Supreme Court dismisses appeal claiming distortion of notary deed content regarding property ownership. Appeal rejected due to lack of distortion and sufficient reasoning. Appeal dismissed.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal filed by X1 and X2 against the Dodecanese Court of Appeal's decision regarding property ownership. The appellants argued the lower court distorted the content of a notary deed granting their sister power of attorney, while the respondent claimed she acquired ownership through good faith possession. The court found no distortion of the document's content and upheld the lower court's detailed reasoning on possession, rejecting the appeal as unfounded.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559(20) and 561(1) of the Code of Civil Procedure; An appeal based on distortion of a document's content is admissible only when the court of first instance misinterprets the document's actual meaning, not merely when it evaluates it alongside other evidence without excluding it.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1336 / 2010 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 1336/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δημήτριο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο, Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη, Λεωνίδα Ζερβομπεάκο, Μιχαήλ Θεοχαρίδη και Νικόλαο Μπιχάκη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 20 Ιανουαρίου 2010, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1. Χ1, 2. Χ2, κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξού-σια δικηγόρο τους Ελισάβετ Τσέλιου.
Της αναιρεσίβλητης: Ψ, κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Γκούβα, με δήλωση του αρθρ. 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 12-2-1991 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Κω. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 163/1997, 89/2002 μη οριστικές, 69/2004 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 112/2007 του Εφετείου Δωδεκανήσου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 1-6-2007 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Νικόλαος Μπιχάκης ανέγνωσε την από 22-9-2008 έκθεση του κωλυομένου να μετάσχει στη σύνθεση του Δικαστηρίου τούτου Αρεοπαγίτη, Ιωάννη Σίδερη, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης.
Η πληρεξούσια των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη της αντιδίκου τους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
I. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 559 αριθ. 20 και 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι ο θεσπιζόμενος με την πρώτη από αυτές λόγος αναίρεσης, για παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου, ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας υποπίπτει σε διαγνωστικό λάθος, όταν δηλαδή, σε αποδεικτικό έγγραφο, κατά την έννοια των άρθρων 339 και 432 επ.
Κ.Πολ.Δ. αποδίδει περιεχόμενο διαφορετικό από εκείνο που πράγματι, έχει, στη δε συνέχεια καταλήγει, στηριζόμενο αποκλειστικά ή κυρίως σ' αυτό σε περίπτωση συνεκτίμησής του με άλλα αποδεικτικά μέσα, σε επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα αποδεικτικό πόρισμα σχετικά με πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, όχι δε και όταν έχει απλώς συνεκτιμήσει το έγγραφο μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να το εξαίρει κατά το σχηματισμό του πορίσματός του ως προς την ύπαρξη ή μη του αποδεικτέου γεγονότος (ΑΠ 484/1997, Α.Π. 442/1993).
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο της αναίρεσης, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλεια από τον αριθ. 20 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. και συγκεκριμένα αναφέρεται ότι το Εφετείο παραμόρφωσε το περιεχόμενο του ... πληρεξουσίου του Ελληνικού Προξενείου της Βοστώνης, ως προς την παρεχόμενη εκ μέρους των αναιρεσειόντων προς την αδελφή τους Δ εξουσία διαχείρισης των επιδίκων.
Από τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει, ωστόσο, ότι το Εφετείο κατέληξε στο αποδεικτικό του πόρισμα, μετά από την εκτίμηση όλων των εγγράφων που νόμιμα προσκόμισαν και επικαλέστηκαν οι διάδικοι μεταξύ των οποίων και το πληρεξούσιο έγγραφο που φέρεται ότι παραμορφώθηκε, καθώς και από τις καταθέσεις των μαρτύρων απόδειξης.
Έτσι το Εφετείο που απέρριψε ως αβάσιμη την ένδικη αγωγή των αναιρεσειόντων, με την οποία ζητούσαν να ακυρωθεί λόγω ουσιώδους πλάνης μεταξύ της δηλώσεως και της βουλήσεώς τους, η δικαιοπραξία που περιέχεται στο ... συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Καλύμνου Εμ. Διακομανώλη, με το οποίο αυτοί μεταβίβασαν λόγω δωρεάς καθένας κατά 1/6 εξ αδιαιρέτου, την κυριότητα των αναφερομένων ακινήτων στην πιο πάνω αδελφή τους, δεν στηρίχθηκε αποκλειστικά ή κυρίως στο πιο πάνω έγγραφο για τη συναγωγή του αποδεικτικού του πορίσματος, αλλά το συνεκτίμησε με τις λοιπές αποδείξεις.
Επομένως ο κρινόμενος λόγος αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος.
II. Σε περίπτωση που το διατακτικό της προσβαλ-λόμενης απόφασης στηρίζεται αυτοτελώς σε περισσότερες επάλληλες αιτιολογίες, με την αναίρεση δε δεν πλήττεται κάποια από αυτές ή δεν πλήττεται επιτυχώς, οι λόγοι αναίρεσης που προσβάλλουν τις λοιπές είναι αλυσιτελείς (Ολ ΑΠ 25/2003). Ο δεύτερος επομένως λόγος της αίτησης από το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ με τον οποίο προβάλλεται ότι το Εφετείο με ανεπαρκείς αιτιολογίες έκρινε ότι η αγωγή έχει υποπέσει στην αποσβεστική προθεσμία του άρθρου 157 ΑΚ. είναι αλυσιτελής, διότι όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση η σκέψη αυτή είναι επικουρική, ενώ με την κυρία σκέψη, που αυτοτελώς στηρίζει το διατακτικό της έγινε δεκτό ότι κατά το χρόνο της σύνταξης των πληρεξουσίων δεν υπήρχε διάσταση μεταξύ δηλώσεως και δικαιοπρακτικής βουλήσεως των αναιρεσειόντων.
III. Από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 10 περ. α' του ΚΠολΔ, όπως ίσχυε πριν την τροποποίησή του με τα άρθρα 17 παρ. 2 του ν. 2915/2001 και 15 του ν. 2943/2001 με την οποία ορίζεται ότι αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχτηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ως αληθινά, χωρίς απόδειξη, προκύπτει ότι ο λόγος αυτός αναιρέσεως ιδρύεται, όταν το δικαστήριο δέχεται πράγματα, δηλαδή αυτοτελείς πραγματικούς ισχυρισμούς, οι οποίοι τείνουν σε θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του δικαιώματος, που ασκείται με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση, χωρίς να έχει προσαχθεί οποιαδήποτε απόδειξη για τα πράγματα αυτά, ή όταν δεν εκθέτει από ποια αποδεικτικά στοιχεία άντλησε την απόδειξη γι' αυτά (Α.Π. 1085/1999). Με τον τρίτο λόγο της αναιρέσεως αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση ως πλημμέλεια ότι απέρριψε την αγωγή ως ουσιαστικά αβάσιμη χωρίς απόδειξη. Όπως όμως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση το Εφετείο στην ως άνω κρίση του κατέληξε ύστερα από εκτίμηση, όπως βεβαιώνει, των ενόρκων καταθέσεων των μαρτύρων κλπ, καθώς επίσης και των εγγράφων, τα οποία με επίκληση προσκόμισαν οι διάδικοι. Έτσι στην εν λόγω κρίση του το Εφετείο δεν κατέληξε χωρίς απόδειξη και γι' αυτό πρέπει ο αμέσως πιο πάνω από το άρθρο 559 αριθ. 10 περ. α' ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως να απορριφθεί ως αβάσιμος.
IV. Από τη διάταξη του άρθρου 1041 ΑΚ ορίζουσα ότι "εκείνος που έχει στην νομή του με καλή πίστη και με νόμιμο τίτλο πράγμα κινητό για μια τριετία και ακίνητο για μια δεκαετία γίνεται κύριος του πράγματος" προκύπτει ότι για την κτήση της κυριότητας ακινήτου με τακτική χρησικτησία απαιτείται και η συνδρομή του στοιχείου του νομίμου τίτλου, ήτοι περιστατικού παραγωγικού κατά νόμο κυριότητος, που αποτελεί την έννομη δικαιολογία της νομής του πράγματος με διάνοια κυρίου, όπως είναι και το μεταβιβαστικό της κυριότητος για νόμιμη αιτία συμβολαιογραφικό έγγραφο που έχει νομίμως μεταγραφεί και πρέπει να παρουσιάζει εξωτερικώς τους όρους του εγκύρου τίτλου, τυχόν δεν ελαττώματα κείμενα εκτός αυτού, όπως και η έλλειψη κυριότητος στο πρόσωπο του μεταβιβάζοντος, καλύπτονται από την χρησικτησία, αν συντρέχουν και οι λοιποί όροι αυτής, απαιτείται δε ακόμη και καλή πίστη, ήτοι πεποίθηση του νομέως, μη οφειλομένη σε βαριά αμέλειά του πως με τον τίτλο απέκτησε την κυριότητα, η οποία πεποίθηση πρέπει να υπάρχει κατά την κτήση της νομής.
Νομέας δε, κατά το άρθρο 974 του ίδιου Κώδικα, είναι όποιος απέκτησε τη φυσική εξουσία πάνω στο πράγμα, αν ασκεί την εξουσία αυτή με διάνοια κυρίου. Άσκηση της νομής επί ακινήτου αποτελούν εμφανείς υλικές πράξεις επ' αυτού που είναι δηλωτικές της βούλησης του νομέα να εξουσιάζει τούτο και οι οποίες ποικίλουν ανάλογα με τον κατά τη βούληση του νομέα προορισμό του πράγματος.
Εξάλλου από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι λόγος αναίρεσης για ευθεία παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου ιδρύεται αν αυτός δεν εφαρμοστεί ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις της εφαρμογής του ή αν εφαρμοσθεί ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, αντιστοίχως δε, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού κανόνα δικαίου για την επέλευση της απαγγελθείσας έννομης συνέπειας ή την άρνηση της.
Περαιτέρω, κατά την έννοια του αριθ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ανεπαρκής ή αντιφατική αιτιολογία που έχει ως συνέπεια την αναίρεση για έλλειψη νομίμου βάσεως, υπάρχει όταν από το αιτιολογικό της αποφάσεως δεν προκύπτουν κατά τρόπο σαφή και χωρίς πραγματικά περιστατικά, τα οποία σύμφωνα με το νόμο είναι αναγκαία για τη θεμελίωση του κανόνα δικαίου που εφαρμόσθηκε στη συγκεκριμένη περίπτωση, όχι όμως και όταν υπάρχουν ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που έχει εξαχθεί από αυτές, εφόσον τούτο εκτίθεται σαφώς.
Ως "ζητήματα" των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή ή αντιφατικό στερεί απ' την απόφαση τη νόμιμη βάση της, νοούνται μόνον οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, δηλαδή εκείνοι που τείνουν στη θεμελίωση ή την κατάλυση δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, όχι όμως και τα απλά πραγματικά ή νομικά επιχειρήματα, που δεν συνέχονται με την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, για την οποία η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας δεν ιδρύει λόγο αναιρέσεως.
Στην προκειμένη περίπτωση όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση το Εφετείο δέχθηκε μεταξύ άλλων και τα εξής: "Περαιτέρω η Δ με βάση το ... δωρητήριο συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Καλύμνου Εμ. Διακομανώλη που μεταγράφηκε νόμιμα (τόμοι ..., αύξ. αριθμός ...) κατείχε με διάνοια κυρίου και με καλή πίστη τα δύο επίδικα ακίνητα και δη κατά τα ποσοστά που της μεταβιβάστηκαν από το έτος 1971 μέχρι το θάνατό της (12.4.1988), ασκώντας σ' αυτά όλες τις προσιδιάζουσες στη φύση και τον προορισμό του υλικές εμφανείς πράξεις νομής. Συγκεκριμένα έμενε σ' αυτά και τα συντηρούσε με δικά της έξοδα και με χρήματα που της έστελναν ο γαμπρός της και πατέρας της εναγομένης Ψ υπό τα όμματα πολλές φορές των εναγόντων, οι οποίοι το καλοκαίρι έρχονταν για διακοπές στη... και έμεναν με τη αδελφή τους. Αυτοί δεν εισέφεραν κανένα ποσό για τη συντήρηση των ακινήτων και ποτέ δεν αντέδρασαν στις όποιες εργασίες επισκευής και συντήρησης που έκανε η αδελφή τους. Ειδικότερα η τελευταία στο ακίνητο της ... έκανε μία ψευδοροφή, επιδιόρθωνε τους σοβάδες που έπεφταν, έβαφε και συντηρούσε τις πόρτες, ενώ στο σπίτι στο ... έκανε ντουλάπια στη κουζίνα, πόρτα εισόδου, εξωτερική τουαλέτα και έβαλε παροχή νερού και συνεπώς αυτή κατέστη κυρία με τα προσόντα της τακτικής χρησικτησίας των ιδανικών μεριδίων τουλάχιστον των εναγόντων.
Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο απέρριψε την ένδικη αγωγή κατά το μέρος της ως αρνητικής αναγνωριστικής αγωγής, δεχόμενο ότι η αναιρεσίβλητη κατέστη κυρία του επιδίκου ακινήτου, καθώς και η δικαιοπάροχός της Δ με τακτική χρησικτησία. Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο διέλαβε πλήρεις και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς τις προϋποθέσεις της κτήσης της κυριότητας ακινήτου με τακτική χρησικτησία και δεν παρεβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου την ως άνω ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 1041 ΑΚ και επομένως ο τέταρτος λόγος αναίρεσης από τους αριθμ. 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 1.6.2007 αίτηση των Χ1 και Χ2 για αναίρεση της 112/2007 απόφασης του Εφετείου Δωδεκανήσου. Και
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 16 Μαρτίου 2010. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 8 Ιουλίου 2010.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ