Legislator Case Law & Legislation
1335/2017 AI generated

1335/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1335/2017
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ελένη Διονυσοπούλου, Σοφία Ντάντου, Γεώργιο Χοϊμέ και Αλεξάνδρα Κακκαβά, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

1335/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Η πληρεξούσια του παραστάντος αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

Keywords

AI generated
psychiatric work incapacity loss of earning capacity unfit notwithstanding health condition post-service health impairment deportation despite health issues severe health impairment
AI generated
441/2017
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ελένη Διονυσοπούλου, Σοφία Ντάντου, Γεώργιο Χοϊμέ και Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου, Αρεοπαγίτες.
1520/2007
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 23 Φεβρουαρίου 2007, με την παρουσία και της Γραμματέως Μάρθας Ψαραύτη, για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20 Νοεμβρίου 2003 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4221/2004 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 4382/2005 οριστική του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 20 Φεβρουαρίου 2005 αίτησή του.
1650/2017
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Σοφία Ντάντου, Γεώργιο Χοϊμέ, Αλεξάνδρα Κακκαβά και Ναυσικά Φράγκου, Αρεοπαγίτες.
535/2023
Με την από 1.2.2022 και με αριθ.
1303/2009
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20 Ιανουαρίου 2003 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3241/2004 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου και 8119/2005 μη οριστική και 3628/2006 οριστική του Εφετείου Αθηνών.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1335 / 2017 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1335/2017

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ’ Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ελένη Διονυσοπούλου, Σοφία Ντάντου, Γεώργιο Χοϊμέ και Αλεξάνδρα Κακκαβά, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 3 Μαρτίου 2017, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: H. N. του Y., προσωρινά διαμένουσας στο ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Παπουτσή με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) G. M. του I. (Γ. Μ. του Ι.), κατοίκου ..., 2) εταιρείας με την επωνυμία "... LTD", που εδρεύει στη ... και εκπροσωπείται νόμιμα, οι οποίοι δεν παραστάθηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν στο ακροατήριο και 3) ΝΠΙΔ με την επωνυμία "...", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, ως εκπροσώπου και αντικλήτου του Βουλγαρικού Γραφείου Διεθνούς Ασφάλισης "...", που εδρεύει στη …, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Αλεξάνδρα Ταμπαλή, που δήλωσε στο ακροατήριο ότι ανακαλεί την από 1-3-2017 δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και παρίσταται.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 28-3-2008 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας και του H. M. του M., μη διαδίκου στην παρούσα δίκη, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Καβάλας και συνεκδικάστηκε με τις αγωγές άλλων προσώπων, μη διαδίκων στην παρούσα δίκη, καθώς και με τις με αρ. εκθ. καταθ. .../23-5-2008 ανακοινώσεις δίκης - προσεπικλήσεις σε αναγκαστική παρέμβαση - παρεμπίπτουσες αγωγές του ήδη 3ου των αναιρεσιβλήτων.

Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 73/2009 εν μέρει οριστική και 34/2014 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 295/2015 του Μονομελούς Εφετείου Θράκης.

Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 9-3-2016 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Ελένη Διονυσοπούλου, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο η αναιρεσείουσα και το 3ο των αναιρεσιβλήτων όπως σημειώνεται πιο πάνω.

Η πληρεξούσια του παραστάντος αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τις διατάξεις των άρθρων 576 παρ. 1-3 Κ.Πολ.Δ., στην τελευταία των οποίων προστέθηκε με το άρθρο 62 του Ν. 4139/ 2013 δεύτερο εδάφιο, που καταλαμβάνει και τις εκκρεμείς υποθέσεις, σύμφωνα με το άρθρο 98 παρ. 1 του ίδιου νόμου προκύπτει ότι αν κατά τη συζήτηση της αίτησης για αναίρεση κάποιος από τους διαδίκους δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί και δε λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει ποιος επισπεύδει τη συζήτηση.

Αν την επισπεύδει ο διάδικος που απουσιάζει, η υπόθεση συζητείται ως εάν ήταν παρόντες οι διάδικοι. Αν όμως την επισπεύδει ο αντίδικός του, ερευνάται αν ο διάδικος που δεν εμφανίσθηκε ή αν και εμφανίσθηκε δεν έλαβε μέρος στη συζήτηση με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα από τον επισπεύδοντα τη συζήτηση.

Στην περίπτωση που δεν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα, η συζήτηση κηρύσσεται απαράδεκτη και η υπόθεση επαναφέρεται με νέα κλήτευση. Αν δε στη δίκη συμμετέχουν περισσότεροι και κάποιος από αυτούς απουσιάζει ή δεν συμμετέχει νόμιμα και δεν έχει κλητευθεί νόμιμα και εμπρόθεσμα από τον επισπεύδοντα τη συζήτηση, αυτή κηρύσσεται απαράδεκτη για όλους εφόσον συνδέονται με το δεσμό της αναγκαστικής ομοδικίας.

Στην περίπτωση όμως της απλής ομοδικίας κηρύσσεται απαράδεκτη η συζήτηση ως προς εκείνον που απουσιάζει και δεν κλητεύθηκε νομίμως, ή δε συμμετέχει νόμιμα και η συζήτηση προχωράει ως προς τους λοιπούς. Στην προκειμένη περίπτωση κατά την εκφώνηση της υπόθεσης από τη σειρά του πινακίου κατά την αναφερόμενη στην αρχή της απόφασης δικάσιμο (3-3-2017) δεν εμφανίσθηκαν ο πρώτος και η δεύτερη των αναιρεσιβλήτων, ούτε κατέθεσαν δήλωση ότι δε θα παραστούν κατά την εκφώνησή της, σύμφωνα με τα άρθρα 242 παρ. 2 και 572 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.

Από τα έγγραφα της δικογραφίας προκύπτει ότι τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης επισπεύδει η αναιρεσείουσα, πλην όμως δεν προκύπτει ότι οι απολειπόμενοι παραπάνω αναιρεσίβλητοι κλητεύθηκαν για να παραστούν κατά την προαναφερόμενη δικάσιμο και έτσι θεωρούνται δικονομικώς απόντες.

Συνεπώς πρέπει ενόψει του ότι συνδέονται με το τρίτο των αναιρεσιβλήτων με το δεσμό της απλής ομοδικίας να χωρισθεί η υπόθεση, να κηρυχθεί απαράδεκτη η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης ως προς αυτούς και να χωρήσει η συζήτηση ως προς το τρίτο των αναιρεσιβλήτων.

Από την παραδεκτή κατ’ άρθρο 561 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ. επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της υπόθεσης, προκύπτουν τα ακόλουθα κατά το ενδιαφέρον την αναιρετική δίκη μέρος: Η αναιρεσείουσα άσκησε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Καβάλας αγωγή κατά των αναιρεσιβλήτων, με την οποία ζήτησε να υποχρεωθούν να της καταβάλουν αποζημίωση για το διαφυγόν κέρδος, χρηματική ικανοποίηση για την αποκατάσταση της ηθικής βλάβης, που υπέστη από το αναφερόμενο σ’ αυτήν αυτοκινητικό ατύχημα, καθώς και ειδική χρηματική παροχή κατ’ άρθρο 931 ΑΚ, λόγω της αναπηρίας της, που προκλήθηκε από το ίδιο ατύχημα, το οποίο συνέβη από αμέλεια του πρώτου των αναιρεσιβλήτων κατά την οδήγηση οχήματος, με συνήθη τόπο στάθμευσης τη Βουλγαρία, και εφοδιασμένο με πιστοποιητικό διεθνούς ασφάλισης, που ανήκει στην κυριότητα της δεύτερης τούτων, ασφαλισμένο για ζημιές τρίτων στη Βουλγαρία, με αντίκλητό του ασφαλιστή στην Ελλάδα το τρίτο αναιρεσίβλητο.

Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η 73/2009 κατά ένα μέρος οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, με την οποία αφού κρίθηκε αποκλειστικά υπαίτιος στην πρόκληση του ενδίκου ατυχήματος ο εναγόμενος οδηγός του ζημιογόνου οχήματος και συνυπαίτια στην έκταση των σωματικών βλαβών της η αναιρεσείουσα, απορρίφθηκε ως κατ’ ουσίαν αβάσιμο το κεφάλαιο αυτής περί διαφυγόντων κερδών, λόγω ανικανότητας της τελευταίας προς εργασία και έγινε δεκτή κατά ένα μέρος, ως ουσιαστικά βάσιμη η αγωγή, ως προς το κεφάλαιο της χρηματικής ικανοποίησης για την αποκατάσταση της ηθικής της βλάβης.

Με την ίδια απόφαση αναβλήθηκε η εκδίκαση της αγωγής ως προς το κεφάλαιο της αποζημίωσης από το άρθρο 931 ΑΚ, ως προς το οποίο διατάχθηκε η διενέργεια ιατρικής πραγματογνωμοσύνης, μετά τη διεξαγωγή της οποίας εκδόθηκε η 34/2014 απόφαση του ίδιου δικαστηρίου, με την οποία απορρίφθηκε κατ’ ουσίαν η αγωγή, ως προς το προαναφερόμενο κεφάλαιο.

Κατά των αποφάσεων αυτών του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου (για την πρώτη ως προς την οριστική της κρίση) άσκησε έφεση η αναιρεσείουσα, που απορρίφθηκε κατ’ ουσίαν με την 295/2015 απόφαση του Εφετείου Θράκης, η οποία προσβάλλεται με την ένδικη αίτηση αναίρεσης. Επειδή, από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 Κ.Πολ.Δ., προκύπτει ότι λόγος αναίρεσης για ευθεία παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ιδρύεται αν αυτός δεν εφαρμόστηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αν εφαρμόστηκε ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή.

Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ’ ουσίαν, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση και τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των περιστατικών στην διάταξη στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται.

Εξάλλου, κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 19 Κ.Πολ.Δ. η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση όταν στο αιτιολογικό, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν αναφέρονται καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης, λόγω αντιφατικών ή ανεπαρκών αιτιολογιών, όταν από το αιτιολογικό της απόφασης, δεν προκύπτουν κατά τρόπο πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία, σύμφωνα με το νόμο, είναι αναγκαία για την κρίση στη συγκεκριμένη περίπτωση ότι συντρέχουν οι όροι της διάταξης που εφαρμόσθηκε ή ότι δεν συντρέχουν οι όροι της εφαρμογής της.

Ιδρύεται, δηλαδή, ο λόγος αυτός αναίρεσης όταν από τις παραδοχές της απόφασης δημιουργούνται αμφιβολίες για το αν παραβιάσθηκε ή όχι ουσιαστική διάταξη νόμου. Αναφέρεται σε πλημμέλειες αναγόμενες στη διατύπωση του αποδεικτικού πορίσματος, στο οποίο στηρίζεται το διατακτικό της απόφασης. Δεν ιδρύεται, όμως, ο λόγος αυτός αναίρεσης, όταν υπάρχουν ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση αυτών και στην αιτιολόγηση της εξαγωγής από αυτές του αποδεικτικού πορίσματος, αρκεί τούτο να εκτίθεται πλήρως, σαφώς και χωρίς αντιφάσεις.

Ως ζητήματα δε, των οποίων η αιτιολόγηση κατά τρόπο αντιφατικό ή ανεπαρκή, στερεί από νόμιμη βάση την απόφαση, νοούνται οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, που τείνουν, δηλαδή, στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του δικαιώματος που ασκήθηκε, είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, όπως είναι και τα αναγκαία, κατά νόμο, περιστατικά, προς στήριξη της αγωγής ή κάποιας νόμιμης ένστασης.

Περαιτέρω κατά τη διάταξη του άρθρου 931 ΑΚ "η αναπηρία η παραμόρφωση που προξενήθηκε στον παθόντα λαμβάνεται υπόψη κατά την επιδίκαση της αποζημίωσης αν επιδρά στο μέλλον του". Η διάταξη αυτή προβλέπει επιδίκαση από το δικαστήριο χρηματικής παροχής στον παθόντα αναπηρία ή παραμόρφωση, εφόσον συνεπεία αυτών επηρεάζεται το μέλλον του.

Η χρηματική αυτή παροχή δεν αποτελεί αποζημίωση, εφόσον η τελευταία εννοιολογικώς συνδέεται με την επίκληση και απόδειξη ζημίας περιουσιακής, δηλαδή διαφοράς μεταξύ της περιουσιακής καταστάσεως μετά το ζημιογόνο γεγονός και εκείνης που θα υπήρχε χωρίς αυτό. Η συνεπεία της αναπηρίας ή παραμορφώσεως ανικανότητα προς εργασία, εφόσον προκαλεί στον παθόντα περιουσιακή ζημία, αποτελεί βάση αξιώσεως προς αποζημίωση, που στηρίζεται στη διάταξη του άρθρου 929 Α.Κ. (αξίωση διαφυγόντων εισοδημάτων).

Όμως, η αναπηρία ή παραμόρφωση ως τοιαύτη δεν σημαίνει κατ’ ανάγκη πρόκληση στον παθόντα περιουσιακής ζημίας. Τούτο συμβαίνει σε ανήλικο, που δεν έχει εισέλθει ακόμη στην παραγωγική διαδικασία και δεν μπορεί ήδη από την επέλευση της αναπηρίας ή παραμορφώσεως να επικαλεσθεί περιουσιακή ζημία καθ’ όσον, δεν μπορεί να γίνει πρόβλεψη, ότι η αναπηρία ή παραμόρφωση θα προκαλέσει στον παθόντα συγκεκριμένη περιουσιακή ζημία.

Είναι όμως βέβαιο, ότι η αναπηρία ή παραμόρφωση ανάλογα με το βαθμό της και τις λοιπές συντρέχουσες περιστάσεις (ηλικία, φύλο, κλίσεις και επιθυμίες του παθόντος) οπωσδήποτε θα έχει δυσμενή επίδραση στην κοινωνική - οικονομική εξέλιξη τούτου, κατά τρόπο όμως που δεν δύναται επακριβώς να προσδιορισθεί.

Η δυσμενής αυτή επίδραση είναι δεδομένη και επομένως, δεν δικαιολογείται εμμονή στην ανάγκη προσδιορισμού του ειδικού τρόπου της επιδράσεως αυτής και των συνεπειών της στο κοινωνικό, οικονομικό μέλλον του παθόντος. Προέχον και κρίσιμο είναι το γεγονός της αναπηρίας ή παραμορφώσεως ως βλάβης του σώματος ή της υγείας του προσώπου, ως ενός αυτοτελούς έννομου αγαθού, που απολαύει και συνταγματικής προστασίας, σύμφωνα με τις παραγράφους 3 και 6 του άρθρου 21 του Συντάγματος, όχι μόνο στις σχέσεις των πολιτών προς το Κράτος, αλλά και στις μεταξύ τους σχέσεις, χωρίς αναγκαίως η προστασία αυτή να συνδέεται με αδυναμία οικονομικών ωφελημάτων ή πλεονεκτημάτων.

Έτσι, ορθότερη κρίνεται η ερμηνεία της διατάξεως του άρθρου 931 Α.Κ. που την καθιστά εφαρμόσιμη, σύμφωνα με την οποία προβλέπεται από τη διάταξη αυτή η επιδίκαση στον παθόντα αναπηρία ή παραμόρφωση ενός εύλογου χρηματικού ποσού, ακριβώς λόγω της αναπηρίας και παραμορφώσεως, χωρίς σύνδεση με συγκεκριμένη περιουσιακή ζημία, η οποία άλλωστε και δεν δύναται να προσδιοριστεί.

Το ποσόν του επιδικαζομένου εύλογου χρηματικού ποσού καθορίζεται με βάση το είδος και τις συνέπειές της αφενός και την ηλικία του παθόντος, αφετέρου, καθώς και με συνεκτίμηση του ποσοστού συνυπαιτιότητας του τελευταίου στην πρόκληση της αναπηρίας ή της παραμορφώσεώς του όπως συμβαίνει και στην περίπτωσή της κατά τη διάταξη του άρθρου 932 Α.Κ αξιώσεως χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω ηθικής βλάβης ή ψυχικής οδύνης.

Επομένως για τον υπολογισμό της χρηματικής παροχής της διατάξεως του άρθρου 931 ΑΚ δεν έχουν εφαρμογή τα ισχύοντα επί της αξιώσεως αποζημιώσεως του άρθρου 929 του ίδιου Κώδικα, όπου για τον καθορισμό αυτής προσδιορίζεται κατ’ αρχήν το ύψος της θετικής και αποθετικής βλάβης του σώματος ή της υγείας του και το ποσοστό αυτής μειώνεται κατά το ποσοστό της συνυπαιτιότητας του τελευταίου, αφού, κατά τα προεκτεθέντα, η χρηματική παροχή της πρώτης διατάξεως δεν αποτελεί αποζημίωση, δεν συνδέεται δηλαδή με συγκεκριμένη μελλοντική περιουσιακή ζημία, αλλά δίδεται για το γεγονός και μόνο της αναπηρίας ή παραμορφώσεως και προσδιορίζεται κατά την εύλογη κρίση του δικαστηρίου, με βάση τους προεκτεθέντες προσδιοριστικούς παράγοντες.

Εξάλλου από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 298 εδ. β’ και 929 ΑΚ προκύπτει ότι εκείνος που υπέστη βλάβη στο σώμα ή την υγεία του δικαιούται να αξιώσει αποζημίωση για το διαφυγόν κέρδος όπως είναι και η αποζημίωση για τη στέρηση στο μέλλον των προσδοκωμένων εισοδημάτων που αποτελεί ζημία, η οποία θα επέλθει στο μέλλον και κατ’ ανάγκη συνδέεται με την υποθετική εξέλιξη των πραγμάτων, χωρίς να εμφανίζει τη βεβαιότητα της θετικής ζημίας.

Για την απόδειξή της, που είναι δύσκολη για το ζημιωθέντα σε σχέση με τη θετική ζημία, ο νόμος αρκείται σε απλή πιθανολόγηση, Έτσι η διάταξη του άρθρου 298 εδ. β’ ΑΚ έχει ουσιαστικό μεν χαρακτήρα, εφόσον καθορίζει τα στοιχεία της αξίωσης αποζημίωσης και δικονομικό εφόσον επιτρέπει στο δικαστή να αρκεσθεί σε απλή πιθανολόγηση.

Συνεπώς η τυχόν εσφαλμένη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ως προς το αν συντρέχει πιθανότητα σύμφωνα με τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων στην ύπαρξη ή μη διαφυγόντος κέρδους, ως αναγόμενη σε εκτίμηση της εξέλιξης των πραγμάτων δεν ελέγχεται αναιρετικά. Στην προκειμένη περίπτωση από την επισκόπηση της προσβαλλομένης απόφασης, σε σχέση με τις αγωγικές αξιώσεις επιδίκασης αποζημίωσης λόγω απώλειας εισοδημάτων της αναιρεσείουσας, κατ’ άρθρο 929 ΑΚ και ειδικής χρηματικής παροχής κατ’ άρθρο 931 ΑΚ, ζητήματα τα οποία και μόνον αφορά η ένδικη αίτηση αναίρεσης, προκύπτει ότι το Εφετείο δέχθηκε μετά από εκτίμηση των αποδείξεων κατά την ανέλεγκτη αναιρετικώς κρίση του ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα περιστατικά: "Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι λόγω της προπεριγραφείσας σφοδρότατης σύγκρουσης η ενάγουσα εκτινάχθηκε βίαια από την καρότσα του ελκυστήρα στο οδόστρωμα με συνέπεια να υποστεί κάκωση κρανίου, θλαστικά τραύματα, κάταγμα πλευρών και ρήξη ΔΕ νεφρού.

Διακομίσθηκε δε άμεσα στο Γενικό Νοσοκομείο Καβάλας, όπου νοσηλεύτηκε από 7-9-2005 έως 16-9-2005 και υποβλήθηκε σε χειρουργική επέμβαση για την αφαίρεση του δεξιού της νεφρού... ενώ ακολούθως εμφάνισε διαταραχή στρες και διαταραχή προσαρμογής και συγκεκριμένα μεικτή αντίδραση άγχους και κατάθλιψης, για την αντιμετώπιση των οποίων της συνεστήθη ψυχοθεραπευτική στήριξη σε συνδυασμό με φαρμακευτική αντικαταθλιπτική αγωγή...

Ενόψει, συνεπώς, των περιστάσεων του επιδίκου ατυχήματος, της αποκλειστικής υπαιτιότητας του πρώτου εναγομένου στην πρόκληση αυτού, σε συνάρτηση και προς την συνυπαιτιότητα της ενάγουσας ως προς την έκταση του τραυματισμού της, της ηλικίας αυτής κατά το χρόνο του ατυχήματος (37 ετών) και της οικογενειακής της κατάστασης (έγγαμη με ένα τέκνο), της φύσης και βαρύτητας των σωματικών βλαβών που υπέστη, της ανωτέρω διάρκειας νοσηλείας και του είδους της προαναφερθείσας χειρουργικής επέμβασης στην οποία υποβλήθηκε, της εντεύθεν μόνιμης σωματικής αναπηρίας από την απώλεια του ενός νεφρού της και της έντασης των δυσμενών ψυχολογικών επιπτώσεων της αναπηρίας αυτής στην προσωπική και οικογενειακή της ζωή, σε συνδυασμό και με την κοινωνική και οικονομική κατάσταση των διαδίκων μερών, πλην του τρίτου εναγομένου του οποίου η ευθύνη είναι εγγυητική, η ενάγουσα υπέστη εκ του ατυχήματος ηθική βλάβη για την οποία πρέπει, ως εύλογη χρηματική ικανοποίηση, να επιδικαστεί σ’ αυτήν το ποσό των 40.000,00 ευρώ...

Κατά τα λοιπά, ωστόσο, εξ ουδενός αποδεικτικού μέσου προέκυψε ότι η ενάγουσα, εάν δεν μεσολαβούσε ο ανωτέρω τραυματισμός της και η συνεπεία αυτού ανικανότητά της προς εργασία, με βάσιμη πιθανότητα και κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων, θα εργάζονταν καθημερινώς, τόσο κατά το διάστημα νοσηλείας της όσο και κατά το αιτούμενο χρονικό διάστημα μιας πενταετίας στο μέλλον, είτε στον Β.

Κ., που την απασχολούσε κατά το χρόνο του ατυχήματος, είτε σε άλλον εργοδότη, αφού προς τούτο, ελλείψει οιασδήποτε σχετικής συμφωνίας ή εργασίας της κατά το παρελθόν σε συγκεκριμένους εργοδότες ή άλλων ιδιαίτερων περιστάσεων ή τυχόν ληφθέντων εκ μέρους της προπαρασκευαστικών μέτρων, δεν αρκεί η προσωρινή (ισχύουσα μέχρι τις 31-1-2006) άδεια παραμονής και εργασίας της στην Ελλάδα ως εργάτριας γης, δεδομένου ότι η φύση των αγροτικών εργασιών είναι, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, περιστασιακή και, επομένως, η επικαλούμενη απασχόλησή της αποδείχθηκε απλώς ως ενδεχόμενη και δεν θεμελιώνει, κατά τα προεκτιθέμενα στη μείζονα πρόταση, τις ένδικες αξιώσεις προς αποκατάσταση της φερόμενης αποθετικής της ζημίας.

Εξάλλου, όπως αποδεικνύεται από την υπ’ ...2009 έκθεση ιατρικής πραγματογνωμοσύνης του χειρούργου - ουρολόγου Π. Α., που διορίσθηκε πραγματογνώμονας με την υπ’ αριθ. 73/2009 απόφαση του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, η ενάγουσα εξετάσθηκε από τον ανωτέρω ιατρό στις 3-9-2009 και μετά και από υπερηχοτομογραφικό έλεγχο διαπιστώθηκε ότι η μετεγχειρητική πορεία της υπήρξε ομαλή, η δε κατάσταση του εναπομείναντος αριστερού νεφρού και της ουροδόχου κύστης αυτής είναι φυσιολογική.

Ήδη η σημερινή κατάσταση της υγείας της όσον αφορά στο θέμα της νεφρεκτομής, του επίκτητου αριστερού μονόνεφρου και της συνολικής νεφρικής λειτουργίας κρίνεται ικανοποιητική. Μολονότι δε, η ρήξη του νεφρού αποτελεί πράγματι ένα σοβαρότατο τραυματισμό που απαιτεί άμεση αντιμετώπιση και η ετερόπλευρη νεφρεκτομή χρήζει χειρουργικής επέμβασης, που απαιτεί σχετικά μεγάλο χρονικό διάστημα για την ανάρρωση και επάνοδο του ασθενούς στην ενεργό επαγγελματική ζωή και δη από 3 έως 6 μήνες, εντούτοις, από τα δεδομένα της διεθνούς ιατρικής βιβλιογραφίας, αλλά και από την εμπειρία της καθημερινής κλινικής πράξης, καθίσταται σαφές ότι η ετερόπλευρη νεφρεκτομή και η συνεπεία αυτής παρουσία μονόνεφρου δεν επηρεάζει τον τρόπο ζωής και τις συνθήκες διαβίωσης του παθόντος, ο οποίος εξακολουθεί, μετά την ανάρρωσή του, να έχει μία εντελώς φυσιολογική ζωή με έντονη σωματική δραστηριότητα και ως εκ τούτου δεν καθιστά το άτομο μόνιμα ανίκανο για εργασία ακόμη και χειρονακτική.

Συνακόλουθα, ανεξάρτητα από την προκληθείσα συνεπεία του ατυχήματος απώλεια του ενός νεφρού και εντεύθεν σωματική αναπηρία της ενάγουσας, υπό την έννοια της έλλειψης της σωματικής ακεραιότητας αυτής, η εν λόγω αναπηρία δεν αποδείχθηκε ότι επηρέασε καθοιονδήποτε τρόπο το οικονομικό μέλλον της, επιφέροντας δυσμενείς επιπτώσεις στην επαγγελματική και κοινωνική της εξέλιξη, αφού η κατάσταση της υγείας της δεν περιορίζει την ικανότητά της προς εργασία, τη φυσική αντοχή και την επαγγελματική απόδοση αυτής και επομένως, εκτός και πέραν των περιστάσεων που απαιτούνται για τη στοιχειοθέτηση των αξιώσεων κατά τις ΑΚ 929 και 932, δεν συντρέχουν τυχόν ιδιάζοντα περιστατικά, από τα οποία να επέρχονται δυσμενείς συνέπειες στην οικονομική πλευρά της μελλοντικής ζωής της".

Έτσι που έκρινε το Εφετείο και απέρριψε ως κατ’ ουσίαν αβάσιμη την αγωγική αξίωση για την επιδίκαση εύλογης αποζημίωσης της αναιρεσείουσας από το άρθρο 931 ΑΚ, καθόσον όπως δέχθηκε δεν αποδείχθηκαν ιδιάζοντα περιστατικά πέραν εκείνων που αναφέρθηκαν και απαιτούνται για τη θεμελίωση αξίωσης αποζημίωσης των άρθρων 929 και 931 ΑΚ από τα οποία να προκύπτουν δυσμενείς συνέπειες στη μελλοντική ζωή της αναιρεσείουσας-παθούσας που δεν μπορούν να καλυφθούν με την αποζημίωση, που ορίζεται στις παραπάνω διατάξεις, παραβίασε ευθέως με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή τη διάταξη του άρθρου 931 ΑΚ.

Διέλαβε δε ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες ως προς το ουσιώδες ζήτημα της εύλογης αποζημίωσης λόγω της αναπηρίας της αναιρεσείουσας που προκλήθηκε από το ένδικο ατύχημα, καθ’ όσον, ενώ δέχεται ότι η τελευταία υπέστη μόνιμη σωματική αναπηρία από την απώλεια του νεφρού της με ένταση των δυσμενών ψυχολογικών επιπτώσεων της αναπηρίας της στην προσωπική και οικογενειακή της ζωή, χωρίς να προσδιορίζει αν αυτές οι ψυχολογικές επιπτώσεις θα είναι διαρκείς ή πρόσκαιρες δεν δικαιολογεί περαιτέρω γιατί η κατάσταση στην οποία περιήλθε από τον τραυματισμό της δεν επιδρά στο προσωπικό και επαγγελματικό της μέλλον, αφού κατ’ αντικειμενική κρίση με βάση τη λογική και τα διδάγματα της κοινής πείρας μια μόνιμη αναπηρία είναι δεδομένο ότι επιδρά στο μέλλον του παθόντος.

Συνεπώς οι πρώτος και δεύτερος λόγοι της αίτησης αναίρεσης με τους οποίους αποδίδονται στην προσβαλλομένη απόφαση οι αναιρετικές πλημμέλειες από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., αντίστοιχα, δηλαδή της ευθείας παραβίασης με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή της παραπάνω ουσιαστικής διάταξης του άρθρου 931 ΑΚ και της έλλειψης νόμιμης βάσης ως προς το προαναφερόμενο ουσιώδες ζήτημα είναι βάσιμοι.

Παρέλκει δε λόγω της αναιρετικής εμβέλειας στο μέρος της προσβαλλομένης απόφασης ως προς το κεφάλαιο αυτής της εύλογης αποζημίωσης από το άρθρ. 931 ΑΚ, η έρευνα του σχετικού με το ίδιο κεφάλαιο τρίτου λόγου της αίτησης αναίρεσης, η οποία καθίσταται αλυσιτελής μετά την παραδοχή των δύο πρώτων λόγων. Περαιτέρω με τους τέταρτο και πέμπτο λόγους της αίτησης αναίρεσης πλήττεται η προσβαλλομένη απόφαση ως προς το κεφάλαιο της αιτούμενης αποζημίωσης λόγω διαφυγόντων κερδών από το άρθρο 929 ΑΚ, το οποίο, όπως ήδη έχει αναφερθεί απορρίφθηκε κατ’ ουσίαν από το Εφετείο, από τους αρ. 1 και 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., αντίστοιχα της ευθείας δηλαδή παραβίασης με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του άρθρου 929 ΑΚ και της έλλειψης νόμιμης βάσης λόγω αντιφατικών και ελλιπών αιτιολογιών ως προς το παραπάνω ουσιώδες ζήτημα.

Οι λόγοι όμως αυτοί πρέπει να απορριφθούν ως απαράδεκτοι, σύμφωνα και με όσα αναφέρονται στη νομική σκέψη που προηγήθηκε, καθ’ όσον υπό την επίκληση αυτών των αναιρετικών πλημμελειών πλήττεται η εσφαλμένη κατά την αναιρεσείουσα κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ως προς τη μη συνδρομή πιθανότητας στην ύπαρξη του επικαλούμενου με την αγωγή διαφυγόντος κέρδους της αναιρεσείουσας κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων, ως εργάτριας απασχολούμενης σε αγροτικές εργασίες, η οποία είναι ακυρωτικώς ανέλεγκτη.

Κατ’ ακολουθίαν τούτων πρέπει να γίνει δεκτή η αίτηση αναίρεσης, να αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση κατά το προαναφερόμενο μέρος δηλαδή εκείνο που αφορά την κρίση της ως προς το κεφάλαιο της ειδικής χρηματικής παροχής από το άρθρο 931 ΑΚ και να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από άλλο δικαστή πλην εκείνου που εξέδωσε την αναιρουμένη απόφαση.

Περαιτέρω πρέπει να διαταχθεί η επιστροφή του κατατεθέντος παραβόλου σύμφωνα με το άρθρο 12 παρ. 2 εδ. ε’ του Ν. 4055/2012 στον καταθέσαντα και να καταδικασθεί το τρίτο των αναιρεσιβλήτων, που παραστάθηκε, στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσείουσας (άρθρα 176, 183 Κ.Πολ.Δ.), η οποία κατέθεσε και προτάσεις.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Διατάσσει το χωρισμό της υπόθεσης ως προς τον πρώτο και τη δεύτερη των αναιρεσιβλήτων και κηρύσσει ως προς αυτούς απαράδεκτη τη συζήτηση της από 9-3-2016 αίτησης περί αναιρέσεως της 295/2015 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Θράκης.

Αναιρεί την παραπάνω 295/2015 απόφαση του Εφετείου Θράκης κατά το αναφερόμενο στο σκεπτικό μέρος.

Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλο δικαστή, πλην εκείνου που εξέδωσε την αναιρουμένη απόφαση.

Διατάσσει την επιστροφή το παραβόλου στην αναιρεσείουσα.

Και

Καταδικάζει το τρίτο των αναιρεσιβλήτων στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσείουσας, την οποία ορίζει στο ποσόν των τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 19 Ιουνίου 2017.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 19 Ιουλίου 2017.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ