνεια αν επιδικάστηκαν τα ποσά αναλόγως του χρόνου αναγγελίας της εκχωρήσεως κάθε μέρους της απαιτήσεως και έτσι καθίσταται ανέφικτος ο ακυρωτικός έλεγχος της ορθής ή μη υπαγωγής των πραγματικών περιστατικών που έγιναν δεκτά από το δικαστήριο της ουσίας στον προσήκοντα κανόνα δικαίου, δηλαδή στις διατάξεις των άρθρων 455, 460, 461 και 462 Α.Κ., τις οποίες το εφετείο παραβίασε εκ πλαγίου.
Συνεπώς ο πέμπτος λόγος της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως κατά το πρώτο και τρίτο σκέλη του, με τον οποίο η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση τις πλημμέλειες ότι παραβίασε τις ανωτέρω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις και ότι περιέχει ασαφείς αιτιολογίες (άρθρο 559 αριθ.1 και 19 Κ.Πολ.Δ.), όπως συμπληρώθηκε με την από 17-3-2011 εισήγηση (άρθρο 562 παρ.4 Κ.Πολ.Δ.) είναι βάσιμος.
Από το συνδυασμό των διατάξεων του άρθρου 17 παρ.2 και 3 ν. 2496/1997 προκύπτει ότι αν η αξία των πραγμάτων που δηλώθηκε κατά τη σύναψη της ασφαλιστικής συμβάσεως υπερβαίνει την τρέχουσα ή (αν δεν υπάρχει) τη συνηθισμένη αξία αυτών κατά το χρόνο επελεύσεως του κινδύνου και η υπερασφάλιση οφείλεται σε δόλο του λήπτη της ασφαλίσεως, του ασφαλισμένου ή του δικαιούχου του ασφαλίσματος, η ασφάλιση είναι άκυρη. Εξάλλου κατά τις διατάξεις του άρθρου 15 παρ.1 και 3 εδ.α ν. 2496/1997 αν η ασφαλισμένη περιουσία έχει ασφαλισθεί κατά του ιδίου κινδύνου σε περισσότερους ασφαλιστές (πολλαπλή ασφάλιση), αν δεν συμφωνήθηκε κάτι άλλο, οι περισσότεροι ασφαλιστές ευθύνονται εις ολόκληρο μέχρι το ασφαλιστικό ποσό της συμβάσεώς τους.
Συνεπώς είναι επιτρεπτή διαφορετική συμφωνία μεταξύ ασφαλιστή και ασφαλισμένου. Περαιτέρω κατά μεν το άρθρο 459 Α.Κ. με την εκχώρηση, αν δεν συμφωνήθηκε αλλιώς, μεταβιβάζονται και οι καθυστερούμενοι τόκοι, κατά δε το άρθρο 2 παρ.6 ν. 2251/1994 για την προστασία των καταναλωτών, όπως ισχύει μετά την τροποποποίησή του με το άρθρο 10 παρ.24 εδ.β ν. 2741/1999, γενικοί όροι των συναλλαγών που έχουν ως αποτέλεσμα τη σημαντική διατάραξη της ισορροπίας των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων των συμβαλλομένων σε βάρος του καταναλωτή απαγορεύονται και είναι άκυροι, ο δε καταχρηστικός χαρακτήρας γενικού όρου ενσωματωμένου σε σύμβαση κρίνεται αφού ληφθούν υπόψη η φύση των αγαθών ή υπηρεσιών που αφορά η σύμβαση, το σύνολο των ειδικών συνθηκών κατά τη σύναψή της και όλες οι υπόλοιπες ρήτρες της συμβάσεως ή άλλης συμβάσεως από την οποία αυτή εξαρτάται.
Κατά την παρ.8 του ίδιου ως άνω άρθρου ο προμηθευτής δεν μπορεί να επικαλεσθεί την ακυρότητα ολόκληρης της συμβάσεως για το λόγο ότι ένας ή περισσότεροι όροι είναι άκυροι ως καταχρηστικοί. Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται ότι τον προσδιορισμό της αόριστης νομικής έννοιας της καταχρηστικότητας του γενικού όρου της ασφαλιστικής συμβάσεως, ο νόμος εξαρτά από ορισμένα στοιχεία τα οποία πρέπει να τεθούν υπόψη του δικαστηρίου, ώστε αυτό να κρίνει αν στη συγκεκριμένη περίπτωση ο όρος είναι άκυρος ως καταχρηστικός.
Η απαγόρευση δηλαδή της εφαρμογής ενός καταχρηστικού γενικού όρου της ασφαλιστικής συμβάσεως αποτελεί εξειδικευμένη περίπτωση της θεμελιώδους αρχής του άρθρου 281 Α.Κ.
Συνεπώς στην περίπτωση κατά την οποία η ασφαλιστική εταιρεία προβάλλει κατά της αγωγής του καταναλωτή για επιδίκαση του ασφαλίσματος ένσταση καταλυτική της αγωγής αυτής με βάση κάποιο γενικό όρο του ασφαλιστηρίου, ο ενάγων καταναλωτής μπορεί να επικαλεσθεί με αντένσταση την ακυρότητα του όρου αυτού ως καταχρηστικού. Για το παραδεκτό της αντενστάσεως αυτής από άποψη χρόνου προβολής της, τα συγκροτούντα την καταχρηστικότητα περιστατικά πρέπει να προβάλλονται, όπως και στην περίπτωση του άρθρου 281 Α.Κ., κατά την πρώτη σε πρώτο βαθμό συζήτηση της υποθέσεως και συγχρόνως να διατυπώνεται από τον προβάλλοντα και αίτημα απορρίψεως της ενστάσεως της αντιδίκου του για την αιτία αυτή. Σύμφωνα όμως με τη διάταξη του άρθρου 527 περ.1 Κ.Πολ.Δ. μπορεί κατ' εξαίρεση ο ενάγων, ως εφεσίβλητος, να προβάλει παραδεκτά για πρώτη φορά στο εφετείο την ως άνω καταλυτική της ενστάσεως του εναγομένου εκκαλούντος αντένσταση της καταχρηστικότητας του γενικού όρου, ως υπεράσπιση κατά της εφέσεως του αντιδίκου του, εφόσον βέβαια δεν μεταβάλλεται με την αντένσταση αυτή η βάση της αγωγής του (Α.Π. 1519/2001).
Στην προκειμένη περίπτωση από την παραδεκτή επισκόπηση των από 25-2-2006 εγγράφων προτάσεων τις οποίες υπέβαλε η αναιρεσείουσα ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου προκύπτει ότι αυτή παραδεκτά προέβαλε, μεταξύ άλλων, τους εξής ισχυρισμούς (ενστάσεις): 1) ότι η σύμβαση ασφαλίσεως μεταξύ αυτής και της εκχωρήτριας και λήπτριας της ασφαλίσεως εταιρείας με την επωνυμία "ΧΑΪΚΑ Α.Ε." ήταν άκυρη λόγω δολίας υπερασφαλίσεως, δεδομένου ότι η ανωτέρω εταιρεία, εκ δόλου, κατά την κατάρτιση της ασφαλιστικής συμβάσεως δήλωσε αξία των προς ασφάλιση αντικειμένων πολλαπλάσια της πραγματικής, κατά τα ειδικότερα αναφερόμενα στις προτάσεις της (σελίδες 13 επ.
αυτών), 2) ότι με τον αναφερόμενο όρο του ασφαλιστηρίου συμβολαίου που είχε καταρτισθεί μεταξύ αυτής και της ανωτέρω εταιρείας είχε συμφωνηθεί ότι όταν υπάρχουν άλλες ασφαλίσεις του ιδίου συμφέροντος και επέλθει ο ασφαλιστικός κίνδυνος, αυτή (η αναιρεσείουσα) υποχρεούται σε καταβολή ποσοστού μόνο του ασφαλίσματος ίσου προς το λόγο (αναλογία συμμετοχής όλων των ασφαλιστών) που προκύπτει αν ληφθούν υπόψη όλες οι άλλες ασφαλίσεις και ότι συνακόλουθα, εφόσον κατά την ένδικη αγωγή το κτίριο ήταν ασφαλισμένο και σε άλλη ασφαλιστική εταιρεία, ήτοι στην εταιρεία με την επωνυμία "Ατλαντική Ένωσις Α.Ε." για το ποσό των 100.000.000 δραχμών, το καταβλητέο από αυτήν ασφάλισμα έπρεπε να περιορισθεί αναλογικά κατά τα ειδικότερα αναφερόμενα στις προτάσεις της (σελίδες 49 επ.
αυτών) και 3) ότι με βάση τον αναφερόμενο γενικό όρο του ασφαλιστηρίου δεν υποχρεούται να καταβάλει τόκους μέχρι να προσδιορισθεί η οφειλόμενη αποζημίωση, ήτοι μέχρι την έκδοση τελεσίδικης δικαστικής αποφάσεως που να προσδιορίζει το ύψος του ασφαλίσματος (σελίδες 51 επ. των προτάσεών της). Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο απέρριψε τις πιο πάνω ενστάσεις της αναιρεσείουσας, η οποία τις επανέφερε ενώπιον του εφετείου με τους δεύτερο κατά το δεύτερο σκέλος του, έκτο και όγδοο λόγους της από 6-11-2007 εφέσεώς της αντίστοιχα.
Την τελευταία από τις ανωτέρω ενστάσεις, ήτοι εκείνη περί συμφωνίας περιορισμού πληρωμής τόκων, αντέκρουσαν οι αναιρεσίβλητοι για πρώτη φορά με τις προτάσεις τους ενώπιον του εφετείου, όπως είχαν δικαίωμα κατά τη διάταξη του άρθρου 527 περ.1 Κ.Πολ.Δ., και ζήτησαν την απόρριψή της, ισχυριζόμενοι οι μεν πέμπτος και έκτος αναιρεσίβλητοι με τις από 22-12-2008 προτάσεις τους ότι ο όρος αυτός "τυγχάνει προεχόντως καταχρηστικός και μη νόμιμος", οι δε λοιποί αναιρεσίβλητοι με τις από 11-3-2008 προτάσεις τους ότι ο όρος αυτός "θα πρέπει να απορριφθεί προεχόντως ως καταχρηστικός και μη νόμιμος".
Από την παραδεκτή δε επισκόπηση της προσβαλλόμενης αποφάσεως προκύπτει ότι: 1) για την πρώτη από τις προαναφερθείσες ενστάσεις (περί δολίας υπερασφαλίσεως) διαλαμβάνονται σ' αυτήν τα εξής: "Περαιτέρω παραπονείται η εκκαλούσα ότι εσφαλμένα η εκκαλουμένη απέρριψε ως απαράδεκτες τις προβληθείσες προς απόρριψη της αγωγής ενστάσεις της ...
και ειδικότερα ... β) την ένστασή της ότι η ένδικη ασφαλιστική σύμβαση είναι άκυρη λόγω δόλος (εννοείται δόλιας) υπερασφαλίσεως", στη συνέχεια όμως δεν περιέχονται σ' αυτήν (την προσβαλλομένη) αιτιολογίες για την παραδοχή ή απόρριψη της ανωτέρω ενστάσεως, 2) για τη δεύτερη από τις προαναφερθείσες ενστάσεις (περί συμφωνίας κατανομής του ασφαλίσματος μεταξύ της αναιρεσείουσας και της εταιρείας "Ατλαντική Ένωσις Α.Ε.") δεν περιέχεται οποιαδήποτε αιτιολογία, ενώ κατά τον υπολογισμό του οφειλόμενου στην ασφαλισμένη εταιρεία ασφαλίσματος για τις κτιριακές εγκαταστάσεις αφαιρέθηκε μεν σύμφωνα με τα προεκτεθέντα το ποσό των 40.000.000 δραχμών, ήτοι των 117.388,12 ευρώ που είχε καταβληθεί σ' αυτήν από την ανωτέρω ασφαλιστική εταιρεία ("Ατλαντική Ένωσις Α.Ε."), χωρίς όμως να αναφερθεί ποια ήταν η αναλογία της τελευταίας και της αναιρεσείουσας στο οφειλόμενο ασφάλισμα με βάση τον προαναφερθέντα συμβατικό όρο και αν το επιδικασθέν σε βάρος της αναιρεσείουσας ποσό αντιστοιχούσε στην αναλογία της και 3) για την τρίτη από τις προαναφερθείσες ενστάσεις (περί συμφωνίας περιορισμού πληρωμής τόκων) περιέχεται στην προσβαλλομένη η αιτιολογία ότι αυτή είναι απορριπτέα κατά παραδοχή της αντενστάσεως των αναιρεσιβλήτων για καταχρηστικότητα του σχετικού συμβατικού όρου, η οποία όμως (αντένσταση) ήταν αόριστη, αφού δεν αναφέρονταν τα συγκροτούντα την καταχρηστικότητα περιστατικά.
Έτσι που έκρινε το εφετείο αφενός μεν δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ήτοι δεν έλαβε υπόψη τις δύο πρώτες από τις πιο πάνω ενστάσεις, που ήταν νόμιμες και ορισμένες, στηριζόμενες στις διατάξεις που αναφέρονται στην αρχή αυτής της σκέψεως (ήτοι στα άρθρα 17 παρ.2 και 3 ν. 2496/1997 η πρώτη και 15 παρ.1 και 3 εδ.α ν. 2496/1997 η δεύτερη), αφετέρου δε έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και παρά το νόμο δεν κήρυξε απαράδεκτο, ήτοι απέρριψε την τρίτη από τις πιο πάνω ενστάσεις κατά παραδοχή μη προταθείσης νομίμως (αόριστης) αντενστάσεως περί καταχρηστικότητας του όρου της συμβάσεως ασφαλίσεως στον οποίο στηριζόταν η ένσταση, την οποία (αντένσταση) παρά το νόμο δεν απέρριψε ως απαράδεκτη.
Συνεπώς οι σχετικοί δεύτερος (κατά το πρώτο σκέλος του τρίτου μέρους του), τέταρτος (κατά το πρώτο σκέλος του) και έκτος λόγοι της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως, από το άρθρο 559 αριθ.8 περ.β Κ.Πολ.Δ. οι δύο πρώτοι και 559 αριθ.8 περ.α και 14 Κ.Πολ.Δ. ο τρίτος, είναι βάσιμοι.
Επομένως πρέπει να γίνουν δεκτοί οι ανωτέρω λόγοι αναιρέσεως και να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, παρελκούσης της έρευνας των λοιπών λόγων αναιρέσεως, να παραπεμφθεί δε η υπόθεση στο ίδιο δικαστήριο, η σύνθεση του οποίου από άλλους δικαστές είναι δυνατή (άρθρο 580 παρ.3 Κ.Πολ.Δ.) και να καταδικασθούν οι αναιρεσίβλητοι στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσείουσας σύμφωνα με το σχετικό αίτημα της τελευταίας (άρθρα 176, 183 και 191 παρ.2 Κ.Πολ.Δ.).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί τη 2593/2009 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.
Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές.
Καταδικάζει τους αναιρεσιβλήτους στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσείουσας, την οποία ορίζει σε τρεις χιλιάδες (3.000) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 13 Ιουλίου 2011.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 8 Αυγούστου 2011.
Η ΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ