Legislator Case Law & Legislation
1334/2022 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on procedural grounds, ruling the lower court did not err by ignoring an invalid claim of abuse of right.

Case Number 1334/2022
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the Third Instance Court's final decision regarding a property dispute. The appellant argued the lower court failed to examine a claim of abusive litigation, but the court found this specific objection legally invalid as it did not meet the statutory definition of abuse of right. Consequently, the court ruled that the lower court's failure to address this non-existent legal ground did not constitute a reversible error.

Legislator headnote

AI generated

Articles 281 of the Civil Code and 559 of the Code of Civil Procedure; The failure of a court of second instance to examine an objection to abuse of right is not a ground for appeal when such objection is legally inadmissible.

Keywords

AI generated
abuse of right abusive litigation appeal admissibility procedural error civil procedure code

Cited Legislation

AI generated
Article 281 of the Civil Code
Article 559 of the Code of Civil Procedure
Article 577 of the Code of Civil Procedure
Article 495 of the Code of Civil Procedure
Articles 106, 176, 183 and 191 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1334 / 2022 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1334/2022

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Χρήστο Τζανερρίκο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιωάννα Κλάπα - Χριστοδουλέα - Εισηγήτρια, Χρήστο Κατσιάνη, Ασημίνα Υφαντή και Κανέλλα Τζαβέλλα - Δημαρά, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 21 Φεβρουαρίου 2022, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Χ. Κ. του Τ., κατοίκου ... Αττικής, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξούσιους δικηγόρους του Εμμανουήλ Σουριαδάκι και Γεώργιο Μπούρα και κατέθεσε προτάσεις.

Της αναιρεσιβλήτου: Εταιρείας Περιορισμένης Ευθύνης με την επωνυμία "……." και τον διακριτικό τίτλο "……..Ε.Π.Ε.", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Στυλιανό Βαγιάνο και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 7/12/2011 αγωγή, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Πειραιώς. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3548/2013 μη οριστική και 2351/2015 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και η 108/2017 του Τριμελούς Εφετείου Πειραιώς. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε ο ως άνω αναιρεσείων και πρόσωπο που δεν είναι διάδικος στην παρούσα δίκη, με την από 8/5/2017 αίτησή τους, επί της οποίας εκδόθηκε η 1208/2018 απόφαση του Αρείου Πάγου που αναίρεσε την 108/2017 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πειραιώς και παρέπεμψε την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο συντιθέμενο από άλλους δικαστές.

Εκδόθηκε η 174/2020 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πειραιώς, την αναίρεση της οποίας ζητεί ο αναιρεσείων με την από 20/5/2020 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Οι πληρεξούσιοι του αναιρεσείοντος ζήτησαν την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Η υπό κρίση από 20-5-2020 (283/28/21-5-2020) αίτηση αναίρεσης, με την οποία προσβάλλεται η, αντιμωλία των διαδίκων, κατά την τακτική διαδικασία εκδοθείσα, 174/2020 τελεσίδικη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πειραιώς ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (552, 553, 556, 558, 564 παρ.1, 566 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.), είναι παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα) και πρέπει να ερευνηθεί, περαιτέρω, ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων αυτής, κατ' άρθρο 577 παρ. 3 του ίδιου Κώδικα.

Η υπό κρίση υπόθεση ακολούθησε την κάτωθι διαδικαστική διαδρομή: Με την από 7-12-2011 (10838/7-12-2011) αγωγή της ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, η ενάγουσα-εκκαλούσα και ήδη αναιρεσίβλητη ιστορούσε ότι κατέστη συγκυρία κατά ποσοστό 50% του στο δικόγραφο περιγραφόμενου ακινήτου, επί του οποίου υπάρχει οικοδομή, αποτελούμενη από τέσσερα (4) ισόγεια καταστήματα και ζητούσε να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι, ως ασκούντες την αποκλειστική χρήση και εκμετάλλευση των δύο εξ αυτών, να της καταβάλουν την αναλογούσα στο ποσοστό συγκυριότητάς της μερίδα των ωφελημάτων που αποκόμισαν, κατά τα στο αγωγικό δικόγραφο χρονικά διαστήματα.

Με την 2351/2015 οριστική απόφασή του, το Πολυμελές Πρωτοδικείο Πειραιώς απέρριψε κατ' ουσίαν την αγωγή. Κατά της απόφασης αυτής, η ενάγουσα άσκησε την από 4-12-2015 (894/2015) έφεση ενώπιον του Εφετείου Πειραιώς, το οποίο, με την 108/2017 απόφασή του, δέχθηκε τυπικά και κατ' ουσία την έφεση, εξαφάνισε την ως άνω εκκληθείσα απόφαση και, αφού κράτησε και δίκασε την υπόθεση, δέχθηκε εν μέρει ως ουσία βάσιμη την αγωγή και υποχρέωσε τους εναγόμενους να καταβάλουν στην ενάγουσα τα σ' αυτήν (απόφαση) χρηματικά ποσά.

Κατά της ως άνω τελεσίδικης απόφασης, οι εναγόμενοι άσκησαν την από 8-5-2017 αίτηση αναιρέσεως, επί της οποίας εκδόθηκε η 1208/2018 απόφαση του Γ' Πολιτικού Τμήματος του Αρείου Πάγου, που αναίρεσε την προσβληθείσα απόφαση και παρέπεμψε την υπόθεση προς εκδίκαση ενώπιον του ίδιου ως άνω Εφετείου, στη σύνθεση του οποίου δεν θα μετείχαν οι Δικαστές που εξέδωσαν την αναιρεθείσα απόφαση.

Συγκεκριμένα, με την ανωτέρω απόφαση, που δέχθηκε ως βάσιμο τον πρώτο λόγο της αίτησης αναίρεσης, ως προς τα στοιχεία α', β' γ', ζ' και η' τούτου (η αναιρετική εμβέλεια του οποίου κατέστησε αλυσιτελή την έρευνα του πρώτου λόγου ως προς τα στοιχεία ε', στ' και θ' καθώς και του δεύτερου λόγου της αίτησης αναίρεσης), κρίθηκε ότι το Εφετείο α) με το να δεχθεί ότι η ανίσχυρη μεταβίβαση του εμπράγματου δικαιώματος της επικαρπίας μετατράπηκε αυτοδικαίως σε έγκυρη μεταβίβαση του ενοχικού δικαιώματος άσκησής της υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., καθόσον στήριξε την κρίση του σε ανεπαρκείς αιτιολογίες, ήτοι δεν παρέθεσε τα συγκεκριμένα πραγματικά στοιχεία από τα οποία αποδείχθηκαν οι νόμιμες προϋποθέσεις της μετατροπής, κατ' άρθρο 182 του Α.Κ., β) με το δεχθεί ότι ο δεύτερος των αναιρεσειόντων δεν τυγχάνει εκ διαθήκης κληρονόμος του Τ.

Κ. (κατά τα 2/9 και 9/32 εξ αδιαιρέτου του επικοίνου), αλλά εξ αδιαθέτου κληρονόμος αυτού, κατά ποσοστό 3/4 εξ αδιαιρέτου, επειδή δεν αποδέχθηκε με συμβολαιογραφική πράξη και μεταγραφή την κληρονομιά που καταλείφθηκε σ' αυτόν με νόμιμα δημοσιευμένη διαθήκη..., υπέπεσε στις από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., ήτοι ευθεία και εκ πλαγίου παραβίαση των ουσιαστικού δικαίου διατάξεων των άρθρων 1710 παρ. 2 και 1852 του Α.Κ., δεδομένου η εξ αδιαθέτου διαδοχή επέρχεται μόνον αν δεν υπάρχει έγκυρη διαθήκη και η τήρηση ή μη του συστατικού τύπου δεν αποτελεί προϋπόθεση για την κτήση κληρονομικού δικαιώματος (από διαθήκη ή από το νόμο), αλλά για την κτήση εμπράγματων δικαιωμάτων στα κληρονομιαία ακίνητα, ενώ από την πάροδο άπρακτης της τετράμηνης προθεσμίας προς αποποίηση τεκμαίρεται αμάχητα από το νόμο ότι έγινε "πλασματική" αποδοχή της κληρονομίας αυτής και ο κληρονόμος αποκτά την ιδιότητα του εκ διαθήκης κληρονόμου.

Επίσης, το Εφετείο δεν αιτιολογεί με σαφήνεια και πληρότητα γιατί ενέχονται οι αναιρεσείοντες ως συγκύριοι και ως εξ αδιαθέτου κληρονόμοι του Τ. Κ., να αποδώσουν στην αναιρεσίβλητη τα ωφελήματα που αποκόμισαν τόσον ο δικαιοπάροχός τους όσον και οι ίδιοι, πέραν της αναλογούσας μερίδας τους, δεδομένου ότι για τα μεν ωφελήματα που δεν απέδωσε ο Τ.

Κ. μέχρι το θάνατό του, πέραν της αναλογούσας μερίδας του, έπρεπε να ενέχεται μόνον ο δεύτερος των αναιρεσειόντων, ως εκ διαθήκης κληρονόμος του τελευταίου και γ) με το δεχθεί ότι οι αναιρεσείοντες υποχρεούνται, υπό την ως άνω ιδιότητά τους, να καταβάλουν στην αναιρεσίβλητη το ήμισυ του υπ' αυτής καταβληθέντος, στα πλαίσια της διοίκησης αλλοτρίων, στη Δ.Ε.Η.

ποσού των 9.362 ευρώ για τέλη κατανάλωσης ηλεκτρικού ρεύματος των καταστημάτων ΚΑ και ΚΒ, παραβίασε ευθέως και εκ πλαγίου τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 730 παρ. 1 και 736 του Α.Κ., υποπίπτοντας, έτσι, στις από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. αναιρετικές πλημμέλειες, καθόσον αφενός μεν αρκέστηκε σε λιγότερα στοιχεία από εκείνα που απαιτούν οι ανωτέρω διατάξεις, αφετέρου δε διέλαβε ελλιπείς αιτιολογίες, δεδομένου ότι δεν παρέθεσε το ύψος της επίμαχης δαπάνης για καθένα από τα πιο πάνω καταστήματα καθώς και αν η εν λόγω δαπάνη έγινε για το συμφέρον και κατά την πραγματική ή την εικαζόμενη βούληση των αναιρεσειόντων.

Ακολούθως, η ενάγουσα-εκκαλούσα, με την από 9-10-2018 (1114/217/2018) κλήση, επανέφερε προς συζήτηση την προαναφερόμενη έφεσή της ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου Πειραιώς. Κατά την εκφώνηση της υπόθεσης, ο δεύτερος των εναγομένων-εφεσιβλήτων, παραστάθηκε μετά του πληρεξούσιου δικηγόρου του για τον εαυτό του, ατομικά και ως εξ αδιαθέτου κληρονόμος της ήδη αποβιώσασας μητέρας του, πρώτης εξ αυτών.

Το ως άνω Δικαστήριο, με την 174/2020 απόφασή του, ήδη αναιρεσιβαλλομένη, δέχθηκε τυπικά και κατ' ουσία την έφεση και, αφού εξαφάνισε την εκκληθείσα απόφαση, κράτησε και δίκασε την υπόθεση, δέχθηκε εν μέρει ως ουσία βάσιμη την αγωγή και υποχρέωσε τον εναγόμενο να καταβάλει στην ενάγουσα το συνολικό ποσό των 91.474,99 ευρώ με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής μέχρις εξοφλήσεως.

Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 785, 786, 878, 792 παρ. 2, 961, 962 και 1113 του Α.Κ., κάθε κοινωνός έχει δικαίωμα να κάνει χρήση του κοινού αντικειμένου, εφόσον αυτή δεν παρεμποδίζει τη σύγχρηση των λοιπών, δικαιούται δε ανάλογη μερίδα στους καρπούς του κοινού ακινήτου. Ως καρποί νοούνται γενικώς τα ωφελήματα από το κοινό πράγμα, ήτοι, όχι μόνον οι κυρίως καρποί, είτε φυσικοί είτε πολιτικοί, στους οποίους αναφέρεται το άρθρο 961 του Α.Κ., αλλά και κάθε όφελος που παρέχει η χρήση του πράγματος (άρθρο 962 του ίδιου Κώδικα), όπως, προκειμένου περί αστικού ακινήτου, που, εκ κατασκευής, είναι προορισμένο για κατοικία, γραφείο ή κατάστημα, το όφελος συνίσταται στην, κατά το χρόνο της αποκλειστικής χρήσεως, μισθωτική του αξία.

Σε περίπτωση αποκλειστικής χρήσης του κοινού αντικειμένου από έναν από τους κοινωνούς, οι υπόλοιποι δικαιούνται και αν δεν προέβαλαν αξίωση για σύγχρηση, να απαιτήσουν από αυτόν που κάνει αποκλειστική χρήση, ανάλογη προς το ποσοστό δικαιώματός τους μερίδα από το όφελος (καρπούς ή ωφελήματα), που αυτός αποκόμισε ή εξοικονόμησε (Α.Π. 1121/2017, Α.Π. 2191/2007).

Η σχετική αξίωση γεννιέται από μόνο το γεγονός της αποκλειστικής χρήσης του κοινού πράγματος από έναν εκ των κοινωνών, χωρίς να αποκλείεται όμως να ανακύπτει παράλληλα και ευθύνη του ως κακόπιστου νομέα, κατά το άρθρο 1098 του Α.Κ. ή και αδικοπρακτική ευθύνη, κατά τα άρθρα 914 και 1099 του Α.Κ., αν, παράνομα και υπαίτια, εμπόδισε τη σύγχρηση του κοινού πράγματος από τους λοιπούς κοινωνούς ή, πολύ περισσότερο, αν τους απέβαλε από τη συννομή του κοινού.

Ειδικότερα, προκειμένου περί αστικού ακινήτου, το όφελος αυτό συνίσταται στην, κατά το χρόνο της αποκλειστικής χρήσεως, μισθωτική αξία της μερίδας των εκτός χρήσεως κοινωνών, η οποία δεν αποτελεί μίσθωμα, αφού δεν υπάρχει μισθωτική σχέση, αλλά αποδοτέα, ως αποζημίωση, κατά τις ανωτέρω διατάξεις, ωφέλεια (Α.Π. 807/2017, Α.Π. 187/2015, Α.Π. 1694/2014, Α.Π. 2348/2009, Α.Π. 1465/2006).

Ο τρόπος που ο κοινωνός χρησιμοποίησε, αποκλειστικά, για λογαριασμό του, το κοινό πράγμα, είναι καταρχήν αδιάφορος, δηλαδή, αυτός μπορεί να το έχει εκμισθώσει ή να εισπράττει το μίσθωμα, ανεξάρτητα από το ποσοστό συγκυριότητάς του επ' αυτού ή από την ταυτότητα του εκμισθωτή ή να το έχει χρησιδανείσει σε άλλον ή να το έχει ιδιοχρησιμοποιήσει, με οποιονδήποτε τρόπο, έστω και διατηρώντας το αδρανές, κλειστό ή ανεκμετάλλευτο, εφόσον, με τον τρόπο αυτό, αποκλείει στην πράξη τη σύγχρηση των λοιπών κοινωνών και ο ίδιος έχει, οποτεδήποτε, την ευχέρεια να το εκμεταλλευθεί, κατά την κρίση του και προς το συμφέρον του (Α.Π. 1199/2021, Α.Π. 852/2019, Α.Π. 276/2016, Α.Π. 767/2014).

Για το ορισμένο της αγωγής του κοινωνού, με την οποία ζητεί αποζημίωση για την από το συγκοινωνό αποκλειστική χρήση του κοινού ακινήτου, πρέπει να προσδιορίζεται σε αυτή το κοινό ακίνητο, η σε αυτό μερίδα του ενάγοντος, να εκτίθεται σ' αυτή (αγωγή) ότι ο εναγόμενος έκανε, κατά τον επίδικο χρόνο, αποκλειστική χρήση του κοινού ακινήτου καθώς και το, κατά τον ίδιο χρόνο, όφελος του εναγομένου κοινωνού από την αποκλειστική αυτή χρήση του κοινού ακινήτου, η οποία συνίσταται στην, κατά το χρόνο της αποκλειστικής χρήσης, μισθωτική αξία της μερίδας του εκτός χρήσης κοινωνού ενάγοντος (Α.Π. 564/2012, Α.Π. 1302/2006, Α.Π. 1480/2000), ενώ, δεν απαιτείται η αναφορά των στοιχείων της κυριότητας των διαδίκων επί του κοινού πράγματος, εκτός αν αυτή αμφισβητείται αν κάποιον των διαδίκων.

Σύμφωνα με τη διάταξη του αριθμού 1 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., λόγος αναίρεσης ιδρύεται, αν παραβιάστηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται και όταν το δικαστήριο του ουσίας, με βάση τα αναιρετικώς ανέλεγκτα γενόμενα δεκτά ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, δεν εφαρμόσει τον κανόνα δικαίου, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή, αν εφαρμόσει αυτόν, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμόσει αυτόν εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή, με εσφαλμένη ή μη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών στον κανόνα δικαίου.

Η παραβίαση δηλαδή από τη διάταξη αυτή πρέπει να προκύπτει από την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού (Ολ. Α.Π. 1/2020, Ολ. Α.Π. 4/2018, Ολ. Α.Π. 6/2017, Ολ. Α.Π. 7/2006, Ολ. Α.Π. 27 και 28/1998, Α.Π. 677/2019, Α.Π. 349/2014, Α.Π. 382/2013).

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 19 του Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδρύεται, όταν δεν προκύπτουν σαφώς από το αιτιολογικό της τα περιστατικά, τα οποία είναι αναγκαία για την κρίση του δικαστηρίου, στη συγκεκριμένη περίπτωση, περί της συνδρομής των νόμιμων όρων και προϋποθέσεων της διάταξης που εφαρμόσθηκε ή περί της μη συνδρομής τούτων, που αποκλείει την εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση έχει ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες, ως προς το νομικό χαρακτηρισμό των περιστατικών, που έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Έλλειψη νόμιμης βάσης, ειδικότερα, υπάρχει όταν η νομική έννοια, η οποία αποτελεί νόμιμη προϋπόθεση για τον εφαρμοστέο κανόνα, αναφέρεται μεν στην ελάσσονα πρόταση, αλλά, χωρίς να εξειδικεύεται με συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά, αλλά και όταν τα αναφερόμενα περιστατικά δεν επαρκούν για να στηρίξουν την εξειδίκευση της νομικής έννοιας-προϋπόθεσης ή είναι αντιφατικά.

Ως ζητήματα, δε, των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή ή αντιφατικό στερεί από την απόφαση τη νόμιμη βάση, νοούνται μόνο οι ισχυρισμοί, που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, που τείνουν, δηλαδή, στη θεμελίωση ή κατάργηση του δικαιώματος που ασκήθηκε, είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, όχι όμως και τα πραγματικά ή νομικά επιχειρήματα που συνέχονται με την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, για τα οποία η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας δεν ιδρύει λόγο αναίρεσης (Ολ.Α.Π. 1/1999, Ολ.Α.Π. 24/1992, Α.Π. 325/2022, Α.Π. 53/2021, Α.Π. 39/2021, Α.Π. 37/2021).

Με τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 9 του Κ.Πολ.Δ. ορίζεται ότι αναίρεση επιτρέπεται, μόνον, αν το δικαστήριο επιδίκασε κάτι που δεν ζητήθηκε ή επιδίκασε περισσότερα από όσα ζητήθηκαν ή άφησε αίτηση αδίκαστη. Ο εν λόγω αναιρετικός λόγος ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας άφησε αδίκαστη, όχι οποιαδήποτε αίτηση των διαδίκων, αλλά μόνο εκείνη που εισάγει ιδιαίτερο κεφάλαιο της δίκης και προκαλεί εκκρεμοδικία (Ολ.Α.Π. 25/2003).

Τέτοια αίτηση είναι, ιδίως, αυτή της αγωγής, της ανταγωγής, της κύριας παρέμβασης, της αυτοτελούς πρόσθετης παρέμβασης, της ανακοπής, της τριτανακοπής κατά τα διάφορα αυτών αιτήματα και κάθε ενδίκου μέσου, όπως η έφεση, όχι όμως και οι επί μέρους λόγοι της τελευταίας, η μη λήψη υπόψη των οποίων ιδρύει τον εκ του αριθμού 8 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ.

λόγο αναίρεσης (Α.Π. 869/2018, Α.Π.. 323/2017, ΑΠ. 54/2017), όπως, άλλωστε και η παράλειψη του δικαστηρίου να λάβει υπόψη ενστάσεις ή αντενστάσεις και αυτοτελείς ισχυρισμούς (Α.Π. 455/2021, Α.Π. 1394/2017, Α.Π. 483/2011). Εξάλλου, λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας, παρά το νόμο, έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης.

Ως "πράγματα", κατά την έννοια της διάταξης αυτής, νοούνται οι νόμιμοι, παραδεκτοί, ορισμένοι και λυσιτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και, συνακόλουθα, στηρίζουν το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης, αντένστασης ή λόγου έφεσης, όχι, όμως και οι μη νόμιμοι, απαράδεκτοι, αόριστοι και αλυσιτελείς ισχυρισμοί, οι οποίοι δεν ασκούν επίδραση στην έκβαση της δίκης και στους οποίους το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει, ούτε οι αιτιολογημένες αρνήσεις και οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων, έστω και αν προτείνονται ως λόγοι έφεσης (Ολ.Α.Π. 14/2004), καθώς και περιστατικά επουσιώδη, τα οποία εκτίθενται, εκ περισσού ή διευκρινιστικά απλώς περιστατικά, που προέκυψαν από τις αποδείξεις, μολονότι δεν είχαν περιληφθεί στην ιστορική βάση της αγωγής κ.λ.π., εφόσον δεν επέρχεται μεταβολή της.

Επίσης, δεν αποτελούν "πράγματα" και τα επικαλούμενα από τους διαδίκους αποδεικτικά μέσα και, πολύ περισσότερο, η αξιολόγηση από το δικαστήριο του περιεχομένου των εγγράφων και των λοιπών αποδεικτικών μέσων. Ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται, αν το δικαστήριο, που δίκασε, έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό και τον απέρριψε για οποιονδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό, έστω και σιωπηρά, γεγονός που συμβαίνει, όταν η απόφαση περιέχει παραδοχές αντίθετες με τον ισχυρισμό (Ολ.

Α.Π. 11/1996). Περαιτέρω, για τη νομιμοποίηση προς διεξαγωγή της δίκης αρκεί, καταρχήν, ο ισχυρισμός του ενάγοντος ότι αυτός και ο εναγόμενος είναι υποκείμενα της επίδικης έννομης σχέσης, ότι, δηλαδή, ο ίδιος είναι φορέας του ασκούμενου επίδικου δικαιώματος και ο εναγόμενος της επίδικης υποχρέωσης. Ποια πρόσωπα είναι φορείς συγκεκριμένου δικαιώματος ή υποχρεώσεως ορίζεται από το ουσιαστικό δίκαιο που επιτρέπει την άσκηση της αγωγής.

Συνεπώς, η από μέρους του εναγομένου προβαλλόμενη έλλειψη ενεργητικής ή παθητικής νομιμοποίησης δεν συνιστά ένσταση, αλλά άρνηση της βάσης της αγωγής και, ως εκ τούτου, δεν αποτελεί "πράγμα", που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 559 αριθμ. 8 του Κ.Πολ.Δ. (Ολ.Α.Π. 8/2005, Α.Π. 1988/2009), αλλά παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που θεμελιώνει την από τον αριθμό 1α του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. αναιρετική πλημμέλεια (Ολ.Α.Π. 18/2005, Α.Π. 619/2020).

Από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το Εφετείο δέχθηκε τα εξής: "Ο Γ. Κ. του Δ. είχε αποκτήσει κατά κυριότητα από αγορά, δυνάμει των ... και ... νομίμως μεταγραφέντων συμβολαίων... , σε ποσοστό 50% εξ αδιαιρέτου ένα οικόπεδο μετά της οικοδομής, που αποτελείται από τέσσερα ισόγεια καταστήματα και κείται στην κτηματική περιφέρεια του Δήμου Πειραιά...

Το υπόλοιπο ποσοστό 50% εξ αδιαιρέτου της πλήρους κυριότητας του ακινήτου αυτού είχε αποκτήσει ο Χ. Κ. του Δ., δυνάμει του ... νομίμως μεταγραφέντος συμβολαίου... Ο Γ. Κ. απεβίωσε την 23-1-1942, είχε δε συντάξει την από 3-3-1940 ιδιόγραφη διαθήκη, που δημοσιεύθηκε... και κηρύχθηκε κυρία. Σύμφωνα με την ανωτέρω διαθήκη του, ο διαθέτης Γ.

Κ. όρισε ότι εγκαθιστά κληρονόμους του στο ανήκον σε αυτόν 50% εξ αδιαιρέτου της κυριότητας του επίδικου ακινήτου, κατά τη μεν ψιλή κυριότητα το Ελληνικό Δημόσιο, κατά δε την επικαρπία τις αδελφές του Α. χήρα Γ. Γ., Σοφία σύζυγο Γ. Κ., Ε. σύζυγο Α. Π. και Μαρία σύζυγο Π. Β. Στην εν λόγω διαθήκη διέλαβε ακόμη διάταξη, σύμφωνα με την οποία οριζόταν ότι, σε περίπτωση θανάτου της αδελφής του Α.

χήρας Γ. Γ., στην επικαρπία υπεισέρχονται οι λοιπές αδελφές του κατ' ίσα μέρη, σε περίπτωση θανάτου της Σοφίας συζύγου Γ. Κ., οι λοιπές αδελφές της κατ' ίσα μέρη, ουδέποτε ο σύζυγός της, ενώ στην περίπτωση θανάτου μίας εκ των δύο άλλων αδελφών της, στην κληρονομική της μερίδα επί της ως άνω επικαρπίας υπεισέρχονται οι νόμιμοι σύζυγοί τους.

Σε περίπτωση θανάτου ενός εκ των Α. Π. και Π. Β., ο διαθέτης όρισε ότι η μερίδα του θα επαύξανε τη μερίδα του άλλου και μετά το θάνατο αμφοτέρων, η επικαρπία θα περιερχόταν (εξ ημισείας) στους ανεψιούς του Τ. Κ. του Χ. και Γ. Β. του Π., σε περίπτωση δε θανάτου ενός από αυτούς η μερίδα του θα προσαυξάνει τη μερίδα του άλλου.

Από τους ανωτέρω τετιμημένους, η Ευαγγελία συζ. Α. Π. είχε προαποβιώσει του διαθέτη..., ο Π. Γ. Β. απεβίωσε την 10/11/1944, η Σοφία συζ. Γ. Γ. απεβίωσε την 30-4-1947, η Α. χα Γ. Γ. απεβίωσε την 7-8-1951, ο Α. Π. απεβίωσε την 27-8-1955 και η Μαρία συζ. Π. Β. απεβίωσε την 16-11-1963. Μετά από όλους τους παραπάνω θανάτους και διαδοχές, η επικαρπία περιήλθε στους Τ.

Κ. και Π. Β., κατά ποσοστό 25% εξ αδιαιρέτου στον καθένα. Την 30-7-2003 η ψιλή συγκυριότητα του κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου επί του όλου ακινήτου, που είχε περιέλθει δυνάμει της ανωτέρω διαθήκης στο Ελληνικό Δημόσιο, εκπλειστηριάστηκε αναγκαστικά..., το απέκτησε η ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "…. A.E.". Ακολούθησε η σύνταξη του υπ' αριθμ. ...

αγοραπωλητηρίου συμβολαίου του συμβολαιογράφου Αθηνών Κωνσταντίνου Κωνσταντίνου, που έχει νομίμως μεταγραφεί, σύμφωνα με το οποίο ο Γ. Β. του Π. μεταβίβασε στην ως άνω ανώνυμη εταιρεία το ποσοστό του επικαρπίας 25% εξ αδιαιρέτου επί του ανωτέρω ακινήτου, με συνέπεια η τελευταία να εμφανίζεται ότι έχει ποσοστό πλήρους κυριότητας 25% εξ αδιαιρέτου και ποσοστό ψιλής κυριότητας 25% εξ αδιαιρέτου επί του κοινού ακινήτου.

Με το υπ' αριθμ. ... συμβόλαιο του ίδιου ως άνω συμβολαιογράφου, η εταιρεία αυτή μεταβίβασε στην εταιρεία με την επωνυμία "……ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" και η τελευταία με το υπ' αριθμ. ... νομίμως μεταγραφέν συμβόλαιο του ιδίου ως άνω συμβολαιογράφου, μεταβίβασε τα ανωτέρω ποσοστά στην ενάγουσα. Πλην όμως, η ενάγουσα ουδέποτε απέκτησε το ποσοστό επικαρπίας 25% εξ αδιαιρέτου, διότι...

η μεταβίβαση της επικαρπίας ήταν άκυρη, ενώ παράλληλα δεν αποδείχθηκε ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις μετατροπής, κατά άρθρο 182 του ΑΚ, της άκυρης μεταβίβασης της επικαρπίας σε έγκυρη μεταβίβαση του δικαιώματος άσκησής της... Αποδείχθηκε περαιτέρω ότι με την υπ' αριθμ. ... νομίμως μεταγραφείσα δήλωση αποδοχής κληρονομιάς, που συνέταξε η συμβολαιογράφος Πειραιά Χρυσή Δεπούντη, ο Τ.

Κ. του Χρήστου απέκτησε, ως εκ διαθήκης κληρονόμος της μητέρας του Σοφίας χήρας Χ. Κ...., ποσοστό επικαρπίας 7/32 εξ αδιαιρέτου επί του όλου κοινού ακινήτου. Με την ίδια πράξη αποδοχής κληρονομίας οι εφεσίβλητοι απέκτησαν την ψιλή κυριότητα κατά το ίδιο ποσοστό 7/32 εξ αδιαιρέτου επί του κοινού ακινήτου, σε ποσοστό 1% των 7/32 η πρώτη εφεσίβλητη και σε ποσοστό 99% των 7/32 ο δεύτερος εφεσίβλητος.

Επίσης, ο Τ. Κ. του Χρήστου είχε αποκτήσει ποσοστό της πλήρους κυριότητας 9/32 εξ αδιαιρέτου επί του κοινού ακινήτου, το μεν ...ως εξ αδιαθέτου κληρονόμος του πατέρα του, που απεβίωσε την 16-7-1941, το δε... ως εξ αδιαθέτου κληρονόμος της αδελφής του Χριστίνας, που απεβίωσε την 15-7-1941. Επίσης, αποδείχθηκε ότι ο Τ. Κ.

είχε συμφωνήσει με το Γ. Β. την εκχώρηση στον τελευταίο της άσκησης της επικαρπίας του πρώτου καταστήματος για τον εισερχόμενο από την οδό Τσαμαδού στην οδό Δημοσθένους, ενώ ο Τ. Κ. διατήρησε, κατά παραχώρηση, την επικαρπία των άλλων τριών κατά σειρά καταστημάτων. Ο Τ. Κ. απεβίωσε την 31-10-2009 και το ποσοστό επικαρπίας του 25% εξ αδιαιρέτου προσαυξήθηκε στο ποσοστό επικαρπίας του Γ.

Β...., με αποτέλεσμα ο τελευταίος να έχει την επικαρπία του 1/2 εξ αδιαιρέτου ολόκληρου του ακινήτου. Στη συνέχεια, μετά το θάνατο του Γ. Β., επελθόντα την 13-7-2010, η επικαρπία κατά το ποσοστό 50% εξ αδιαιρέτου συνενώθηκε με την ψιλή κυριότητα κατά το ίδιο ποσοστό εξ αδιαιρέτου που είχε αποκτήσει εγκύρως... η εκκαλούσα και όχι μετά το θάνατο του Τ.

Κ.... Περαιτέρω, σύμφωνα με την από 14-11-2007 επιστολή της εταιρείας "EKTASIS", την οποία απηύθυνε στην Α. Δ. αποδεικνύεται ότι η εκκαλούσα, όπως και οι δικαιοπάροχοί της (άμεσος και απώτερος) εισέπρατταν το μίσθωμα εκ της μισθώσεως στην Α. Δ. του άνω καταστήματος (πρώτου για τον εισερχόμενο από την οδό Τσαμαδού στην οδό Δημοσθένους, στο εξής ΚΑ), το οποίο είχε αρχικά εκμισθώσει σ' αυτή ο Γ.

Β. το έτος 1995. Το δεύτερο κατάστημα (για τον εισερχόμενο από την οδό Τσαμαδού στην οδό Δημοσθένους στο εξής ΚΒ είχε εκμισθώσει το έτος 1991 ο Τ. Κ. από κοινού με το δεύτερο εναγόμενο στην ίδια μισθώτρια, Α. Δ., ενώ, στη συνέχεια με το από 1-11-2007 ιδιωτικό συμφωνητικό-παράταση μίσθωσης στη θέση του Χ. Κ. υπεισήλθαν τα ανήλικα τέκνα του Τ.

Κ. και Ι. Κ., τα οποία εκπροσώπησαν τότε οι γονείς τους Χ. Κ. και Γ. Μ. και το τέταρτο κατάστημα (για τον εισερχόμενο από την οδό Τσαμαδού στην οδό Δημοσθένους, στο εξής ΚΔ) είχε εκμισθώσει ο Χ. Κ. και η Γ. Μ., εκπροσωπώντας το ανήλικο τέκνο τους Τ. Κ., το έτος 2005, στη Μ. Τ. και τέλος, το τρίτο κατάστημα (για τον εισερχόμενο από την οδό Τσαμαδού στην οδό Δημοσθένους, στο εξής ΚΓ) είχε εκμισθώσει το έτος 1996 στο Σ.

Σ. ο Χ. Κ., εκπροσωπώντας εκεί και τη μητέρα του Φ. Κ.... ο Τ. Κ. εισέπραττε έως το θάνατό του (31-10-2009) το σύνολο των μισθωμάτων από τους τότε μισθωτές των τριών καταστημάτων (Μ. Δ., Σ. Σ. και Μ. Τ.), με συνέπεια η εκκαλούσα, με την από 2-4-2009 εξώδικη γνωστοποίηση-πρόσκληση-δήλωση, ζήτησε από αυτόν να της καταβάλει το 25% των μισθωμάτων που αναλογούσε στο μερίδιό της, δηλ.

τα μισθώματα των καταστημάτων που αυτός είχε εκμισθώσει και καρπωνόταν τα ωφελήματά τους πέραν της μερίδας που του αναλογούσε. Το αίτημα αυτό όμως είναι αβάσιμο, διότι... η εκκαλούσα, λόγω της άκυρης μεταβίβασης του ποσοστού 25% της επικαρπίας από το Γ. Β., πριν από το θάνατο του τελευταίου, δεν ήταν κοινωνός επί του δικαιώματος είσπραξης των μισθωμάτων κατά την αναλογούσα σε αυτά μερίδα της ούτε είχε αξίωση έναντι του Τ.

Κ. να της καταβάλει από το συνολικό ποσό των μισθωμάτων που αυτός είχε εισπράξει από τα τρία επίδικα καταστήματα τα ποσό που αντιστοιχεί στη μερίδα της. Τέτοια αξίωση και αντίστοιχο δικαίωμα επί των μισθωμάτων απέκτησε μετά το θάνατο του Γ. Β., όταν το ποσοστό του τελευταίου 50% εξ αδιαιρέτου της επικαρπίας συνενώθηκε με το δικό της ποσοστό 50% εξ αδιαιρέτου της ψιλής κυριότητα, αποκτώντας έτσι το 50% εξ αδιαιρέτου της πλήρους κυριότητας του κοινού ακινήτου...

Μετά το θάνατο του Τ. Κ. και τη συνένωση της επικαρπίας με την ψιλή κυριότητα που είχαν αποκτήσει ήδη οι εφεσίβλητοι, αυτοί κατέστησαν συγκύριοι των τεσσάρων καταστημάτων κατά πλήρη κυριότητα, η πρώτη εφεσίβλητη σε ποσοστό 1% των 7/32 ή ποσοστό 0,219% εξ αδιαιρέτου και ο δεύτερος εφεσίβλητος σε ποσοστό 99% των 7,32 ή ποσοστό 21,656% εξ αδιαιρέτου, συνέχισαν δε μετά το θάνατο του δικαιοπαρόχου τους να εισπράττουν το σύνολο των μισθωμάτων από τα ανωτέρω καταστήματα, τα οποία ήταν εκμισθωμένα στη Μ.

Τ. και Σ. Σ..

Συνεπώς, μετά το θάνατο της πρώτης εφεσίβλητης ο δεύτερος εφεσίβλητος, ενεχόμενος τόσο ως συγκύριος του κοινού ακινήτου κατά το ανωτέρω ποσοστό, όσο και ως μοναδικός εξ αδιαθέτου κληρονόμος της αποβιώσασας μητέρας του, οφείλει να καταβάλει στην ενάγουσα από τα μισθώματα που εισέπραξαν το ποσό που αναλογούσε στο ποσοστό συγκυριότητάς της 50% εξ αδιαιρέτου [σημειωτέον ότι στο Σ.

Σ. εκμισθώθηκε από την 1-6-2010 και το ΚΔ κατάστημα πρώην μίσθωσης Τριάντη, δυνάμει του από 20-5-2010 ιδιωτικού συμφωνητικού μίσθωσης, καταρτισθείσας από την πλευρά του εκμισθωτή από το Χ. Κ. (δεύτερο εναγόμενο) και τη σύζυγό του Γ. Μ., ενεργώντας στο όνομα και για λογαριασμό των ανήλικων τέκνων τους, Τ. και Ι. Κ., αντί μηνιαίου μισθώματος 2.300 ευρώ, το οποίο από 1-4-2012 μειώθηκε στο ποσό των 1.500 ευρώ μηνιαίως δυνάμει του από 30-5-2012 ιδιωτικού τροποποιητικού συμφωνητικού μεταξύ των αυτών συμβαλλομένων].

Ειδικότερα, για τα εισπραχθέντα από τους εναγόμενους μισθώματα μετά την 13-7-2010, οπότε απεβίωσε ο Γ. Β., οφείλεται στην ενάγουσα: α) για το κατάστημα (ΚΓ) με μισθωτή το Σ. Σ. ι) για το χρονικό διάστημα από την 14-7-2010... έως την 31-10-2007, το ποσό των 3.923,33 ευρώ ( 3 μήνες και 17 ημέρες χ 2.200 ευρώ, μηνιαίο μίσθωμα=7.846,66 ευρώ χ50%), ιι) για το χρονικό διάστημα από 1-11-2010 έως 31-10-2011 το ποσό των 13.200 ευρώ (2.200 ευρώ, μηνιαίο μίσθωμα χ 12 μήνες=26.400 ευρώ χ50%), ιιι) για το χρονικό διάστημα από 1-11-2011 έως 31-3-2012 το ποσό των 4.750 ευρώ (5 μήνες χ 12 μήνες = 26.400 ευρώ χ 50%) και iv) για το χρονικό διάστημα από την 1-4-2012 έως τη συζήτηση της αγωγής (29-10-2014) το ποσό των 23.225 ευρώ (30 μήνες και 29 ημέρες χ 1.500 ευρώ, μηνιαίο μίσθωμα=46.450 χ 50%) (το μηνιαίο μίσθωμα καθορίστηκε στο ποσό των 1.500 ευρώ από την 1-4-2012 με το από 30-5-2012 τροποποιητικό συμφωνητικό) και Β) για το μίσθωμα του καταστήματος ΚΔ του μισθωτή Σ.

Σ. ι) για το χρονικό διάστημα από 14-7-2010 έως 31-10-2011 το ποσό των 17.901,66 ευρώ (15 μήνες και 17 ημέρες χ 2.300 ευρώ, μηνιαίο μίσθωμα = 35.803,33 ευρώ χ 50%), ιι) για το χρονικό διάστημα από 1-11-2011 έως 31-3-2012 το ποσό των 5.250 ευρώ (5 μήνες χ 2.100 ευρώ μηνιαίο μίσθωμα=10.500 χ 50%), ιιι) για το χρονικό διάστημα από 1-4-2012 έως τη συζήτηση της αγωγής (29-10-2014) το ποσό των 23.225 ευρώ (30 μήνες και 29 ημέρες χ 1.500 ευρώ μηνιαίο μίσθωμα = 46.450 ευρώ χ 50%).

Τέλος, το αίτημα της ενάγουσας να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι να της καταβάλουν το 50% του ποσού των 9.362 ευρώ που εκείνη στα πλαίσια της διοίκησης αλλοτρίου πράγματος υποχρεώθηκε να καταβάλει πέραν της μερίδας της στη Δημόσια Επιχείρηση Ηλεκτρισμού για τέλη κατανάλωσης ηλεκτρικού ρεύματος των καταστημάτων (ΚΑ και ΚΒ) που είχε μισθώσει η Α.

Δ., η οποία εγκατέλειψε τελικά τα μίσθια τέλος Ιουλίου 2011 και τέλος Σεπτεμβρίου 2011, αντίστοιχα, δίχως να καταβάλει τα οφειλόμενα τέλη κατανάλωσης ηλεκτρικού ρεύματος μηνός Νοεμβρίου 2011 είναι απορριπτέο...". Υπό τις ως άνω παραδοχές, το Εφετείο, αφού δέχθηκε τυπικά και κατ' ουσία την έφεση της ενάγουσας και ήδη αναιρεσίβλητης, εξαφάνισε την εκκληθείσα απόφαση του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, δέχθηκε εν μέρει την αγωγή ως ουσία βάσιμη.

Ειδικότερα, το Εφετείο, με βάση τα περιστατικά, τα οποία, ανελέγκτως, δέχθηκε ως αποδειχθέντα, διέλαβε: Ότι, μετά το θάνατο του Γ. Β. του Παντελή (13-7-2010) -ο οποίος είχε αποκτήσει δικαίωμα επικαρπίας, ποσοστού 50% εξ αδιαιρέτου, επί του επίδικου ακινήτου, μετά τις 31-10-2009, οπότε απεβίωσε ο έτερος συνεπικαρπωτής, Τ.

Κ. του Χρήστου και το ποσοστό επικαρπίας τούτου (25% εξ αδιαιρέτου) προσαύξησε τη δική του μερίδα (25% εξ αδιαιρέτου)- η ενάγουσα-εκκαλούσα και ήδη αναιρεσίβλητη, η οποία είχε αποκτήσει, δυνάμει έγκυρης συμβάσεως αγοραπωλησίας, ποσοστό 50% εξ αδιαιρέτου της ψιλής κυριότητας του ίδιου ακινήτου, κατέστη πλήρης κυρία τούτου (επίδικου ακινήτου), κατά ποσοστό 50% εξ αδιαιρέτου, καθώς η επικαρπία του Γ.

Β. συνενώθηκε με τη ψιλή κυριότητά της. Ότι οι αρχικοί συνεπικαρπωτές, Τ. Κ. και Γ. Β., είχαν συμφωνήσει στη χωριστή άσκηση της επικαρπίας και συγκεκριμένα τη χωριστή εκμετάλλευση των τεσσάρων (4) ισόγειων καταστημάτων του ως άνω οικοπέδου, εκμισθώνοντας και εισπράττοντας, ο καθένας για λογαριασμό του, τα αντίστοιχα μισθώματα και δη ο μεν πρώτος (Τ.

Κ.) των ΚΒ, ΚΓ και ΚΔ καταστημάτων, ο δε δεύτερος (Γ. Β.) του ΚΑ τοιούτου, ενώ, μετά το θάνατο του τελευταίου, την αποκλειστική εκμετάλλευση του ως άνω καταστήματος ασκεί η ενάγουσα-εκκαλούσα και ήδη αναιρεσίβλητη. Ότι οι αρχικώς εναγόμενοι, μετά το θάνατο του δικαιοπαρόχου τους (Τ. Κ.), κατέστησαν συγκύριοι του ίδιου ακινήτου, η μεν πρώτη κατά ποσοστό 1% των 7/32 ή 0,219% εξ αδιαιρέτου, ο δε δεύτερος κατά ποσοστό 99% των 7/32 ή 21,656% εξ αδιαιρέτου, μετά δε το θάνατο της πρώτης, αυτός υπεισήλθε, ως μοναδικός εξ αδιαθέτου κληρονόμος της, στο ως άνω ποσοστό, όπως, άλλωστε, ο ίδιος δήλωσε στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Πειραιώς, κατά την εκφώνηση της έφεσης.

Ότι ο εναγόμενος-εφεσίβλητος και ήδη αναιρεσείων, συγκύριος του επίδικου ακινήτου, κατά το ανωτέρω ποσοστό, ασκούσε την αποκλειστική χρήση των υπό στοιχείων ΚΓ και ΚΔ καταστημάτων του επικοίνου, υπό την έννοια ότι εισέπραττε για λογαριασμό του τα μισθώματα, που κατέβαλαν οι μισθωτές τούτων, όπως άλλωστε και ο δικαιοπάροχός του, Τ.

Κ., αποκλείοντας τη σύγχρηση της ενάγουσας-εκκαλούσας και ήδη αναιρεσίβλητης, μη αποδίδοντας, δηλαδή, σ' αυτήν την ανάλογη προς το ποσοστό συγκυριότητάς της μερίδα από τα ως άνω ωφελήματα.

Η αναιρεσείουσα, με τον πρώτο λόγο της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης και το τρίτο σκέλος του έκτου λόγου αυτής, μέμφεται την προσβαλλόμενη απόφαση, αντίστοιχα, για το ότι α) επιδίκασε εξαχθέντα ωφελήματα, ενώ υπήρχε αγωγική βάση μόνο για υπαιτίως μη εξαχθέντα ωφελήματα, υποπίπτοντας έτσι στις από τους αριθμούς 8α' και 9 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. αναιρετικές πλημμέλειες, αφού έλαβε υπόψη της "πράγματα", που δεν προτάθηκαν και επιδίκασε μη αιτηθέντα και β) δέχθηκε, ως προς τα θεμελιωτικά της παράγωγης κτήσης της κυριότητας της ενάγουσας-εκκαλούσας και ήδη αναιρεσίβλητης περιστατικά, διαφορετικά από τα στην αγωγή εκτιθέμενα, υποπίπτοντας έτσι στην αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 8α' του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., αφού έλαβε υπόψη "πράγματα", που δεν προτάθηκαν.

Από την επισκόπηση του δικογράφου της από 7-12-2011 (10838/2011) αγωγής της ήδη αναιρεσίβλητης, ως προς το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο χωρίο αυτής, προκύπτει ότι η τελευταία εξέθετε ότι "... Επειδή τα μισθωτικά δικαιώματα των τριών πρώτων καταστημάτων... ουδέποτε μεταβιβάστηκαν προς εμάς ή τις δικαιοπαρόχους μας εταιρείες, αλλά διατηρήθηκαν αποκλειστικά μεταξύ του μισθωτή εκάστου εξ αυτών των καταστημάτων και του Τ.

Κ., ο οποίος εισέπραττε από την 1-4-2009 και μέχρι την 31-10-2009, που απεβίωσε, το σύνολο (100%) των μηνιαίων μισθωμάτων από το μισθωτή εκάστου εκ των τριών ως άνω καταστημάτων και ακολούθως, μετά το θάνατο του Τ. Κ., τα μισθωτικά δικαιώματα των δύο πρώτων εκ των ως άνω καταστημάτων, διατηρήθηκαν αποκλειστικά και μόνο μεταξύ του μισθωτή εκάστου εξ αυτών και των εναγομένων και τέλος μεταξύ του μοναδικού μισθωτή αυτών, Σ.

Σ. και των εναγομένων, οι οποίοι συνεχίζουν να εισπράττουν το σύνολο (100%) των μηνιαίων μισθωμάτων που αναλογούν στα καταστήματα αυτά... Επειδή οι εναγόμενοι και ο δικαιοπάροχός τους... ο δεύτερος εναγόμενος συνέχισαν να καρπούνται στο σύνολό τους τα μισθώματα των παραπάνω καταστημάτων και συνεπώς, έχουν υποχρέωση να μας αποδώσουν τα ωφελήματα που μας αναλογούν επί των ως άνω καταστημάτων...

Είναι υπόχρεοι συνεπώς οι εναγόμενοι, ως εξ αδιαθέτου κληρονόμοι του Τ. Κ., να μας καταβάλουν, κατά την αναλογία του ο καθένας, τα ποσά που μας αναλογούν στους πολιτικούς καρπούς των άνω καταστημάτων..., άλλως τα ποσά που ευχερώς θα μπορούσαν να επιτευχθούν μετά από νέες εκμισθώσεις των καταστημάτων αυτών...

και ωφελήθηκε έκαστος εξ αυτών ατομική και ανέρχονται στο συνολικό ποσό των (3.500+3.300=) 6.800 ευρώ € μηνιαίως.

Συνεπώς, οι εναγόμενοι οφείλουν να μας καταβάλουν (6.800χ50%=) 3.400€ μηνιαίως...". Από τις προπαρατιθέμενες παραδοχές της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι τα επιδικασθέντα στην ενάγουσα και ήδη αναιρεσιβαλλόμενη χρηματικά ποσά υπολογίστηκαν, με βάση το όφελος που αποκόμισε ο εναγόμενος και ήδη αναιρεσείων από τα επίδικα καταστήματα και δη από τα υπ' αυτού εισπραχθέντα μισθώματα μετά τις 13-7-2010, οπότε απεβίωσε ο Γ. Β., μέχρι τη συζήτηση της αγωγής (29-10-2014) και επικουρικά από τα ποσά που θα μπορούσαν να εισπραχθούν, αν είχαν καταρτιστεί νέες μισθώσεις.

Συνεπώς, ο πρώτος λόγος της αίτησης αναίρεσης τυγχάνει αβάσιμος. Από την επισκόπηση, εξάλλου, του ως άνω αγωγικού δικογράφου, ως προς το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο χωρίο τούτου, προκύπτει ότι η ενάγουσα και ήδη αναιρεσίβλητη εξέθετε ότι "Με το ... συμβόλαιο... αγοράσαμε από την ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "…ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" το 25% εξ αδιαιρέτου της πλήρους κυριότητας και το 25% της ψιλής κυριότητας ενός οικοπέδου, επιφανείας 433,68 τ.μ.

που κείται στον Πειραιά επί της οδού Δημοσθένους αρ. 9-11... μετά της επ' αυτού παλαιάς οικοδομής, που έχει χαρακτηριστεί διατηρητέα και περιλαμβάνει τέσσερα (4) συνεχόμενα ισόγεια καταστήματα με πατάρια, που όλα έχουν πρόσοψη στην οδό Δημοσθένους...". Από τις παραδοχές της αναιρεσιβαλλομένης, όπως παρατίθενται ανωτέρω, προκύπτει ότι το Εφετείο δέχθηκε ότι η ενάγουσα-εκκαλούσα και ήδη αναιρεσίβλητη απέκτησε, δυνάμει του προαναφερόμενου συμβολαίου, την ψιλή κυριότητα του ως άνω ακινήτου, κατά ποσοστό 50% εξ αδιαιρέτου, την πλήρη κυριότητα δε τούτου, κατά το ίδιο ως άνω ποσοστό (50% εξ αδιαιρέτου), μετά το θάνατο του επικαρπωτή Γ.

Β., στις 13-7-2010, δηλαδή, δέχθηκε περιστατικά διευκρινιστικά του τρόπου κτήσης της συγκυριότητάς της επί του επίδικου ακινήτου, όπως προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, έστω και αν δεν συμπίπτουν πλήρως με τα στην αγωγή εκτιθέμενα περιστατικά, εφόσον δεν επέρχεται μεταβολή της ιστορικής βάσης της.

Συνακόλουθα, δεν θεμελιώνονται οι ανωτέρω αναιρετικές πλημμέλειες και, εντεύθεν, ο έκτος λόγος, ως προς το τρίτο σκέλος αυτού, αναίρεσης τυγχάνει απαράδεκτος.

Περαιτέρω, έτσι που έκρινε το Εφετείο, το οποίο, με σαφείς και πλήρεις αιτιολογίες, χωρίς αντιφατικές κρίσεις, δέχθηκε ότι ο εναγόμενος-εφεσίβλητος και ήδη αναιρεσείων, συγκύριος του κοινού ακινήτου (οικοπέδου), κατά ποσοστό 21,656% εξ αδιαιρέτου, είχε την αποκλειστική χρήση και εκμετάλλευση των δύο (2) εκ των επ' αυτού (οικοπέδου) κειμένων τεσσάρων (4) καταστημάτων (ήτοι των ΚΓ και ΚΔ), εισπράττοντας για λογαριασμό του, τα αντίστοιχα μισθώματα, ανεξάρτητα από το ποσοστό συγκυριότητάς του και την ταυτότητα του εκμισθωτή και, συνεπώς, από τις 13-7-2010 (οπότε απεβίωσε ο επικαρπωτής Γ. Β. και η επικαρπία συνενώθηκε με το δικαίωμα ψιλής κυριότητας της ενάγουσας και ήδη αναιρεσείουσα, η οποία απέκτησε την πλήρη κυριότητα του κοινού, κατά ποσοστό 50% εξ αδιαιρέτου) και εφεξής (μέχρι τη συζήτηση της αγωγής) οφείλει στην ενάγουσα-εκκαλούσα και ήδη αναιρεσίβλητη τα επιδικασθέντα ποσά, τα οποία αντιστοιχούν στην ανάλογη προς το ποσοστό συγκυριότητάς της (50% εξ αδιαιρέτου) μερίδα επί των ως άνω ωφελημάτων, τα οποία αυτός αποκόμισε, κατά το προαναφερόμενο χρονικό διάστημα, δεν παραβίασε ευθέως και εκ πλαγίου τις διατάξεις των άρθρων 785, 786, 788, 790 και 1113 του Α.Κ.

Συνεπώς, οι περί του αντιθέτου αιτιάσεις του αναιρεσείοντος, που περιέχονται στους τρίτο και πέμπτο λόγους της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης, συνιστάμενες στο ότι το Εφετείο, με ανεπαρκείς αιτιολογίες, ήχθη στην κρίση ότι οφείλει να καταβάλει στην ήδη αναιρεσίβλητη ωφελήματα σε ποσοστό 50% επί των εισπραχθέντων μισθωμάτων, παρότι δέχεται ότι αυτός ήταν συγκύριος κατά ποσοστό 21,656% επί του κοινού ακινήτου καθώς και ότι εκμισθωτές του ΚΔ καταστήματος ήταν τα ανήλικα τέκνα του, επιδικάζοντας πλέον του αιτηθέντος και υποπίπτοντας στις από τους αριθμούς 19 και 9 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ.

αναιρετικές πλημμέλειες, είναι αβάσιμες. Με το δεύτερο λόγο της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. αναιρετική πλημμέλεια, συνισταμένη στο ότι το Εφετείο παραβίασε εκ πλαγίου τις διατάξεις των άρθρων 1113, 785 και 786 του Α.Κ., καθόσον, ενώ δέχεται ότι πρόκειται για ενιαίο κοινό ακίνητο (οικόπεδο και κτίσματα), για την πληρότητα της αιτιολογίας, όφειλε να προσδιορίσει το σύνολο των ωφελημάτων, τα ωφελήματα που αποκόμισε έκαστος των συγκυρίων, ώστε να διαπιστώσει αν υπήρχε υπέρβαση της εκμετάλλευσης κατά την αναλογία των ποσοστών συγκυριότητας εξ αυτών καθώς το ποσό αυτής.

Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, καθόσον ερείδεται επί της εσφαλμένης προϋποθέσεως ότι το Εφετείο δέχθηκε την εκμετάλλευση του επίδικου ακινήτου ως συνόλου, ενώ, αντιθέτως, δέχθηκε, με επαρκείς και σαφείς αιτιολογίες, ότι η διαφορά αφορά στη χωριστή εκμετάλλευση ενός εκάστου των επ' αυτού τεσσάρων καταστημάτων, όπως, άλλωστε, είχε συμφωνηθεί μεταξύ των δικαιοπαρόχων των διαδίκων, συνεπικαρπωτών, Τ.

Κ. και Γ. Β.. Εξάλλου, οι αιτιάσεις αυτές, οι οποίες προβλήθηκαν και στην κατ' έφεση δίκη, απορρίφθηκαν με την 108/2017 απόφαση του Εφετείου Πειραιώς, κρίση, η οποία δεν προσβλήθηκε με την αίτηση αναίρεσης.

Με τον τέταρτο λόγο της αίτησης αναίρεσης προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από αριθμό 1 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. αναιρετική πλημμέλεια, συνισταμένη στο ότι το Εφετείο εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε τις διατάξεις των άρθρων 1846, 1193 και 1198 του Α.Κ., καθόσον δέχθηκε ότι ο αναιρεσείων είναι συγκύριος και συγκοινωνός των επιδίκων και ως εξ αδιαθέτου κληρονόμος της αποβιώσασας μητέρας του, παρότι δεν αναφέρεται η μεταγραφή της αποδοχής κληρονομίας. Ο λόγος αυτός είναι προεχόντως απαράδεκτος ως αλυσιτελής, καθόσον δεν ασκεί επίδραση στην έκβαση της δίκης. Σε κάθε περίπτωση, ο λόγος αυτός τυγχάνει αβάσιμος. Και τούτο διότι η κτήση του κληρονομικού δικαιώματος του αναιρεσείοντος αποκτήθηκε από το θάνατο της μητέρας του, ως εξ αδιαθέτου κληρονόμος αυτής, δεδομένου ότι ο ίδιος δεν επικαλείται αποποίηση της κληρονομίας, χωρίς να απαιτείται η μεταγραφή της αποδοχής κληρονομίας, η οποία αποτελεί προϋπόθεση μόνο για την κτήση εμπράγματων δικαιωμάτων στα κληρονομιαία ακίνητα.

Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 138 εδάφιο α` του Α.Κ., δήλωση βούλησης που δεν έγινε στα σοβαρά παρά μόνο φαινομενικά (εικονική) είναι άκυρη. Εξάλλου, κατά τη σαφή έννοια του άρθρου 513 του ίδιου Κώδικα, ουσιώδη στοιχεία της σύμβασης πώλησης είναι το πράγμα, το τίμημα και η συμφωνία των συμβαλλομένων για τη μετάθεση της κυριότητας και την πληρωμή του τιμήματος, η οποία, προκειμένου περί ακινήτου, πρέπει να περιβληθεί τον τύπο του συμβολαιογραφικού εγγράφου (άρθρο 369 Α.Κ.).

Έτσι, σε περίπτωση εικονικότητας της σύμβασης πώλησης ακινήτου και της συνήθως ενωμένης με αυτή σύμβασης μεταβίβασης της κυριότητας του πωλούμενου ακινήτου από τον πωλητή στον αγοραστή, δεν ασκεί επιρροή επί του κύρους της εν λόγω σύμβασης, αν ο αγοραστής κατέβαλε πράγματι και με ποιο τρόπο το συμφωνημένο τίμημα, αφού αυτό μπορεί να δωρηθεί ή να εξοφληθεί με δόση αντί καταβολής ή μπορεί η σχετική αξίωση να αφεθεί ή να αποσβεστεί με παραγραφή ή και με άλλο τρόπο.

Έτσι, για την εικονικότητα της δικαιοπραξίας, αρκεί το γεγονός ότι η δήλωση βούλησης των δικαιοπρακτούντων βαρύνεται με ελάττωμα που συνίσταται στο ότι δεν αποσκοπεί πράγματι στην παραγωγή των έννομων αποτελεσμάτων της δικαιοπραξίας που καταρτίζεται. Από το συνδυασμό, επίσης, της διάταξης του άρθρου 138 εδάφιο α` του Α.Κ.

με εκείνη της διάταξης του άρθρου 180 του ίδιου Κώδικα, κατά την οποία η άκυρη δικαιοπραξία θεωρείται σαν να μην έγινε, προκύπτει ότι η εικονική δικαιοπραξία είναι άκυρη, η ακυρότητα δε αυτή είναι απόλυτη και, έτσι, μπορεί να προταθεί όχι μόνο από τους συμβαλλομένους, αλλά και από οποιονδήποτε τρίτο που έχει, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 68 και 70 του Κ.Πολ.Δ., έννομο συμφέρον να αποκαλύψει την ανυπαρξία της δικαιοπραξίας.

Στην προκειμένη περίπτωση, με το πρώτο σκέλος του έκτου λόγου της αίτησης αναίρεσης προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθμό 8β' του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., συνισταμένη στο ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τον πρωτοδίκως και στην κατ' έφεση δίκη προβληθέντα ισχυρισμό του εναγομένου-εφεσιβλήτου και ήδη αναιρεσείοντος περί εικονικότητας και, εντεύθεν, ακυρότητας των μεταβιβαστικών δικαιοπραξιών της ψιλής κυριότητας του 1/2 εξ αδιαιρέτου του όλου ακινήτου από την εταιρεία "….AE" στην εταιρεία "…….ΑΕ" και, ακολούθως, από την τελευταία στην ενάγουσα-εκκαλούσα και ήδη αναιρεσίβλητη εταιρεία, άπασες ελεγχόμενες από το αυτό φυσικό πρόσωπο, οι οποίες καταρτίστηκαν κατά φαινόμενο μόνο, προκειμένου η πρώτη εξ αυτών να εμφανίσει εικονική ρευστότητα, ώστε να διευκολυνθεί η υπαγωγή της στη διαδικασία συνδιαλλαγής των άρθρων 99 επ.

του Πτωχευτικού Κώδικα, αλλά και προκειμένου να ασκηθεί πίεση στην οικογένεια Κ. είτε να αγοράσει το μερίδιο της ως άνω εταιρείας είτε να το πωλήσει σε αυτήν, αποδίδοντας στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση την από τον αριθμό 8β' του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, προεχόντως, γιατί ο ισχυρισμός αυτός δεν αποτελεί "πράγμα" υπό την προεκτεθείσα έννοια, αλλά συνιστά άρνηση της ενεργητικής νομιμοποίησης της ενάγουσας-εκκαλούσας και ήδη αναιρεσίβλητης, ενώ, σε κάθε περίπτωση, από τις προεκτιθέμενες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό αυτό και τον απέρριψε, αφού δέχθηκε ως έγκυρες τις ως άνω μεταβιβαστικές δικαιοπραξίες.

Κατά το άρθρο 281 του Α.Κ., που έχει έντονο το χαρακτήρα κανόνα δημόσιας τάξης, όπως αναφέρεται και στο άρθρο 25 παρ. 3 του Συντάγματος, "η άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος". Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, που εφαρμόζεται σε όλα τα δικαιώματα του ιδιωτικού δικαίου, είτε πηγάζουν άμεσα από το νόμο είτε από δικαιοπραξία, είτε προέρχονται από κανόνες ενδοτικού δικαίου είτε από κανόνες δημόσιας τάξης, το δικαίωμα θεωρείται ότι ασκείται καταχρηστικά, όταν η συμπεριφορά του δικαιούχου που προηγήθηκε ή η πραγματική κατάσταση που διαμορφώθηκε, κατά το χρονικό διάστημα που μεσολάβησε, χωρίς κατά νόμο να εμποδίζουν τη γένεση ή να επάγονται την απόσβεση του δικαιώματος, δεν καθιστούν ανεκτή τη μεταγενέστερη άσκησή του, κατά τις αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου για το δίκαιο και την ηθική, αφού τείνει στην ανατροπή κατάστασης που δημιουργήθηκε, υπό ορισμένες ειδικές συνθήκες και διατηρήθηκε για πολύ χρόνο, με επακόλουθο να συνεπάγεται επαχθείς συνέπειες για τον υπόχρεο.

Απαιτείται, δηλαδή, για να χαρακτηριστεί καταχρηστική η άσκηση του δικαιώματος, να έχει δημιουργηθεί στον υπόχρεο, από τη συμπεριφορά του δικαιούχου, σε συνάρτηση και με τη δική του (υπόχρεου) και μάλιστα ευλόγως, η πεποίθηση ότι ο δικαιούχος δεν πρόκειται να ασκήσει το δικαίωμά του (Ολ. Α.Π. 6/2016, Ολ.Α.Π. 16/2006, Ολ.Α.Π. 7/2002, Ολ.Α.Π. 8/2001, Α.Π. 528/2021, Α.Π. 534/2020, Α.Π. 1165/2019, Α.Π. 529/2017).

Στην προκειμένη περίπτωση, με το δεύτερο σκέλος του έκτου λόγου της αίτησης αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η ίδια ως άνω αναιρετική πλημμέλεια, ήτοι αυτή του αριθμού 8β' του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., συνισταμένη στο ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη και δεν ερεύνησε την ένσταση περί καταχρηστικής ασκήσεως της αγωγής, κατ' άρθρο 281 του Α.Κ., η οποία προβλήθηκε με τις έγγραφες προτάσεις των αρχικώς εναγομένων προς απόκρουση της αγωγής της ήδη αναιρεσίβλητης και επαναφέρθηκε με τις προτάσεις ενώπιον του δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου.

Από την επισκόπηση των πρωτοδίκως υποβληθέντων έγγραφων προτάσεων των αρχικώς εναγομένων και των προτάσεων που υπέβαλαν ενώπιον του Εφετείου προκύπτει ότι αυτοί ισχυρίστηκαν ότι η "αγωγή της αναιρεσίβλητης είναι προδήλως καταχρηστική, γιατί τόσο αυτή όσο και η από 30-1-2012 αίτησή της ασκήθηκαν με αληθινή πρόθεση όχι να μπορεί να νέμεται το 50% της (δήθεν) νομής-(δήθεν) επικαρπίας-(δήθεν) κυριότητάς της -το οποίο έπραττε ακώλυτα μέχρι σήμερα και εξακολουθεί να πράττει, αλλά για να μην μπορούν τα νομιμοποιούμενα εκάστοτε μέλη της οικογένειας Κ.

σε αντίθεση με την ως τώρα έμπρακτη συναίνεση-έγκριση της αντιδίκου και των (δήθεν) δικαιοπαρόχων της να εκμισθώνουν και να καρπούνται τα δύο καταστήματα (πρώτο και δεύτερο για τον εισερχόμενο στην οδό Δημοσθένους από την οδό Λυκούργου) τα μισθώματα των οποίων δεν υπερβαίνουν το 50% των μισθωμάτων που μπορεί να επιτευχθούν και για τα τέσσερα καταστήματα, για τα οποία πρόκειται, ώστε να εξαναγκαστούν αυτά τα μέλη στην πώληση του μεριδίου τους στο ακίνητο ή στην αγορά του (δήθεν) μεριδίου της αντιδίκου".

Τα ως άνω επικαλούμενα περιστατικά δεν πληρούν την έννοια της καταχρηστικής άσκησης δικαιώματος, κατ' άρθρο 281 του Α.Κ. και η επικαλούμενη ένσταση, κατά τα στην ανωτέρω νομική σκέψη εκτιθέμενα, δεν είναι νόμιμη.

Συνεπώς, η παράλειψη του Εφετείου να απαντήσει σε μη νόμιμο, όπως ο ανωτέρω, ισχυρισμό δεν θεμελιώνει την προσβαλλόμενη αναιρετική πλημμέλεια. Συνακόλουθα, ο λόγος αυτός τυγχάνει απαράδεκτος.

Κατόπιν αυτών και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος προς έρευνα, η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως πρέπει ν' απορριφθεί, να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο, ενόψει της ήττας του αναιρεσείοντος (άρθρο 495 παρ. 3 Β περ.δ' του Κ.Πολ.Δ.) και να καταδικαστεί αυτός στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, που κατέθεσε προτάσεις, κατά παραδοχή του νόμιμου και βάσιμου αιτήματός της (άρθρ. 106, 176, 183 και 191 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.), όπως ειδικότερα ορίζονται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 20-5-2020 (283/28/21-5-2020) αίτηση του Χ. Κ. του Τ., για αναίρεση της 174/2020 τελεσίδικης απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Πειραιώς.

ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του παραβόλου, που κατέθεσαν ο αναιρεσείων.

ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 4 Ιουλίου 2022.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 25 Ιουλίου 2022.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ