Legislator Case Law & Legislation
1335/2020 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against bankruptcy court ruling as inadmissible due to missed appeal deadline.

Case Number 1335/2020
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court of Greece dismissed the appellant's request for cassation against a first-instance bankruptcy court decision. The appellant argued the appeal was admissible under general civil procedure rules, but the court found the specific bankruptcy law provisions controlling. Since the appellant failed to prove service of the contested decision, the statutory appeal period had expired, rendering the appeal inadmissible.

Legislator headnote

AI generated

Articles 68 and 70 of Law 4307/2014; An appeal against a bankruptcy court decision is inadmissible if the appellant cannot prove service of the decision, causing the expiration of the appeal period.

Keywords

AI generated
bankruptcy procedure cassation appeal inadmissible appeal appeal period service of decision special bankruptcy law civil procedure code

Cited Legislation

AI generated
Article 577 of the Code of Civil Procedure
Article 68 of Law 4307/2014
Article 70 of Law 4307/2014
Article 741 of the Code of Civil Procedure
Article 552 of the Code of Civil Procedure
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 180 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure
Article 191 of the Code of Civil Procedure
Article 495 of the Code of Civil Procedure
Law 4335/2015

Cited Case Law

AI generated
Case 92/2017
Case 242/2015

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1335 / 2020 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1335/2020

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Καλού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου, Μαρία Τζανακάκη, Αικατερίνη Βλάχου και Ευστάθιο Νίκα, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 16 Οκτωβρίου 2020, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας:

Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΕΚΜΕΤΑΛΛΕΥΣΕΩΣ ΑΚΙΝΗΤΩΝ Η ΟΙΚΟΔΟΜΙΚΗ", που εδρεύει στο Νέο Ηράκλειο Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα στην παρούσα δίκη από την Π. Π. του Κ., Πρόεδρο και Διευθύνουσα Σύμβουλο, που ήταν η νόμιμη εκπρόσωπος αυτής κατά το καταστατικό της μέχρις την έκδοση της προσβαλλόμενης απόφασης, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Βασίλειο Χατζηϊωάννου.

Των αναιρεσιβλήτων:

1) Ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΕΙΡΑΙΩΣ ΑΕ" και το διακριτικό τίτλο "ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΕΙΡΑΙΩΣ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Κωνσταντίνο Παπαδιαμάντη και

2) Β. Τ. του Π., κατοίκου Αθηνών, ορισθείσας δυνάμει της 1560/2019 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών ως ειδικής διαχειρίστριας της εταιρείας με την επωνυμία "ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΕΚΜΕΤΑΛΛΕΥΣΕΩΣ ΑΚΙΝΗΤΩΝ Η ΟΙΚΟΔΟΜΙΚΗ", που εδρεύει στο … Αττικής (ήδη αναιρεσείουσα), η οποία παραστάθηκε αυτοπροσώπως με την ιδιότητά της ως δικηγόρου.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 28-6-2018 αίτηση (άρθρα 68 - 77 ν. 4307/2014) της ήδη 1ης των αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών.

Εκδόθηκε η 1560/2019 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, την αναίρεση της οποίας ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 14-07-2019 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης, άλλως την παραπομπή της υπόθεσης στην Ολομέλεια του Δικαστηρίου, ο πληρεξούσιος της 1ης και η 2η αναιρεσίβλητη την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

[Α] Επειδή κατά τη διάταξη του άρθρου 577 παρ. 1 του ΚΠολΔ το δικαστήριο πρώτα συζητεί για το παραδεκτό της αναιρέσεως και κατά τη διάταξη της παρ. 2 αυτού, αν η αναίρεση δεν ασκήθηκε νόμιμα ή λείπει κάποια προϋπόθεση για να είναι παραδεκτή, ο Άρειος Πάγος την απορρίπτει και αυτεπαγγέλτως.

Περαιτέρω, κατά μεν τη διάταξη του άρθρου 68 παρ. 1 και 2 του ν. 4307/2014:

«1. Κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο με πτωχευτική ικανότητα σύμφωνα με το άρθρο 2 παράγραφος 1 του Πτωχευτικού Κώδικα, το οποίο έχει την έδρα του στην Ελλάδα και βρίσκεται σε γενική και μόνιμη αδυναμία εκπλήρωσης ληξιπρόθεσμων χρηματικών υποχρεώσεων, δύναται να υπάγεται στη διαδικασία ειδικής διαχείρισης του παρόντος άρθρου. Στην περίπτωση κεφαλαιουχικών εταιριών, αυτές μπορούν να υπάγονται στη διαδικασία ειδικής διαχείρισης του παρόντος άρθρου και εφόσον συντρέχει ως προς αυτές για δύο συνεχόμενες χρήσεις λόγος λύσης, κατά το άρθρο 48 παρ. 1 του κ.ν. 2190/1920 (αναλογικά εφαρμοζομένου στις λοιπές μορφές κεφαλαιουχικών εταιριών).

2. Η αίτηση υποβάλλεται από πιστωτή ή πιστωτές του οφειλέτη, στους οποίους περιλαμβάνεται τουλάχιστον ένας χρηματοδοτικός φορέας, οι οποίοι εκπροσωπούν τουλάχιστον το 40% του συνόλου των απαιτήσεων σε βάρος του οφειλέτη"•

Κατά δε τη διάταξη του άρθρου 70 παρ. 1, 2 και 4 εδ. α' του ως άνω νόμου:

«1. Αρμόδιο δικαστήριο για την εκδίκαση της αίτησης είναι το Μονομελές Πρωτοδικείο, στην περιφέρεια του οποίου ο οφειλέτης έχει την έδρα του, το οποίο δικάζει κατά τη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας. Οι αποφάσεις του δεν υπόκεινται σε τακτικά ή έκτακτα ένδικα μέσα, εκτός αν ορίζεται διαφορετικά.

2. Για τη συζήτηση της αίτησης ορίζεται δικάσιμος εντός διμήνου από την υποβολή της. Στην περίπτωση νομικών προσώπων εφαρμόζεται το άρθρο 96 παρ. 2 του Πτωχευτικού Κώδικα. Ο αρμόδιος δικαστής δύναται κατά το άρθρο 748 παράγραφος 3 ΚΠολΔ να διατάξει την κλήτευση ενός ή περισσότερων πιστωτών του οφειλέτη, ορίζοντας ταυτόχρονα και την προθεσμία της κλήτευσης, η οποία δεν μπορεί να είναι μικρότερη των δεκαπέντε (15) ημερών, καθώς και την καταχώρησή της στο Γενικό Εμπορικό Μητρώο (Γ.Ε.ΜΗ.). Η άσκηση παρέμβασης από τα πρόσωπα του προηγούμενου εδαφίου και οποιονδήποτε άλλο πιστωτή γίνεται με κατάθεση προτάσεων στο ακροατήριο και χωρίς την τήρηση προδικασίας κατά την ορισθείσα δικάσιμο. Η άσκηση παρέμβασης με κατάθεση δικογράφου σε διαφορετική δικάσιμο δεν αποτελεί λόγο αναβολής της συζήτησης της αίτησης κατά την προσδιορισθείσα δικάσιμο. […]

4. Η αίτηση του άρθρου 68 μαζί με την πράξη ορισμού δικασίμου κοινοποιείται στην επιχείρηση και περίληψη αυτής δημοσιεύεται στο Γ.Ε.ΜΗ. δεκαπέντε (15) τουλάχιστον ημέρες πριν τη δικάσιμο".

Εκ των ανωτέρω αναφερομένων προκύπτει ότι με το ν. 4307/2014 εισήχθη η παράλληλη προς τον Πτωχευτικό Κώδικα [ν. 3588/2007: στο εξής ΠτΚ] έκτακτη διαδικασία της ειδικής διαχειρίσεως για την εκκαθάριση εν λειτουργία υπερχρεωμένων επιχειρήσεων. Η ως άνω διαδικασία συνιστά παρεμφερή κατά τον σκοπό και τη δομή της ή απολύτως συναφή διαδικασία προς την ειδική εκκαθάριση της διατάξεως του άρθρου 106 περ.

ια' του ΠτΚ, όπως ίσχυε πριν την κατάργησή της με τη διάταξη του άρθρου 6 παρ. 14 του ν. 4446/2016 και είχε προστεθεί στον ΠτΚ με τη διάταξη του άρθρου 12 του ν. 4013/2011 και μεταγενέστερα τροποποιήθηκε με τη διάταξη του άρθρου 2 παρ. Γ υποπαρ. Γ3 περ. 16 του ν. 4336/2015. Η ρυθμιζόμενη από τις ανωτέρω διατάξεις διαδικασία, όπως και η ειδική εκκαθάριση, είναι συλλογική διαδικασία, η οποία προβλέπεται σε περίπτωση γενικής και μόνιμης αδυναμίας εκπληρώσεως των ληξιπροθέσμων χρηματικών υποχρεώσεων του έχοντος πτωχευτική ικανότητα οφειλέτη, με σκοπό την εκποίηση του συνόλου του ενεργητικού της επιχειρήσεώς του ή επί μέρους λειτουργικών συνόλων (κλάδων) ή ακόμα και κατ' ιδίαν περιουσιακών στοιχείων, μέσω δημόσιου πλειοδοτικού διαγωνισμού, για τη συλλογική ικανοποίηση των πιστωτών του.

Η διαδικασία αυτή είναι παραπτωχευτική, κηρύσσεται, εξελίσσεται και περατώνεται αυτοτελώς, χωρίς ανάμειξή της με την πτώχευση. Η θέσπιση της έκτακτης αυτής διαδικασίας ειδικής διαχειρίσεως υπηρετεί επιτακτικό σκοπό γενικού ενδιαφέροντος, ήτοι την αποφυγή απαξιώσεως της επιχειρήσεως και τη μεγιστοποίηση των πιθανοτήτων εκποιήσεως αυτής (ή κλάδων της ή και επιμέρους περιουσιακών της στοιχείων) σε λειτουργία, προς το σκοπό:

α) προστασίας του περιουσιακού συμφέροντος των πιστωτών και δη του Δημοσίου, των φορέων κοινωνικής ασφαλίσεως και των χρηματοδοτικών φορέων, το οποίο έγκειται στην κατά το δυνατόν πληρέστερη ικανοποίηση των χρηματικών ενοχικών αξιώσεων που διατηρούν κατά του οφειλέτη, και β) διατηρήσεως της επιχειρήσεως του οφειλέτη επ' ωφελεία της απασχολήσεως και της εθνικής οικονομίας εν γένει.

Πρόκειται, επομένως, κατά κυριολεξία, για μια μη οικειοθελή για την επιχείρηση που έχει παύσει τις πληρωμές της προπτωχευτική εκκαθαριστική διαδικασία, η οποία ξεκινά με πρωτοβουλία των πιστωτών, αντιστοιχούντων, κατ' ελάχιστον, στο 40% των οφειλομένων απαιτήσεων, μεταξύ των οποίων και ένας χρηματοδοτικός φορέας, με αντικείμενο τη μεταβίβαση του ενεργητικού της επιχειρήσεως, ενόσω η ίδια συνεχίζει τη λειτουργία της, υπό τη διαχείριση του ειδικού διαχειριστή, μέσω δημόσιου πλειοδοτικού διαγωνισμού, με σκοπό την επίτευξη του μεγαλύτερου δυνατού τιμήματος προς ικανοποίηση των πιστωτών της επιχειρήσεως.

Η εκκαθαριστική αυτή διαδικασία είναι μία ταχεία διαδικασία, η οποία σε σύντομο χρονικό διάστημα οφείλει είτε να οδηγήσει σε εκποίηση το 90% του ενεργητικού της υπό διαχείριση επιχειρήσεως, είτε, σε περίπτωση αποτυχίας, να οδηγήσει την επιχείρηση σε πτώχευση, υπό την έννοια δε αυτή χαρακτηρίζεται ως προπτωχευτική διαδικασία, αφού η αποτυχία της οδηγεί σε πτώχευση.

Λόγω του χαρακτήρα της ως προπτωχευτικής συλλογικής διαδικασίας ικανοποιήσεως των πιστωτών της παυσάσης τις πληρωμές της επιχειρήσεως, στη διαδικασία της ειδικής διαχειρίσεως εφαρμόζονται, εκτός των ειδικών διατάξεων του ν. 4307/2014, παράλληλα οι διατάξεις του ΠτΚ, αλλά και, όταν κάτι τέτοιο δεν αποκλείεται από τη γραμματική ή την τελολογική ερμηνεία των διατάξεων του ν. 4307/2014, οπότε οι διατάξεις του ΠτΚ ισχύουν συμπληρωματικά.

Εξαιτίας του ότι σε κίνηση της διαδικασίας νομιμοποιούνται ενεργητικά μόνον οι πιστωτές της υπό διαχείριση επιχειρήσεως, εφ' όσον συγκεντρώνουν ορισμένο ποσοστό των εναντίον της απαιτήσεων και έχουν συγκεκριμένη ιδιότητα (ένας τουλάχιστον χρηματοδοτικός φορέας), δημιουργείται ζήτημα ακροάσεως στη δίκη αυτή της αμέσως ενδιαφερόμενης υπό διαχείριση εταιρίας και, εφ' όσον η συγκεκριμένη διαφορά υπάγεται στην κατηγορία των μη γνήσιων υποθέσεων εκουσίας δικαιοδοσίας, αναγκαία είναι, εν προκειμένω, η αποτελεσματική κατοχύρωση του δικαιώματος ακροάσεώς της, με την παροχή σ' αυτήν εξουσιών διαδίκου, που θα μπορεί να επηρεάσει ουσιαστικά την έκβαση της δίκης.

Η έννοια του διαδίκου, εξ άλλου, στη διαδικασία της εκουσίας δικαιοδοσίας, όπου ελλείπει παντελώς κάθε διάγνωση αμφισβητουμένου δικαιώματος, δεν ταυτίζεται απόλυτα με την αντίστοιχη έννοια της αμφισβητουμένης δικαιοδοσίας. Ο όρος "διάδικοι" προσεγγίζεται με την ευρύτερη έννοια των "μετεχόντων στη διαδικασία προσώπων", στην οποία περιλαμβάνονται όσοι απέκτησαν τυπικά την ιδιότητα του συμμετασχόντος στη δίκη προσώπου, σύμφωνα με έναν από τους τρόπους που ορίζει ο νόμος, δηλαδή με:

α) την υποβολή της αιτήσεως από τον αιτούντα (άρθρο 747 ΚΠολΔ), β) με την κλήτευση προσώπου με διαταγή του δικαστηρίου (άρθρο 748 παρ. 3 του ΚΠολΔ), γ) με την προσεπίκλησή του από τον αιτούντα ή από το δικαστήριο (άρθρο 753 ΚΠολΔ), δ) με την άσκηση κύριας ή πρόσθετης παρεμβάσεως στην ανοιγείσα με την αίτηση δίκη (άρθρο 752 ΚΠολΔ) και ε) (εκ των υστέρων, μετά την έκδοση της αποφάσεως) με την άσκηση τριτανακοπής (άρθρο 773 ΚΠολΔ).

Εκτός, όμως, από τις περιπτώσεις εκείνες, όπου η ιδιότητα του διαδίκου στη διαδικασία της εκουσίας δικαιοδοσίας αποκτάται με πρωτοβουλία των αρχικών διαδίκων, του δικαστηρίου (άρθρα 748 παρ. 3, 753 ΚΠολΔ) ή του ίδιου του τρίτου (άσκηση κυρίας ή πρόσθετης παρεμβάσεως και τριτανακοπής) διάδικοι στη δίκη της εκουσίας δικαιοδοσίας και μάλιστα επί των μη γνήσιων υποθέσεων εκουσίας δικαιοδοσίας, δηλαδή των ιδιωτικού δικαίου διαφορών, στις οποίες εμφανίζεται το στοιχείο της αντιδικίας και τις οποίες ο νομοθέτης υπήγαγε στη συγκεκριμένη διαδικασία, λόγω της ευελιξίας και της ταχύτητας της διαδικασίας αυτής, σε σύγκριση με την αμφισβητούμενη διαδικασία, καθίστανται ομοίως, λόγω της ιδιότητας ή της σχέσεώς τους με το αντικείμενο της δίκης, ορισμένα πρόσωπα και απευθείας από τον ίδιο το νομοθέτη, όταν αυτό κρίνεται σκόπιμο για την προστασία του δικαιώματος ακροάσεώς τους ή, ευρύτερα, για την προάσπιση του δημοσίου συμφέροντος.

Ειδικότερα, στην περίπτωση της εκδικαζόμενης κατά την διαδικασία της εκουσίας δικαιοδοσίας διαδικασίας της ειδικής διαχειρίσεως του ν. 4307/2014, το άρθρο 70 παρ. 4 εδ. α' του νόμου αυτού, ορίζει, όπως προαναφέρθηκε, ότι "η αίτηση του άρθρου 68 μαζί με την πράξη ορισμού δικασίμου κοινοποιείται στην επιχείρηση και περίληψη αυτής δημοσιεύεται στο Γ.Ε.ΜΗ.

δεκαπέντε τουλάχιστον ημέρες πριν από τη δικάσιμο". Η τοιαύτη νομοθετική πρόβλεψη περί κοινοποιήσεως της αιτήσεως μαζί με την πράξη ορισμού δικασίμου, που υλοποιείται στο πλαίσιο του δικονομικού βάρους που τίθεται ρητώς στο προαναφερθέν άρθρο 70 παρ. 4 εδ. α' του ν. 4307/2014, καθιστά, σύμφωνα με τα ανωτέρω, την υπό διαχείριση επιχείρηση εκ του νόμου διάδικο (μη απαιτουμένης, συνεπώς, για τη νομότυπη παράστασή της στη δίκη της εκ μέρους της ασκήσεως κυρίας παρεμβάσεως, αρκούσης της εμφανίσεώς της κατά τη συζήτηση της υποθέσεως και της καταθέσεως εκ μέρους της προτάσεων), κατοχυρώνοντας με τον τρόπο αυτό απόλυτα το δικαίωμα ακροάσεώς της, ακόμη και αν εν τέλει αυτή επιλέξει να μην συμμετάσχει στη διαδικασία.

Με άλλες λέξεις, δηλαδή, ο νόμος, προβλέποντας ακριβώς την υποχρέωση κοινοποιήσεως της αιτήσεως στην υπό διαχείριση επιχείρηση, εντός συγκεκριμένης προθεσμίας, καθιστά αυτήν παράγοντα της δίκης (διάδικο), αναγνωρίζοντας ότι δεν υπάρχει ανάγκη πρόσθετης δικής της ενέργειας (ασκήσεως, δηλαδή, κυρίας παρεμβάσεως).

Έτσι, η εκ του νόμου υποχρέωση του αιτούντος για κοινοποίηση της αιτήσεως ταυτίζεται, ως προς τις επαγόμενες έννομες συνέπειες, με την απεύθυνση της αιτήσεως ή την υποχρεωτική από τον δικαστή κλήτευση της υπό διαχείριση επιχειρήσεως.

Επομένως, για την υπό διαχείριση επιχείρηση δεν μένει περιθώριο εφαρμογής του άρθρου 748 παρ. 3 του ΚΠολΔ και αποκτήσεως της ιδιότητας του διαδίκου, κατ' επιλογή του δικαστηρίου, καθώς τις σχετικές σταθμίσεις για την αναγκαιότητα της συμμετοχής της στη δίκη τις έχει κάνει ο ίδιος ο νομοθέτης, ο οποίος επιβάλλει την υποχρεωτική κοινοποίηση της αιτήσεως προς αυτήν. Άλλωστε, αν η κλήτευση είναι υποχρεωτική εκ του νόμου, θα ήταν ατελέσφορο να απαιτηθεί συγχρόνως κλήτευση από το δικαστήριο για να καταστεί η επιχείρηση αυτή διάδικος, αν κρίνεται αυτό επιβεβλημένο από το δικάζον δικαστήριο.

Προϋπόθεση, όμως, για τα ανωτέρω, αποτελεί η νόμιμη κοινοποίηση της αιτήσεως προς την υπό διαχείριση επιχείρηση. Η συγκεκριμένη κατηγορία των εκ του νόμου διαδίκων διακρίνεται από την περίπτωση του εκάστοτε αρμόδιου εισαγγελέα, ο οποίος αποτελεί πάντοτε, λόγω του λειτουργήματός του, εκ του νόμου διάδικο, καθώς η ιδιότητα του υποκειμένου της δίκης αποκτάται εν προκειμένω, μόνον αν πράγματι υπήρξε νόμιμη κλήτευση των συγκεκριμένων προσώπων. Αν, αντίθετα, δεν υπήρξε νόμιμη κλήτευση και η παράλειψή της διέλαθε της προσοχής του δικαστηρίου, ο αμέσως ενδιαφερόμενος παραμένει τρίτος, νομιμοποιούμενος πλέον αποκλειστικά σε άσκηση τριτανακοπής.

Τα παραπάνω προκύπτουν, άλλωστε, και από τη συστηματική ερμηνεία της προαναφερόμενης διατάξεως (άρθρο 70 παρ. 4 εδ. α' του ν. 4307/2014) σε συνδυασμό με την παρ. 2 εδ. β' της ίδιας διατάξεως, στην οποία (παρ. 2 εδ. β') προβλέπεται ότι ο αρμόδιος δικαστής μπορεί, κατά το άρθρο 748 παρ. 3 του ΚΠολΔ, να διατάξει την κλήτευση ενός ή περισσοτέρων πιστωτών του οφειλέτη. Στην περίπτωση, δηλαδή, της διατάξεως του άρθρου 70 παρ. 2 εδ. β' η εφαρμογή του άρθρου 748 παρ. 3 του ΚΠολΔ επιφυλάσσεται μόνον υπέρ των πιστωτών, χωρίς να μνημονεύεται σ' αυτήν (τελευταία διάταξη) - ούτε, άλλωστε, σε άλλη διάταξη του ίδιου νόμου - το πρόσωπο του οφειλέτη. Τούτο συνέβη γιατί ο νομοθέτης θεώρησε ότι μεριμνά για τη συμμετοχή του οφειλέτη στη δίκη δια της κοινοποιήσεως της αιτήσεως σε αυτόν με πράξη ορισμού δικασίμου, χωρίς να θεωρεί αυτόν ως τρίτο, καθ' όσον στην αντίθετη περίπτωση, αφ' ενός μεν δεν θα είχε μεριμνήσει για την πρόβλεψη κοινοποιήσεως της αιτήσεως προς αυτόν, αφ' ετέρου δε σαφώς θα μνημονευόταν (ο οφειλέτης) στη διάταξη της παρ. 2 εδ. β', ούτως ώστε, μέσω της εφαρμογής του άρθρου 748 παρ. 3 του ΚΠολΔ, να καταστεί και αυτός διάδικος.

Περαιτέρω, κατά μεν τη διάταξη του άρθρου 20 παρ.1 του Συντάγματος "Καθένας έχει δικαίωμα στην παροχή έννομης προστασίας από τα δικαστήρια και μπορεί να αναπτύξει σ' αυτά τις απόψεις του για τα δικαιώματα ή συμφέροντά του, όπως νόμος ορίζει", κατά δε τη διάταξη της παρ. 1 του άρθρου 6 της Ευρωπαϊκής Συμβάσεως Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, που κυρώθηκε με το ν. 53/1974 "Παν πρόσωπον έχει δικαίωμα όπως η υπόθεσίς του δικασθή δικαίως, δημοσία και εντός λογικής προθεσμίας, υπό ανεξαρτήτου και αμερόληπτου δικαστηρίου, νομίμως λειτουργούντος, το οποίον θα αποφασίση είτε επί των αμφισβητήσεων επί των δικαιωμάτων και υποχρεώσεών του αστικής φύσεως, είτε επί του βασίμου πάσης εναντίον του κατηγορίας ποινικής φύσεως […]".

Εξ άλλου, με τη διάταξη του εδ. β' της παρ. 1 του άρθρου 70 του ν. 4307/2014 ορίζεται, όπως προαναφέρθηκε, ότι οι αποφάσεις του δικαστηρίου που δικάζει την αίτηση υπαγωγής οφειλέτη στην έκτακτη διαδικασία ειδικής διαχειρίσεως δεν υπόκειται σε τακτικά ή έκτακτα ένδικα μέσα, εκτός αν ορίζεται διαφορετικά σε επιμέρους ειδικότερες διατάξεις, ενώ κατά τη διάταξη της παρ. 6 του άρθρου 71 του ιδίου νόμου, κατά της αποφάσεως που απορρίπτει την αίτηση του άρθρου 68 παρ. 2 επιτρέπεται έφεση.

Με την πρώτη των αμέσως παραπάνω αναφερομένων διατάξεων (70 παρ. 1 εδ. β'), ελλείψει άλλης ειδικότερης διατάξεως, η οποία να αφορά στην περίπτωση αποφάσεως που δέχεται την αίτηση, καθιερώνεται η αρχή του αποκλεισμού των ενδίκων μέσων, τακτικών ή εκτάκτων, κατά αποφάσεως που δέχεται την αίτηση περί υπαγωγής σε καθεστώς ειδικής διαχειρίσεως.

Η αρχή αυτή υπαγορεύθηκε από την ανάγκη της ταχείας άρσεως της αβεβαιότητας περί την ισχύ της ως άνω αποφάσεως, ώστε να μην διαιωνίζεται η δίκη για τη θέση ή μη της προβληματικής επιχειρήσεως υπό ειδική διαχείριση, λαμβανομένου υπόψη ότι ατέρμονες δικαστικές διενέξεις σχετικές με την υπαγωγή στην έκτακτη διαδικασία της ειδικής διαχειρίσεως τείνουν εκ των πραγμάτων να ματαιώσουν την προοπτική ταχείας εκποιήσεως της επιχειρήσεως του οφειλέτη (ή κλάδου της ή επιμέρους περιουσιακών της στοιχείων) εν λειτουργία, αναιρώντας ουσιαστικά τη ratio της νομοθετικής καταστρώσεως της όλης διαδικασίας.

Η διατήρηση αβεβαιότητας περί το καθεστώς του οφειλέτη (αν ευρίσκεται σε ειδική διαχείριση ή όχι) δεν συνάδει με τη διατήρηση της λειτουργίας της επιχειρήσεως και την αποφυγή απαξιώσεως αυτής ως συνόλου, αλλά και των επιμέρους περιουσιακών της στοιχείων. Η ταχεία επίλυση της οποιασδήποτε σχετικής αμφισβητήσεως αποτελεί conditio sine qua non για να επιτευχθεί η διατήρηση της λειτουργίας της επιχειρήσεως.

Η διάταξη δε αυτή δεν αντίκειται ούτε στο άρθρο 20 ή σε άλλη διάταξη του Συντάγματος, ούτε στο άρθρο 6 παρ. 1 της Ευρωπαϊκής Συμβάσεως για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου (Ε.Σ.Δ.Α.), γιατί οι διατάξεις αυτές, που εξασφαλίζουν σε κάθε πρόσωπο το δικαίωμα παροχής δικαστικής προστασίας, η δε τελευταία και το συνακόλουθο δικαίωμα να δικάζεται τούτο δίκαια, δημόσια και αμερόληπτα, κατοχυρώνουν το ελάχιστο της δικαστικής προστασίας, δηλαδή, μόνο την πρωτοβάθμια και δεν διασφαλίζουν και το δικαίωμα ασκήσεως ενδίκων μέσων κατά της αποφάσεως που θα εκδοθεί, εφόσον το ένδικο μέσο δεν είχε ασκηθεί νομότυπα πριν από την απαγόρευση, σύμφωνα με τις ισχύουσες κατά τον χρόνο της ασκήσεώς του διατάξεις (πρβλ.

ΟλΑΠ 8/2003, η οποία αφορά στο ζήτημα του αποκλεισμού του αναιρετικού ελέγχου στις αποφάσεις που εκδίδονταν σε πρώτο και τελευταίο βαθμό από το Εφετείο, επί ανακοπής κατά του πίνακα κατατάξεως σε υποθέσεις ειδικής εκκαθαρίσεως κατά το άρθρο 46α του ν. 1892/1990, δηλαδή στο πλαίσιο απολύτως παρεμφερούς, με την ειδική διαχείριση, διαδικασίας, ΑΕΔ 48/1982, ΟλΑΠ 27/2002, ΟλΑΠ 28/2002).

Συνεπώς, τα ένδικα μέσα μπορούν κατ' αρχήν να προβλέπονται ή όχι και να καταργούνται ή να περιορίζονται από τον κοινό, εθνικό νομοθέτη σε ορισμένες κατηγορίες υποθέσεων, με σκοπό την ταχύτερη διεξαγωγή των δικών και την αποτελεσματικότερη λειτουργία της δικαιοσύνης. Ο τελευταίος (εθνικός νομοθέτης) μπορεί, συνεπώς, να αποκλείσει - υπό την επιφύλαξη ειδικότερων συνταγματικών προβλέψεων (οι τιθέμενοι περιορισμοί πρέπει να έχουν αντικειμενικό και απρόσωπο χαρακτήρα, ώστε να μην παρεισάγουν διακρίσεις, οι οποίες θα αντέβαιναν στη συνταγματική αρχή της ισότητας) - το έκτακτο ένδικο μέσο της αναιρέσεως (καθώς ο αποκλεισμός του δεν αφορά στην πρόσβαση προσώπων σε δικαστήριο με αίτημα πρωτογενούς δικαστικής προστασίας, ήτοι με εισαγωγικό της δίκης δικόγραφο). Άλλωστε, η διαδικασία εκδικάσεως της αιτήσεως για θέση της επιχειρήσεως υπό την ειδική διαχείριση του ως άνω νόμου διασφαλίζει πλήρως το δικαίωμα αποδείξεως των κρισίμων περιστατικών και υπερασπίσεως της επιχειρήσεως, της οποίας ζητείται η υπαγωγή και, επομένως, πληροί τους όρους διεξαγωγής δίκαιης δίκης. Επομένως, δεν τίθεται θέμα συγχωρήσεως ενδίκου μέσου κατά της εκδιδόμενης με τη διαδικασία αυτή αποφάσεως, με την οποία γίνεται δεκτή η σχετική αίτηση, ώστε να διεξαχθεί βάσει αυτού νέα δίκη, πληρούσα τις απαιτήσεις του άρθρου 6 παρ. 1 του ν.δ/τος 53/1974 (ΑΠ 86/2002).

Περαιτέρω, ειδικά για το ένδικο μέσο της αιτήσεως αναιρέσεως ως μέσου πραγματώσεως της ασφάλειας δικαίου (δια της ενότητας της νομολογίας και της προγνωσιμότητας της δικανικής κρίσεως) πρέπει να σημειωθούν τα εξής: Πράγματι η αναίρεση συνιστά έκτακτο ένδικο μέσο, σκοπός του οποίου είναι η ορθή εφαρμογή (ενότητα) δικαίου και η διασφάλιση μιας κατά το δυνατόν ορθότερης κρίσεως και όχι η ενότητα της νομολογίας, αφού οι αποφάσεις του Αρείου Πάγου δεν συνιστούν αυτοτελή πηγή του δικαίου και δεν είναι δεσμευτικές για την κρίση των κατώτερων δικαστηρίων, παρά μόνο για τη συγκεκριμένη υπόθεση (άρθρο 580 ΚΠολΔ).

Πάντως, τα δικαστήρια της ουσίας ακολουθούν τις νομικές λύσεις που έδωσε ο Άρειος Πάγος και σε άλλες υποθέσεις, εφόσον και αυτές, αν υποστούν αναιρετικό έλεγχο, πάλι από τον Άρειο Πάγο θα κριθούν, κατά τη νομική ορθότητά τους, με συνέπεια η απειλή του ακυρωτικού ελέγχου να καθιστά προσεκτικότερη την πρωτογενή απονομή της δικαιοσύνης, να ενισχύει το αίσθημα ευθύνης των κατώτερων δικαστών και να υπάρχει έτσι και μία βάση ασφάλειας δικαίου.

Η εξασφάλιση, για λόγους δημοσίου συμφέροντος, της πάγιας και ομοιόμορφης ερμηνείας των νόμων αποτελεί, εξ άλλου, τη ratio της καθιερώσεως της δυνατότητας αναιρέσεως υπέρ του νόμου (άρθρο 557 εδ. 1 του ΚΠολΔ), η άσκηση της οποίας δεν έχει μεν επιπτώσεις για τα διάδικα μέρη ("διαδίκους", "ενδιαφερόμενα μέρη", "μετέχοντες της διαδικασίας") (άρθρο 557 εδ. 2 περ.

α' του ΚΠολΔ), ωστόσο, η επίλυση του νομικού ζητήματος από το προς τούτο ανώτατο δικαστήριο, συνιστά εκπλήρωση της νόμιμης αποστολής του και μάλιστα κατά τρόπο ανταποκρινόμενο στην επιταγή της ταχείας και αποτελεσματικής παροχής δικαστικής προστασίας (άρθρο 6 παρ. 1 Ε.Σ.Δ.Α.), μη θεωρούμενη, εντεύθεν, ως ανεπίτρεπτη επέμβαση στο δικαιοδοτικό έργο των δικαστηρίων της ουσίας, στα οποία, αντιθέτως, προσφέρει ερμηνευτική βοήθεια (ΟλΑΠ 1/2000, ΟλΑΠ 26/2000, ΟλΑΠ 13/1999).

Τέλος, η ως άνω αυξημένης τυπικής ισχύος διάταξη του άρθρου 6 παρ. 1 της Ε.Σ.Δ.Α. προκρίνει την κατοχύρωση της γενικής αρχής της δίκαιης δίκης, η οποία αξιώνει να τύχει εφαρμογής όχι μόνο στην ποινική, αλλά και στην αστική δίκη. Η τοιαύτη νομική θεμελίωση της αρχής της δίκαιης δίκης συνεπιφέρει τη δικαιοδοσία του Ε.Δ.Δ.Α. επί της αυθεντικής ερμηνείας του άρθρου 6 παρ. 1 της Ε.Σ.Δ.Α., έχει δε κρίνει (το Ε.Δ.Δ.Α.) ότι:

α) το ενδεχόμενο υπάρξεως αποκλίνουσας νομολογίας είναι εγγενές σε κάθε νομικό σύστημα, το οποίο στηρίζεται σε έναν αριθμό δικαιοδοτικών οργάνων ουσίας, που ασκούν εξουσία στη χωρική τους επικράτεια (παρόμοιες αποκλίσεις είναι δυνατόν να εμφανιστούν ομοίως εντός του ιδίου δικαιοδοτικού οργάνου) και ότι αυτό καθ' αυτό δεν μπορεί να κριθεί ως αντίθετο προς τη Σύμβαση,

β) οι απαιτήσεις της ασφάλειας δικαίου και της προστασίας της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης των διαδίκων δεν απονέμουν ένα κεκτημένο δικαίωμα σε μία σταθερή (πάγια) νομολογία, η δε εξέλιξη της νομολογίας δεν είναι καθαυτή αντίθετη στην ορθή απονομή της δικαιοσύνης, γιατί η εγκατάλειψη μιας δυναμικής και εξελισσόμενης προσεγγίσεως θα οδηγούσε στον κίνδυνο να δυσχεράνει κάθε προσπάθεια για μεταρρύθμιση και βελτίωση,

γ) δεν ανήκει στην αρμοδιότητά του (Ε.Δ.Δ.Α.) να συγκρίνει τις διάφορες αποφάσεις που εκδόθηκαν - ακόμη και σε εκ πρώτης όψεως όμοιες ή σχετικές διαφορές - από δικαστήρια των οποίων η ανεξαρτησία είναι δεσμευτική γι' αυτό. Η διαφορετική μεταχείριση που υπήρξε σε δύο διαφορές δεν μπορεί να εκληφθεί ως περίπτωση αποκλίσεως από τη νομολογία, εάν δικαιολογείται από τη διαφορετικότητα των πραγματικών περιστατικών κάθε διαφοράς,

δ) τα κριτήρια που καθοδηγούν το Δικαστήριο (Ε.Δ.Δ.Α.), κατά την εκτίμηση των συνθηκών, υπό τις οποίες εκδόθηκαν αντιφατικές αποφάσεις των διαφόρων εθνικών δικαστηρίων που αποφαίνονται σε τελευταίο βαθμό, προκειμένου τούτο να συνιστά παραβίαση του δικαιώματος σε δίκαιη δίκη, βάσει του άρθρου 6 παρ. 1 της Συμβάσεως, είναι να προσδιορισθεί, κατ' αρχάς: 1) εάν υπάρχουν στη νομολογία των εθνικών δικαστηρίων "βαθιές και διαρκείς διαφορές", 2) εάν το εθνικό δίκαιο προβλέπει μηχανισμούς για την εξάλειψη αυτών των ασυνεπειών και 3) αν αυτοί οι μηχανισμοί έχουν εφαρμοστεί και ποιες είναι οι συνέπειες της εφαρμογής τους στην προκειμένη περίπτωση (βλ.

Ε.Δ.Δ.Α. "Σινέ Τσαγκαράκης" κατά Ελλάδος της 23-05-2019, αριθμ. Προσφυγής 17257/13, σκέψη 48). Μάλιστα σε προηγούμενη απόφασή του (Τμήμα Μείζονος Συνθέσεως της 20-10-2011, επί της υποθέσεως "Nejdet Sahim and Perijan Sahin κατά Τουρκίας"), το Ε.Δ.Δ.Α. είχε αναγνωρίσει ότι σε ένα κράτος η επίτευξη νομολογιακής συνοχής μπορεί να πάρει χρόνο και οι περίοδοι αποκλίνουσας νομολογίας είναι ανεκτές, χωρίς αυτό από μόνο του να υπονομεύει την ασφάλεια δικαίου.

Ακόμη και το φαινόμενο διαφορετικών ερμηνειών του ιδίου βιοτικού γεγονότος από τα εσωτερικά δικαστήρια δεν μπορεί από μόνο του να συνιστά παραβίαση της αρχής της δίκαιης δίκης και αυτό γιατί αυτή καθ' εαυτή η ερμηνεία του νόμου είναι αναπόφευκτο και εγγενές στοιχείο του έργου του δικαστή. Έτσι γίνεται αποδεκτό ότι σε ένα κράτος δικαίου είναι δυνατόν να υπάρχουν αποκλίσεις στο πως προσεγγίζει το κάθε δικαστήριο ένα νομικό ζήτημα, καθώς αυτές οι αποκλίσεις είναι το αναπόφευκτο αποτέλεσμα της νομικής ερμηνευτικής (βλ.

σκέψεις 67, 83, 85 και 86 της ως άνω αποφάσεως).

Κρίθηκε, δηλαδή, από το Ε.Δ.Δ.Α. ότι δεν ιδρύεται δικαίωμα κάποιου προσώπου σε συγκεκριμένη νομολογία και ότι η ύπαρξη αποκλίνουσας νομολογίας αναγνωρίζεται ως εγγενές (και όχι ανώμαλο) στοιχείο ενός κράτους δικαίου, οι δε ερμηνευτικές διαφοροποιήσεις στις αποφάσεις των εσωτερικών δικαστηρίων - πέραν από αναπόφευκτες - είναι τελικά στοιχεία ενός δυναμικού και εξελισσόμενου νομικού συστήματος, απαραίτητες για κάθε προσπάθεια μεταρρυθμίσεως και βελτιώσεως.

Στην προκειμένη περίπτωση, από την επιτρεπτή κατ' άρθρο 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης προκύπτουν τα ακόλουθα:

Με την από 28-06-2018 αίτησή της, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η ήδη αναιρεσίβλητη ανώνυμη εταιρία, με την επωνυμία "Τράπεζα Πειραιώς Ανώνυμος Εταιρεία" ζήτησε να τεθεί η ήδη αναιρεσείουσα ανώνυμη εταιρία, με την επωνυμία "Ανώνυμος εταιρεία Εκμεταλλεύσεως Ακινήτων Η Οικοδομική" σε καθεστώς ειδικής διαχειρίσεως, σύμφωνα με τα άρθρα 68 επ. του ν. 4307/2014 και να οριστεί, ως ειδικός διαχειριστής αυτής, η Β. Τ., δικηγόρος Αθηνών.

Επί της αιτήσεως αυτής εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 1560/2019 (προσβαλλομένη) απόφαση του παραπάνω Δικαστηρίου, με την οποία έγινε δεκτή ως και κατ' ουσίαν βάσιμη. Με την απόφαση αυτή κρίθηκε περαιτέρω ότι η ως άνω εταιρία, της οποίας εζητείτο η υπαγωγή σε καθεστώς ειδικής διαχειρίσεως και η οποία τέθηκε (με την προσβαλλομένη απόφαση) σε ειδική διαχείριση, που είχε παρασταθεί κατά τη συζήτηση της υποθέσεως στο ακροατήριο δια του πληρεξουσίου της δικηγόρου και είχε καταθέσει προτάσεις, δεν είχε καταστεί διάδικος στη δίκη, με την ακόλουθη αιτιολογία: " […] η απεύθυνση της υπό κρίση αιτήσεως στην καθ' ης η αίτηση, δεν την καθιστά διάδικο στην παρούσα δίκη και έγινε εκ περισσού εκ μέρους της αιτούσας, αφού η κλήτευσή της και η συμμετοχή της στη δίκη δεν προβλέπεται από τις διατάξεις του ν. 4307/2014, ούτε, εξ άλλου, τάχθηκε η κλήτευσή της από το Δικαστήριο, κατά τη διάταξη του άρθρου 748 παρ. 3 του ΚΠολΔ, δυνατότητα, που, σε κάθε περίπτωση, δεν προβλέπεται από τις διατάξεις του ν. 4307/2014, αλλά ούτε άσκησε η ίδια κυρία παρέμβαση, ώστε να καταστεί διάδικος και, επομένως, δε νομιμοποιείται παθητικά στην παρούσα υπόθεση, μη λαμβανομένων υπόψη των ισχυρισμών και των προτάσεών της".

Κατά της αποφάσεως αυτής η τεθείσα σε καθεστώς ειδικής διαχειρίσεως ως άνω ανώνυμη εταιρία άσκησε την ένδικη από 14-07-2019 με ειδικό αριθμό καταθέσεως 97/2019 αίτηση αναιρέσεως, με την οποία ζητεί την αναίρεσή της. Σύμφωνα, όμως, με όσα προαναφέρθηκαν, η ένδικη αίτηση αναιρέσεως τυγχάνει απορριπτέα, ως απαράδεκτη, λόγω του ρητού νομοθετικού αποκλεισμού των τακτικών και εκτάκτων ενδίκων μέσων κατά της αποφάσεως που υπάγει μία επιχείρηση σε καθεστώς ειδικής διαχειρίσεως (άρθρο 70 παρ. 1 εδ. β' του ν. 4307/2014), αποκλειομένης, εντεύθεν, και στην προκειμένη περίπτωση της ασκήσεως αναιρέσεως κατά της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως που δέχθηκε την αίτηση της ήδη πρώτης αναιρεσίβλητης και έθεσε την ήδη αναιρεσείουσα οφειλέτιδα εταιρία σε καθεστώς ειδικής διαχειρίσεως, διάταξη, η οποία, κατά τα προεκτεθέντα, δεν αντίκειται ούτε στο άρθρο 20 ή άλλη διάταξη του Συντάγματος, ούτε στο άρθρο 6 παρ. 1 της Ε.Σ.Δ.Α.

Και είναι μεν γεγονός ότι η προαναφερόμενη κρίση του εκδόσαντος την προσβαλλομένη απόφαση ως άνω Δικαστηρίου περί του ότι η εταιρία, της οποίας εζητείτο η υπαγωγή στη διαδικασία της ειδικής διαχειρίσεως, δεν είχε καταστεί διάδικος στη δίκη, επειδή δεν είχε ασκήσει κυρία παρέμβαση, καθ' όσον μόνο με την άσκηση κυρίας παρεμβάσεως θα μπορούσε να καταστεί διάδικος, είναι, σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν, εσφαλμένη, όπως βασίμως υποστηρίζεται και από την αναιρεσείουσα, η οποία περαιτέρω, κατ' εκτίμηση των εκτιθεμένων στο αναιρετήριο και το σημείωμά της, ισχυρίζεται ότι:

α) η τοιαύτη κρίση της προσβαλλομένης αποφάσεως, με την οποία είναι σύμφωνες μία σειρά άλλων αποφάσεων, μεταξύ των οποίων οι: 725/2018 Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, 1561/2019 Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, 127/2020 Μονομελούς Πρωτοδικείου Ηρακλείου, 4814/2018 Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, 186/2018 Μονομελούς Πρωτοδικείου Βεροίας, 53/2017 Μονομελούς Πρωτοδικείου Δράμας, αντικρούεται ως προς το κρίσιμο αυτό νομικό ζήτημα από σειρά άλλων αποφάσεων, μεταξύ των οποίων οι: 433/2018 Μονομελούς Πρωτοδικείου Ηρακλείου, 630/2018 Μονομελούς Πρωτοδικείου Κω, 1612/2017 Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, 963/2017 Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, 843/2016 Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, 1854/2020 Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, 1035/2019 Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, 573/2019 Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με τις οποίες έγινε δεκτό ότι ο οφειλέτης, του οποίου ζητείται η υπαγωγή στη διαδικασία της ειδικής διαχειρίσεως, καθίσταται διάδικος και μόνον δια της απευθύνσεως της αιτήσεως κατ' αυτού ή δια της κοινοποιήσεως της αιτήσεως προς αυτόν και

β) εξ αιτίας της προαναφερόμενης αποκλίνουσας νομολογίας των Μονομελών Πρωτοδικείων της χώρας σχετικώς με το προαναφερθέν κρίσιμο νομικό ζήτημα, πλήττονται οι αρχές της ασφάλειας δικαίου και της προστασίας της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης των διαδίκων και, συνεπώς, ο νομοθετικός αποκλεισμός του ενδίκου μέσου της αναιρέσεως παρίσταται στην προκειμένη περίπτωση, ειδικώς γι' αυτήν, αντισυνταγματικός και ως τέτοιος ανίσχυρος, επιβάλλεται δε, προς προστασία των προαναφερομένων αρχών, η ενοποίηση της νομολογίας, με πρωτοβουλία του Δικαστηρίου τούτου, με την παραδοχή της ένδικης αιτήσεως ως παραδεκτής, καθ' όσον τούτο αποτελεί το μοναδικό μηχανισμό αποτελεσματικής καταστολής νομολογιακών αποκλίσεων, μη δυνάμενο να αποκλεισθεί, κατά ανεκτό τρόπο, από την υπερνομοθετικής ισχύος διάταξη του άρθρου 6 παρ.1 της Ε.Σ.Δ.Α.

Ο ισχυρισμός αυτός κρίνεται αβάσιμος και απορριπτέος για τους κάτωθι λόγους: Πράγματι, από την παραδεκτή επισκόπηση των προαναφερομένων αποφάσεων προκύπτει ότι επί του προαναφερθέντος νομικού ζητήματος (απόκτηση της ιδιότητας του διαδίκου στη διαδικασία της εκουσίας δικαιοδοσίας στον θεσμό της ειδικής διαχειρίσεως των άρθρων 68 επ.

του ν. 4307/2014) υφίσταται αποκλίνουσα νομολογία. Η ύπαρξη, όμως, της τοιαύτης αποκλίνουσας νομολογίας, σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν, το μεν δεν παρέχει στην αναιρεσείουσα ένα κεκτημένο δικαίωμα σε διατήρηση μιας συνοχής της νομολογίας των εθνικών δικαστηρίων και, συνακολούθως, σε μία σταθερή (πάγια) νομολογία, το δε αναγνωρίζεται ως εγγενές (και όχι ανώμαλο) στοιχείο ενός κράτος δικαίου, δοθέντος ότι οι ερμηνευτικές διαφοροποιήσεις στις αποφάσεις των εσωτερικών δικαστηρίων - πέραν από αναπόφευκτες - είναι τελικά στοιχείο ενός δυναμικού και εξελισσόμενου νομικού συστήματος, απαραίτητες για κάθε προσπάθεια μεταρρυθμίσεως και βελτιώσεως, χωρίς αυτό από μόνο του να υπονομεύει την ασφάλεια δικαίου και να συνιστά παραβίαση της αρχής της δίκαιης δίκης.

Σε κάθε περίπτωση πάντως, ενόψει του ότι η ειδική διαχείριση θεσπίστηκε το έτος 2014, με συνέπεια η νομολογιακή εφαρμογή του εν λόγω θεσμού να είναι περιορισμένη, όπως, άλλωστε, προκύπτει και από τον αριθμό των αποφάσεων που έχουν δημοσιευθεί μέχρις στιγμής, η επικαλούμενη από την αναιρεσείουσα αποκλίνουσα νομολογία των Μονομελών Πρωτοδικείων της χώρας, οι αποφάσεις των οποίων εκδόθηκαν εντός χρονικού διαστήματος μόνο τριών (3) ετών περίπου, δεν αποτελεί "βαθειά και επιμένουσα απόκλιση", όπως το γεγονός αυτό ερμηνεύθηκε αυθεντικά με τις προαναφερόμενες αποφάσεις του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου, αλλά αντίθετα αποτελεί το χαρακτηριστικό και αναπόφευκτο στοιχείο της ερμηνευτικής διεργασίας, ενώ, σε κάθε περίπτωση, πρέπει να αναφερθεί ότι έχει προβλεφθεί από το εσωτερικό δίκαιο (άρθρο 557 του ΚΠολΔ) ως μηχανισμός καταστολής των αποκλίσεως αυτών, η άσκηση αναιρέσεως υπέρ του νόμου.

[Β] Περαιτέρω, η αναιρεσείουσα ισχυρίζεται ότι άσκησε την ένδικη αίτηση αναιρέσεως, εκπροσωπούμενη από το τελευταίο Διοικητικό της Συμβούλιο, που είχε εκλεγεί πριν από την υπαγωγή της σε ειδική διαχείριση και συγκεκριμένα από την Πρόεδρο και Διευθύνουσα Σύμβουλο αυτού Π. Π., κατ' ανάλογη εφαρμογή της διατάξεως του άρθρου 17 παρ. 3 εδ.

β' του ΠτΚ., επικαλούμενη σύγκρουση συμφερόντων - καθηκόντων στο πρόσωπο της διορισθείσας με την προσβαλλόμενη απόφαση ειδικής διαχειρίστριας με το νομικό πρόσωπο της υπό διαχείριση εταιρίας, άλλως αδράνεια αυτής (ειδικής διαχειρίστριας) για την άσκηση της ένδικης αιτήσεως αναιρέσεως, σε συνδυασμό με τον αναπότρεπτο κίνδυνο παρελεύσεως άπρακτης της προθεσμίας για την άσκησή της.

Επί του ισχυρισμού αυτού λεκτέα τα εξής: Από τις διατάξεις των άρθρων 68, 556 και 557 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι, προϋπόθεση του παραδεκτού της αιτήσεως αναιρέσεως αποτελεί η ενεργητική νομιμοποίηση του αναιρεσείοντος και το έννομο συμφέρον αυτού για αναίρεση της προσβαλλομένης αποφάσεως. Ο αναιρεσείων πρέπει να επικαλείται στην αίτησή του για αναίρεση της προσβαλλομένης αποφάσεως τη συνδρομή των προϋποθέσεων αυτών, που ερευνάται, άλλωστε, και αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο σε κάθε στάση της δίκης, με ελεύθερη απόδειξη και η έλλειψή τους συνεπάγεται την απόρριψη της αιτήσεώς του ως απαράδεκτης.

Ενεργητική νομιμοποίηση είναι η εξουσία διεξαγωγής ορισμένης δίκης για συγκεκριμένη έννομη σχέση, που καθορίζεται, κατά κανόνα, ως προς το αντικείμενό της και τους φορείς της από το ουσιαστικό δίκαιο, έννομο δε συμφέρον υπάρχει όταν η πληττόμενη απόφαση βλάπτει ή εκθέτει σε κίνδυνο βλάβης συγκεκριμένα ιδιωτικά δικαιώματα ή νόμιμα συμφέροντα του αναιρεσείοντος, όταν δηλαδή αναπτύσσει δυσμενείς συνέπειες για τη νομική του κατάσταση (ουσιαστική ή δικονομική).

Εξ άλλου, κατά τη διάταξη της παρ. 2 του άρθρου 72 Ν. 4307/2014 "Μετά τη δημοσίευση της απόφασης της προηγούμενης παραγράφου η εξουσία των καταστατικών οργάνων διοίκησης και διαχείρισης της επιχείρησης περιέρχεται στο σύνολό της στον διοριζόμενο ειδικό διαχειριστή. Ο ειδικός διαχειριστής αναλαμβάνει την εκπροσώπηση της εταιρίας έναντι τρίτων και τη διεκπεραίωση των καθημερινών της συναλλαγών, συμπεριλαμβανομένης και της σύνταξης οικονομικών καταστάσεων και της υποβολής φορολογικών δηλώσεων, ενώ αναστέλλεται για τη διάρκεια της ειδικής διαχείρισης η υποχρέωση έγκρισης των οικονομικών καταστάσεων από τη γενική συνέλευση των μετόχων".

Από την παραπάνω διάταξη συνάγεται ερμηνευτικώς ότι, από της δημοσιεύσεως της αποφάσεως, η οποία δέχεται το αίτημα υπαγωγής της οφειλέτιδος επιχειρήσεως στην έκτακτη διαδικασία ειδικής διαχειρίσεως, τόσο η διαχειριστική όσο και η εκπροσωπευτική εξουσία των εταιρικών οργάνων διοίκησης περιέρχεται, στο σύνολό της και χωρίς εξαιρέσεις, στον διοριζόμενο ειδικό διαχειριστή.

Όψη της εκπροσωπευτικής εξουσίας των εταιρικών οργάνων, η οποία περιέρχεται, κατά τα παραπάνω, αποκλειστικά στον ειδικό διαχειριστή, είναι αναμφίβολα και η εκπροσώπηση της οφειλέτιδος εταιρίας ενώπιον των Δικαστηρίων, ως προς την άσκηση παντός ενδίκου βοηθήματος ή ενδίκου μέσου, την παράσταση στη συζήτηση αυτού, την κατάθεση προτάσεων, την περάτωση της δίκης με δικαστικό συμβιβασμό, την παραίτηση από το δικόγραφο ή και από το επίδικο δικαίωμα κ.ο.κ.

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του εδ. β' της παρ. 3 του άρθρου 17 ΠτΚ, "Ο οφειλέτης δεν νομιμοποιείται μετά τη κήρυξη της πτώχευσης σε δίκες που αφορούν την πτωχευτική περιουσία. Μόνο σε περίπτωση κατεπείγοντος και αδράνειας του συνδίκου νομιμοποιείται, κατ' εξαίρεση, στη λήψη των αναγκαίων μέτρων για την προστασία της πτωχευτικής περιουσίας.

Σε κάθε περίπτωση, ο οφειλέτης έχει το δικαίωμα να παρεμβαίνει προσθέτως στις δίκες που διεξάγει ο σύνδικος". Η τελευταία αυτή διάταξη δεν μπορεί να εφαρμοσθεί αναλογικά στην περίπτωση της αδράνειας ή συγκρούσεως συμφερόντων του ειδικού διαχειριστή στη διαδικασία του ν. 4307/2014, με την υπό διαχείριση εταιρία, καθ' όσον στην προκειμένη περίπτωση δεν πληρούνται οι απαιτούμενες προϋποθέσεις της αναλογίας του νόμου, που είναι:

α) η ύπαρξη γνησίου (δηλαδή ακουσίου) και εμφανούς κενού νόμου, με την έννοια της αντίθετης προς το κανονιστικό σχέδιο του νομοθέτη ατέλειας ή ελλείψεως στη ρύθμιση και β) η νομικώς κρίσιμη ομοιότητα του ρυθμιστέου πραγματικού με άλλο, ρυθμισμένο από την έννομη τάξη, και καταλληλότητα της ρυθμίσεως που διέπει το ρυθμισμένο πραγματικό για το ρυθμιστέο, ενόψει ιδίως συστηματικών και τελολογικών ρυθμίσεων.

Ειδικότερα, η διάταξη της παρ. 2 του άρθρου 72 του ν. 4307/2014 εμφανίζει πληρότητα, υπό την έννοια ότι η ρύθμισή της καλύπτει το σύνολο των διαχειριστικών και εκπροσωπευτικών εξουσιών και αρμοδιοτήτων των οργάνων της οφειλέτιδος εταιρίας, δηλαδή, προκειμένου περί Α.Ε., του Διοικητικού της Συμβουλίου. Ο διοριζόμενος ειδικός διαχειριστής υποκαθίσταται, κατά τη σαφή, μονοσήμαντη και αδιάστικτη διατύπωση της διατάξεως, σε όλες ανεξαιρέτως τις εκπροσωπευτικές (και διαχειριστικές) εξουσίες του Διοικητικού Συμβουλίου της οφειλέτιδος ανώνυμης εταιρίας, μη υφισταμένου, επομένως, εν προκειμένω, ακούσιου κενού νόμου.

Δεν συντρέχει, όμως, εν προκειμένω, ούτε η νομικώς κρίσιμη ομοιότητα μεταξύ ρυθμιστέου (αδράνεια ή σύγκρουση συμφερόντων ειδικού διαχειριστή στη διαδικασία του ν. 4307/2014) και ρυθμιζόμενου (πρόνοιες του εδ. β' του άρθρου 17 παρ.3 του ΠτΚ για την κατ' εξαίρεση νομιμοποίηση του οφειλέτη σε δίκες περί την πτωχευτική περιουσία επί αδράνειας του συνδίκου).

Τούτο δε για το λόγο ότι στην πτώχευση δεν προβλέπεται η καθ' ολοκληρίαν περιέλευση των αρμοδιοτήτων των εταιρικών διαχειριστικών και εκπροσωπευτικών οργάνων της οφειλέτιδος εταιρίας στο πρόσωπο του συνδίκου (όπως συμβαίνει στην ειδική διαχείριση), η δε γενικότερη εξουσία του συνδίκου είναι περιορισμένη.

Τα εταιρικά όργανα της πτωχής εταιρίας δεν "αργούν", αλλά ασκούν κανονικά τις αρμοδιότητές τους, κατά το νόμο και το καταστατικό, με την εξαίρεση των πράξεων διαχειρίσεως και εκπροσωπήσεως που άπτονται της εταιρικής περιουσίας. Έτσι διατηρούν, μεταξύ άλλων, τις οικείες αρμοδιότητες σε σχέση με την εξωπτωχευτική περιουσία της εταιρίας, ήτοι τη μη υποκείμενη στην πτωχευτική απαλλοτρίωση π.χ.

σε σχέση με εταιρικές συμμετοχές της οφειλέτιδος εταιρίας σε προσωπικές εταιρίες, συμμετοχές ακατάσχετες κατ' άρθρο 982 παρ. 2 περ. β' του ΚΠολΔ Τα εταιρικά όργανα (επί Α.Ε., το Διοικητικό Συμβούλιο και ενδεχόμενοι υποκατάστατοί του) νομιμοποιούνται πλήρως σε δίκες με αντικείμενο αδικοπραξία ή προσβολή της προσωπικότητας που συντελέστηκαν μετά την κήρυξη της πτωχεύσεως (ΑΠ 1615/2007), όπως και σε παράσταση πολιτικής αγωγής σε ποινική δίκη για ικανοποίηση ηθικής βλάβης από αδίκημα, αλλά και σε άσκηση της σχετικής αγωγής, ενώπιον των πολιτικών δικαστηρίων (ΟλΑΠ 2/2012), οπωσδήποτε δε, διατηρούν πλήρεις τις κατά το νόμο και το καταστατικό αρμοδιότητές τους για τις ενδοεταιρικές σχέσεις και υποθέσεις (π.χ.

σύγκληση Γενικής Συνελεύσεως).

Εξ άλλου, ο ΠτΚ προβλέπει, υπό τις προϋποθέσεις του άρθρου 18, την ανάθεση της διοικήσεως της πτωχευτικής περιουσίας στον οφειλέτη, δυνατότητα άγνωστη στην έκτακτη διαδικασία της ειδικής διαχειρίσεως του ν. 4307/2014, παρά την ομοίως εκτελεστική - εκκαθαριστική (δυνητικά βεβαίως και εξυγιαντική) της φύση. Τέλος, ο νομοθέτης του νόμου 4307/2014, ενώ είχε αναμφίβολα προ οφθαλμών τη ρύθμιση των άρθρων 17 και 18 του ΠτΚ, απέστη ενσυνειδητά από αυτήν και μάλιστα για συγκεκριμένους λόγους:

Ratio της εν λόγω αποκλίσεως είναι προφανώς η αποθάρρυνση της διαθέσεως του οφειλέτη (ή, εν πάση περιπτώσει, των εταιρικών του οργάνων ή των αληθών φορέων του συμφέροντος, ήτοι των μετόχων ή εταίρων) να δώσει "μάχη οπισθοφυλακών" για τη διατήρηση του ελέγχου της επιχειρήσεως, ακόμη και λειτουργώντας ως τροχοπέδη στην ταχεία εκποίηση της επιχειρήσεως ως συνόλου ή κλάδου της ή έστω επιμέρους σημαντικών περιουσιακών στοιχείων, όσο η επιχείρηση παραμένει σε λειτουργία, πράγμα που όμως αποτελεί ακριβώς τη ratio της διαδικασίας.

Το πνεύμα αυτό του νομοθέτη προκύπτει, κατ' αρχήν, από την ίδια την πρόβλεψή του να επιτευχθεί η ολοκλήρωση της διαδικασίας και του λειτουργήματος του ειδικού διαχειριστή εντός συντομότατου χρονικού διαστήματος από την έναρξη της διαδικασίας (άρθρο 69 παρ. 3 ν. 4307/2014), αλλά και από μία σειρά άλλων διατάξεων, όπως ο ορισμός της δικασίμου για την εκδίκαση της αιτήσεως εντός διμήνου από την υποβολή της (άρθρο 70 παρ. 2 εδ.

α' ν. 4307/2014), η δυνατότητα παρεμβάσεως προσθέτως των πιστωτών της επιχειρήσεως χωρίς την τήρηση προδικασίας, η οποία πρέπει υποχρεωτικά να προσδιορίζεται στην αρχική δικάσιμο, χωρίς να είναι δυνατή η αναβολή της συζητήσεως λόγω ασκηθείσας παρεμβάσεως (άρθρο 70 παρ. 2 εδ. δ' - ε' ν. 4307/2014), ή η περιορισμένη μόνον δυνατότητα ασκήσεως ενδίκων μέσων ή άλλων ενδίκων βοηθημάτων, αναλόγως αν γίνεται δεκτή ή απορρίπτεται η σχετική αίτηση (άρθρο 70 παρ. 1 εδ.

β', 71 παρ. 5 και 6 ν. 4307/2014). Με άλλα λόγια, η ταχύτητα με την οποία η διαδικασία ειδικής διαχειρίσεως μπορεί να οδηγήσει σε εκποίηση της επιχειρήσεως του οφειλέτη ως συνόλου (ή κλάδου αυτής ή επιμέρους περιουσιακού στοιχείου της), ταχύτητα, η οποία οφείλεται στην κατάστρωση της διαδικασίας και η οποία ακριβώς εξασφαλίζει την πιθανότητα εκποιήσεως προ της απαξιώσεως (επομένως και σε υψηλότερο τίμημα, επ' ωφελεία των πιστωτών, αλλά και του φορέα της επιχειρήσεως), θα ματαιωνόταν αν υπήρχε η δυνατότητα εμπλοκής σε ατέρμονες δικαστικές διαμάχες αναφορικά με την υπαγωγή στην έκτακτη διαδικασία ειδικής διαχειρίσεως.

Και η πρωτοβουλία για μια τέτοια παρέλκυση δεν μπορεί παρά να προέρχεται, κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων, μόνον από το φορέα της επιχειρήσεως, της οποίας ζητείται η υπαγωγή στην έκτακτη διαδικασία ειδικής διαχειρίσεως. Άλλωστε, αν ο νομοθέτης ήθελε πράγματι μια τέτοια εξαίρεση, θα την θέσπιζε ειδικώς, όπως για παράδειγμα είχε πράξει, κατά το παρελθόν, στο πλαίσιο της ειδικής εκκαθαρίσεως του άρθρου 9 παρ. 3 Ν. 1386/1983, σύμφωνα με την οποία "Με τη δημοσίευση της απόφασης του Εφετείου, που ορίζεται ο εκκαθαριστής, παύει αυτόματα η εξουσία των οργάνων διοίκησης της εταιρείας ή η τυχόν προσωρινή διοίκηση του Ο.Α.Ε., αναστέλλεται η περαιτέρω πτωχευτική διαδικασία, απαγορεύεται η αναγκαστική εκτέλεση και η λήψη προσωρινών, συντηρητικών ή προφυλακτικών μέτρων και αναστέλλονται οι τυχόν εκκρεμείς σχετικές διαδικασίες.

Η διοίκηση, διαχείριση και εκπροσώπηση της επιχείρησης ανήκει στον εκκαθαριστή. Κατά τις περιπτώσεις που δικαστικές ή εξώδικες ενέργειες του εκκαθαριστή στρέφονται κατά της εταιρείας ως οφειλέτου, η εκπροσώπηση της τελευταίας γίνεται από το διοικητικό συμβούλιο που είχε νόμιμα εκλεγεί πριν από την τυχόν πτώχευση ή την υπαγωγή της στην προσωρινή διοίκηση του Ο.Α.Ε.

ή την υπαγωγή της στις διατάξεις της παραγράφου 3 του άρθρου 7 του νόμου αυτού, κατά περίπτωση. Η θητεία αυτού του διοικητικού συμβουλίου, για την περίπτωση αυτή, θεωρείται ότι είχε ανασταλεί για όσο χρονικό διάστημα διήρκεσαν η πτώχευση ή η προσωρινή διοίκηση και παρατείνεται μέχρι τη λήξη της εκκαθάρισης".

Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, εφόσον δεν δύναται να εφαρμοστεί αναλογικά, εν προκειμένω, η διάταξη του άρθρου 17 παρ. 3 εδ. β' του ΠτΚ., η ένδικη αίτηση αναιρέσεως ασκήθηκε από αναρμόδιο εκπροσωπευτικό όργανο της αναιρεσείουσας και, συνεπώς, είναι και για το λόγο αυτό απορριπτέα, ως απαράδεκτη.

[Γ] Από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 553 παρ.1 στοιχ. β', 577 παρ. 2, 321 και 495 παρ. 1 του ΚΠολΔ συνάγεται ότι σε αναίρεση υπόκειται η απόφαση που έχει καταστεί τελεσίδικη, εκείνη δηλαδή η οποία, απεκδύοντας το δικαστήριο από κάθε περαιτέρω εξουσία, περατώνει τη δίκη επί της αγωγής και δεν μπορεί να προσβληθεί με ανακοπή ερημοδικίας και έφεση. Εξάλλου, ο χαρακτήρας της αποφάσεως ως τελεσίδικης ή μη κρίνεται κατά το χρόνο της ασκήσεως του ενδίκου μέσου της αναιρέσεως, ήτοι της καταθέσεως του σχετικού δικογράφου της στη γραμματεία του δικαστηρίου που έχει εκδώσει την προσβαλλομένη απόφαση. Τέλος, αν δεν συνομολογείται ή δεν αποδεικνύεται η τελεσιδικία της προσβαλλομένης με αναίρεση αποφάσεως (με την προσκομιδή αποδεικτικών επιδόσεώς της ή πιστοποιητικού του αρμοδίου γραμματέως ότι δεν ασκήθηκε κατ' αυτής έφεση, ή ότι εχώρησε παραίτηση από την ασκηθείσα έφεση κ.λπ.) τότε η αναίρεση απορρίπτεται, ως απαράδεκτη, κατ' αυτεπάγγελτη έρευνα του δικαστηρίου (ΑΠ 92/2017, ΑΠ 242/2015).

Στην προκειμένη περίπτωση, η αναιρεσείουσα, ισχυριζόμενη ότι η διάταξη του άρθρου 70 παρ. 1 εδ. β' του ν. 4307/2014 αντίκειται στο Σύνταγμα και το άρθρο 6 παρ. 1 της Ε.Σ.Δ.Α. και είναι, επομένως, ανεφάρμοστη, υποστηρίζει περαιτέρω ότι εφαρμοστέες, εν προκειμένω, τυγχάνουν οι κοινές διατάξεις των άρθρων 741 σε συνδυασμό με 552 επ.

του ΚΠολΔ, κατά τις οποίες πρέπει να κριθεί το επιτρεπτό και οι λοιποί όροι του παραδεκτού της ένδικης αιτήσεως αναιρέσεως (βλ. σελ. 6 και 12 του αναιρετηρίου). Ωστόσο, και αν ακόμη ήθελε θεωρηθεί ότι εφαρμοστέες στην προκειμένη περίπτωση είναι οι κοινές διατάξεις των άρθρων 741 σε συνδυασμό με 552 επ. ΚΠολΔ και πάλι η ένδικη αίτηση αναιρέσεως, που ασκήθηκε, με κατάθεσή της, από την πληρεξούσια δικηγόρο της αναιρεσείουσας, στις 17-07-2019, όπως τούτο αποδεικνύεται από την στο τέλος του δικογράφου της καταχωρημένη σχετική έκθεση του αρμόδιου Γραμματέα του Πρωτοδικείου Αθηνών, εφ' όσον δεν συνομολογείται από τις αναιρεσίβλητες η τελεσιδικία της προσβαλλομένης αποφάσεως, αλλά ούτε και αποδεικνύεται από τα περιεχόμενα στη δικογραφία έγγραφα ότι η ανωτέρω προσβαλλομένη απόφαση, που δημοσιεύθηκε στις 18-06-2019, κοινοποιήθηκε από κάποιον από τους διαδίκους, ώστε κατά τον χρόνο καταθέσεως αυτής να έχει παρέλθει η προθεσμία της εφέσεως, θα ήταν απαράδεκτη (πέραν των προαναφερομένων λόγων) και για τον προκείμενο λόγο και πρέπει, κατά παραδοχή της και αυτεπαγγέλτως ερευνώμενης σχετικής ενστάσεως των αναιρεσιβλήτων, να απορριφθεί.

Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, η ένδικη από 14-07-2019 με ειδικό αριθμό καταθέσεως 97/2019 αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη και να καταδικαστεί η αναιρεσείουσα, λόγω της ήττας της, στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσιβλήτων, οι οποίες κατέθεσαν προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα των τελευταίων (άρθρα 176, 180, 183, 189 παρ. 1 και 191 παρ. 2 του ΚΠολΔ), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.

Τέλος, πρέπει να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος από την αναιρεσείουσα παραβόλου, λόγω της ήττας της, στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 εδ. ε' του ΚΠολΔ, όπως ισχύει και εφαρμόζεται στην παρούσα υπόθεση μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του ν. 4335/2015, που ισχύει, κατ' άρθρο 1 άρθρο ένατο παρ. 2 και 4 αυτού, για τα ένδικα μέσα που κατατίθενται από 01-01-2016).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 14-07-2019 με ειδικό αριθμό καταθέσεως 97/2019 αίτηση για αναίρεση της 1560/2019 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.

ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ την αναιρεσείουσα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσιβλήτων, το ύψος των οποίων καθορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ, για την κάθε μία. Και

ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την εισαγωγή του κατατεθέντος από την αναιρεσείουσα παραβόλου στο δημόσιο ταμείο.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 4 Δεκεμβρίου 2020.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 31 Δεκεμβρίου 2020.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ