Supreme Court remands appeal case to lower court due to failure to examine a crucial defense regarding fund solvency.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece annulled the first-instance judgment and remanded the case for retrial. The lower court had accepted the plaintiff's claim for payment based on an insurance contract but failed to examine the defendant's critical argument that the management fund was insolvent at the time of payment. The court ruled that this defense was fundamental to the case outcome and required investigation before a final decision could be made.
Legislator headnote
AI generatedArticles 576 and 577 of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court must remand a case for retrial when a fundamental defense regarding the solvency of the payment fund was ignored by the lower court, thereby preventing a complete examination of the dispute's merits.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1335 / 2022 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1335/2022
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
A1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Χρήστο Τζανερρίκο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ευδοξία Κιουπτσίδου - Στρατουδάκη, Ιωάννα Κλάπα - Χριστοδουλέα - Εισηγήτρια, Χρήστο Κατσιάνη και Ασημίνα Υφαντή, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 4 Απριλίου 2022, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "………", όπως μετονομάστηκε η Εταιρεία "….", ως καθολικής διαδόχου της αρχικά εναγομένης Εταιρείας με την επωνυμία "…. ", που εδρεύει στη Νέα …. και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Νικόλαο Παπαχρονόπουλο που ανακάλεσε την από 1/4/2022 δήλωση για παράσταση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, παραστάθηκε στο ακροατήριο και κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) … 46)…, κατοίκων ....
Οι υπό στοιχεία 2, 8, 15, 21, 26, 37 αναιρεσίβλητοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ιορδάνη Προυσανίδη με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσαν προτάσεις. Οι λοιποί αναιρεσίβλητοι δεν παραστάθηκαν στο ακροατήριο ούτε εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 17/5/2013 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Αθηνών.
Εκδόθηκε η 3491/2019 οριστική απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου, την αναίρεση της οποίας ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 10/2/2020 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις διατάξεις των άρθρων 576 παρ.1-3 και 577 παρ. 1 και 2 του Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι αν, κατά τη συζήτηση της αίτησης για αναίρεση, κάποιος από τους διαδίκους δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί και δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει ποιος επισπεύδει τη συζήτηση. Αν την επισπεύδει ο διάδικος που απουσιάζει, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι.
Αν, όμως, την επισπεύδει ο αντίδικος ή ο ομόδικός του, ερευνάται αν ο διάδικος που δεν εμφανίστηκε ή αν και εμφανίστηκε δεν έλαβε μέρος στη συζήτηση με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα από τον επισπεύδοντα τη συζήτηση. Στην περίπτωση που δεν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα, η συζήτηση κηρύσσεται απαράδεκτη και η υπόθεση επαναφέρεται με νέα κλήτευση.
Αν, όμως, κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα, ο Άρειος Πάγος συζητεί την υπόθεση, παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την 7515Β'/4-11-2020 έκθεση επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτριας στο Εφετείο Αθηνών ..., την οποία προσκομίζει η επισπεύδουσα τη συζήτηση αναιρεσείουσα, αντίγραφο της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης μετά της οικείας έκθεσης κατάθεσής της, καθώς και της κλήσης για εμφάνιση των αναιρεσιβλήτων, κατά την ορισθείσα δικάσιμο της 4ης-4-2022, επιδόθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα στο δικηγόρο Ιορδάνη Προυσανίδη, ως πληρεξούσιο δικηγόρο και αντίκλητο των αναιρεσιβλήτων.
Πλην όμως, όπως προκύπτει από τα οικεία πρακτικά συνεδριάσεως του Δικαστηρίου τούτου, οι πρώτος, τρίτη, τέταρτη, πέμπτη, έκτος, έβδομη, ένατη, δέκατη, ενδέκατης δωδέκατη, δέκατη τρίτη, δέκατη τέταρτη, δέκατη έκτη, δέκατη έβδομη, δέκατη όγδοη, δέκατος ένατος, εικοστός, εικοστή δεύτερη, εικοστή τρίτη, εικοστή τέταρτη, εικοστός πέμπτος, εικοστή έβδομη, εικοστή όγδοη, εικοστή ένατη, τριακοστός, τριακοστή πρώτη, τριακοστή δεύτερη, τριακοστή τρίτη, τριακοστή τέταρτη, τριακοστή πέμπτη, τριακοστή έκτη, τριακοστός όγδοος, τριακοστή ένατη, τεσσαρακοστή, τεσσαρακοστή πρώτη, τεσσαρακοστή δεύτερη, τεσσαρακοστή τρίτη, τεσσαρακοστή τέταρτη, τεσσαρακοστή πέμπτη και τεσσαρακοστή έκτη των αναιρεσιβλήτων δεν εμφανίσθηκαν ούτε εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο, κατά την παραπάνω δικάσιμο (4-4-2022), κατά την εκφώνηση της υπόθεσης με τη σειρά του πινακίου και επομένως, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση σαν να ήταν παρόντες.
Η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης, με την οποία προσβάλλεται η, αντιμωλία των διαδίκων, κατά τη διαδικασία των μικροδιαφορών, εκδοθείσα 3491/2019 απόφαση του Ειρηνοδικείου Αθηνών, ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (495, 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ), είναι παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα) και πρέπει να ερευνηθεί, περαιτέρω, ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων αυτής, κατ' άρθρο 577 παρ. 3 του ίδιου Κώδικα.
Από τις διατάξεις των άρθρων 1 παρ. 1, 2, 9 παρ.1 και 27 παρ.1 του ν. 2496/1997, που έχουν εφαρμογή, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 33§4 και 34 του ίδιου νόμου και επί ασφαλιστικών συμβάσεων, που προϋπήρχαν αυτού και είναι εκκρεμείς κατά την έναρξη της ισχύος του, προκύπτει ότι με την ασφαλιστική σύμβαση, που αποδεικνύεται με έγγραφο, το οποίο εκδίδεται από τον ασφαλιστή, η ασφαλιστική επιχείρηση (ασφαλιστής) αναλαμβάνει την υποχρέωση να καταβάλει, έναντι ασφαλίστρου, στο συμβαλλόμενό της (λήπτη της ασφάλισης) ή σε τρίτο, παροχή (ασφάλισμα) σε χρήμα ή, εφόσον υπάρχει ειδική συμφωνία, άλλη παροχή σε είδος, όταν επέλθει το περιστατικό, από το οποίο συμφωνήθηκε να εξαρτάται η υποχρέωσή της (ασφαλιστική περίπτωση), ότι ο λήπτης της ασφάλισης μπορεί να συμβληθεί στην ασφαλιστική σύμβαση με τον ασφαλιστή στο δικό του όνομα, αλλά για λογαριασμό άλλου (τρίτου) προσώπου, που κατονομάζεται ή δεν κατονομάζεται στη σύμβαση, το οποίο είναι ο ασφαλισμένος και ότι στην ασφάλιση προσώπων το ασφάλισμα συνίσταται είτε στην καταβολή ορισμένου χρηματικού ποσού εφάπαξ ή σε περιοδικές προσόδους (ασφάλιση ποσού) είτε στην αποκατάσταση της συγκεκριμένης οικονομικής ζημίας, που προήλθε, εξαιτίας ασθένειας ή ατυχήματος του ασφαλισμένου.
Εξάλλου, ομαδική ασφάλιση, για την οποία δεν υπάρχει νομοθετική πρόβλεψη και ο νόμος δεν δίδει ειδικά την έννοια του όρου, αλλά, μόνον αποσπασματικά, στο άρθρο 29 § 3 του ν. 2496/1997, όπου γίνεται λόγος για την εξαγορά της ομαδικής ασφάλισης, είναι η ασφάλιση, με την οποία, με μία ασφαλιστική σύμβαση ιδρύονται περισσότερες ασφαλιστικές σχέσεις, έτσι ώστε να υπάρχουν απέναντι στον ασφαλιστή ένας αντισυμβαλλόμενος και πολλοί ασφαλισμένοι, οι οποίοι, υπό τις ίδιες προϋποθέσεις, υπόκεινται στους ίδιους κινδύνους.
Η ομαδική ασφάλιση, μπορεί να αφορά στο προσωπικό μιας επιχείρησης ή και κάποια άλλη κατηγορία προσώπων και λειτουργεί, κυρίως, ως ασφάλιση ποσού, με την έννοια ότι ο ασφαλιστής υποχρεώνεται να καταβάλει, σε περίπτωση πραγματοποίησης του ασφαλισμένου κινδύνου, ένα ορισμένο χρηματικό ποσό στο δικαιούχο του ασφαλίσματος (τρίτο).
Στην περίπτωση αυτή, ο τελευταίος, το δικαίωμα του οποίου τελεί υπό την αναβλητική αίρεση της πλήρωσης των όρων της σύμβασης (άρθρ. 201 επ. του Α.Κ.), έχει άμεσο, ίδιο και αποκλειστικό δικαίωμα να απαιτήσει από τον υποσχεθέντα ασφαλιστή (και όχι από τον αντισυμβαλλόμενο - δέκτη της υπόσχεσης), το συμφωνηθέν ασφάλισμα, σε περίπτωση πραγματοποίησης του ασφαλισμένου κινδύνου (ασφαλιστική περίπτωση) και πλήρωσης των όρων της σύμβασης.
Πρόκειται περί γνήσιας ομαδικής ασφάλισης, η οποία λειτουργεί ως γνήσια σύμβαση υπέρ τρίτου (άρθρ. 411 Α.Κ.), κατά την οποία, όταν επέλθει η ασφαλιστική περίπτωση, υπό τους όρους που ορίζει η σύμβαση, ο δικαιούχος τρίτος αποκτά το ασφάλισμα εξ ιδίου δικαίου και δικαιούται να ασκήσει απευθείας αγωγή κατά του υποσχεθέντος (ασφαλιστή) και να απαιτήσει την προς αυτόν καταβολή της υποσχεθείσας παροχής (Α.Π. 11/2006, Α.Π. 1895/2008).
Τέλος, η διαχειριστική ασφάλιση είναι μια επενδυτικής φύσης εργασία, που δεν έχει σχέση με την κλασική μορφή ομαδικής ασφάλισης, με την έννοια της ανάληψης ασφαλιστικού κινδύνου εκ μέρους της ασφαλιστικής επιχείρησης. Ειδικότερα, σύμφωνα με το άρθρο 13 κεφ. VII παρ. 2 α του ν.δ. 400/1970 "Περί ιδιωτικής επιχειρήσεως ασφαλίσεως" επιτρέπεται στις ασφαλιστικές επιχειρήσεις να συμβάλλονται με άλλη επιχείρηση ή νομικό πρόσωπο για τη διαχείριση των ομαδικών συνταξιοδοτικών κεφαλαίων του προσωπικού της.
Σύμφωνα με τη σύμβαση αυτή, για τη διαχείριση των ομαδικών συνταξιοδοτικών κεφαλαίων του προσωπικού επιχείρησης ή και των μελών νομικού προσώπου (όπως επαγγελματικού σωματείου) η ασφαλιστική επιχείρηση δημιουργεί Λογαριασμό Κατάθεσης ασφαλίστρων, στον οποίο καταθέτει χρήματα η επιχείρηση ή το σωματείο (λήπτης της ασφάλισης), εκείνη δε, έναντι προμήθειας, την οποία λαμβάνει από το λογαριασμό, αναλαμβάνει την υποχρέωση, όταν πληρωθεί η αναβλητική αίρεση, υπό την οποία τελεί και ειδικότερα, όταν πληρωθούν οι προϋποθέσεις της συνταξιοδότησης και οι συμφωνηθέντες, στα πλαίσια της διάταξης του άρθρου 361 του Α.Κ., μεταξύ των συμβαλλομένων, όροι, να καταβάλλει στον οριζόμενο δικαιούχο (εργαζόμενο της επιχείρησης ή μέλος του συλλόγου) τη συνταξιοδοτική παροχή (ασφάλισμα), την οποία αφαιρεί από το Λογαριασμό Κατάθεσης ασφαλίστρων, που έχει δημιουργηθεί από τις καταθέσεις του αντισυμβαλλόμενου δέκτη της ασφάλισης, χωρίς να μετέχει η ίδια (ασφαλιστική εταιρεία), αφού η συμμετοχή της περιορίζεται στη διαχείριση των συνταξιοδοτικών κεφαλαίων και υποχρεούται να προβεί στην καταβολή της συνταξιοδοτικής παροχής στο μέτρο της επάρκειας του λογαριασμού διαχείρισης κεφαλαίων.
Υπό τις συνθήκες αυτές, συνάπτεται μεταξύ του ασφαλιστή ως υποσχεθέντος και του αντισυμβαλλόμενου (επιχείρησης ή σωματείου), ως δέκτη της υπόθεσης, γνήσια σύμβαση υπέρ τρίτου, διεπόμενη από τις προαναφερόμενες διατάξεις των άρθρων 410, 411 επ. του Α.Κ., δηλαδή υπέρ του ασφαλισμένου (εργαζομένου ή μέλους του συλλόγου), καθόσον το δικαίωμα επί του ασφαλίσματος γεννάται, όταν επέλθει η ασφαλιστική περίπτωση και υπό τους όρους που ορίζει η σύμβαση απευθείας και αμέσως στο πρόσωπό του, χωρίς να απαιτείται να αποκτηθεί τούτο πρώτα από τον αντισυμβαλλόμενο, λήπτη της ασφάλισης (δέκτη της υπόσχεσης), και ύστερα να μεταβιβασθεί από αυτόν στον τρίτο ασφαλισμένο (Α.Π. 361/2022, Α.Π. 912/2021, Α.Π. 1201/2020, Α.Π. 1447/2019, Α.Π. 468/2018, Α.Π. 162/2017).
Επομένως, ο τρίτος, που δεν είναι συμβαλλόμενος, έχει το δικαίωμα να απαιτήσει από τον ασφαλιστή εντολοδόχο την παροχή σε εκείνη την έκταση και ποσότητα, την οποία, στο πλαίσιο της εντολής, καθόρισε δεσμευτικά για τον εντολοδόχο ασφαλιστή ο εντολέας, σύλλογος ή εργοδότης. Και τούτο διότι, κατά τα άρθρα 717 και 718 του Α.Κ., με τη σύμβαση εντολής ενδέχεται να συνδέονται συγκεκριμένου περιεχομένου οδηγίες του εντολέα προς τον εντολοδόχο και εν προκειμένω του συλλόγου ή εργοδότη προς τον ασφαλιστή, σχετικές με την αποδοτέα στον τρίτο παροχή, οι οποίες να έχουν επιτακτικό και όχι ενδεικτικό χαρακτήρα, οπότε ο εντολοδόχος έχει υποχρέωση να συμμορφώνεται σ' αυτές, χωρίς να έχει δικαίωμα να ελέγξει το περιεχόμενό τους, ευθυνόμενος, άλλως, για κακή εκτέλεση της εντολής (Α.Π. 912/2021).
Κατά το άρθρο 560 αρ. 5 του Κ.Πολ.Δ., κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, που εκδίδονται κατά τη διαδικασία των μικροδιαφορών, επιτρέπεται αναίρεση, αν το δικαστήριο, παρά το νόμο, έλαβε υπ` όψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, η οποία ταυτίζεται με αυτή του αριθμού 8 του άρθρου 559 του ίδιου Κώδικα, ως "πράγματα" θεωρούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και άρα στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης (Ολ.Α.Π. 25/2003, Ολ.Α.Π. 3/1997, Ολ.Α.Π. 11/1996).
Δεν αποτελούν "πράγματα" η άρνηση, αιτιολογημένη ή όχι, αγωγής, ανταγωγής ή ενστάσεως ή τα επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου που αντλούνται από το νόμο ή από την εκτίμηση των αποδείξεων και που δεν έχουν "αυτοτέλεια" (Ολ.Α.Π. 469/1984, Α.Π. 1299/2009, Α.Π. 625, 701/2008), έστω και αν προτείνονται ως λόγοι έφεσης.
Τούτο διότι το "πραγματικό επιχείρημα", δεν έχει αυτοτελή ύπαρξη, αλλά τείνει απλώς σε επίρρωση ή απόκρουση απόδειξης του πραγματικού ισχυρισμού, αναφερόμενο στο οντολογικό μέρος του. Ούτε αποτελούν πράγματα οι νομικοί ισχυρισμοί που αφορούν στην ερμηνεία και εφαρμογή των κανόνων δικαίου, ούτε και η επιχειρηματολογία του διαδίκου (Ολ.Α.Π. 3/1997, Α.Π. 565/2021, Α.Π. 107/2020, Α.Π. 701/2008).
Στην προκειμένη περίπτωση, με το δεύτερο λόγο της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης και το συναφούς περιεχομένου τρίτο λόγο αυτής, η αναιρεσείουσα υποστηρίζει ότι, με τις έγγραφες προτάσεις, που κατέθεσε ενώπιον του Ειρηνοδικείου, προς απόκρουση της αγωγής, ισχυρίστηκε ότι αδυνατούσε να καταβάλει τις ένδικες παροχές, καθόσον ο Λογαριασμός Διαχείρισης Κεφαλαίου είχε καταστεί, κατά τον κρίσιμο χρόνο, ανεπαρκής από υπαιτιότητα του συμβληθέντος Συλλόγου, ο οποίος αρνείτο να προβεί στην αύξηση των εισφορών ή καταβολή εφάπαξ εισφοράς, παρά τις σχετικές συστάσεις της, ισχυρισμό, όμως, τον οποίο τον ως άνω Δικαστήριο παρέλειψε να λάβει υπόψη και να αποφανθεί επ' αυτού, υποπίπτοντας, έτσι, κατ' ορθή εκτίμηση του νοηματικού περιεχομένου αμφότερων των λόγων αυτών στην αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 5β' του άρθρου 560 του Κ.Πολ.Δ.
Από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., επισκόπηση της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, προκύπτει ότι το Ειρηνοδικείο δέχθηκε τα ακόλουθα: "Οι ενάγοντες ως εργαζόμενοι του 'Ταμείου Υγείας Προσωπικού Αγροτικής Τράπεζας της Ελλάδος'... και ως μέλη του 'Συλλόγου Υπαλλήλων Προσωπικού Ταμείου Υγείας Αγροτικής Τράπεζας' συνήψαν δια του τελευταίου με την 'Αγροτική Ασφαλιστική Α.Ε.' το υπ' αριθμ.
… ομαδικό ασφαλιστήριο και στη συνέχεια την …. πρόσθετη πράξη. Οι δε ενάγοντες διατήρησαν την ιδιότητα του μέλους του ως άνω Συλλόγου μέχρι την αποχώρησή τους. Ακολούθως, αποδείχθηκε... ότι συμφωνήθηκε η καταβολή εφάπαξ παροχής στα μέλη του Συλλόγου κατά τη συνταξιοδότησή τους ή σε περίπτωση απόλυσής τους, όπως και στην περίπτωση αποχώρησής τους, δηλαδή παύσης συμμετοχής στο ως άνω πρόγραμμα, σύμφωνα με τα οριζόμενα στην ως άνω πρόσθετη πράξη.
Ειδικότερα, στο άρθρο 1 των γενικών όρων του ένδικου συμβολαίου, προβλέφθηκε... ότι ο Λογαριασμός Διαχείρισης Κεφαλαίου τροφοδοτείται αποκλειστικά από τις εισφορές του Συμβαλλομένου, ήτοι του ρηθέντος Συλλόγου... Περαιτέρω, προβλέφθηκε ότι ο Συμβαλλόμενος Σύλλογος δίδει στην Εταιρεία, ήτοι στην εναγομένη ανώνυμη ασφαλιστική εταιρεία, το δικαίωμα να αποσύρει από το Λογαριασμό τα ποσά που απαιτούνται για την καταβολή των προβλεπομένων παροχών.
Περαιτέρω, στο άρθρο 3.1 του ίδιου συμβολαίου ορίζεται ότι στην αρχή κάθε ασφαλιστικού έτους, ο Συμβαλλόμενος Σύλλογος διαβιβάζει στην Εταιρεία κατάσταση των εργαζομένων, που καλύπτονται από το πρόγραμμα, με τον αριθμό μητρώου του ασφαλισμένου, τα στοιχεία της ταυτότητάς του, την ημερομηνία πρόσληψης, τις μηνιαίες αποδοχές του και με βάση τις πληροφορίες αυτές η Εταιρεία καθορίζει το ποσό της εισφοράς που οφείλει να καταβάλει ο Συμβαλλόμενος Σύλλογος στην αρχή κάθε ασφαλιστικού έτους για την καλυπτόμενη ομάδα.
Κάθε έτος δε θα επανεξετάζονται οι υπολογισμοί για τη διαπίστωση της τεχνικής ισορροπίας του Κεφαλαίου και οι διαφορές, που δυνατόν διαπιστωθούν, μπορούν να εξισορροπηθούν είτε με εφάπαξ καταβολή είτε με αύξηση της εισφοράς, σύμφωνα με τις προτάσεις της Εταιρείας. Εξάλλου, στο άρθρο 3.3 του ίδιου συμβολαίου προβλέφθηκε ότι, εάν η Εταιρεία διαπιστώσει ότι ο Λογαριασμός Διαχείρισης Κεφαλαίου είναι ή τείνει να γίνει ανεπαρκής, οφείλει να ενημερώσει για αυτό τον Συμβαλλόμενο Σύλλογο και να εισηγηθεί σε αυτόν τις αναγκαίες αναπροσαρμογές, που πρέπει να γίνουν στις εισφορές, ώστε να διατηρηθεί η επάρκεια του Λογαριασμού, ενώ στο άρθρο 5 του αυτού συμβολαίου, υπό τον τίτλο 'γνωστοποίηση δικαιώματος παροχής' διαλαμβάνεται ότι, κατά τη διάρκεια ισχύος του συμβολαίου, ο Συμβαλλόμενος Σύλλογος είναι υποχρεωμένος, σε διάστημα όχι λιγότερο από 15 ημέρες πριν από την ημερομηνία που θεμελιώνεται δικαίωμα παροχής κάθε εργαζομένου, ο οποίος δικαιούται παροχής...
να το γνωστοποιήσει στην Εταιρεία, η οποία έχει δικαίωμα να απαιτήσει αποδείξεις, που εκείνη θα κρίνει ικανοποιητικές για να επιβεβαιώσει την ακρίβεια των πληροφοριών, που περιέχονται στη γνωστοποίηση, ενώ δεν υποχρεούται σε καταβολή παροχής για οποιαδήποτε άτομα, εάν δε λάβει προηγουμένως κανονικά συμπληρωμένη τη γνωστοποίηση.
Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 6.1 του ένδικου συμβολαίου, με τη λήψη μια κανονικά συμπληρωμένης γνωστοποίησης και με την προϋπόθεση ότι ο Λογαριασμός είναι επαρκής για την καταβολή της απαιτούμενης παροχής, η Εταιρεία αναλαμβάνει από το Λογαριασμό το ποσό που χρειάζεται για την καταβολή της παροχής σε κάθε δικαιούχο που πληρεί τις προϋποθέσεις και η οποία είναι σύμφωνη με τους όρους του προγράμματος και τα στοιχεία του ατόμου που τη δικαιούται, όπως καθορίζονται στη γνωστοποίηση.
Με το άρθρο 10.2 και 10.3 του εν λόγω συμβολαίου συμφωνήθηκε ότι ο Συμβαλλόμενος Σύλλογος είναι υποχρεωμένος να στέλνει γραπτή δήλωσή του στην Εταιρεία, η οποία περιέχει όλες τις αναγκαίες πληροφορίες που αφορούν στην ομάδα, που καλύπτεται από το πρόγραμμα, ενώ κάθε πληροφορία σχετική με ασφαλισμένο, η οποία, κατά τη χρονική περίοδο της ασφάλισης ή της αποχώρησης, αποκαλυφθεί ανακριβής, θα διορθωθεί για τον καθορισμό των δικαιωμάτων του ασφαλισμένου και η Εταιρεία θα διορθώσει στη συνέχεια τον υπολογισμό της αξίας των παροχών σε βάρος του κεφαλαίου.
Επιπροσθέτως, στο παράρτημα Β του εν λόγω συμβολαίου καθορίστηκε η τακτική μηνιαία εισφορά για το συμβόλαιο σε 70% επί της συνολικής συνδικαλιστικής εισφοράς, η οποία καταβάλλεται από το Συμβαλλόμενο Σύλλογο, στο δε συνημμένο στο ένδικο συμβόλαιο Γενικό Κανονισμό Προγράμματος Πρόνοιας αποσαφηνίστηκαν, εκτός των άλλων, οι ορισμοί 'ασφαλισμένοι' ως τα μέλη του 'Συλλόγου Υπαλλήλων Προσωπικού Ταμείου Υγείας Αγροτικής Τράπεζας', 'μηνιαίος μισθός' ως ο συνολικός μηνιαίος μισθός που δηλώνει κάθε φορά ο συμβαλλόμενος στην εταιρεία, 'συντάξιμος μηνιαίος μισθός' ως ο μέσος μηνιαίος μισθός του τελευταίος δωδεκάμηνου πριν από τη συνταξιοδότηση, 'συντάξιμη υπηρεσία' ως ο συνολικός χρόνος σε έτη και μήνες παραμονής του ασφαλισμένου στο πρόγραμμα από την ημερομηνία ασφάλισης μέχρι την ημερομηνία συνταξιοδότησης αυτού, ενώ ορίστηκε ότι κάθε ασφαλισμένος δικαιούται παροχής εφάπαξ την ημερομηνία, κατά την οποία θα συνταξιοδοτηθεί από τον κύριο ασφαλιστικό φορέα, που τον καλύπτει, το ποσό της οποίας είναι ίσο με το 25% του μηνιαίου συντάξιμου μισθού επί της συντάξιμη υπηρεσία...
Με βάση το προεκτεθέν περιεχόμενο του ανωτέρω συμβολαίου, ουδεμία αμφιβολία καταλείπεται περί του ότι η επίδικη σύμβαση ομαδικής ασφάλισης έφερε το χαρακτήρα γνήσιας ασφάλισης υπέρ τρίτου, από την οποία, ο εκάστοτε συνταξιοδοτούμενος ή αποχωρών υπάλληλος (τρίτος) αποκτούσε άμεσο δικαίωμα κατά του (υποσχεθέντος) ασφαλιστή, από τη στιγμή που ο τελευταίος αναλάμβανε από το κεφάλαιο το αναγκαίο ποσό για το σχηματισμό του χρηματικού ποσού, που θα χορηγείτο στον υπάλληλο.
Δηλονότι, στην προκειμένη περίπτωση από τη στιγμή που οι ενάγοντες άσκησαν το δικαίωμα της ως άνω αποχώρησης, νομιμοποιούνται να στραφούν ευθέως κατά της εναγομένης ασφαλιστικής εταιρείας και να διεκδικήσουν τις αξιώσεις τους, που απορρέουν από τη σύμβαση ομαδικής ασφάλισης, απορριπτομένου και του σχετικού ισχυρισμού της εναγομένης περί ελλείψεως παθητικής νομιμοποίησης αυτής.
Με τις εξώδικες δηλώσεις τους οι ενάγοντες διαμαρτυρήθηκαν για τη μη σύνταξη ανά έτος αναλογιστικής μελέτης προς εξυπηρέτηση του λογαριασμού του ως άνω ομαδικού ασφαλιστηρίου, καθώς και την καταβολή χρημάτων σε μέλη του ως άνω συλλόγου λόγω συνταξιοδότησής τους, με συνέπεια την ισόποση ζημία με την καταβολή των ως άνω ποσών στον ως άνω λογαριασμό διαχείρισης κεφαλαίου.
Εξάλλου, αποδείχθηκε ότι η εναγομένη παραβίασε την υποχρέωσή της... προς σύνταξη κάθε έτος αναλογιστικής μελέτης. Εξάλλου, η εκπλήρωση της προηγούμενης υποχρέωσης από πλευρά της εναγομένης δεν αποδεικνύεται, εφόσον δεν προσκομίζονται όλες οι αναλογιστικές μελέτες που αντιστοιχούν στα έτη της ως άνω ασφάλισης...
Συγκεκριμένα, αποδείχθηκε ότι δεν διεξήχθησαν ουδόλως αναλογιστικές μελέτες από το έτος 2009 έως και το έτος 2012. Εξάλλου, οι αναλογιστικές μελέτες που προσκομίζει και επικαλείται η εναγομένη και συγκεκριμένα αυτή με ημερομηνία 'Οκτώβριος 2008' δεν αντιστοιχούν στο επίπεδο της αναλογιστικής μελέτης... δεν προέκυψε ότι η εναγομένη προέβη σε καταγγελία της ως άνω σύμβασης-ομαδικού ασφαλιστηρίου, ώστε η ισχύς αυτής εξακολουθεί να ισχύει...
Περαιτέρω, η εναγομένη προβάλλει τον ισχυρισμό ότι η ευθύνη της πρέπει να περιοριστεί μέχρι του ύψους των διαθεσίμων του λογαριασμού διαχείρισης κεφαλαίου της ένδικης σύμβασης ασφάλισης, το οποίο ανέρχεται στο ποσό των 83.153,76 ευρώ. Ο εν λόγω ισχυρισμός είναι απορριπτέος ως ουσιαστικά αβάσιμος, διότι, σε κάθε περίπτωση, η εναγομένη έδει, επιμελώς φερομένη, να έχει τακτοποιήσει εγκαίρως το λογαριασμό διαχείρισης κεφαλαίου, ώστε να είναι επαρκής...".
Υπό τις ως άνω παραδοχές, το Ειρηνοδικείο δέχθηκε ως κατ' ουσία βάσιμη την αγωγή των αναιρεσιβλήτων και αναγνώρισε ότι η αναιρεσείουσα οφείλει να τους καταβάλει τα υπ' αυτών αιτηθέντα ποσά. Ειδικότερα, το ως άνω Δικαστήριο, το οποίο δέχθηκε ότι: α) η εναγομένη και ήδη αναιρεσείουσα ασφαλιστική εταιρεία ανέλαβε, δυνάμει της συναφθείσας με το σωματείο "Σύλλογος Υπαλλήλων Προσωπικού Ταμείου Υγείας Αγροτικής Τράπεζας" συμβάσεως, να καταβάλει στους καθ' οιονδήποτε τρόπο αποχωρούντες υπαλλήλους του "Ταμείου Υγείας Προσωπικού Αγροτικής Τράπεζας της Ελλάδος", που μετείχαν ως μέλη του ως άνω Συλλόγου, μεταξύ των οποίων και στους ενάγοντες και ήδη αναιρεσίβλητους, τα οφειλόμενα, σύμφωνα με την ως άνω σύμβαση, χρηματικά ποσά, υπό την προϋπόθεση (αίρεση) επάρκειας του Λογαριασμού Διαχείρισης Κεφαλαίου, που αυτή (ενάγουσα-αναιρεσείουσα) διαχειριζόταν και ο οποίος τροφοδοτείτο αποκλειστικά από τις εισφορές του συμβληθέντος Συλλόγου.
Και, β) η εναγομένη-αναιρεσείουσα όφειλε να ενημερώνει το συμβληθέντα Σύλλογο για την επάρκεια του λογαριασμού αυτού και να εισηγείται τις αναγκαίες αναπροσαρμογές των εισφορών, ώστε να είναι δυνατή η κάλυψη των παροχών, αναγνώρισε ότι η τελευταία (εναγομένη και ήδη αναιρεσείουσα) υποχρεούται, δυνάμει της ως άνω συμβάσεως, να καταβάλει στους ενάγοντες-αναιρεσίβλητους τα υπ' αυτών αιτούμενα χρηματικά ποσά, χωρίς, όμως, να λάβει υπόψη και να ερευνήσει τον υπό της εναγομένης και ήδη αναιρεσείουσας προβληθέντα αυτοτελή ισχυρισμό, ο οποίος ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και αφορά στην, κατά τον κρίσιμο χρόνο, μη επάρκεια του Λογαριασμού Διαχείρισης Κεφαλαίου, από τον οποίο αυτή όφειλε να αντλήσει τις παροχές προς τους ενάγοντες και ήδη αναιρεσίβλητους, γεγονός, το οποίο είχε γνωστοποιήσει στο συμβληθέντα Σύλλογο, πλην όμως, ο τελευταίος ουδέν έπραξε, παρά τα περί του αντιθέτου συμφωνηθέντα.
Συνακόλουθα, οι διαλαμβανόμενες στους ανωτέρω λόγους αιτιάσεις είναι βάσιμες, εκ της αναιρετικής εμβέλειας των οποίων, παρέλκει η έρευνα των λοιπών αναιρετικών λόγων.
Μετά ταύτα, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο Δικαστήριο που την εξέδωσε και του οποίου είναι εφικτή η συγκρότηση από άλλο δικαστή (άρθρο 580 παρ. 3 του Κ.Πολ.Δ.), να διαταχθεί η επιστροφή του κατατεθέντος παραβόλου στην καταθέσασα αναιρεσείουσα (άρθρο 495 παρ. 3 του Κ.Πολ.Δ.) και να καταδικασθούν οι αναιρεσίβλητοι, στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσείουσας, που κατέθεσε προτάσεις, κατά παραδοχή του σχετικού νόμιμου και βάσιμου αιτήματός της αιτήματός της (άρθρα 106, 176, 182, 191 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.), σύμφωνα με το διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΝΑΙΡΕΙ την 3491/2019 απόφαση του Ειρηνοδικείου Αθηνών.
ΠΑΡΑΠΕΜΠΕΙ την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο ως άνω Δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από άλλο δικαστή, πλην εκείνου που την εξέδωσε.
ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την επιστροφή του κατατεθέντος παραβόλου στην καταθέσασα τούτο αναιρεσείουσα.
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τους αναιρεσιβλήτους στην δικαστική δαπάνη της αναιρεσείουσας, την οποία ορίζει στο ποσό των τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 4 Ιουλίου 2022.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 25 Ιουλίου 2022.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ