Supreme Court dismisses appeal on will content evaluation and evidence assessment grounds.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal against the Thessaloniki Court of Appeal's decision regarding the validity of a handwritten will. The appellants argued that the court erred in evaluating the placement of witness names within the document's body versus the end, and accepted unproven claims about the will's creation timeline. The court ruled that assessing the content and evidentiary weight of the will falls within the trial court's exclusive authority and is not subject to appellate review.
Legislator headnote
AI generatedArt. 1721 para. 1 lit. a A.C.; Art. 1718 A.C.; Art. 559 para. 10 lit. a C.P.D.; Art. 559 para. 10a C.P.D.: An appeal based on the distortion of a will's content or the acceptance of facts without proof is inadmissible if the lower court's conclusion stems from its own evaluation of evidence and document content.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 1336 / 2009 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 1336/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δημήτριο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο, Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη, Μίμη Γραμματικούδη, Ιωάννη Σίδερη και Σπυρίδωνα Μιτσιάλη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 4 Μαρτίου 2009, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων-καλούντων: 1. ... και 2. ...., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Γεώργιο Καραγιαννίδη.
Των αναιρεσιβλήτων-καθών η κλήση: 1. ... και 2. ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Ελένη Ρούντα.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 30-6-2003 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 19743/2005 του ίδιου Δικαστηρίου και 802/2006 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 10-8-2006 αίτησή τους, επί της οποίας εκδόθηκε η 141/2008 απόφαση του Αρείου Πάγου η οποία κήρυξε τη συζήτηση απαράδεκτη. Την υπόθεση επαναφέρουν προς συζήτηση οι καλούντες με την από 21-5-2008 κλήση τους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Μίμης Γραμματικούδης ανέγνωσε την από 21-11-2007 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, η πληρεξούσια των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, κατά τη διάταξη του άρθρου 1721 παρ. 1 εδ. α ΑΚ, η ιδιόγραφη διαθήκη γράφεται ολόκληρη με το χέρι του διαθέτη, χρονολογείται και υπογράφεται από αυτόν. Από τη διάταξη αυτή και το συνδυασμό της με τη διάταξη του άρθρου 1718 του ίδιου Κώδικα, με την οποία ορίζεται ότι διαθήκη, για τη σύνταξη της οποίας δεν τηρήθηκαν οι διατάξεις των άρθρων 1719 έως 1757 είναι άκυρη, εφόσον ο νόμος δεν ορίζει διαφορετικά, προκύπτει ότι αν λείπει το στοιχείο αυτό της ιδιόγραφης διαθήκης, δηλαδή της γραφής της εξ ολοκλήρου με το χέρι του διαθέτη, τότε η διαθήκη αυτή είναι άκυρη.
Επομένως, αν στη διαθήκη περιληφθεί φράση ή και απλή λέξη γραμμένη με χέρι τρίτου προσώπου και όχι του διαθέτη, όπως επίσης αν διαγραφεί λέξη ή φράση του κειμένου της διαθήκης από χέρι άλλου, εκτός από αυτό του διαθέτη, η διαθήκη είναι άκυρη στο σύνολό της, υπό δύο όρους, α) ότι αυτό που γράφτηκε με το ξένο χέρι, είτε κατά την κατάρτιση της διαθήκης είτε μετά, έγινε με τη γνώση και τη συναίνεση του διαθέτη, η δε παρεμβολή του ξένου χεριού, χωρίς τη γνώση τούτου, δε μπορεί να βλάψει το υπόλοιπο περιεχόμενο της διαθήκης, β) ότι αυτό που γράφτηκε με το ξένο χέρι αποτελεί μέρος του κειμένου της διαθήκης, διαφορετικά δεν βλάπτεται το λοιπό περιεχόμενο αυτής.
Έτσι, αν στο τέλος της διαθήκης και μετά την υπογραφή του διαθέτη, βεβαιώσουν, κατά την επιθυμία του διαθέτη, τη γνησιότητα της διαθήκης μάρτυρες ιδιοχείρως και ενυπογράφως, η γραφή αυτών δεν επηρεάζει το κύρος της διαθήκης. Εξάλλου, ιδρύεται ο από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ.1α ΚΠολΔ, προβλεπόμενος λόγος αναίρεσης, αν παραβιάσθηκε κανόνας δικαίου, όταν, για την εφαρμογή κανόνα ουσιαστικού δικαίου, το δικαστήριο απαίτησε περισσότερα στοιχεία ή αρκέσθηκε σε λιγότερα στοιχεία από εκείνα που απαιτεί ο νόμος, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή.
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ` ουσία την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχτηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο, ιδρύεται δε ο λόγος αυτός όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε ότι αποδείχτηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται.
Τέλος, κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 559 αριθ.19 ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση όταν στο αιτιολογικό, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν αναφέρονται καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά στο οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε.
Αντιθέτως η απόφαση δεν στερείται νόμιμης βάσης όταν οι ανωτέρω ελλείψεις αφορούν την εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα αναφέρονται στην ανάλυση, στάθμιση και αξιολόγηση του πορίσματος που εξάγεται από αυτές, αρκεί το πόρισμα να εκτίθεται με σαφήνεια. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, το Εφετείο δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικώς περί των πραγμάτων κρίση του, τα εξής, αναφορικώς με την ένδικη αρνητική της εγκυρότητας της πιο κάτω αναφερόμενης ιδιόγραφης διαθήκης :
Στις 9-11-1999 απεβίωσε στη Θεσσαλονίκη η Θ1,, η οποία με την από ... ιδιόγραφη διαθήκη της εγκατέστησε μοναδικούς κληρονόμους της, σε όλη την περιουσία της, την αδελφή της, ήδη πρώτη αναιρεσίβλητη, και, μετά τον θάνατό της, το γιο της, ήδη δεύτερο αναιρεσίβλητο. Η διαθήκη αυτή δημοσιεύθηκε με το 30/2000 πρακτικό του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης και κηρύχθηκε κυρία με την 870/2000 απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου.
Όπως βεβαιώνεται από τον διορισθέντα από το Δικαστήριο δικαστικό γραφολόγο Φ1, η διαθήκη έχει υπογραφεί από τη διαθέτιδα. Στο τέλος του κειμένου, στο περιθώριο αυτής, βεβαίωσαν ενυπογράφως τη γνησιότητα της υπογραφής της οι μάρτυρες ...., .... και ...., όπως αναγράφονται στο κείμενο της διαθήκης, οι οποίοι έγραψαν ιδιοχείρως τη λέξη "οι μάρτυρες" και τα ονοματεπώνυμά τους.
Η προσθήκη των λέξεων αυτών και των υπογραφών δεν αποτελεί προσθήκη στο κείμενο της διαθήκης, αφού τέθηκαν μετά τη σύνταξή της, προκειμένου η διαθέτης, σύμφωνα με την επιθυμία της, να προσδώσει μεγαλύτερο κύρος στο περιεχόμενό της, συνεπώς δεν δημιουργούν ακυρότητα της διαθήκης. Περαιτέρω, δέχθηκε το Εφετείο, αναφορικά με τη γνησιότητα της γραφής της διαθέτιδας στη διαθήκη, ότι αυτή δε μπόρεσε να βεβαιώσει ο πραγματογνώμονας που διορίσθηκε από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, λόγω έλλειψης συγκριτικών στοιχείων, γιαυτήν αποφάνθηκε με βεβαιότητα η δικαστική γραφολόγος, Φ1, που διορίσθηκε από τους εναγομένους και ότι, επομένως, οι τελευταίοι ανταποκρίθηκαν στο βάρος απόδειξης, που είχαν, της γνησιότητας της ένδικης διαθήκης.
Με τις παραδοχές αυτές απέρριψε ως αβάσιμη την έφεση των αναιρεσειόντων κατά της απόφασης του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, που είχε αποφανθεί ομοίως. Κρίνοντας έτσι το Εφετείο ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τη διάταξη του άρθρου 1721 παρ.1ΑΚ,ο δε πρώτος λόγος αναίρεσης, από το άρθρο 559 αριθ 1αΚΠολΔ,με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμος.
Ο τρίτος λόγος, της αναίρεσης, από τον αριθ. 19 του ίδιου άρθρου, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη έλλειψη νόμιμης βάσης ,διότι, α) δεν αναφέρεται με βάση ποία στοιχεία το Εφετείο οδηγήθηκε στο ανωτέρω αποδεικτικό πόρισμά του, και β) το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο δεν εκτίμησε ορθώς τις αποδείξεις, ως προς το ουσιώδες αυτό ζήτημα, αφού στηρίχθηκε μόνο στην έκθεση της ανωτέρω γραφολόγου και αγνόησε τις εκθέσεις του γραφολόγου που διορίσθηκε από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο και του Φ3, που διορίσθηκε από τους ήδη αναιρεσειοντες, ο οποίος βεβαίωσε τα αντίθετα από τόσα βεβαίωσε η πρώτη, είναι απαράδεκτος, διότι οι αιτιάσεις αυτές, αναφέρονται σε ελλείψεις αναγόμενες στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και στην εκτίμηση των αποδείξεων, οι οποίες δεν θεμελιώνουν τον επικαλούμενο λόγο αναίρεσης, αφού το πόρισμα του Δικαστηρίου της ουσίας σχετικά με το ουσιώδες αυτός ζήτημα ,της γνησιότητας της γραφής της διαθέτιδας στην επίμαχη διαθήκη, εκτίθεται με σαφήνεια Επειδή, από τις διατάξεις των άρθρων 335,338,339 και 340ΚΠολΔ προκύπτει ότι το δικαστήριο για να σχηματίσει τη δικανική του πεποίθηση ως προς τη βασιμότητα ή μη των προβαλλόμενων από τους διαδίκους πραγματικών γεγονότων που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη όλα τα νόμιμα αποδεικτικά μέσα που επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι για άμεση ή έμμεση απόδειξη, χωρίς να είναι ανάγκη να γίνεται ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση του καθενός από αυτά, από δε την αναφορά στην απόφαση μερικών από τα προσκομιζόμενα έγγραφα, γιατί έχουν ιδιαίτερη σημασία, δεν συνάγεται αναγκαστικά ότι δεν εκτιμήθηκαν και τα μη αναφερόμενα.
Στην υπόθεση που κρίνεται, από την υπάρχουσα στην προσβαλλόμενη απόφαση βεβαίωση, κατά την οποία τα περιστατικά τα οποία έγιναν δεκτά από το Εφετείο, αναφορικά με τους ισχυρισμούς των διαδίκων, αποδείχθηκαν, εκτός των άλλων, και από όλα τα έγγραφα τα οποία επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι και ειδικότερα την από 31-3-2005 έκθεση γραφολογικής πραγματογνωμοσύνης του πραγματογνώμονα Φ1, που διορίσθηκε από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, και τις εκθέσεις γραφολογικών παρατηρήσεων του Φ3, Φ1, ειδικών δικαστικών γραφολόγων, που διορίσθηκαν από τους διαδίκους, σε συνδυασμό με το όλο περιεχόμενο της απόφασης, δεν καταλείπεται καμία αμφιβολία ότι το Εφετείο,προς συναγωγή του δικαστικού πορίσματός του σχετικά με τη γνησιότητα της γραφής της διαθέτιδας Θ1 στην επίμαχη διαθήκη, έλαβε υπόψη και εκτίμησε, ως δικαστικά τεκμήρια, τις αναφερόμενες στο δεύτερο λόγο της αναίρεσης εκθέσεις γραφολογικών παρατηρήσεων του γραφολόγου Φ3.
Επομένως, ο λόγος αυτός αναίρεσης, από το άρθρο 559 αριθ. 11 περ. γ ΚΠολΔ, με τον οποίο ψέγεται η πληττόμενη απόφαση ότι δεν έλαβε υπόψη τα ανωτέρω αποδεικτικά στοιχεία, είναι αβάσιμος. Επειδή, ο από το αρθρ. 559 αρ. 20 ΚΠολΔ. λόγος αναίρεσης για παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου, δηλαδή κατάδηλη παραμόρφωση του νοητικού πορίσματος του αποδεικτικού μέσου του εγγράφου, ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας διαπράττει διαγνωστικό λάθος και αποδίδει σε ορισμένο έγγραφο περιεχόμενο διαφορετικό από το αληθινό, με αποτέλεσμα, εξ αιτίας του σφάλματος αυτού, να καταλήγει σε συμπέρασμα τελείως διαφορετικό από αυτό που προκύπτει από το έγγραφο ως προς την ύπαρξη ή την ανυπαρξία του πραγματικού γεγονότος για την απόδειξη του οποίου προσκομίσθηκε το έγγραφο.
Αντίθετα, δεν ιδρύεται ο από την διάταξη αυτή προβλεπόμενος λόγος αναίρεσης όταν το δικαστήριο προβαίνει στην αποδεικτική αξιολόγηση του περιεχομένου του εγγράφου, η οποία ανήκει στην κυριαρχική του εξουσία, και από το γεγονός το οποίο πράγματι υφίσταται ,συνάγει συμπέρασμα διαφορετικό από εκείνο που υποστηρίζει ο αναιρεσείων ως ορθό.
Στην κρινόμενη υπόθεση, με τον τέταρτο λόγο αναίρεσης προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από την ανωτέρω διάταξη πλημμέλεια της παραμόρφωσης του περιεχομένου της επίδικης διαθήκης, σχετικά με το σημείο όπου έχει αναγραφεί η λέξη "μάρτυρες" και έχουν τεθεί τα ονοματεπώνυμα και οι υπογραφές των ανωτέρω τρίτων προσώπων, το οποίο, κατά τους αναιρεσείοντες, δεν είναι στο τέλος του κειμένου της διαθήκης, αλλά μέσα στο σώμα της σε ευθεία κατακόρυφη γραμμή της γραφής της όλης διαθήκης μεταξύ του προτελευταίου και του τελευταίου στίχου αυτής.
Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, διότι η αποδιδόμενη πλημμέλεια δεν αναφέρεται σε διαγνωστικό λάθος του Δικαστηρίου της ουσίας, αλλά στην εκτίμηση του περιεχομένου του εγγράφου της διαθήκης και στο αποδεικτικό πόρισμα τούτου, που συνήγαγε, ως προς τη θέση στο σώμα της επιταγής των ανωτέρω στοιχείων, που ανήκει στην κυριαρχική του εξουσία και δεν ελέγχεται αναιρετικώς..
Επειδή, από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 10 περ. α του ΚΠολΔ, με την οποία ορίζεται ότι αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχθηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ως αληθινά, χωρίς απόδειξη, προκύπτει ότι ο λόγος αυτός αναίρεσης ιδρύεται, όταν το δικαστήριο δέχεται πράγματα, δηλαδή αυτοτελείς ισχυρισμούς, οι οποίοι τείνουν σε θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση τον δικαιώματος, που ασκείται με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση, χωρίς να έχει προσαχθεί οποιαδήποτε απόδειξη για τα πράγματα αυτά, ή όταν δεν εκθέτει από ποία αποδεικτικά στοιχεία άντλησε την απόδειξη γι' αυτά Στην συγκεκριμένη υπόθεση, με τον πέμπτο λόγο αναίρεσης, από το άρθρο 559 αριθ.10α ΚΠολΔ, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση ως πλημμέλεια η παραδοχή ως αληθινού, χωρίς απόδειξη, ότι η λέξη "οι μάρτυρες", τα ονοματεπώνυμα και οι υπογραφές ανωτέρω αναφερόμενων τρίτων προσώπων, δεν αποτελούν προσθήκη στο κείμενο της διαθήκης, αφού τέθηκαν μετά τη σύνταξή της, προκειμένου η διαθέτης, σύμφωνα με την επιθυμία της να προσδώσει μεγαλύτερο κύρος στο περιεχόμενό της, Ο λόγος αυτός της αναίρεσης είναι αβάσιμος, διότι όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο, στις ανωτέρω παραδοχές του κατέληξε ύστερα από εκτίμηση, όπως βεβαιώνεται στην απόφαση, των ενόρκων καταθέσεων των ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου εξετασθέντων μαρτύρων, των εγγράφων, τα οποία επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι και της έκθεσης γραφολογικής πραγματογνωμοσύνης και επομένως, στις παραδοχές αυτές το Εφετείο δεν κατέληξε χωρίς απόδειξη.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 10-8-2006 αίτηση των ..., κλπ, για αναίρεση της 802/2006 απόφασης του Εφετείου Θεσσαλονίκης .
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1.800) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 28 Απριλίου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 3 Ιουνίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ