Legislator Case Law & Legislation
1334/2024 AI generated

Supreme Court allows appeal against default judgment in debt restructuring case, remanding for retrial.

Case Number 1334/2024
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court accepted the appellant's request to overturn a final default judgment issued in a debt restructuring case. The court found the lower court erred by failing to verify the appellant's actual solvency, which is a prerequisite for applying the specific debt relief law. Consequently, the judgment was annulled and the case remanded for retrial with a different judge.

Legislator headnote

AI generated

Articles 553(1)(b) and 560(1) of the Code of Civil Procedure; In debt restructuring proceedings, the court must independently verify the debtor's solvency to determine applicability of the law, and failure to do so constitutes a ground for appeal.

Keywords

AI generated
debt restructuring default judgment solvency verification appeal admissibility remand for retrial

Cited Legislation

AI generated
Article 553(1)(b) of the Code of Civil Procedure
Article 560(1) of the Code of Civil Procedure
Article 744 of the Code of Civil Procedure
Article 759(3) of the Code of Civil Procedure
Article 580(3) of the Code of Civil Procedure
Article 495(3) of the Code of Civil Procedure
Article 8(6)(b) of Law 3869/2010

Cited Case Law

AI generated
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1334 / 2024 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1334/2024

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μυρσίνη Παπαχίου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ασπασία Μεσσηνιάτη - Γρυπάρη, Σωκράτη Πλαστήρα, Σταύρο Μάλαινο και Αντιγόνη Τζελέπη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 16 Φεβρουαρίου 2024, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Χ. Κ. του Σ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αριστομένη Σκούλικα με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "... ΑΕ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, 2) ανώνυμης εταιρείας παροχής πιστώσεων με την επωνυμία "...", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, 3) ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "... ΑΕ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα και 4) ν.π.δ.δ. με την επωνυμία "ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ ΕΛΕΥΘΕΡΩΝ ΕΠΑΓΓΕΛΜΑΤΙΩΝ (ΟΑΕΕ)" και ήδη "ΗΛΕΚΤΡΟΝΙΚΟΣ ΕΘΝΙΚΟΣ ΦΟΡΕΑΣ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗΣ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ (e-ΕΦΚΑ)", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, εκ των οποίων το 4ο εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Ιωάννα Ζωγράφου με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και η οποία στην εν λόγω από 2-2-2024 δήλωση, καθώς και με τις κατατεθείσες προτάσεις της δήλωσε την ως άνω μεταβολή της επωνυμίας του αναιρεσιβλήτου, ενώ οι 1η, 2η και 3η δεν παραστάθηκαν.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 28-12-2015 αίτηση του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Καλαμάτας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 41/2018 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 272/2021 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Καλαμάτας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 26-7-2022 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγητή τον Αρεοπαγίτη Σταύρο Μάλαινο, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκαν μόνο ο αναιρεσείων και το 4ο των αναιρεσιβλήτων όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Η κρινόμενη, από 26-7-2022 (αριθμ. εκθ. καταθ. 23/27-7-2022), αίτηση αναιρέσεως κατά της υπ' αριθμ. 272/2021 τελεσιδίκου αποφάσεως του, δικάσαντος ως Εφετείου, Μονομελούς Πρωτοδικείου Καλαμάτας, η οποία εκδόθηκε κατά τη διαδικασία της εκουσίας δικαιοδοσίας, επί εφέσεως κατά της υπ' αριθμ. 41/2018 οριστικής αποφάσεως του Ειρηνοδικείου Καλαμάτας και αφορά υπόθεση του Ν. 3869/2010 "Ρύθμιση των οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων", εκδόθηκε ερήμην των πρώτης, δεύτερης και τρίτης των εφεσιβλήτων και ήδη πρώτης, δεύτερης και τρίτης των αναιρεσιβλήτων.

Συνεπώς, για την παραδεκτή άσκηση της κρινομένης αιτήσεως αναιρέσεως πρέπει να ερευνηθεί το ζήτημα της τελεσιδικίας της προσβαλλομένης αποφάσεως, ως προς τις ανωτέρω εφεσίβλητες, που δικάσθηκαν ερήμην στο δευτεροβάθμιο Δικαστήριο.

Κατά τη διάταξη του άρθρ. 553 παρ. 1 περ. β' του Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται μόνο κατά των οριστικών αποφάσεων, που δεν μπορούν να προσβληθούν με ανακοπή ερημοδικίας και έφεση και περατώνουν όλη τη δίκη ή μόνο τη δίκη για την αγωγή ή την ανταγωγή. Έτσι, η ύπαρξη ερήμην αποφάσεως, δηλαδή αποφάσεως που εκδόθηκε με την απουσία, πραγματική ή πλασματική, ενός των διαδίκων, έστω και αν δεν στηρίχθηκε στη συναγωγή δυσμενών συνεπειών από την ερημοδικία του (Ολ.

Α.Π. 15/2001), ενεργοποιεί αυτομάτως τη δυνατότητα ασκήσεως κατ' αυτής ανακοπής ερημοδικίας από τον ερημοδικασθέντα (άρθρ. 502 του Κ.Πολ.Δ.), με συνέπεια, όσο διαρκεί η προθεσμία της ανακοπής ερημοδικίας, να αποκλείεται η άσκηση αιτήσεως αναιρέσεως κατά της ερήμην αποφάσεως, η οποία, αν, παρ' όλα αυτά, ασκηθεί, είναι απορριπτέα αυτεπαγγέλτως ως απαράδεκτη (άρθρ. 577 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.), αφού, σε σχέση με την αναίρεση, δεν υπάρχει διάταξη όμοια με τη διάταξη του άρθρ. 513 παρ. 1 εδάφ.

β', περ. β' του Κ.Πολ.Δ., που ορίζει ότι κατά των ερήμην αποφάσεων επιτρέπεται έφεση ήδη από τη δημοσίευσή τους. Αντιθέτως, δηλαδή, με την καθιερούμενη με τη διάταξη αυτή συμπόρευση των προθεσμιών της εφέσεως και της ανακοπής ερημοδικίας, η αναίρεση κατά ερήμην αποφάσεως είναι επιτρεπτή, μόνον εφόσον δεν συγχωρείται κατ' αυτής ανακοπή ερημοδικίας ή αναλόγως έφεση (Ολ.

Α.Π. 11/1998), δηλαδή καθιερώνεται η αρχή της διαδοχικής ασκήσεως των προβλεπομένων ενδίκων μέσων (Α.Π. 244/2023, Α.Π. 20/2023, Α.Π. 1508/2022, Α.Π. 58/2020, Α.Π. 208/2020).

Στην προκειμένη περίπτωση, από την προσβαλλόμενη απόφαση, η οποία επιτρεπτώς επισκοπείται (άρθρο 561 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.) για την έρευνα του ανωτέρω δικονομικού ζητήματος, το οποίο αποτελεί προϋπόθεση για την παραδεκτή άσκηση της αιτήσεως αναιρέσεως ως δικογράφου (άρθρο 577 παρ. 1, σε συνδ. με 553 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.), προκύπτει ότι αυτή (απόφαση) εκδόθηκε ερήμην των καθών η αίτηση ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "...

Α.Ε.", της ανώνυμης εταιρείας παροχής πιστώσεων, με την επωνυμία "...", ήδη δεύτερης αναιρεσίβλητης και της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "... Α.Ε.", ήδη τρίτης αναιρεσίβλητης οι οποίες, σύμφωνα με τις παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως (βλ. 3η σελίδα αυτής), κλήθηκαν νομίμως και εμπροθέσμως, για να παραστούν ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Καλαμάτας, στη δικάσιμο της 9-9-2020 και ότι η συζήτηση της υποθέσεως (κατά την ανωτέρω δικάσιμο) χώρησε σαν να ήταν και αυτές παρούσες (άρθρο 764 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.).

Επομένως, ως προς τις ανωτέρω αναιρεσίβλητες, αφού αυτές είχαν κλητευθεί νομίμως και εμπροθέσμως, η προσβαλλόμενη απόφαση έχει καταστεί πλέον τελεσίδικη, καθόσον, σύμφωνα με το άρθρο 14 του Ν. 3869/2010, δεν υπόκειται σε ανακοπή ερημοδικίας (Α.Π. 244/2023, Α.Π 20/2023, Α.Π. 1508/2022, Α.Π. 1497/2022). Συνακολούθως, η αίτηση αναιρέσεως έχει ασκηθεί παραδεκτώς ως δικόγραφο, κατ' άρθρο 553 παρ. 1, σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 741 και 769 του Κ.Πολ.Δ.

και ως προς τις ανωτέρω τρεις πρώτες των αναιρεσιβλήτων και εφόσον, περαιτέρω, ασκήθηκε νομοτύπως, με την κατάθεση του δικογράφου αυτής στη Γραμματεία του ως άνω Δικαστηρίου (άρθρο 495 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ. και 14 του Ν. 3869/2010) και εμπροθέσμως (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1, 577, 741 και 769 του Κ.Πολ.Δ.), πρέπει να ερευνηθεί το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 1 και 3 του Κ.Πολ.Δ.).

Από τη διάταξη του άρθρου 576 παρ. 1-3 του Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι, αν κατά τη συζήτηση της αναιρέσεως δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί, αλλά δεν λάβει μέρος, με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, κάποιος από τους διαδίκους, ο Άρειος Πάγος ερευνά αυτεπαγγέλτως, ποιος επισπεύδει τη συζήτηση. Αν την επισπεύδει ο διάδικος, που απουσιάζει, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι.

Αν, όμως, την επισπεύδει ο αντίδικός του, ερευνάται αν ο διάδικος, ο οποίος δεν εμφανίσθηκε ή, αν εμφανίσθηκε, δεν έλαβε μέρος στη συζήτηση με τον τρόπο, που ορίζει ο νόμος, κλητεύθηκε νομίμως και εμπροθέσμως από εκείνον, που επισπεύδει τη συζήτηση. Στην περίπτωση, κατά την οποία δεν κλητεύθηκε νομίμως και εμπροθέσμως, η συζήτηση κηρύσσεται απαράδεκτη και η υπόθεση επαναφέρεται με νέα κλήση.

Στην αντίθετη περίπτωση, ο Άρειος Πάγος προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου, που έχει κλητευθεί (Α.Π. 1674/2023, Α.Π. 606/2023, Α.Π. 20/2023, Α.Π. 1683/2022). Σε περίπτωση αναγκαστικής ομοδικίας στη δίκη επί της αιτήσεως αναιρέσεως, εάν δεν κλητεύθηκε κάποιος από τους αναγκαίους ομοδίκους, η συζήτηση της αιτήσεως κηρύσσεται απαράδεκτη για όλους, εάν, όμως, αυτός κλητεύθηκε νομίμως είτε από τον αντίδικό του, είτε από αναγκαίο ομόδικό του και δεν εμφανισθεί στη συζήτηση, τότε θεωρείται σαν να είναι παρών και η συζήτηση χωρεί νομίμως και ως προς τον απολειπόμενο αναγκαίο ομόδικο παρά την απουσία του (Α.Π. 244/2023, Α.Π. 1508/2022, Α.Π. 1437/2019, Α.Π. 1946/2017, Α.Π. 756/2017).

Τέλος, στη δίκη περί ρυθμίσεως οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων, ο δεσμός που συνδέει τους πιστωτές του αιτούντος - οφειλέτη, ενόψει του ότι η ισχύς της αποφάσεως που θα εκδοθεί εκτείνεται σε όλους τους "μετέχοντες στη δίκη" πιστωτές, είναι αυτός της αναγκαστικής παθητικής ομοδικίας, κατ' άρθρο 76 παρ. 1 περ.

β' του Κ.Πολ.Δ. (Α.Π. 244/2023, Α.Π. 1508/2022, Α.Π. 516/2020, Α.Π. 757/2019, Α.Π. 1049/2017).

Από τα πρακτικά της δίκης και τα διαδικαστικά έγγραφα προκύπτει ότι η κρινόμενη, αίτηση αναιρέσεως προσδιορίσθηκε για τη δικάσιμο, που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας, (16-2-2024) με αριθμό πινακίου 18, σύμφωνα με την κάτω από αυτήν Πράξη της Προέδρου του Δ'Τμήματος (άρθρ. 568 παρ. 2-4 του Κ.Πολ.Δ.). Περαιτέρω, από τις υπ' αριθμ. 3764Γ'/27-11-2023, 3772Γ'/27-11-2023 και 3760Γ'/27-11-2023 εκθέσεις επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή του Εφετείου Αθηνών, με έδρα το Πρωτοδικείο Αθηνών, Δ.

Α., τις οποίες προσκομίζει και επικαλείται νομίμως ο επισπεύδων τη συζήτηση της υποθέσεως αναιρεσείων, προκύπτει ότι, μετά από έγγραφη παραγγελία του πληρεξουσίου δικηγόρου του Α. Σ., ακριβές αντίγραφο της αιτήσεως αναιρέσεως, με την κάτω από αυτήν πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για την ανωτέρω δικάσιμο, επιδόθηκε νομίμως και εμπροθέσμως στις τρεις πρώτες των αναιρεσιβλήτων (με επίδοση στους αρμοδίους για παραλαβή υπαλλήλους αυτών, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 129 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.).

Ωστόσο, όπως προκύπτει από τα, ταυτάριθμα με την παρούσα απόφαση, πρακτικά δημοσίας συνεδριάσεως του Δικαστηρίου τούτου, κατά την εκφώνηση της υποθέσεως, με την σειρά της από το οικείο πινάκιο, οι ανωτέρω αναιρεσίβλητες δεν εμφανίσθηκαν, ούτε κατέθεσαν έγγραφη δήλωση, κατά τα άρθρα 242 παρ. 2 και 573 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ., ότι δεν θα παραστούν κατά τη συζήτηση αλλά παραστάθηκε νομίμως και προσηκόντως μόνον ο επισπεύδων τη συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως αναιρεσείων και η τέταρτη των αναιρεσιβλήτων.

Επομένως, αφού οι τρεις πρώτες των αναιρεσιβλήτων δεν εμφανίσθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, αν και κλητεύθηκαν νομίμως και εμπροθέσμως, πρέπει, σύμφωνα με την προαναφερόμενη διάταξη του άρθρου 576 παρ. 2 περ. α' και γ' του Κ.Πολ.Δ., να προχωρήσει η συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως, παρά την απουσία τους.

Στην προκειμένη περίπτωση, από την επιτρεπτή επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεως και των λοιπών διαδικαστικών εγγράφων της δίκης (άρθρο 561 αριθμ. 2 του Κ.Πολ.Δ.), αναφορικώς με τη διαδικαστική πορεία της υποθέσεως, προκύπτει ότι ο ήδη αναιρεσείων άσκησε, ενώπιον του Ειρηνοδικείου Καλαμάτας, την από 28-12-2015 (αριθμ.

εκθ. καταθ. 311/28-12-2015) αίτησή του, με την οποία, επικαλούμενος ότι είναι φυσικό πρόσωπο, χωρίς πτωχευτική ικανότητα και ότι έχει περιέλθει σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής των ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών του προς τους καθών η αίτησή του, ήτοι την τραπεζική εταιρεία με την επωνυμία "... Α.Ε.", την ανώνυμη εταιρεία παροχής πιστώσεων με την επωνυμία "...", την ανώνυμη τραπεζική εταιρεία με την επωνυμία "...

Α.Ε." και τον Οργανισμό Κοινωνικής Ασφάλισης με την επωνυμία "ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ ΕΛΕΥΘΕΡΩΝ ΕΠΑΓΓΕΛΜΑΤΙΩΝ (Ο.Α.Ε.Ε.)", ζήτησε τη δικαστική ρύθμιση των οφειλών του προς τους ως άνω πιστωτές του, κατά το άρθρο 8 του Ν. 3869/2010 και την εξαίρεση από την εκποίηση της κύριας κατοικίας του, κατά το άρθρο 9 του ιδίου νόμου.

Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο με την υπ' αριθμ. 41/2018 οριστική απόφασή του, απέρριψε την αίτηση, ως αβάσιμη κατ' ουσίαν. Κατά της αποφάσεως αυτής του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου ο αιτών άσκησε έφεση ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Καλαμάτας. Επί της εφέσεως αυτής εκδόθηκε η προσβαλλόμενη, υπ' αριθμ. 272/2021, απόφαση του ως άνω Δικαστηρίου, με την οποία το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο δέχθηκε αυτήν τυπικώς και την απέρριψε, ως αβάσιμη κατ' ουσίαν.

Με τη διάταξη της παραγράφου 1 του άρθρου 1 του Ν. 3869/2010 ("Ρύθμιση των οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων..."), όπως το άρθρο αυτό ίσχυε μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 1 παρ. 1 της ΥΠΟΠΑΡ. Α.4 του άρθρου 2 του Ν. 4336/2015 (ΦΕΚ 94/Α/14-8-2015) που καταλαμβάνει, σύμφωνα με την παρ. 5 του άρθρου 2 της ΥΠΟΠΑΡ. Α.4 του άρθρου 2 του ίδιου νόμου, τις αιτήσεις που υποβάλλονται μετά την έναρξη ισχύος του [και εφαρμόζεται στην προκειμένη υπόθεση, εφόσον η ένδικη από 28-12-2015 αίτηση του αναιρεσίβλητου περί υπαγωγής του στις διατάξεις του νόμου 3869/2010 ενώπιον του Ειρηνοδικείου Καλαμάτας κατατέθηκε στις 28-12-2015, ήτοι μετά την αντικατάστασή του με τον ως άνω νόμο 4336/2015], ορίζεται ότι "Φυσικά πρόσωπα που στερούνται πτωχευτικής ικανότητας υπό την έννοια του άρθρου 2 του Ν. 3588/2007 και έχουν περιέλθει, χωρίς δόλο, σε μόνιμη και γενική αδυναμία πληρωμής ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών τους, δικαιούνται να υποβάλουν στο αρμόδιο δικαστήριο αίτηση για την ρύθμιση των οφειλών τους κατά τις διατάξεις του παρόντος νόμου.

Την ύπαρξη δόλου αποδεικνύει ο πιστωτής". Περαιτέρω, κατά τις διατάξεις του άρθρου 8 παρ. 1 και 2 του εν λόγω νόμου (όπως ίσχυε μετά την τροποποίησή του με τον Ν. 4336/2015), "Αν το σχέδιο δεν γίνεται δεκτό από τους πιστωτές...το δικαστήριο ελέγχει την ύπαρξη των αμφισβητούμενων απαιτήσεων και την πλήρωση των προϋποθέσεων του άρθρου 1 για τη ρύθμιση των οφειλών και απαλλαγή του οφειλέτη...Αν τα περιουσιακά στοιχεία του οφειλέτη δεν είναι επαρκή, το δικαστήριο, αφού αφαιρέσει το ποσό που απαιτείται για την κάλυψη των ευλόγων δαπανών διαβίωσης του ιδίου και των προστατευόμενων μελών της οικογένειάς του, όπως αυτές εκάστοτε προσδιορίζονται με απόφαση του Κυβερνητικού Συμβουλίου Διαχείρισης Ιδιωτικού Χρέους δυνάμει του Ν. 4224/2013 ή μέχρις ότου εκδοθεί η ανωτέρω απόφαση, όπως αυτές προσδιορίζονται στην Έρευνα Οικονομικών Προϋπολογισμών (Ε.Ο.Π.) που διενεργεί κάθε χρόνο η Ελληνική Στατιστική Υπηρεσία και στις οποίες συμπεριλαμβάνονται οι δαπάνες κοινωνικής ασφάλισης που βαρύνουν τον οφειλέτη, διατάσσει την καταβολή μηνιαίως, για χρονικό διάστημα τριών (3) ετών, του ποσού που απομένει με βάση τα περιουσιακά στοιχεία και τα πάσης φύσεως εισοδήματά του, για την ικανοποίηση των απαιτήσεων των πιστωτών, συμμέτρως διανεμόμενου.".

Από τις διατάξεις αυτές, οι οποίες θεσμοθετούν τη δυνατότητα του φυσικού προσώπου να απαλλάσσεται από τα χρέη του, όταν δεν έχει ρευστοποιήσιμα περιουσιακά στοιχεία, ούτε επαρκούν τα τρέχοντα και προσδοκώμενα εισοδήματά του για την εξυπηρέτησή τους, ώστε να συνδυάζεται η μεγαλύτερη δυνατή ικανοποίηση των πιστωτών με την ανάκτηση της οικονομικής ελευθερίας του οφειλέτη και τη στοιχειώδη διαφύλαξη της προσωπικής αξιοπρέπειας αυτού και των προστατευόμενων μελών της οικογενείας του, προκύπτουν τα ακόλουθα:

Βασική προϋπόθεση για την υπαγωγή του οφειλέτη στις ρυθμίσεις του Ν. 3869/2010 είναι η αποδεδειγμένη μόνιμη (και όχι απλώς παροδική) περιέλευση αυτού σε γενική αδυναμία πληρωμής των ληξιπρόθεσμων χρεών του, άσχετα αν αυτή υπήρχε κατά την ανάληψη των χρεών ή επήλθε μεταγενέστερα, η οποία, πάντως, δεν πρέπει να οφείλεται σε δόλο του, του οποίου (δόλου) η ύπαρξη προτείνεται από πιστωτή.

Αδυναμία πληρωμών σημαίνει ανικανότητα του οφειλέτη να εξοφλήσει τους πιστωτές του, εξαιτίας έλλειψης ρευστότητας, δηλαδή έλλειψης όσων χρημάτων απαιτούνται για να μπορεί ο οφειλέτης να ανταποκρίνεται στα ληξιπρόθεσμα χρέη του, έστω και αν έχει ακίνητη ή άλλη περιουσία, η οποία, όμως, δεν μπορεί να ρευστοποιηθεί αμέσως.

Για τον προσδιορισμό της ρευστότητας λαμβάνεται υπ' όψη το εισόδημα του οφειλέτη. Η εξόφληση των χρηματικών απαιτήσεων των πιστωτών πραγματοποιείται κατά βάση με τις μηνιαίες καταβολές του άρθρου 8 παρ. 2 για το αναφερόμενο εκεί χρονικό διάστημα, που ορίζονται από το δικαστήριο. Ως βασικά κριτήρια για τον καθορισμό του καταβλητέου μηνιαίου ποσού τάσσονται, από το ένα μέρος, τα εισοδήματα του οφειλέτη από οποιαδήποτε πηγή και, ιδίως, από την εργασία του και η δυνατότητα συνεισφοράς του συζύγου στα βάρη της (υπαρκτής και ενεργού) εγγάμου συμβιώσεως και, από το άλλο μέρος, οι βιοτικές ανάγκες (όχι απλώς οι στοιχειώδεις) του οφειλέτη και των προστατευόμενων μελών της οικογένειάς του, ώστε να καλύπτεται ένα επίπεδο αξιοπρεπούς διαβιώσεως αυτών, για την εξασφάλιση του οποίου να μην είναι απολύτως αναγκαίο το ποσό που ορίζεται ως καταβλητέα μηνιαία καταβολή για την εξόφληση των χρεών.

Αν η σχέση αυτή είναι αρνητική, με την έννοια ότι η ρευστότητά του δεν του επιτρέπει να ανταποκριθεί στον όγκο των οφειλών του και στην κάλυψη των βιοτικών αναγκών του, υπάρχει μόνιμη αδυναμία πληρωμής. Για τον προσδιορισμό της ρευστότητας λαμβάνεται υπ' όψη όχι μόνο το εισόδημα του οφειλέτη, αλλά και η λοιπή περιουσία του, κινητή και ακίνητη, η οποία μπορεί να ρευστοποιηθεί, ώστε να ικανοποιήσει τους πιστωτές.

Για την αξιολόγηση της σχέσεως ρευστότητας, ληξιπρόθεσμων οφειλών και βιοτικών αναγκών λαμβάνεται υπ' όψη τόσο η παρούσα κατάσταση ρευστότητας του οφειλέτη, όσο και αυτή που διαμορφώνεται σε βαθμό πιθανολογούμενης βεβαιότητας. Περαιτέρω, η μόνιμη αδυναμία πληρωμής του οφειλέτη, που πρέπει να υπάρχει κατά το χρονικό σημείο της καταθέσεως της αιτήσεως και η κατάσταση αυτή να διατηρείται μέχρι και τη συζήτηση στο ακροατήριο, μπορεί να οφείλεται σε διάφορα αίτια, όπως απόλυση από την εργασία, μείωση μισθού ή συντάξεως, σοβαρό πρόβλημα υγείας κ.λπ.

Η αδυναμία πληρωμής, κατά κανόνα, είναι πραγματικό ζήτημα, το οποίο δύναται να κριθεί από τη συνολική κατάσταση του οφειλέτη, από τη συνολική συμπεριφορά των πιστωτών του στο κρίσιμο χρονικό σημείο και την αναμενόμενη εξέλιξη στο μέλλον (Α.Π. 552/2020, Α.Π. 1379/2019, Α.Π. 882/2019, Α.Π. 52/2019, Α.Π. 551/2018). Επισημαίνεται ότι τα εισοδήματα από εργασία πρέπει να αναγράφονται στην σχετική δικαστική απόφαση καθαρά, καθώς μόνο το καθαρό εισόδημα διατίθεται για την κάλυψη των βιοτικών αναγκών του οφειλέτη (και των προστατευόμενων μελών της οικογένειάς του). (Α.Π. 144/2023, Α.Π. 1678/2022, Α.Π. 552/2020).

Περαιτέρω, σύμφωνα με την παραπάνω διάταξη, του άρθρου 1 παρ. 1 του Ν. 3869/2010, απαραίτητη προϋπόθεση για την υπαγωγή στο ρυθμιστικό πεδίο εφαρμογής του Ν. 3869/2010, είναι ο οφειλέτης να έχει περιέλθει χωρίς δόλο σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής των ληξιπροθέσμων χρηματικών οφειλών του. Ο Ν. 3869/2010 θεωρεί δεδομένη την έννοια του δόλου από τη γενική θεωρία του αστικού δικαίου.

Στο πεδίο του τελευταίου ο δόλος, ως μορφή πταίσματος, προβλέπεται στη διάταξη του άρθρου 330 του Α.Κ., με την οποία ορίζεται ότι "Ο οφειλέτης ενέχεται, αν δεν ορίστηκε κάτι άλλο, για κάθε αθέτηση της υποχρέωσής του από δόλο ή αμέλεια, δική του ή των νόμιμων αντιπροσώπων του. Αμέλεια υπάρχει όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές".

Η έννοια του δόλου, όπως γίνεται δεκτή στο πεδίο του αστικού δικαίου, συμπίπτει με εκείνη του άρθρου 27 παρ. 1 του Π.Κ., που ορίζει ότι "Με δόλο (με πρόθεση) πράττει όποιος θέλει την παραγωγή των περιστατικών που κατά το νόμο απαρτίζουν την έννοια κάποιας αξιόποινης πράξεως. Επίσης όποιος γνωρίζει ότι από την πράξη του ενδέχεται να παραχθούν αυτά τα περιστατικά και το αποδέχεται".

Η τελευταία αυτή διάταξη διακρίνει το δόλο σε άμεσο και ενδεχόμενο. Ορίζει δε, ότι με άμεσο δόλο πράττει αυτός, που "θέλει" την παραγωγή του εγκληματικού αποτελέσματος, καθώς και εκείνος που δεν επιδιώκει μεν αυτό, προβλέπει, όμως, ότι τούτο αποτελεί αναγκαία συνέπεια της πράξεώς του και, παρά ταύτα, δεν εγκαταλείπει αυτήν.

Αντίθετα, με ενδεχόμενο δόλο πράττει εκείνος, που προβλέπει το εγκληματικό αποτέλεσμα ως δυνατή συνέπεια της πράξεώς του και το "αποδέχεται" (Ολ. Α.Π. 4/2010, Ολ. Α.Π. 8/2005, Α.Π. 59/2021, Α.Π. 1446/2018, Α.Π. 297/2007). Επιπλέον, από τη διατύπωση της παρ. 1 εδάφ. α' του άρθρου 1 του Ν. 3869/2010 προκύπτει ότι το στοιχείο του δόλου αναφέρεται στην "περιέλευση" του οφειλέτη σε κατάσταση μόνιμης (και γενικής) αδυναμίας πληρωμών.

Επομένως, το στοιχείο του δόλου δύναται να συντρέχει τόσο κατά τον χρόνο αναλήψεως της οφειλής, όσο και κατά το χρόνο μετά την ανάληψη αυτής. Στην περίπτωση της παρ. 1 του άρθρου 1 του Ν. 3869/2010, ο οφειλέτης ενεργεί δολίως, όταν με τις πράξεις ή παραλείψεις του επιδιώκει την αδυναμία των πληρωμών του ή προβλέπει ότι οδηγείται σε αδυναμία πληρωμών και δεν αλλάζει συμπεριφορά, αποδεχόμενος το αποτέλεσμα αυτό.

Ειδικότερα, πρόκειται για τον οφειλέτη εκείνον, ο οποίος καρπούται οφέλη από την υπερχρέωσή του με την απόκτηση κινητών ή ακινήτων, πλην όμως, είτε γνώριζε κατά την ανάληψη των χρεών ότι είναι αμφίβολη η εξυπηρέτησή τους, είτε από δική του υπαιτιότητα βρέθηκε μεταγενεστέρως σε κατάσταση αδυναμίας πληρωμών (Α.Π. 1784/2023, Α.Π. 59/2021, Α.Π. 208/2020, Α.Π. 286/2017, Α.Π. 153/2017, Α.Π. 65/2017).

Επομένως, η συνεπεία του δόλου μόνιμη αδυναμία του οφειλέτη δεν είναι αναγκαίο να εμφανισθεί μετά την ανάληψη του χρέους, αλλά μπορεί να υπάρχει και κατά την ανάληψη αυτού, όταν δηλαδή ο οφειλέτης ήδη από την αρχή, αναλαμβάνοντας το χρέος γνωρίζει ότι, ενόψει των εισοδημάτων του και των εν γένει αναγκών του, δεν μπορεί να το εξυπηρετήσει.

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 560 αριθμ. 6 του Κ.Πολ.Δ., όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1, άρθρο τρίτο του Ν. 4335/2015 και ισχύει, κατ' άρθρο 1, άρθρο ένατο παρ. 2 και 4 του νόμου αυτού, για τα ένδικα μέσα που κατατίθενται από 1-1-2016, όπως είναι και η ένδικη αίτηση αναιρέσεως "Κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης".

Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί, όπως και εκείνη του άρθρου 559 αριθμ. 19 του ίδιου Κώδικα, κύρωση της παραβάσεως του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο παρών λόγος αναιρέσεως ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία, που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία).

Για να είναι ορισμένος ο λόγος αυτός, πρέπει να μνημονεύονται στο αναιρετήριο, εκτός από τον κανόνα δικαίου που φέρεται ότι παραβιάσθηκε, προκειμένου να ελεγχθεί αν υπάρχει, σχετικά με την εφαρμογή του, έλλειψη αιτιολογιών ή αντίφαση ή, κυρίως, ανεπάρκεια αυτών και: α) έστω και συνοπτικά (Ολ. Α.Π. Διοικ. 14/2010, όπου και παραπομπές στις αποφάσεις του ΕΔΔΑ), οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως ή μνεία ότι αυτή δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, β) ο ισχυρισμός (αγωγικός, ένσταση) και τα περιστατικά που προτάθηκαν για την θεμελίωσή του, ως προς τον οποίο η έλλειψη, η ανεπάρκεια ή η αντίφαση και η σύνδεσή του με το διατακτικό και γ) εξειδίκευση του σφάλματος του δικαστηρίου, δηλαδή, αν πρόκειται για παντελή έλλειψη αιτιολογίας, μνεία μόνο τούτου, αν πρόκειται για ανεπαρκή αιτιολογία, ποια, επιπλέον, περιστατικά έπρεπε να αναφέρονται ή ως προς τι υπάρχει έλλειψη νομικού χαρακτηρισμού και, αν πρόκειται για αντιφατικές αιτιολογίες, ποιες είναι αυτές, σε τι συνίσταται η αντίφαση και από πού προκύπτει (Ολ.

Α.Π. 20/2005). Δεν έχει, όμως, εφαρμογή η διάταξη αυτή, όταν οι ελλείψεις ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και, ιδίως, στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που εξάγεται απ' αυτές, γιατί στην κρίση του αυτή το Δικαστήριο προβαίνει ανελέγκτως, κατά το άρθρο 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ., εκτός αν δεν είναι σαφές και πλήρες το πόρισμα και για τον λόγο αυτόν γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος.

Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή γιατί δεν αποδείχθηκε. Τα επιχειρήματα του Δικαστηρίου που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές, με βάση τις οποίες διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και, άρα, δεν αποτελούν "αιτιολογία" της αποφάσεως, ώστε, στο πλαίσιο της υπ' όψη διατάξεως του άρθρου 560 αριθμ. 6 (ή 559 αριθμ. 19) του Κ.Πολ.Δ., αυτή να επιδέχεται μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναιρέσεως ούτε εξαιτίας του ότι το Δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικώς τα επιχειρήματα των διαδίκων, που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς, οπότε ο σχετικός λόγος αναιρέσεως είναι απαράδεκτος (Ολ.

Α.Π. 9/2016, Α.Π. 1784/2023, Α.Π. 20/2023, Α.Π. 1683/2022, Α.Π. 1162/2022).

Στην προκειμένη περίπτωση το Μονομελές Πρωτοδικείο Καλαμάτας, το οποίο δίκασε ως Εφετείο, με την προσβαλλόμενη, υπ' αριθμ. 272/2021 απόφασή του, όπως προκύπτει από την παραδεκτή, κατ' άρθρον 561 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., επισκόπησή της, δέχθηκε, κατά το ενδιαφέρον την παρούσα αναιρετική δίκη μέρος της, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Ύστερα από εξέταση του περιεχομένου της εκκαλουμένης προκύπτει ότι αυτή τυγχάνει ελλιπής ως προς τις αιτιολογίες της περί απορρίψεως της ένδικης αίτησης διότι σε αυτή δεν αναφέρονται επαρκή στοιχεία για την αιτία και την ακριβή απόρριψη αυτής και δεν υπάρχει η πρέπουσα ανάλυψη.

Ήτοι για αυτούς τους λόγους η εκκαλουμένη θα εξαφανιστεί και θα κρατηθεί και συζητείται η αίτηση του εκκαλούντος από το παρόν Δικαστήριο αλλά επειδή κατ' αποτέλεσμα κατά τα ακόλουθα η αίτηση όντως τυγχάνει κατ' ουσία αβάσιμη, όπως έκρινε στο διατακτικό της και η εκκαλουμένη, η αίτηση τελικώς θα απορριφθεί από το παρόν Δικαστήριο με διόρθωση, συμπλήρωση των αιτιολογιών της εκκαλουμένης ως ακολούθως.

Ο ίδιος ο εκκαλών ομολογεί ότι ακόμα τυγχάνει όπως και ετύγχανε κατά το παρελθόν διαρκώς ετερόρρυθμος εταίρος της εταιρείας ... που ασχολείται με την λειτουργία του παραλιακού καταστήματος εστίασης στην Μικρή Μαντίνεια Μεσσηνίας. Επίσης από τα εκκαθαριστικά σημειώματα που ο εκκαλών έχει προσκομίσει και κατά την κοινή πείρα προκύπτει ότι ήδη από το έτος 2003 και έπειτα αυτός αποκερδαίνει ετησίως εισόδημα από γεωργικές εργασίες ήτοι από συγκομιδή ελιών τρίτων και παράλληλα ασχολείται και εργαζόμενος ως μπάρμαν και σερβιτόρος σε διάφορες ανά τα έτη επιχειρήσεις στην Μεσσηνία ακόμα και στην νήσο Πάρο έχει εργαστεί σχετικά, καλοκαιρινούς μήνες παρ' ότι αυτός καταρχάς τυγχάνει κάτοικος Καλαμάτας.

Επίσης είναι συγκύριος στην οικία που κατοικεί εμβαδού ογδόντα τ.μ. και σε αγροτεμάχιο εμβαδού 1500 τ.μ. που κείται στον νομό Μεσσηνίας και έχει αγοράσει και μοτοσυκλέτα μάρκας BMW οκτακόσιων κυβικών εκατοστών η οποία μάρκα είναι από τις ακριβότερες μοτοσυκλέτες και όταν την αγόρασε το έτος 2008 αυτή κατά την κοινή πείρα ετιμάτο για περισσότερα από 5000 Ευρώ.

Αν αυτός κέρδιζε όσα αναφέρει στην εφορία δεν θα αγόραζε τέτοια μοτοσυκλέτα αλλά πολύ φθηνότερη. Κατά τη συζήτηση της παρούσας ο εκκαλών ακόμα ισχυρίζεται ότι τυγχάνει γενικώς άνεργος αλλά και περιστασιακά εργαζόμενος και δηλώνει κάποια έτη ελάχιστα έσοδα στην εφορία βάσει των οποίων κατά την κοινή πείρα ουδείς μπορεί να αυτοσυντηρηθεί της τάξεως των δέκα Ευρώ ανά έτος, για κάποια από τα παρελθόντα έτη.

Ο εκκαλών δεν αναφέρει πως κατορθώνει ανά τα έτη να αυτοσυντηρείται με τέτοια εισοδήματα που αυτός ισχυρίζεται στην Εφορία ότι αποκερδαίνει και να διατηρεί την ανωτέρω ακίνητη περιουσία και να αγοράζει και τέτοια μοτοσυκλέτα. Η πραγματικότητα και η αλήθεια είναι ότι αν όντως αυτός είχε περιέλθει από το έτος 2015 που κατέθεσε την ένδικη αίτηση σε μόνιμη και γενική αδυναμία πληρωμών του θα είχε εκποιήσει τουλάχιστον την ανωτέρω μοτοσυκλέτα του ώστε να αποκτήσει μετρητά ώστε να αυτοδιατρέφεται και ώστε να τα έχει ως αποταμίευση για ώρα ανάγκης.

Στην πραγματικότητα ο εκκαλών εργάζεται έως και την συζήτηση της παρούσας με εργασίες με αντικείμενο ως ανωτέρω αποκερδαίνοντας έως σήμερα αφανή στην Εφορία εισοδήματα ώστε αυτή να μην τον υπερφορολογήσει και δεν έχει περιέλθει σε μόνιμη και γενική αδυναμία πληρωμών των πιστωτών του αλλά αποταμιεύει κιόλας.

Εργάζεται ακόμη στις ελιές και ως σερβιτόρος ή μπάρμαν όντας ήδη πολύπειρος σε αυτές τις εργασίες και αποκερδαίνει και μέρισμα ετησίως από την επικερδή επιχείρηση με την επωνυμία ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΌ η οποία αποκερδαίνει ετησίως σημαντικότατα χρηματικά ποσά και για αυτό παραμένει ακόμα εταίρος αυτής. Έχει ανέκαθεν αφανή εισοδήματα ώστε μπορούσε και μπορεί να καταβάλει λιγότερα από 100 ευρώ μηνιαίως ώστε να εξυπηρετεί τις μηνιαίες δόσεις προς τις εφεσίβλητες-πιστώτριές του δεν αναφέρει δε αυτός που ήδη κατανάλωσε πάνω από πενήντα χιλιάδες Ευρώ που έχει ήδη δανειστεί από αυτές με αποτέλεσμα να έχει ήδη περιέλθει στην αναφερόμενη από αυτόν μόνιμη και γενική αδυναμία πληρωμών του.

Το γεγονός ότι ο εκκαλών δηλώνει λιγότερα εισοδήματα στην εφορία ή ότι δηλώνει άνεργος δεν σημαίνει ότι αυτός όντως έχει την οικονομική ή πραγματική κατάσταση που δηλώνει στην εφορία ή στον ΟΑΕΔ. Αυτός για τρία ήδη έτη και πλέον ήτοι από την κατάθεση της αίτησής του και έπειτα δεν αναφέρει καν στην έφεσή του ότι δανείζεται ή βοηθάται από τρίτους για την επιβίωση του ούτε ότι έχει πωλήσει την μοτοσυκλέτα του.

Και αυτά δεν τα αναφέρει και δεν τα έχει πράξει διότι κατά τη λογική και την κοινή πείρα έχει ήδη επαρκή άλλα αφανή εισοδήματα ώστε όλα αυτά τα χρόνια να αυτοδιατρέφεται και ώστε να κατέβαλε και να καταβάλει τις δόσεις προς τις πιστώτριές του. Εξάλλου η οικονομική κρίση δεν έχει επηρεάσει σε σημαντικό βαθμό τα εισοδήματα από τις ανωτέρω εργασίες που προχωρούν και αμείβονται και παραπάνω από επαρκώς, παρά αυτή.

Ο εκκαλών δεν αποδεικνύει ακόμα ότι αδυνατεί να εκποιήσει τα ανωτέρω εμπράγματα σε ακίνητα δικαιώματα πράγμα και μάλιστα κατά την κοινή πείρα θα τα είχε ήδη εκποιήσει και θα το είχε ήδη αναφέρει αν όντως από το έτος 2015 ήδη στερούνταν στοιχειώδους χρηματικής ρευστότητας όπως αυτός ανακριβώς ισχυρίζεται στην αίτησή του.

Εξάλλου δεν αποδεικνύεται το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο να όφειλε να έχει εφαρμόσει το αρθ. 254 ΚΠολΔ καθώς αυτό είχε επαρκή στοιχεία στην διάθεσή του ώστε να εκδικάσει την ένδικη αίτηση και χωρίς ανάγκη διαταγής από εκείνο εφαρμογής του αρθ. 254 ΚΠολΔ. Δεν υπήρχαν κενά στην υπόθεση, όταν εκείνο δίκασε την υπόθεση κάθε δε διάδικος οφείλει με τις προτάσεις του να προσκομίζει ό,τι θεωρεί ότι είναι επαρκές προς απόδειξη της αιτήσεώς του.

Ήτοι ο εκκαλών δεν τυγχάνει σε μόνιμη και γενική αδυναμία πληρωμών των μηνιαίων δόσεων των πιστωτών ήτοι κατ' αρθ. 1 ν. 3869/2010 αυτός δεν δικαιούται να υπαχθεί στην προστασία του νόμου των υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων. Επομένως η ένδικη αίτηση του εκκαλούντος-αιτούντος τυγχάνει απορριπτέα ως κατ' ουσία αβάσιμη".

Με βάση τις παραδοχές αυτές το, ως Εφετείο δικάσαν, Μονομελές Πρωτοδικείο Καλαμάτας, δέχθηκε τυπικώς και απέρριψε ως αβάσιμη κατ' ουσίαν την από 12-4-2018 (αριθμ. εκθ. καταθ. 14/2018) έφεση του ήδη αναιρεσείοντος κατά της εκκαλούμενης, υπ' αριθμ. 14/2018, οριστικής αποφάσεως του Ειρηνοδικείου Καλαμάτας. Ήδη με τον πρώτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως, από τον αριθμό 6 του άρθρου 560 του Κ.Πολ.Δ., ο αναιρεσείων, αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την αιτίαση, ότι χωρίς καμία, άλλως ανεπαρκή, αιτιολογία απέρριψε ως αβάσιμο κατ' ουσίαν τον ισχυρισμό του ότι αυτός περιήλθε σε μόνιμη και γενική αδυναμία πληρωμών των ληξιπρόθεσμων χρεών του.

Ότι, συγκεκριμένα, στην προσβαλλόμενη απόφαση ουδόλως αναφέρονται τα μηνιαία έσοδα και οι μηνιαίες δαπάνες του κατά τον χρόνο ασκήσεως της αιτήσεώς του ενώπιον του Ειρηνοδικείου Καλαμάτας, ώστε αυτό (Δικαστήριο) συγκρίνοντας τα εισοδήματά του με τις ληξιπρόθεσμες οφειλές του και τις οφειλόμενες μηνιαίως δόσεις που θα έπρεπε να καταβάλλει στους πιστωτές του, καθώς και το ύψος των βιοτικών του αναγκών, να καταλήξει με πλήρη αιτιολογία στο συμπέρασμα κατά πόσο τα εισοδήματα αυτά ήταν ή όχι επαρκή για την εξυπηρέτηση των δανειακών του υποχρεώσεων, ενώ δεν προσδιορίζεται εάν τα εισοδήματά του (αιτούντος) ήταν επαρκή ή όχι για την εξυπηρέτηση των δανειακών υποχρεώσεών του.

Από το προεκτεθέν και αυτολεξεί παρατεθέν (κατά το μέρος που αφορά την παρούσα αναιρετική δίκη) περιεχόμενο της προσβαλλομένης αποφάσεως προκύπτει ότι με τις ανωτέρω παραδοχές του το, ως Εφετείο δικάσαν, Δικαστήριο υπέπεσε στην πλημμέλεια του αριθμού 6 του άρθρου 560 του Κ.Πολ.Δ. και τούτο, διότι δεν προσδιορίζεται στην προσβαλλόμενη απόφαση το ύψος των ετησίων εισοδημάτων του αιτούντος, το ύψος των βιοτικών αναγκών του, και το ύψος των μηνιαίων υποχρεώσεών του για την εξυπηρέτηση των δανειακών του υποχρεώσεων.

Κρίνοντας έτσι, το ως άνω Δικαστήριο, διέλαβε στην απόφασή του, αναφορικώς με το κρίσιμο ζήτημα της μόνιμης (και γενικής) αδυναμίας πληρωμών των χρεών του αναιρεσείοντος, το οποίο ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ανεπαρκείς αιτιολογίες, με επακόλουθο να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος για την ορθή ή όχι εφαρμογή της διατάξεως του άρθρου 1 παρ. 1 του Ν. 3869/2010, που προπαρατέθηκε, την οποία, εκ πλαγίου, παραβίασε, στερώντας, με τον τρόπο αυτό, την απόφασή του από νόμιμη βάση.

Και τούτο, διότι, αφού δεν προσδιορίζεται το ύψος των μηνιαίων εσόδων και των μηνιαίων υποχρεώσεων του αιτούντος για την εξυπηρέτηση των δανειακών του υποχρεώσεων, ούτε και το ύψος των βιοτικών αναγκών του, δεν είναι δυνατός ο έλεγχος, προκειμένου να διακριβωθεί, από την αντιπαραβολή των καθαρών εισοδημάτων του (ρευστότητα), που διατίθενται μηνιαίως για την κάλυψη των βιοτικών αναγκών του, ήτοι για την αξιοπρεπή διαβίωσή του, υπό το πρίσμα της οποίας πρέπει, όπως έχει προεκτεθεί, να εξετάζεται η επίμαχη αδυναμία πληρωμών (βλ.

και Α.Π. 1379/2019, Α.Π. 1208/2017), με τα χρηματικά ποσά που απαιτούνται, παραλλήλως, για τη μεγαλύτερη δυνατή ικανοποίηση των απαιτήσεων των δανειστών, αν ο αναιρεσείων - οφειλέτης μπορεί να ικανοποιήσει όλα αυτά, οπότε δεν υφίσταται αδυναμία πληρωμών και, ως εκ τούτου, δεν μπορεί να υπαχθεί στο ρυθμιστικό πεδίο εφαρμογής του Ν. 3869/2010, ή αν, αντιθέτως, τα εισοδήματά του δεν επαρκούν, οπότε και υπάρχει πράγματι αδυναμία πληρωμής, σύμφωνα και με όσα αναπτύχθηκαν στην μείζονα σκέψη.

Συνεπώς, ο σχετικός, από τον αριθμό 6 του άρθρου 560 του Κ.Πολ.Δ., πρώτος λόγος αναιρέσεως είναι βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός, με την περαιτέρω επισήμανση ότι στις υποθέσεις (είτε γνήσιες είτε μη γνήσιες) της εκουσίας δικαιοδοσίας, όπως είναι και η παρούσα (μη γνήσια, κατ' άρθρο 3 εδάφ. β' του Ν. 3869/2010), καθιερώνεται, κατά τις διατάξεις των άρθρων 744 και 759 παρ. 3 του Κ.Πολ.Δ., το ανακριτικό σύστημα, το οποίο παρέχει στο Δικαστήριο ελευθερία αυτεπάγγελτης ενέργειας και συλλογής του αποδεικτικού υλικού και εξακριβώσεως πραγματικών γεγονότων, ακόμη και εκείνων που δεν έχουν προταθεί, τα οποία ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (Α.Π. 1784/2023, Α.Π. 166/2022, Α.Π. 1050/2021, Α.Π. 552/2020, Α.Π. 438/2019, Α.Π. 636/2017).

Τέλος, παρέλκει η έρευνα του δευτέρου λόγου αναιρέσεως, από τον αριθμό 1 εδάφ. β' του άρθρου 560 του Κ.Πολ.Δ., όσον αφορά την αιτίαση ότι το Εφετείο, με την προπαρατεθείσα κρίση του, παραβίασε τα διδάγματα της κοινής πείρας, καθώς η αναιρετική εμβέλεια του πρώτου αναιρετικού λόγου, που έγινε δεκτός, καταλαμβάνει και το ανωτέρω κεφάλαιο και καθιστά αλυσιτελή την εξέταση του δευτέρου λόγου, που οδηγεί στο ίδιο αποτέλεσμα.

Κατόπιν αυτών, η αίτηση αναιρέσεως πρέπει να γίνει δεκτή και να αναιρεθεί η πληττόμενη απόφαση. Ακολούθως, πρέπει να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, αφού είναι δυνατή η συνθεσή του από άλλο Δικαστή, εκτός από εκείνον που δίκασε προηγουμένως (άρθρ. 580 παρ. 3 του Κ.Πολ.Δ.) και να διαταχθεί η επιστροφή του κατατεθέντος παραβόλου στον καταθέσαντα αναιρεσείοντα (άρθρο 495 παρ.3 ΚΠολΔ).

Τέλος, στην παρούσα απόφαση δεν θα περιληφθεί διάταξη για δικαστικά έξοδα, κατά το άρθρο 746 του Κ.Πολ.Δ., έστω και αν πρόκειται για υπόθεση, που κρίνεται κατά τους κανόνες της εκουσίας δικαιοδοσίας (άρθρ. 3 εδάφ. β' του Ν. 3869/2010), γιατί η δικαστική διαδικασία του εν λόγω νόμου δεν επιτρέπει την εφαρμογή του άρθρου αυτού, καθώς επικρατεί η ειδικότερη ρύθμιση, που προβλέπει το άρθρο 8 παρ. 6 εδάφ.

β' του πιο πάνω Ν. 3869/2010, κατά το οποίο "...Δικαστική δαπάνη δεν επιδικάζεται", που εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη (Ολ. Α.Π. 4/2023, Α.Π. 1683/2022, Α.Π. 785/2022, Α.Π. 658/2022).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την υπ' αριθμ. 272/2021 τελεσίδικη απόφαση του, ως Εφετείου δικάσαντος, Μονομελούς Πρωτοδικείου Καλαμάτας.

Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο Μονομελές Πρωτοδικείο Καλαμάτας, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλον Δικαστή, πλην αυτού που εξέδωσε την παραπάνω απόφαση. Και Διατάσσει την επιστροφή στον αναιρεσείοντα του κατατεθέντος, για την άσκηση της αιτήσεως αναιρέσεως, παραβόλου.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 18 Απριλίου 2024.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

Και ταύτης αποχωρησάσης από την Υπηρεσία καθώς και της αρχαιοτέρας Αρεοπαγίτου ο β'αρχαιότερος της Συνθέσεως Αρεοπαγίτης

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 26 Σεπτεμβρίου 2024.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ