Legislator Case Law & Legislation
1335/2015 AI generated

Supreme Court dismisses State's appeal, upholding heirs' co-ownership of sea-found ancient artifact under antiquity law.

Case Number 1335/2015
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the Greek State's appeal against the First Instance Court's recognition of the heirs as co-owners of an ancient artifact found in the sea. The heirs argued that the State's claim was invalid because the object was discovered in public waters, not private land, and they promptly declared their possession. The Court agreed, ruling that the State's exclusive ownership does not apply to objects found in the sea, thereby validating the heirs' co-ownership status.

Legislator headnote

AI generated

Articles 1, 2, 5, 6, 12, 13, 39, 40, 42, 43, 46 and 47 of Law 5351/1932; The State's exclusive ownership of ancient artifacts does not apply to objects discovered in the sea, allowing private individuals to claim co-ownership upon declaration.

Keywords

AI generated
ancient artifacts ownership sea found objects State exclusive ownership co-ownership recognition antiquity law application

Cited Legislation

AI generated
Articles 1, 2, 5, 6, 12, 13, 39, 40, 42, 43, 46 and 47 of Law 5351/1932
Article 24 of the Code of Civil Procedure
Article 535 of the Code of Civil Procedure
Article 7 of Law 5351/1932
Article 559 of the Code of Civil Procedure
Articles 176, 183, 191 of the Code of Civil Procedure
Article 22 of Law 3693/1957

Cited Case Law

AI generated
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1335 / 2015 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1335/2015

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Νικόλαο Μπιχάκη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, Ελένη Διονυσοπούλου, Ευγενία Προγάκη, Διονυσία Μπιτζούνη και Πέτρο Σαλίχο, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 7 Οκτωβρίου 2015, με την παρουσία και της γραμματέως Σπυριδούλας Τζαβίδη, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος - καθ'ου η κλήση: Ελληνικού Δημοσίου, νομίμως εκπροσωπούμενου από τον Υπουργό Οικονομικών, κατοικοεδρεύοντα στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον Περικλή Αγγέλου, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Του αναιρεσίβλητου: Ε. Ο. του Μ. ο οποίος δεν παραστάθηκε, ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο, επειδή έχει αποβιώσει, όπως αναφέρεται στη από 29-4-2015 κλήση και κληρονομήθηκε από τους καλούντες, οι οποίοι συνεχίζουν την βιαίως διακοπείσα δίκη. Των καλούντων: 1.Α. Ο. του Μ., 2Σ. Ο. του Ε., 3Σ. Ο. του Ε., 4Μ. Ο. του Ε., κατοίκων ... που παραστάθηκαν δια του πληρεξούσιου δικηγόρου Γεώργιου Πεπόνη, ο οποίος διορίστηκε βάσει του υπ' αριθμ. .../2015 συμβολαιογραφικού πληρεξουσίου της συμβολαιογράφου Χίου Ιωάννας Χέλιου, από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Γεώργιο Λιβανό.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 3-4-2009 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3370/2010 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 5117/2011 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 18-9-2012 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Πέτρος Σαλίχος, ανέγνωσε την από 28-9-2015 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης. Οι πληρεξούσιοι των αναιρεσιβλήτων, ζήτησαν την απόρριψή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη τους.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 1, 2, 5, 6, 12, 13, 39, 40, 42, 43, 46 και 47 του κωδικοποιημένου ν. 5351/1932 "περί αρχαιοτήτων" και 24 παρ.6 του ισχύοντος Συντάγματος προκύπτει ότι όλων εν γένει των αρχαίων κινητών και ακίνητων πραγμάτων, που βρίσκονται οπουδήποτε στον ελληνικό χώρο (δημόσια ή ιδιωτικά κτήματα, ποταμούς, λίμνες, θάλασσα), από τους αρχαιότατους χρόνους και εφεξής και είναι έργα της αρχιτεκτονικής, γλυπτικής, γραφικής και οποιασδήποτε τέχνης, όπως και τα αντικείμενα που προέρχονται από την αρχαιότατη εποχή του χριστιανισμού και του μεσαιωνικού ελληνισμού, το κράτος έχει την αποκλειστική και διηνεκή κυριότητα, δικαιούμενο να φροντίζει για την αναζήτηση και διάσωση αυτών στα δημόσια μουσεία.

Η κατοχή όμως ειδικά επί των κινητών αρχαίων αντικειμένων, εκλαμβανόμενη όχι υπό την έννοια του άρθρου 974 Α.Κ., της άσκησης δηλαδή φυσικής εξουσίας επ' αυτών με διάνοια κυρίου, αλλά υπό ιδιότυπη έννοια, η οποία περιέχει υποχρέωση φύλαξης, παρακολουθούμενη από το κράτος, και δικαίωμα ( υπό τους τιθέμενους από το νόμο όρους και περιορισμούς) μεταβίβασης της επ' αυτών κατοχής, με πράξη εν ζωή ή αιτία θανάτου, αναγνωρίζεται και παρέχεται στον κάτοχό τους, ο οποίος απέκτησε κατά οποιονδήποτε τρόπο την κατοχή τους.

Το υπό την έννοια αυτή δικαίωμα κατοχής των ιδιωτών επί των αρχαίων έχει ως μοναδική προϋπόθεση, αρχικά μεν την εμπρόθεσμη εντός δεκαπενθημέρου ,αφότου περιήλθε το αρχαίο στην κατοχή τους, δήλωση τούτου στην πλησιέστερη αρχαιολογική ή αστυνομική αρχή κλπ, στη συνέχεια δε την τήρηση των τιθέμενων στον κάτοχο όρων ως προς τη συντήρηση και μεταβίβαση αυτού και δεν εξαρτάται από την αξία του αρχαίου ,η οποία μοναδική συνέπεια έχει την ελεύθερη ή όχι χρήση αυτού υπό του κατόχου.

Ορίζεται ειδικότερα, στα άρθρα 5 και 12 ότι, αν τα δηλούμενα αρχαία έχουν μικρή επιστημονική σπουδαιότητα και πολύ μικρή ή καμία εμπορική αξία κατά την κρίση του αρχαιολογικού συμβουλίου, αριθμούνται ... και καταλείπονται στην ελεύθερη χρήση του κατόχου, ενώ, αν αυτά είναι αξιόλογα, δεν αφαιρείται η κατοχή, θεσπίζεται όμως υποχρέωση συμμόρφωσης του κατόχου προς τους όρους του νόμου ως προς την έκθεση, συντήρηση, φύλαξη και μεταβίβαση αυτών (Α.Π. 1051/2001).

Εξάλλου, ούτε από τις πιο πάνω διατάξεις, οι οποίες δεν κάνουν καμία διάκριση, ούτε από άλλη διάταξη προκύπτει ότι, υπό την προϋπόθεση τηρήσεως των περιορισμών που αναφέρονται στο νόμο και συγκεκριμένα της εμπρόθεσμης δήλωσης της ανευρέσεως του αρχαίου, αποκλείεται η εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 5 στις περιπτώσεις εκείνες που η ανεύρεση του αρχαίου κινητού πράγματος γίνεται από ιδιώτη, που έγινε κάτοχος "καλή τη πίστει" ή "κατά τύχην", σε οποιοδήποτε ελληνικό χώρο και αν βρίσκεται αυτό (ξηρά, θάλασσα κλπ).

Και τούτο λόγω της ευρείας διατύπωσης της ανωτέρω διάταξης του άρθρου 5, που αφορά τον "καθοιονδήποτε τρόπον" γινόμενο κάτοχο αρχαίου, της οποίας σκοπός ήταν να καλυφθεί και κάθε άλλη περίπτωση ανεύρεσης αρχαίων στον ελληνικό χώρο, άνευ διακρίσεως αυτού ως δημόσιου, δημοτικού, μοναστηριακού ή ιδιωτικού (Ολ.

Α.Π. 903/1982). Τέλος, στην περίπτωση αυτή, της ανευρέσεως από τον ιδιώτη αρχαίων και αναζητήσεως απ' αυτόν να αναγνωρισθεί είτε το δικαίωμα της κατοχής είτε αξίωση αποζημιώσεως ή αμοιβής λόγω προσκτήσεως του αρχαίου υπό του Δημοσίου, δεν έχει εφαρμογή το άρθρο 7, που αφορά ανακάλυψη αρχαίων υπό νομίμως εργαζομένων σε δημόσια κτήματα.

Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, που δίκασε επί εφέσεως κατά της υπ' αριθμ. 3370/2010 αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία απορρίφθηκε ως μη νόμιμη η από 29-4-2008 (και με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως 103936/4957/2008) αγωγή του αρχικώς ενάγοντος Ε. Ο. του Μ., στη θέση του οποίου, αποβιώσαντος στις 28/6/2013, υπεισήλθαν ως μοναδικοί κληρονόμοι του οι ήδη αναιρεσίβλητοι, και του Α.

Γ., με την οποία αυτοί ζήτησαν κυρίως να αναγνωριστούν, κατά τους όρους του άρθρου 5 του ν. 5351/1932 "περί αρχαιοτήτων", συγκάτοχοι, κατά ποσοστό 50%, αρχαίας χάλκινης περικεφαλαίας, που ανέσυρε ο πρώτος με το σκάφος τους από τον πυθμένα της θάλασσας βόρεια της Χίου, στις 26-10-1999, και προέβη αμέσως στη δήλωσή της αρμοδίως και επικουρικώς, για την περίπτωση που ήθελε κριθεί ότι το επίδικο πρέπει να παραμείνει στην κατοχή του Δημοσίου, να αναγνωριστεί η υποχρέωση του εναγόμενου Ελληνικού Δημοσίου να τους αποζημιώσει με το ποσό των 100.000 ευρώ, που αντιστοιχεί στην αξία του, έκανε δεκτή την έφεση αυτή στην ουσία της ως προς τον πρώτο ενάγοντα, εξαφάνισε ως προς αυτόν την πρωτόδικη απόφαση, δίκασε εκ νέου την αγωγή και, μετά από συνεκτίμηση των νομίμως σ' αυτό επικληθέντων και προσκομισθέντων μέσων, δέχθηκε, κατ' ανέλεγκτη κρίση, κατά το ενδιαφέρον μέρος, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά:

Στις 2-11-1999 ο πρώτος ενάγων Ε. Ο. παρέδωσε στο Λιμεναρχείο της Χίου μία αρχαία χάλκινη περικεφαλαία, κορινθιακού τύπου, η οποία χρονολογείται μεταξύ του 600 και 480 π. Χ., την οποία ανέσυρε από το βυθό της θάλασσας, ενώ ψάρευε στη θαλάσσια περιοχή της βόρειας Χίου με το αλιευτικό σκάφος (μηχανότρατα) "...", νηολογημένου στο λιμάνι της Χίου με αριθμό …, στο οποίο συνιδιοκτήτες είναι και οι δύο ενάγοντες κατά ποσοστό 50 % εξ αδιαιρέτου έκαστος.

Ο ίδιος ως άνω πρώτος ενάγων την επόμενη ημέρα (3-11-1999) υπέγραψε και κατέθεσε αίτηση προς την Κ' Εφορεία Προϊστορικών και Κλασσικών Αρχαιοτήτων, που εδρεύει στη Μυτιλήνη, με την οποία ζητούσε να του αποδοθούν τα νόμιμα εύρετρα. Ακολούθως, στις 23-3-2000 άνω ενάγων κατέθεσε νέα αίτηση προς την Κ' Εφορεία Προϊστορικών και Κλασσικών Αρχαιοτήτων, κοινοποιούμενη προς το Τμήμα Μουσείων του Υπουργείου Πολιτισμού, με την οποία ανακαλούσε την προηγούμενη αίτηση περί καταβολής αμοιβής και ζητούσε να αναγνωρισθεί νόμιμος κάτοχος του ως άνω αρχαίου αντικειμένου ...

Αντιθέτως, έσφαλε η εκκαλούμενη απόφαση, σύμφωνα με τη νομική σκέψη της παρούσας, όταν απέρριψε την αγωγή ως προς τον πρώτο ενάγοντα για το λόγο ότι ανέσυρε την περικεφαλαία από τη θάλασσα, ήτοι από χώρο εκτός συναλλαγής (άρθρ. 966 Α.Κ.), που ανήκει στο Δημόσιο και όχι από ιδιωτικό ακίνητό του ώστε ν' αποκτήσει δικαίωμα κατοχής υπό την έννοια του ν. 5351/1932 και πρέπει, αφού γίνει δεκτός ο πρώτος λόγος της έφεσης ως βάσιμος να εξαφανισθεί η εκκαλούμενη απόφαση κατά το μέρος που απέρριψε την αγωγή ως προς τον πρώτο ενάγοντα και στη συνέχεια, αφού κρατηθεί η υπόθεση στο Δικαστήριο αυτό (άρθρ. 535 παρ.1 ΚΠολΔ) και ερευνηθεί περαιτέρω να γίνει δεκτή αυτή, ως νόμιμη, ως προς τον πρώτο ενάγοντα, ως στηριζόμενη στις διατάξεις των άρθρων 1, 2, 5, 6, 12, 13, 39, 40, 42, 43, 46 και 47 του κ.ν. 5351/1932 "περί αρχαιοτήτων", αφού δεν συντρέχει λόγος εφαρμογής των διατάξεων του ν. 3028/2002, όπως αβάσιμα υποστηρίζει το Ελληνικό Δημόσιο, ενόψει του χρόνου ευρέσεως του αρχαίου αντικειμένου.

Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο έκρινε ως προς τον πρώτο ενάγοντα ως ουσιαστικά βάσιμη την ένδικη αγωγή, κατά την κύρια βάση της, και τον αναγνώρισε (συγ)κάτοχο του επίδικου αρχαίου αντικειμένου, κατά ποσοστό 50 % εξ αδιαιρέτου, δεχόμενο ότι πληρούντο στο πρόσωπό του οι προϋποθέσεις της διάταξης του άρθρου 5 του κ.ν. 5351/1932, που έχει εφαρμογή στην προκειμένη περίπτωση, γιατί το ως άνω άρθρο δεν αφορά μόνο τα ευρήματα εντός ιδιωτικού χώρου αλλά οπουδήποτε ήθελε ευρεθεί το αρχαίο κινητό αντικείμενο στον ελληνικό χώρο.

Έτσι που έκρινε το Εφετείο, ορθώς τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις που αναφέρονται στην αρχή της παρούσας ερμήνευσε και εφήρμοσε κατά την εκτίμηση του νόμου βασίμου της αγωγής, γιατί συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή τους, καθόσον, στην προκειμένη περίπτωση, αφού δέχθηκε κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη ουσιαστική κρίση του, ότι το υπό την ως άνω έννοια δικαίωμα κατοχής του αρχικώς ενάγοντος επί του άνω αρχαίου κινητού αντικειμένου έχει ως μοναδική προϋπόθεση την εμπρόθεσμη, εντός δεκαπενθημέρου από την άνω ανάσυρση, δήλωση απ' αυτόν, που καλόπιστα έγινε κάτοχος, προς την αρμόδια Κ' Εφορεία Προϊστορικών και Κλασσικών Αρχαιοτήτων του γεγονότος τούτου, ακολούθως τον αναγνώρισε κάτοχο, υπό την έννοια του κ.ν. 5351/1932, κατά το άνω ποσοστό, και δεν τυγχάνει ανάλογης εφαρμογής η διάταξη του άρθρου 7 του ίδιου νόμου, επειδή το ως άνω αντικείμενο ανακαλύφθηκε στη θάλασσα, που είναι πράγμα "κοινόν τοις πάσι" και δεν είναι δεκτικό συναλλαγής, Επομένως, ο μοναδικός, από το άρθρο 559 αρ.1 ΚΠολΔ., λόγος της αναίρεσης, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.

Κατ' ακολουθίαν τούτων πρέπει η αναίρεση να απορριφθεί στο σύνολό της. Το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο, λόγω της ήττας του (άρθρα 176, 183, 191 παρ.2 ΚΠολΔ), πρέπει να καταδικασθεί στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία όμως θα καταλογισθούν μειωμένα, σύμφωνα με το άρθρο 22 παρ.1 του Ν. 3693/1957, που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 52 αρ. 18 του ΕισΝ ΚΠολΔ και όπως τούτο ισχύει μετά την υπ' αριθμ. 134423/1992 κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης (ΦΕΚ Β' 11/2-1-1993), που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 5 παρ.12 του Ν. 1738/1987 (ΑΠ 174/2014).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 18-9-2012 αίτηση του Ελληνικού Δημοσίου κατά των κληρονόμων Ε. Ο. του Μ. (Α. Ο., Σ. Ο., Σ. Ο. και Μ. Ο.) για αναίρεση της υπ' αριθμ. 5117/2011 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.

Καταδικάζει το αναιρεσείον στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει σε τριακόσια (300) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 4 Νοεμβρίου 2015.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 25 Νοεμβρίου 2015.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ