Supreme Court dismisses appeal on servitude claim, ruling lower court properly evaluated all evidence without separate mention.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the Court of Appeal's decision rejecting a claim for a right of way servitude. The appellant argued the appellate court failed to consider specific documents regarding road construction and sales contracts as proof of the servitude's extinguishment. The court held that the lower court had duly examined and weighed these documents within its overall evidentiary assessment, making the omission of specific references legally insufficient for an appeal.
Legislator headnote
AI generatedArticles 1118, 1121, 1192, 1194, 1198 of the Civil Code; The failure to separately mention or evaluate specific evidence in a judgment does not constitute a procedural error if the court has actually considered and weighed such evidence in its final decision.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1335 / 2010 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 1335/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δημήτριο Κανελ-λόπουλο, Αντιπρόεδρο, Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη, Λεωνίδα Ζερβομπεάκο, Μιχαήλ Θεοχαρίδη, Δημήτριο Μαζαράκη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 2 Δεκεμβρίου 2009, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Χ, κατοίκου ..., οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Σωκράτη Χυτήρη.
Του αναιρεσίβλητου: Συνεταιρισμού Περιορισμένης Ευθύνης με την επωνυμία "ΕΝΩΣΗ ΓΕΩΡΓΙΚΩΝ ΣΥΝΕΤΑΙΡΙΣΜΩΝ ... Π.Ε", που μετονομάστηκε με το νόμο περί Συνεταιρισμών σε "ΕΝΩΣΗ ΑΓΡΟΤΙΚΩΝ ΣΥΝΕΤΑΙΡΙΣΜΩΝ ... Π.Ε.", που εδρεύει στον και εκπροσωπείται νόμιμα από τον Πρόεδρο του Διοικητικού του Συμβουλίου, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Βασίλειο Λαγό, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του ΚΠολΔ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 23-10-2001 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Χίου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 91/2003 του ίδιου Δικαστηρίου και 57/2007 του Εφετείου Αιγαίου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 25-1-2008 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη ανέγνωσε την από 19-11-2009 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 1118 και 1121 εδάφ. α' του ΑΚ προκύπτει, ότι η πραγματική δουλεία είναι εμπράγματο δικαίωμα σε ακίνητο υπέρ του κυρίου άλλου ακινήτου, που του παρέχει κάποια ωφέλεια, συνιστώμενο με δικαιοπραξία ή με χρησικτησία. Εξάλλου, κατά μεν τη διάταξη του άρθρου 1192 του ΑΚ, μεταγράφονται στο γραφείο μεταγραφών της περιφέρειας του ακινήτου: 1.
οι εν ζωή δικαιοπραξίες, στις οποίες περιλαμβάνονται και οι αιτία θανάτου δωρεές, με τις οποίες συνιστάται, μετατίθεται, καταργείται εμπράγματο δικαίωμα (εμπράγματες δικαιοπραξίες) πάνω σε ακίνητο ..., κατά δε τη διάταξη του άρθρου 1198 του ίδιου Κώδικα, χωρίς μεταγραφή στις περιπτώσεις των άρθρων 1192 εδάφια 1 έως 4 και 1193, δεν επέρχεται η μεταβίβαση της κυριότητας του ακινήτου ή η σύσταση, μετάθεση, κατάργηση εμπράγματου δικαιώματος πάνω στο ακίνητο.
Από τη διάταξη, επίσης, του άρθρου 1194 του ΑΚ, με σαφήνεια προκύπτει, ότι όταν, με το ίδιο συμβολαιογραφικό έγγραφο, καταρτίζονται δύο δικαιοπραξίες, οι οποίες είναι, κατά νόμο, μεταγραπτέες, πρέπει η καθεμιά απ' αυτές να μεταγράφεται χωριστά. Από το συνδυασμό των αμέσως πιο πάνω διατάξεων με εκείνες των άρθρων 1205 του ΑΚ, που ρυθμίζει τη συρροή πολλών μεταγραφών, 18, 19 και 20 του β.
δ/τος 533/1963, που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 10 του ν.δ. 4201/1961 "περί τροποποιήσεως και συμπληρώσεως του οργανισμού των υποθηκοφυλακείων του Κράτους κ.λ.π.", με τις οποίες ορίζεται ο τρόπος με τον οποίο επιδιώκεται από τον ενδιαφερόμενο η μεταγραφή, τα έγγραφα στοιχεία τα οποία πρέπει να προσκομιστούν από τον ίδιο στον οικείο υποθηκοφύλακα, η από τον τελευταίο τήρηση ειδικού ευρετηρίου μεταγραφών και, ειδικότερα, το διάγραμμα κάθε σελίδας του ευρετηρίου αυτού και τα αναγραφόμενα σε κάθε στήλη στοιχεία, τα οποία για την πέμπτη μεν στήλη είναι το αντικείμενο της πράξης (σύσταση, μετάθεση, αλλοίωση ή κατάργηση εμπράγματου δικαιώματος...), και εάν πρόκειται περί εκποίησης ή κτήσης η αιτία αυτής, για την έκτη δε στήλη "αμοιβαίως παραπομπαί εις ετέρας πράξεις αφορώσας εις το αυτό ακίνητον...", προκύπτει, ότι, όταν με το ίδιο έγγραφο καταρτίζονται δύο δικαιοπραξίες (περί ακινήτου) για τις οποίες απαιτείται μεταγραφή, η καθεμιά απ' αυτές πρέπει να καταχωρίζεται διακεκριμένα και στις μερίδες και των δύο συμβαλλομένων, εφόσον πρόκειται για διμερή δικαιοπραξία.
Στην περίπτωση, επομένως, της σύστασης δουλείας με δικαιοπραξία, με την οποία συγχρόνως συνιστάται ή μετατίθεται και άλλο εμπράγματο δικαίωμα, για την κτήση της δουλείας προσαπαιτείται η μεταγραφή της συστατικής αυτής δικαιοπραξίας, ειδικά και ανεξάρτητα από τη μεταγραφή της εν λόγω δικαιοπραξίας ως προς τη σύσταση, μετάθεση κ.λ.π.
του άλλου εμπράγματου δικαιώματος. Με τα δεδομένα αυτά, η παράλειψη της ιδιαίτερης μεταγραφής της συστατικής της δουλείας δικαιοπραξίας αποστερεί στην τελευταία τόσο της ικανότητάς της προς εμπράγματη ενέργεια, δηλαδή την κτήση του δικαιώματος της δουλείας, όσο και της ιδιότητάς της ως νόμιμου ή νομιζόμενου τίτλου προς κτήση του εμπράγματου αυτού δικαιώματος με τακτική χρησικτησία.
Τέλος, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 25 παρ. 1 του ν. 1577/1985 "Γενικός Οικοδομικός Κανονι-σμός", που τέθηκε σε ισχύ από τις 19-2-1986, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 35 του ίδιου νόμου και ισχύει και σε οικισμούς χωρίς εγκεκριμένο σχέδιο σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 28 παρ. 3 του νόμου αυτού: "Απαγορεύεται η σύσταση δουλειών, οι οποίες συνεπάγονται περιορισμό της δυνατότητας ανέγερσης ή επέκτασης των κτιρίων ή εγκαταστάσεων, σύμφωνα με τις ισχύουσες πολεοδομικές διατάξεις.
Από την απαγόρευση αυτή εξαιρείται η δουλεία διόδου, εφόσον αποτελεί τη μοναδική δίοδο προς κοινόχρηστο χώρο οικοπέδου ή κτιρίου ή αυτοτελούς από πλευράς δόμησης ορόφου. Δικαιοπραξίες που αντιβαίνουν στις διατάξεις της παραγράφου αυτής είναι απολύτως άκυρες". Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, δέχθηκε τα ακόλουθα: "Ο ενάγων-και ήδη αναιρεσείων-είναι κύριος ενός ακινήτου, εκτάσεως 2012,50 τ.μ., που βρίσκεται στην πόλη της ...
και το οποίο περιήλθε σ' αυτόν δυνάμει του νομίμως μεταγραφέντος υπ' αριθμό ... αγοραπωλητηρίου συμβολαίου του τότε συμβολαιογράφου Χίου Μιχαήλ Μαΐστρου. Ο εναγόμενος συνεταιρισμός - και ήδη αναιρεσίβλητος - είναι κύριος ενός ακινήτου, εκτάσεως 2012,50 τ.μ., που βρίσκεται στην πόλη της ... και στην ίδια περιοχή με το προηγούμενο (περιοχή ...), το οποίο μάλιστα είναι όμορο του παραπάνω ακινήτου του ενάγοντος στο βόρειο και ανατολικό τμήμα αυτού και εντός του οποίου υπάρχει αποθήκη φαρμάκων και λιπασμάτων.
Το ακίνητο αυτό περιήλθε στον συνεταιρισμό δυνάμει του νομίμως μεταγραφέντος υπ' αριθμό ... συμβολαίου του συμβολαιογράφου Χίου Γεωργίου Νικολούδη. Με το ίδιο συμβόλαιο έχει συσταθεί υπέρ του ακινήτου του συνεταιρισμού δουλεία διελεύσεως δια διόδου σε βάρος του ακινήτου του ενάγοντος και ειδικότερα έχει μεταβιβασθεί στον εναγόμενο συνεταιρισμό το δικαίωμα δουλείας διελεύσεως από δίοδο μήκους 57,35μ.
και πλάτους 5μ., η οποία εκτείνεται καθ'όλο το μήκος της ανατολικής πλευράς της ιδιοκτησίας του ενάγοντος και χρησιμεύει ως δίοδος διέλευσης για την επικοινωνία της ιδιοκτησίας του συνεταιρισμού με την κεντρική δημοτική οδό .... Έτσι ο εναγόμενος από το έτος 1971 ασκεί το δικαίωμα αυτό συνεχώς και αδιαλείπτως, αφού έκτοτε διέρχονται από την επίδικη δίοδο επιβατηγά και φορτηγά αυτοκίνητα, τα μέλη του συνεταιρισμού και άλλοι και συνεπώς ο συνεταιρισμός έχει αποκτήσει το εν λόγω δικαίωμα και δι' εκτάκτου χρησικτησίας.
Η παραπάνω πωληθείσα στον συνεταιρισμό έκταση από τους πωλητές της ήταν ένα τμήμα από την μεγαλύτερη συνεχόμενη έκταση που ήταν στην κυριότητά τους, την οποία υπόλοιπη έκταση εν συνεχεία επώλησαν μετά δεκαπέντε χρόνια στον ενάγοντα, επειδή όμως το πωληθέν στον ενάγοντα (κατάδηλα εναγόμενο) τμήμα δεν είχε πρόσβαση στον κεντρικό δρόμο, συνεστήθη η προαναφερόμενη δουλεία διόδου εις βάρος της εναπομεινάσης ιδιοκτησίας των που εν συνεχεία επωλήθη στον ενάγοντα.
Ο ενάγων-εκκαλών ισχυρίζεται ότι η υφιστάμενη δουλεία μετά τη ρυμοτόμηση της περιοχής δεν έχει λόγο υπάρξεως γιατί ο εναγόμενος εξυπηρετείται από τις διανοιχθείσες οδούς: α) ... και β) της άνευ ονόματος οδού στην ανατολική πλευρά της ιδιοκτησίας του εναγομένου. Η επικαλούμενη οδός ... που περιγράφεται στα συμβόλαια ιδιοκτησίας αμφοτέρων των διαδίκων, ως οδός προς ...
έχει πλάτος 2 μέτρων και όσο βαίνει προς ανατολάς το πλάτος στενεύει, με αποτέλεσμα ως κοινόχρηστος δρόμος να μη μπορεί να χρησιμοποιηθεί παρά μόνο από μικρά αυτοκίνητα, ενώ είναι αδύνατο να εισέλθουν και να κινηθούν επ' αυτού φορτηγά αυτοκίνητα που συνήθως κινούνται προς και από τις εγκαταστάσεις του συνεταιρισμού μεταφέροντας εμπορεύματα, καθότι οι εγκαταστάσεις του εναγομένου χρησιμεύουν ως μονάδα παραγωγής ζωοτροφών και ως αποθηκευτικός χώρος γεωργικών εφοδίων, λιπασμάτων και άλλων βιομηχανικών προϊόντων.
Αυτός είναι και ο λόγος που ο εν λόγω δρόμος υφιστάμενος από αμνημονεύτους χρόνους και προ της συστάσεως της δουλείας διόδου, εθεωρήθη ανεπαρκής για την εξυπηρέτηση των αναγκών του εναγομένου και γι' αυτό συνεστήθη η ένδικη δουλεία διόδου. Εξάλλου η κυρία είσοδος και ο ακάλυπτος αύλειος χώρος του συνεταιρισμού, όπου μπορούν να μπουν και να στρίψουν τα φορτηγά αυτοκίνητα είναι ακριβώς απέναντι - σε συνέχεια της δουλεύουσας διόδου, ενώ κι αν ήθελε υποτεθεί ότι το πλάτος της οδού ...
ήταν τόσο που να επέτρεπε την επ' αυτού κίνηση φορτηγών, πάλι αυτά δεν θα μπορούσαν να στρίψουν για να μπουν στον χώρο του συνεταιρισμού, αφού προς την πλευρά αυτή υπάρχουν τα μπόϊλερ των μύλων της βιοτεχνίας ζωοτροφών, τα οποία θα έπρεπε να καταστραφούν για να μπορέσουν να διακινηθούν, από την πλαϊνή αυτή πλευρά αυτοκίνητα.
Σχετικά με την άλλη επικαλούμενη άνευ ονόματος οδό σημειώνεται ότι αυτή διανοίχθηκε με πρωτοβουλία των κληρονόμων Ζ εντός του ιδιόκτητου αγροκτήματός τους προκειμένου να το οικοπεδοποιήσουν, κατόπιν της υπ' αριθμό πρωτ. ... άδειας του νομάρχη ..., καθόσον στην περιοχή αυτή δεν υπήρχε ρυμοτομικό σχέδιο και δεν υπάρχει ακόμη αφού η περιοχή δεν έχει ενταχθεί στο σχέδιο πόλεως (βλ.
την 389/19-3-2002 βεβαίωση της Διεύθυνσης της τεχνικής υπηρεσίας του δήμου ...). Πρόκειται σαφώς περί ιδιωτικής οδού, αφού ιδιωτική οδός είναι ο κοινόχρηστος χώρος που δημιουργήθηκε με ιδιωτική πρωτοβουλία και όχι από δημόσια ή δημοτική αρχή ενώ η άφεση απλώς εκτάσεως για την εξυπηρέτηση ορισμένων ανεξαρτήτων ιδιοκτησιών και όχι για κοινή χρήση αποτελεί ιδιωτική οδό και δεν περιλαμβάνεται στην έννοια της κοινόχρηστης δημοτικής οδού.
Τούτο ενισχύεται και από την από 2-12-2004 εξώδικη δήλωση της ... χήρας ... που κοινοποιήθηκε στις 8-12-2004 στον εναγόμενο συνεταιρισμό...". Με βάση τις παραδοχές αυτές, αλλά και άλλες που δεν ενδιαφέρουν στη συγκεκριμένη περίπτωση, το Εφετείο έκρινε ως αναπόδεικτο τον ισχυρισμό του ενάγοντα και ήδη αναιρεσείοντα περί κήρυξης αποσβησμένης της ένδικης πραγματικής δουλείας λόγω πλήρους και επαρκούς εξυπηρέτησης του δεσπόζοντος ακινήτου, ακολούθως δε, απέρριψε ως και κατ' ουσίαν αβάσιμη την ένδικη αγωγή του αναιρεσείοντα περί αναγνώρισης της απόσβεσης του δικαιώματος δουλείας διόδου του αντιδίκου του στο επίδικο ακίνητο και παύσης της άσκησης της εν λόγω δουλείας στο μέλλον, επικυρώνοντας την εκκαλούμενη απόφαση, που είχε εκφέρει όμοια κρίση.
Στην προκείμενη περίπτωση, με τον πρώτο, κατά το πρώτο, δεύτερο και τρίτο, αντίστοιχα, μέρος του, λόγο της αναίρεσης μέμφεται ο αναιρεσείων την προσβαλλόμενη απόφαση για πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., γιατί το Εφετείο, με το να δεχθεί τη σύσταση του εμπράγματου δικαιώματος της δουλείας διόδου με παράγωγο τρόπο, δηλαδή με βάση το ...
συμβόλαιο, που προμνημονεύθηκε, του οποίου παραλείφθηκε η ιδιαίτερη μεταγραφή της συστατικής της δουλείας δικαιοπραξίας, με το να δεχθεί, επίσης, τη σύσταση του πιο κάτω εμπράγματου δικαιώματος με την εκ των υστέρων μεταγραφή (το έτος 2002), μετά δηλαδή την άσκηση της ένδικης αγωγής (7-12-2001), της δουλείας ως αυτοτελούς εμπράγματου δικαιώματος, παράλληλα με την παραδοχή, ότι το ακίνητο του αναιρεσιβλήτου εξυπηρετείται ήδη από δύο διόδους (την οδό ...
και ανώνυμη) προς κοινόχρηστο χώρο και, τέλος, με το να δεχθεί τη σύσταση της επίμαχης δουλείας διόδου και με πρωτότυπο τρόπο, δηλαδή με έκτακτη χρησικτησία, μολονότι από το χρόνο χρήσης της επίδικης διόδου (1971) και μέχρι το χρόνο ισχύος της διάταξης του άρθρου 25 παρ. 1 του ν. 1577/1985 (1986) δεν παρήλθε ο απαιτούμενος κατά νόμο χρόνος της έκτακτης χρησικτησίας, παραβίασε ευθέως τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 1182 και 1184 ΑΚ, 18, 19 και 20 του β.δ/τος 533/1963, που εκδόθηκε σε εκτέλεση του άρθρου 10 του ν.δ. 4201/1961, 25 παρ. 1 του ν. 1577/1985 "Γενικός Οικοδομικός Κανονισμός", 1121 και 1045, αντίστοιχα, του ΑΚ.
Ο ερευνώμενος αυτός αναιρετικός λόγος είναι απορριπτέος ως προς μεν τα δύο πρώτα μέρη του ως αλυσιτελής, αφού η μη πληττόμενη επιτυχώς με βάσιμο λόγο αναίρεσης επάλληλη αιτιολογία της προσβαλλόμενης απόφασης περί του ότι η επίμαχη δουλεία διόδου συστήθηκε και με πρωτότυπο τρόπο, δηλαδή με έκτακτη χρησικτησία, στηρίζει αυτοτελώς το διατακτικό της απόφασης αυτής, ως προς δε το τρίτο μέρος του, ως αβάσιμος, αφού το Εφετείο δέχθηκε, ότι ο αναιρεσίβλητος απέκτησε το δικαίωμα δουλείας διόδου στην επίδικη δίοδο με έκτακτη χρησικτησία, ασκώντας το τελευταίο συνεχώς και αδιαλείπτως από το έτος 1971 και εφεξής (μέχρι το χρόνο άσκησης της ένδικης αγωγής - 7-12-2001), δηλαδή για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο της εικοσαετίας, με τη διέλευση απ' αυτή επιβατηγών και φορτηγών αυτοκινήτων του, καθώς και των μελών του, ενόψει και του ότι από την απαγόρευση της σύστασης δουλειών που θεσπίστηκε με τη διάταξη του άρθρου 25 παρ. 1 του ν. 1577/1985 (Γενικός Οικοδομικός Κανονισμός), εξαιρείται η δουλεία διόδου", εφόσον αποτελεί τη μοναδική δίοδο προς κοινόχρηστο χώρο οικοπέδου ή κτιρίου ή αυτοτελούς από πλευράς δόμησης ορόφου", όπως η και η ήδη επίδικη.
Από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 975, 1118 και 1121 και 1045, αντίστοιχα, του ΑΚ προκύπτει, ότι για την κτήση πραγματικής δουλείας με έκτακτη χρησικτησία απαιτείται η άσκηση συνεχούς και αδιάλειπτης οιονεί νομής στο πράγμα επί 20ετία, της οποίας - οιονεί νομής - στοιχεία είναι: α) η ύπαρξη της φυσικής εξουσίασης του οιονεί νομέα στο πράγμα, η οποία κατά νόμο αποτελεί το περιεχόμενο του δικαιώματος της δουλείας, β) η θέληση του οιονεί νομέα να ασκεί την εν λόγω φυσική εξουσία με διάνοια δικαιούχου, με τη θέληση, δηλαδή, να έχει την εξουσία αυτή ως ασκών ίδιο δίκαιο και γ) η προς εξουσία θέληση να κατευθύνεται σε αλλότριο πράγμα.
Στην προκείμενη περίπτωση, με τους συναφείς πρώτο, κατά το τέταρτο μέρος του και δεύτερο, αντίστοιχα, λόγους της αναίρεσης προβάλλονται οι από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. πλημμέλειες, γιατί το Εφετείο, με το να δεχθεί, ότι: "Έτσι ο εναγόμενος από το έτος 1975 ασκεί το δικαίωμα αυτό (δουλεία διόδου) συνεχώς και αδιαλείπτως, αφού έκτοτε διέρχονται από την επίδικη δίοδο επιβατηγά και φορτηγά αυτοκίνητα, τα μέλη του συνεταιρισμού και άλλοι και συνεπώς ο συνεταιρισμός έχει αποκτήσει το εν λόγω δικαίωμα και δι' εκτάκτου χρησικτησίας", περαιτέρω δε, με το να δεχθεί, ότι: "Η παραπάνω πωληθείσα στον συνεταιρισμό έκταση από τους πωλητές της ήταν ένα τμήμα από την μεγαλύτερη συνεχόμενη έκταση που ήταν στην κυριότητά τους, την οποία υπόλοιπη έκταση εν συνεχεία επώλησαν μετά δεκαπέντε χρόνια στον ενάγοντα, επειδή όμως το πωληθέν στον ενάγοντα τμήμα δεν είχε πρόσβαση στον κεντρικό δρόμο, συνεστήθη η προαναφερόμενη δουλεία διόδου εις βάρος της εναπομεινάσης ιδιοκτησίας των που εν συνεχεία επωλήθη στον ενάγοντα", παραβίασε ευθέως και εκ πλαγίου τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 1121 και 975 του ΑΚ, αφού δεν διέλαβε ως προς τη σύσταση του εμπράγματου δικαιώματος της δουλείας διόδου με έκτακτη χρησικτησία την πλήρωση των προϋποθέσεών της και, ειδικότερα, τη με διάνοια δικαιούχου χρήση του επίδικου ακινήτου από τον αναιρεσίβλητο, ενώ, παράλληλα, με αντιφατικές αιτιολογίες, δέχθηκε, αφενός μεν, ότι δικαιούχος της επίμαχης δουλείας διόδου είναι ο αναιρεσίβλητος συνεταιρισμός και δεσπόζον ακίνητο αυτό του τελευταίου και, αφετέρου, ότι ο αναιρεσείων είναι ο δικαιούχος της εν λόγω δουλείας, εφόσον προέκυψε η ανάγκη παροχής διόδου για το λόγο, ότι "το πωληθέν στον ενάγοντα τμήμα δεν είχε πρόσβαση στον κεντρικό δρόμο" και, έτσι, στέρησε την απόφασή του από τη νόμιμη βάση της.
Οι ερευνώμενοι αυτοί αναιρετικοί λόγοι είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι, εφόσον στην πρώτη από τις προμνημονευόμενες παραδοχές του Εφετείου περί κτήσης του δικαιώματος δουλείας διόδου με έκτακτη χρησικτησία από μέρους του αναιρεσιβλήτου εμπεριέχεται και το στοιχείο της με διάνοια δικαιούχου χρήσης της επίδικης διόδου από τον τελευταίο.
Και αυτά ανεξάρτητα από το ότι ο δεύτερος (από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ.) λόγος αναίρεσης είναι, επίσης, απορριπτέος, ως το δεύτερο μέρος του, και ως αβάσιμος, εφόσον η παραδοχή του Εφετείου, ότι "το πωληθέν στον ενάγοντα - αντί στον εναγόμενο - τμήμα δεν είχε πρόσβαση στον κεντρικό δρόμο", οφείλεται σε πρόδηλη προφανώς γραφική παραδρομή.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 28 του ν. 1337/1983, ιδιωτικοί δρόμοι, πλατείες και λοιποί χώροι κοινής χρήσεως, που έχουν σχηματιστεί με οποιονδήποτε τρόπο, έστω και κατά παράβαση των πολεοδομικών διατάξεων και βρίσκονται μέσα σε εγκεκριμένα σχέδια πόλεων, θεωρούνται ως κοινόχρηστοι χώροι που ανήκουν στον οικείο Δήμο ή Κοινότητα.
Για τους χώρους αυτούς δεν οφείλεται καμιά αποζημίωση λόγω ρυμοτομίας, σε περίπτωση δε που οι χώροι αυτοί καταργούνται με το σχέδιο πόλεως, προσκυρώνονται κατά τις κείμενες διατάξεις. Η εν λόγω διάταξη εφαρμόζεται σε ιδιωτικούς κοινόχρηστους χώρους (δρόμους, πλατείες κ.λ.π.), που σχηματίστηκαν με την ιδιωτική πρωτοβουλία και όχι στους εγκεκριμένους από το σχέδιο πόλεως δημόσιους κοινόχρηστους χώρους, για τους οποίους οφείλεται αποζημίωση λόγω της ρυμοτομίας τους κατά τις σχετικές διατάξεις (άρθρα 32 επ.
του ν.δ. της 17-7/16-8-1923 και 6 του ν. 5269/1931). Από την ίδια διάταξη προκύπτει, ότι, για την πρόσκτηση της ιδιότητας του κοινόχρηστου χώρου, συνακόλουθα δε και για την προσπόριση της κυριότητας στον οικείο ΟΤΑ, αρκεί η διάθεση του ακινήτου στην κοινή χρήση με τη βούληση του ιδιοκτήτη, που μπορεί να εκδηλωθεί με οποιονδήποτε τρόπο, να είναι, δηλαδή, ρητή ή σιωπηρή, συναγόμενη εμμέσως από τις ενέργειές του ή να προκύπτει από την πραγματική κατάσταση που διατηρήθηκε επί μακρόν με ανοχή του - ιδιοκτήτη -, χωρίς να απαιτείται η σύνταξη συμβολαιογραφικού εγγράφου και η μεταγραφή του και αδιαφόρως αν το ακίνητο έχει τεθεί σε κοινή χρήση πριν ή μετά την έγκριση του ρυμοτομικού σχεδίου, αλλά υπό την αναγκαία προϋπόθεση της έγκρισης του ρυμοτομικού σχεδίου, με το οποίο ο χώρος χαρακτηρίζεται κοινόχρηστος, δεδομένου ότι η απλή εγκατάλειψη από μέρους του ιδιοκτήτη δεν περιέχει μετάθεση της κυριότητας.
Έτσι, για τη μετάθεση της κυριότητας ακινήτου υπέρ του οικείου ΟΤΑ, δεν αρκεί οποιαδήποτε ενέργεια διάθεσης του ακινήτου στην κοινή χρήση, αλλά πρέπει να συντρέχουν οι προϋποθέσεις του νόμου, η συνδρομή των οποίων ελέγχεται παρεμπιπτόντως από τη διοίκηση και κρίνεται οριστικά από τα αρμόδια πολιτικά δικαστήρια.
Με την ερμηνεία αυτή, η διάταξη που προπαρατέθηκε δεν αντίκειται στη συνταγματική προστασία της ιδιοκτησίας, δεδομένου ότι η απώλεια της κυριότητας συνδέεται με την υποκειμενική συμπεριφορά του κυρίου του ακινήτου, ο οποίος με τη συναίνεση ή την ανοχή του αποδέχθηκε τον κοινόχρηστο χαρακτήρα του ακινήτου και δεν μπορεί εκ των υστέρων να προβάλει καταχρηστικά δικαίωμα αποζημίωσης. (Ολ.
ΣτΕ 774/1987). Εξάλλου, κατά μεν τη διάταξη του άρθρου 966 ΑΚ, εκτός συναλλαγής είναι και τα κοινής χρήσεως πράγματα, ενώ, κατά τη διάταξη του άρθρου 967 του ίδιου Κώδικα, κοινής χρήσεως πράγματα είναι μεταξύ άλλων και οι δρόμοι. Από τις διατάξεις αυτές σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 968, 969 και 970 ΑΚ προκύπτει, ότι κοινής χρήσεως ή κοινόχρηστα είναι τα πράγματα, τα οποία, είτε από το νόμο, είτε από τη βούληση του ιδιοκτήτη (όπως με διαθήκη ή δωρεά) έλαβαν τον προορισμό αυτό με τη τήρηση των νόμιμων διατυπώσεων.
Χαρακτηριστικό στοιχείο της κοινής χρήσεως είναι η εξυπηρέτηση του δημόσιου συμφέροντος. Το περιεχόμενο και η έκταση της κοινής χρήσεως εξαρτάται από τον προορισμό που δόθηκε στο πράγμα, την επάρκειά του και τον αριθμό των προσώπων που μετέχουν στην κοινή χρήση, όσο δε ευρύτερος είναι ο κύκλος των προσώπων που μετέχουν σ' αυτή, τόσο περισσότερο εξυπηρετείται το δημόσιο συμφέρον.
Περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 369, 966-968, 972, 1033, 1134, 1169, 1192 εδάφ. α' και 1319 ΑΚ συνάγεται, ότι απώλεια της κυριότητας ακινήτου επέρχεται και με παραίτηση (εγκατάλειψη) προς το σκοπό αυτό να καταστεί αδέσποτο ή κοινόχρηστο ή και με αναγνώριση της ιδιότητας του ακινήτου ως αδεσπότου ή κοινοχρήστου, για την παραίτηση, όμως, αυτή, όπως και για την παραίτηση από κάθε άλλο εμπράγματο δικαίωμα επί ακινήτου, απαιτείται, για την ταυτότητα του νομικού λόγου, μονομερής δήλωση του κυρίου με συμβολαιογραφικό έγγραφο και μεταγραφή της δικαιοπραξίας, αφού περιέχει κατάργηση του εμπράγματου δικαιώματος της κυριότητας.
Ο κύριος ακινήτου, ο οποίος προόρισε αυτό να καταστεί κοινόχρηστο ή αναγνώρισε την ιδιότητά του ως κοινοχρήστου, χωρίς, όμως, να προβεί στην περί τούτου δήλωση με συμβολαιογραφικό έγγραφο και μεταγραφή νόμιμη του τελευταίου, δεν θεωρείται ότι έχει απολέσει την κυριότητα επ' αυτού και, συνεπώς, καταρχήν δικαιούται σε άσκηση κάθε εξουσίας που απορρέει από το δικαίωμα αυτό.
Μακροχρόνια, όμως, χρήση του ακινήτου με την ανοχή ή, πολύ περισσότερο, με τη συναίνεση του κυρίου, έχει ως αποτέλεσμα, ότι μπορεί να αντιταχθεί κατ' αυτού η από το άρθρο 281 ΑΚ ένσταση του γενικού δόλου (exceptio doli generalis), με την έννοια ότι δεν προσπορίζεται η κυριότητα του ακινήτου στον οικείο ΟΤΑ με χρησικτησία, αλλά απλά προστατεύεται η κοινή χρήση έναντι του κυρίου, χαρακτηριζομένου εμμέσως του ακινήτου ως κοινοχρήστου, με άμεσο επακόλουθο την απόρριψη της αγωγής του ιδιοκτήτη με την οποία αυτός επιδιώκει την άσκηση του από την κυριότητά του απορρέοντος δικαιώματος.
Αυτό το τελευταίο ειδικότερα μπορεί να συμβεί και σε περίπτωση που ο χώρος έχει αφεθεί για να χρησιμεύσει ως δημοτική ή κοινοτική οδός, αφού γι' αυτές, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 4 παρ.1 του ν. 3155/1955 "περί κατασκευής και συντηρήσεως οδών", ο οποίος, σε αντίθεση με την προηγούμενη νομοθεσία (άρθρο 1 του π.δ. 25/28 Νοεμβρίου 1929 "περί κωδικοποιήσεως των περί κατασκευής και συντηρήσεως οδών κειμένων διατάξεων", που διέκρινε τις οδούς σε εθνικές, επαρχιακές, δημοτικές ή κοινοτικές και αγροτικές), διακρίνει τους δρόμους σε εθνικούς, επαρχιακούς και δημοτικούς ή κοινοτικούς, δεν προβλέπεται ορισμένη νόμιμη διαδικασία καθορισμού και ανακήρυξής τους, όπως προβλέπεται για τις εθνικές και επαρχιακές οδούς.
Έτσι, η διαπίστωση σε κάθε περίπτωση της δημιουργίας δημοτικής και κοινοτικής οδού (όπως και αγροτικής) είναι ζήτημα πραγματικό, που ερευνάται από την αρμόδια διοικητική αρχή. Η δημοτική ή κοινοτική οδός, δηλαδή, αυτή που εξυπηρετεί τις οποιασδήποτε φύσεως ανάγκες του δήμου ή της κοινότητας "εντός των διοικητικών τους ορίων", κατά το άρθρο 4 του ν. 3155/1955, που προπαρατέθηκε, αποτελεί κοινής χρήσεως και εκτός συναλλαγής πράγμα και, εφόσον δεν ανήκει στο δήμο ή κοινότητα ή ο νόμος δεν ορίζει διαφορετικά, ανήκει στο δημόσιο.
Η εν λόγω οδός (δημοτική ή κοινοτική) αποκτά τον προορισμό της, δηλαδή, την ιδιότητα του κοινόχρηστου και εκτός συναλλαγής πράγματος: 1) από το νόμο, δηλαδή, με το χαρακτηρισμό της ως δρόμου με πράξη της αρμόδιας διοικητικής αρχής, σύμφωνα με τις διατάξεις του σχεδίου πόλεως που περιλαμβάνει τον ιδιωτικό χώρο στο - ισχύον - ρυμοτομικό διάγραμμα του σχεδίου πόλεως, 2) από τη βούληση του ιδιοκτήτη, που πρέπει να εκδηλωθεί με νομότυπη μεταβιβαστική δικαιοπραξία κατά τους όρους του άρθρου 1033 ΑΚ (αιτιώδη συμβολαιογραφική σύμβαση) ή με διάταξη τελευταίας βούλησης ή και με μονομερή παραίτηση από την κυριότητα με το σκοπό όμως να καταστεί το συγκεκριμένο ακίνητο κοινόχρηστο, η οποία, όμως, παραίτηση πρέπει να περιβληθεί το συμβολαιογραφικό τύπο και να μεταγραφεί και 3) με την από αμνημονεύτου χρόνου αρχαιότητα (vetustas), που προβλεπόταν από το προϊσχύσαν του ΑΚ ΒΡΔ (ν.3 πανδ. 43.7, ν.2 παρ.8 πανδ. 39.3, ν.28 πανδ. 22,3), με την οποία κυρούνταν ως νόμιμη η πραγματική κατάσταση που υπήρχε πριν από τόσο χρόνο, ώστε η ζώσα γενεά να τη γνώρισε ως έχει και να μη διέδωσε παράδοση από την παρελθούσα γενεά για την ύπαρξη άλλης διαφορετικής κατάστασης.
Η τελευταία δεν προβλέπεται από τον ΑΚ, διατηρείται, όμως σύμφωνα με το άρθρο 51 του Εισ. Ν.ΑΚ, η δυνάμει αυτής ιδιότητα που απέκτησε το πράγμα ως κοινής χρήσεως, εφόσον πριν από την εισαγωγή του ΑΚ (23-2-1946) δύο συνεχόμενες γενεές ανθρώπων επί συνολικό διάστημα 80 ετών τουλάχιστον δεν γνώρισαν διαφορετική κατάσταση του πράγματος από την κοινοχρησία.
Εκείνος, επομένως, που ισχυρίζεται, ότι κάποιο ακίνητο ή οδός είναι κοινόχρηστος χώρος και, ειδικότερα, δημοτικός ή κοινοτικός δρόμος, πρέπει, για να είναι ορισμένος ο ισχυρισμός του, να καθορίσει το νόμιμο τρόπο με τον οποίο αποκτήθηκε η ιδιότητα της κοινοχρησίας. Δεν είναι, όμως, κοινής χρήσεως, κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 967 ΑΚ, η ιδιωτική οδός-λωρίδα εδάφους που δημιουργήθηκε με τη συνεισφορά (παραχώρηση) εδάφους από τους ιδιοκτήτες γειτονικών ακινήτων για την εξυπηρέτηση των ίδιων, αφού μάλιστα η κυριότητα της εν λόγω οδού ανήκει σ' αυτούς που συνεισέφεραν το έδαφος ή στους καθολικούς ή ειδικούς διαδόχους τους κατά το μέρος της συνεισφοράς τους.
Το αντίθετο δεν συνάγεται από τις διατάξεις των άρθρων 1192 και 1194 ΑΚ, από τις οποίες η πρώτη μεν επιβάλλει τη μεταγραφή, μεταξύ άλλων, των εμπράγματων δικαιωμάτων επί ακινήτων και η δεύτερη ορίζει πως γίνεται η μεταγραφή, ούτε από τη διάταξη του άρθρου 20 του ν.δ. της 17-7/16-8-1923 "περί σχεδίων πόλεων και κωμών κ.λ.π.", η οποία απαγορεύει τη δημιουργία με ιδιωτική βούληση κοινόχρηστων χώρων σε ιδιωτικά ακίνητα, κηρύσσει άκυρες τις μεταβιβάσεις κυριότητας παρά την απαγόρευση αυτή και αναθέτει στη διοικητική αρχή την κρίση περί του αν οι εν λόγω μεταβιβάσεις έγιναν για τον παραπάνω σκοπό και είναι άκυρες.
Ο τρίτος, επομένως, κατά το πρώτο μέρος του, λόγος της αναίρεσης, με τον οποίο, κατ' ορθή εκτίμησή του, προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. πλημμέλεια, γιατί το Εφετείο, με το να μη δεχθεί, ότι η οδός που διανοίχθηκε στο οικόπεδο Ζ στη θέση ... με την 638/11-6-1980 απόφαση του Νομάρχου ...
θεωρείται κοινόχρηστη δημοτική οδός, παραβίασε ευθέως τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 369, 966, 967, 968, 971, 972, 1169, 1192 παρ. 1 και 1319 του ΑΚ, εκείνες του ν. 3 παρ. 2 πανδ. 43-7 του βυζαντινορρωμαϊκού δικαίου και εκείνη του άρθρου 20 παρ. 1 του ν.δ. 17-7/16-8-1923, "περί σχεδίων πόλεων και κωμών κ.λ.π.", αντίστοιχα, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, αφού, ενόψει των παραδοχών της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, που έχουν ήδη αναπτυχθεί, η επίμαχη οδός, μη ευρισκομένη μέσα στο εγκεκριμένο σχέδιο πόλεως, δεν απέκτησε την ιδιότητα του κοινοχρήστου με την τήρηση των νόμιμων προϋποθέσεων που ήδη αναπτύχθηκαν, αλλά αποτελεί ιδιωτική οδό.
Η παρ.1 του άρθρου 1 του ν.δ. 690/1948 "περί συμπληρώσεως των περί σχεδίων πόλεων διατάξεων" ορίζει ότι "οι κοινόχρηστοι χώροι (πλατείαι, οδοί, άλση, κήποι κ.τ.λ.), οι καθοριζόμενοι υπό των μέχρι της ισχύος του παρόντος εγκριθέντων, επισπεύσει των ιδιοκτητών ή των αναλαβόντων την εκμετάλλευσιν των οικείων εκτάσεων, σχεδίων ρυμοτομίας συνοικισμών, θεωρούνται περιελθόντες εις την κοινήν χρήσιν από της εγκρίσεως του καθορίσαντος τούτους σχεδίου του συνοικισμού, είτε επεβλήθη εις τους ως άνω επισπεύσαντας την έγκρισιν η υποχρέωσις της παραιτήσεως αυτών από της κυριότητος, νομής και κατοχής των χώρων τούτων, ασχέτως αν εξεπληρώθη αυτή ή όχι, είτε δεν επεβλήθη μεν τοιαύτη υποχρέωσις, η επιδιωχθείσα όμως παρά τούτων έγκρισις του σχεδίου είχεν ως αναγκαίον κατ' αμάχητον τεκμήριον επακολούθημα την κατ' ελευθέραν βούλησιν αυτών παραίτησίν των από της κυριότητος, νομής και κατοχής των υπό των ως άνω χώρων καταλαμβανομένων γηπέδων, άνευ της οποίας δεν ήτο δυνατή η έγκρισις του σχεδίου και η διάθεσις των υπό τούτου ορισθέντων οικοδομημάτων δι' οιονδήποτε σκοπόν χώρων.
Οι ως άνω κοινόχρηστοι χώροι περιέρχονται εις την κοινήν χρήσιν, ελεύθεροι παντός βάρους, υποθήκης ή προσημειώσεως, των τυχόν επί τούτων εγγεγραμμένων βαρών κ.λ.π., περιοριζομένων επί των λοιπών ακινήτων των επισπευ-σάντων την έγκρισιν του σχεδίου". Κατά την παρ.2 του ίδιου άρθρου "η προηγούμενη παράγραφος (1) ισχύει και δια τους συνεπεία μεταγενεστέρας τροποποιήσεως σχεδίου καθορισθέντας κοινοχρήστους χώρους, καταλαμβάνοντας γήπεδα ανήκοντα κατά τον χρόνον της τροποποιήσεως εις τους επισπεύσαντας την έγκρισιν του σχεδίου, εφόσον η τροποποίησις εγένετο τη αιτήσει αυτών ή άλλως εγένετο αποδεκτή καθ' οιονδήποτε χρόνον, έστω και σιωπηρώς, μη εκδηλωθείσης εγγράφως μέχρι της ισχύος του παρόντος οιασδήποτε αντιθέσεως ή επιφυλάξεως τούτων.
Εν τη περιπτώσει της παρούσης παραγράφου οι τυχόν εκ της τροποποιήσεως καταργούμενοι κοινόχρηστοι χώροι, καθιστάμενοι οικοδομήσιμοι, περιέρχονται εις την κυριότητα, νομήν και κατοχήν των επισπευσάντων την έγκρισιν του σχεδίου καθό ποσόν δεν υπερβαίνουν το εμβαδόν των κατά το προηγούμενον εδάφιον καθισταμένων δια της τροποποιήσεως κοινοχρήστων".
Σύμφωνα, επίσης, με τη διάταξη της παρ.3 του ίδιου πιο πάνω άρθρου: "Αι διατάξεις της παρ.1 εφαρμόζονται και στην περίπτωσιν χώρων, οίτινες δεν καθορίσθησαν μεν κοινόχρηστοι εκ του εγκριθέντος σχεδίου, τους οποίους όμως οι επισπεύσαντες την έγκρισιν αυτού εξεδήλωσαν είτε δι' επαγγελίας είτε διά διαφημιστικών χαρτών και διαγραμμάτων ή αγγελιών προς του σκοπόν της προσελεύσεως αγοραστών και εν γένει καθ' οιονδήποτε τρόπο την πρόθεσιν αυτών όπως θέσουν τούτους εις την χρήσιν του κοινού.
Εν περιπτώσει οιασδήποτε αμφισβητήσεως της τοιαύτης ως άνω προθέσεως των επισπευσάντων την έγκρισιν αποφαίνεται, οριστικώς και τελεσιδίκως, το αρμόδιον Πρωτοδικείου επί τη αγωγή είτε των επισπευσάντων, είτε του Ελληνικού Δημοσίου, είτε του οικείου Δήμου ή Κοινότητος ή και παντός ιδιοκτήτου ακινήτου εν τη περιφερεία του οικείου Δήμου ή Κοινότητος".
Περαιτέρω: .... ι) "Σε εκτάσεις εκτός ρυμοτομικού σχεδίου η εκδήλωση της πρόθεσης του ιδιοκτήτη, να καταστήσει το ακίνητό του κοινόχρηστο χώρο, παραιτούμενος της κυριότητος, νομής και κατοχής αυτού, μπορεί κατά το άρθρο 1 παρ.3 ν.δ. 690/48, να γίνει με επαγγελίες, διαφημίσεις διαγραμμάτων, αγγελίες κλπ. οι οποίες γίνονται προς τον σκοπό προσέλκυσης αγοραστών τμημάτων σε ιδιωτική ρυμοτομία".
Από τις διατάξεις αυτές, συνδυαζόμενες και με τις όμοιες των επόμενων παραγράφων 6 και 8 του ίδιου άρθρου του πιο πάνω ν.δ/τος (690/1948), καθώς και με τα άρθρα 2 παρ.1 εδάφ. α', 3 παρ.2 και 7 παρ.1 και 2 του ν.δ/τος της 17 Ιουλίου/16 Αυγ. 1923 "περί σχεδίου πόλεων και συνοικισμών του Κράτους ..." ενόψει και του σκοπού των διατάξεων αυτών του ν.δ/τος 690/1948, συνισταμένου στο να εξασφαλιστεί η εφαρμογή του σχεδίου της ρυμοτομίας χωρίς δαπάνες για τους κοινόχρηστους χώρους με την εθελοντική παραχώρηση των αναγκαίων για το σκοπό αυτό γηπέδων από τους ιδιοκτήτες τους, συνάγονται σαφώς τα εξής:
Οι ιδιοκτήτες εδαφικών εκτάσεων, που καταλαμβάνονται από τα σχέδια ρυμοτομίας των συνοικισμών που εγκρίθηκαν μέχρι την ισχύ του ν.δ/τος 690/1948 ως κοινόχρηστοι χώροι, οι οποίοι και επεδίωξαν την έγκριση του σχεδίου ρυμοτομίας και ήταν τότε ιδιοκτήτες των εκτάσεων αυτών, θεωρούνται "κατ' αμάχητο τεκμήριο", ότι παραιτήθηκαν από την κυριότητα, νομή και κατοχή τους και από οποιοδήποτε δικαίωμά τους γενικώς επί των εδαφικών ούτων εκτάσεων με τη θέλησή τους, ώστε να πετύχουν με την έγκριση και εφαρμογή του σχεδίου τη διαίρεση των υπόλοιπων εκτάσεών τους σε οικόπεδα οικοδομήσιμα καθώς και τη διάθεσή τους.
Οι εκτάσεις αυτές, τις οποίες το σχέδιο ρυμοτομίας καθόρισε ως κοινόχρηστους χώρους, θεωρούνται ότι περιήλθαν στην προβλεπόμενη από το σχέδιο της ρυμοτομίας κοινή χρήση από την έγκρισή του. Τα ίδια ισχύουν και στην περίπτωση που με ένα σχέδιο ρυμοτομίας συνοικισμού, αρχικού ή τροποποιητικού προγενεστέρου, καθορίζονται κοινόχρηστοι χώροι που καταλαμβάνουν γήπεδα, τα οποία ανήκουν σε εκείνους που επεδίωξαν την έγκριση ή ζήτησαν την τροποποίηση του σχεδίου ή τουλάχιστον σ' εκείνους που αποδέχθηκαν αυτή οποτεδήποτε έστω και σιωπηρά, χωρίς να εκδηλώσουν με έγγραφό τους οποιαδήποτε αντίθεσή τους ή επιφύλαξη μέχρι την έναρξη της ισχύος του ν.δ/τος 690/1948.
Τέλος, οι εκτάσεις αυτές ως κοινόχρηστες περιέρχονται πλέον, σύμφωνα με το άρθρο 968 ΑΚ, στον κατά το νόμο κύριο των κοινοχρήστων, δηλαδή, στο Δημόσιο ή στον οικείο Δήμο ή Κοινότητα, υπό τις προϋποθέσεις των διατάξεων των άρθρων 1 του π.δ/τος της 25/28-11-1929 και 4 του ν. 3155/1955, που προμνημονεύθηκαν, από τις οποίες συνάγεται, ότι δρόμοι, πλατείες και άλλοι κοινόχρηστοι χώροι, προβλεπόμενοι από τα επιβάλλοντα σχέδιο πόλεως νομοθετήματα και κείμενοι, "εντός των διοικητικών ορίων Δήμων ή Κοινότητας", αποτελούν πράγματα κοινής χρήσεως και ανήκουν κατά κυριότητα στον εν λόγω Δήμο ή Κοινότητα, ακόμη και αν δεν δόθηκαν πράγματι στην προβλεπόμενη από το σχέδιο ρυμοτομίας κοινή χρήση (Ολ.
ΑΠ 228/1983). Ο τρίτος, επομένως, κατά το δεύτερο μέρος του, λόγος της αναίρεσης, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. πλημμέλεια, γιατί το Εφετείο, με το να μη δεχθεί τον κοινόχρηστο χαρακτήρα της οδού που διανοίχθηκε στο οικόπεδο Ζ, δηλαδή να δεχθεί, ότι: "οι κληρονόμοι Ζ που με πρωτοβουλία τους υπέβαλαν και ενεκρίθη το ρυμοτομικό σχέδιο του συνοικισμού αυτού, προκειμένου να το οικοπεδοποιήσουν και ως αυτοτελή και οικοδομήσιμα οικόπεδα να το πωλήσουν σε τρίτους, όπως και έπραξαν, παραιτήθηκαν κατ' αμάχητο τεκμήριο της κυριότητας, νομής και κατοχής τους επί των κοινοχρήστων αυτών χώρων, οι οποίοι και περιήλθαν στην κυριότητα του οικείου Δήμου ..., χωρίς να απαιτείται καμία άλλη διατύπωση ή ενέργεια, όπως συμβολαιογραφική πράξη ή μεταγραφή της, με μόνη την έγκριση του σχεδίου αυτού.
Πολύ δε περισσότερο, που για την διάνοιξή του τήρησαν τους ειδικότερους όρους (διάνοιξη εντός έξι μηνών) που τέθηκαν με την εγκριτική απόφαση του Νομάρχη .. (638/80) και δεν ετέθη, ως εκ τούτου, ζήτημα αυτοδίκαιης ακυρότητας της εγκρίσεως κατά το σχετικό εδάφιο της παρ.8 του άρθρου 1 Ν.Δ. 690/1948", παραβίασε ευθέως, με μη ορθή ερμηνεία και εφαρμογή τους, τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των παραγράφων 1, 3 και 8 του άρθρου 1 του ν.
δ/τος 690/1948, είναι απορριπτέος ως επί αναληθούς προϋπόθεσης ερειδόμενος, εφόσον οι αμέσως πιο πάνω διατάξεις ισχύουν μόνο στην περίπτωση κατά την οποία με ρυμοτομικό σχέδιο συνοικισμού, αρχικό ή τροποποιητικό προηγουμένου, καθορίζονται κοινόχρηστοι χώροι που καταλαμβάνουν γήπεδα ανήκοντα σ' αυτούς που επεδίωξαν την έγκριση του σχεδίου ή ζήτησαν την τροποποίησή του, ή έστω αποδέχθηκαν και αυτήν, οποτεδήποτε, έστω και σιωπηρά, χωρίς έγγραφη εκδήλωση οποιασδήποτε αντίθεσής τους ή επιφύλαξής τους μέχρι την έναρξη ισχύος του ν.
δ/τος 690/1948, μετά δε την έγκριση ή τροποποίηση του ρυμοτομικού σχεδίου οι ιδιοκτήτες των εν λόγω εδαφικών εκτάσεων παραιτήθηκαν, με συμβολαιογραφική δήλωσή τους, - χωρίς να απαιτείται και η μεταγραφή αυτής -, από την κυριότητα, νομή και κατοχή τους, καθώς και από κάθε δικαίωμά τους σ' αυτές τις εκτάσεις, οι οποίες, ακολούθως, καθίστανται κοινόχρηστες, περιερχόμενες εφεξής στον εκάστοτε κύριο (Δημόσιο, Δήμο ή Κοινότητα), προϋποθέσεις, οι οποίες, όπως προκύπτει από τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, δεν συντρέχουν στη συγκεκριμένη περίπτωση.
Με τον τέταρτο, κατ' ορθή εκτίμησή του, λόγο της αναίρεσης, ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. πλημμέλεια, γιατί το Εφετείο διέλαβε αντιφατικές αιτιολογίες ως προς το ζήτημα της ύπαρξης ή όχι ρυμοτομικού σχεδίου του αγροκτήματος Ζ και, επίσης, ως προς το ζήτημα του κοινόχρηστου ή μη χαρακτήρα της οδού που διανοίχθηκε στο παραπάνω αγρόκτημα και, έτσι, στέρησε την απόφασή του από τη νόμιμη βάση της. Ο ερευνώμενος αυτός αναιρετικός λόγος είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, αφού από τις προμνημονευόμενες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτουν πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες ως προς τα παραπάνω ζητήματα, δηλαδή, τόσο ως προς τη μη ύπαρξη ρυμοτομικού σχεδίου στην περιοχή ..., όσο και ως προς το χαρακτήρα της επίμαχης οδού ως ιδιωτικής, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο.
Ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 11 περίπτ. γ' του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., κατά τον οποίο επιτρέπεται αναίρεση αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα, που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν, ελέγχεται ουσιαστικά αβάσιμος, αν αποδεικνύεται από την προσβαλλόμενη απόφαση, ότι το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι προς απόδειξη των ισχυρισμών τους.
Προς τούτο αρκεί η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου (μάρτυρες, έγγραφα κ.λ.π.), που έλαβε υπόψη του το δικαστήριο, χωρίς την ανάγκη ειδικής μνείας και αξιολόγησης εκάστου και χωρίς διάκριση από ποια αποδεικτικά μέσα προκύπτει άμεση και από ποια έμμεση απόδειξη. Στην προκείμενη περίπτωση, με τον πέμπτο λόγο της αναίρεσης προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθμό 11 περίπτ.
γ' του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. πλημμέλεια, γιατί το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφαση, προκειμένου να καταλήξει στη δικανική του κρίση περί της απόρριψης της ένδικης αγωγής του ήδη αναιρεσείοντα περί της αναγνώρισης ότι το δικαίωμα δουλείας διόδου του εναγόμενου και ήδη αναιρεσίβλητου συνεταιρισμού στο επίδικο ακίνητο έχει αποσβεστεί ως και κατ' ουσίαν αβάσιμης, δεν έλαβε υπόψη και δεν συνεκτίμησε με τις λοιπές αποδείξεις τα, ειδικότερα, σ' αυτόν μνημονευόμενα έγγραφα, δηλαδή:
α) τη με αριθμό ... άδεια οικοδομής των ..., β) τη βεβαίωση του Δήμου ...σχετικά με την ασφαλτόστρωση της αμέσως πιο κάτω αναφερόμενης οδού και την αντιδικία του Δήμου με τον εργολάβο του έργου και γ) τα με αριθμούς 1458, 1459 και 1460/2006, αντίστοιχα, πωλητήρια συμβόλαια του συμβολαιογράφου Βολισσού Χίου Χρήστου Δεββέ, με τα οποία η Ζ1 πώλησε και μεταβίβασε την κυριότητα τριών οικοπέδων, που βρίσκονται βόρεια της πιο κάτω οδού, στους ...
κ.ά., τα οποία - έγγραφα - επικαλέστηκε ο αναιρεσείων, με τις προτάσεις του της συζήτησης μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, προς απόδειξη του ουσιώδους ισχυρισμού του, ότι ο δρόμος που διανοίχθηκε το έτος 1980 δίπλα από τα κτήματα Ζ και οδηγεί απευθείας στο ακίνητο του αντιδίκου του, καθαρού πλάτους (εξαιρουμένων των πεζοδρομίων) 8 έως 11 μέτρων, ο οποίος έχει ασφαλτοστρωθεί από το Δήμο ...
και στον οποίο υπάρχουν σωλήνες δημοτικής ύδρευσης και αποχέτευσης, δημοτικός φωτισμός, δημοτικά πεζοδρόμια κ.ά., ενώ τα ακίνητα που εφάπτονται σ' αυτόν οικοδομούνται, είναι κοινόχρηστος δημοτικός δρόμος, από τον οποίο εξυπηρετείται επαρκώς και κατά καλύτερο τρόπο το δεσπόζον ακίνητο του αναιρεσιβλήτου.
Ο εξεταζόμενος αυτός αναιρετικός λόγος είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, αφού, από την υπάρχουσα στην προσβαλλόμενη απόφαση βεβαίωση, κατά την οποία τα περιστατικά που έγινα δεκτά από το πιο πάνω Δικαστήριο ως αποδεικνυόμενα αναφορικά με τους ισχυρισμούς των διαδίκων αποδείχθηκαν, μεταξύ άλλων "από όλα τα έγγραφα που επικαλούνται και νόμιμα προσκομίζουν οι διάδικοι ..., είτε ως αυτοτελή αποδεικτικά μέσα, είτε για να χρησιμεύσουν ως δικαστικά τεκμήρια", σε συνδυασμό και με το γεγονός ότι στο αιτιολογικό της απόφασης δεν υπάρχει κανένα απολύτως στοιχείο από το οποίο να μπορεί να δημιουργηθεί αμφιβολία για το αν το Εφετείο έλαβε υπόψη του και τα παραπάνω έγγραφα, δεν καταλείπεται καμιά αμφιβολία, ότι το εν λόγω Δικαστήριο, προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα, ως προς τους κρίσιμους ισχυρισμούς των διαδίκων, έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε και τα έγγραφα αυτά, χωρίς να είναι υποχρεωμένο να κάνει ειδική μνεία ή χωριστή αξιολόγηση του καθενός.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 25-1-2008 αίτηση του Χ για αναίρεση της 57/2007 απόφασης του Εφετείου Αιγαίου.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1800) ευρώ
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα, στις 19 Ιανουαρίου 2010. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 8 Ιουλίου 2010.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ