Supreme Court quashes labor contract termination for disabled employee, remands case for reasonable accommodation assessment.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece quashed the lower court's decision terminating a contract with a disabled employee and remanded the case for further proceedings. The employee, registered as disabled, argued that the employer failed to provide reasonable accommodations required by law, rendering the termination unlawful. The court held that the employer's refusal to adapt the sales department role violated statutory obligations and constitutional principles of social protection, making the termination invalid without proof of disproportionate burden.
Legislator headnote
AI generatedArt. 1, Art. 5 of Law 2643/1998; Art. 21, Art. 25 of the Constitution: Employers must provide reasonable accommodations for disabled employees, and contract termination is unlawful unless the employer proves such measures would impose a disproportionate burden.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1334 / 2021 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1334/2021
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Δήμητρα Κοκοτίνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Μαρία Νικολακέα, Αρετή Παπαδιά, Σοφία Τζουμερκιώτη και Μαριάνθη Παγουτέλη, αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 18η Φεβρουαρίου 2020, με την παρουσία και της γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "Ε. Ε. Α.Ε.", όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στον … και παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) της πληρεξουσίας δικηγόρου Ευσταθίας Κριεμάδη, η οποία κατέθεσε προτάσεις.
Του αναιρεσίβλητου: Κ. Κ. του Χ., κατοίκου …, που παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) της πληρεξουσίας δικηγόρου Αικατερίνης Γκιθκοπούλου, η οποία κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10-11-2016 αγωγή του ήδη αναιρεσίβλητου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν η 9997/2017 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 443/2019 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας, ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 15-4-2019 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγητής ορίσθηκε η αρεοπαγίτης Αρετή Παπαδιά.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1.Στο άρθρο 1 του ν. 2643/1998 "Μέριμνα για την απασχόληση προσώπων ειδικών κατηγοριών και άλλες διατάξεις" (ΦΕΚ Α` 220/28-9-1998), ορίζονται οι κατηγορίες προσώπων που υπάγονται στις προστατευτικές διατάξεις του νόμου αυτού. Στις κατηγορίες αυτές περιλαμβάνονται, κατά τη διάταξη της παρ.1 περ. β του ως άνω άρθρου, και "β.
Τα άτομα, με ποσοστό αναπηρίας 50% τουλάχιστον, που έχουν περιορισμένες δυνατότητες για επαγγελματική απασχόληση εξαιτίας οποιασδήποτε χρόνιας σωματικής ή πνευματικής ή ψυχικής πάθησης ή βλάβης(άτομα με ειδικές ανάγκες), εφόσον είναι γραμμένα στα μητρώα ανέργων αναπήρων του Οργανισμού Απασχολήσεως Εργατικού Δυναμικού (Ο.Α.Ε.Δ.).".
Η κοινωνική προστασία που παρέχεται από το νόμο αυτό, συνίσταται κυρίως στην επαγγελματική αποκατάσταση των ανωτέρω προσώπων και μάλιστα με τη μορφή της αναγκαστικής τοποθέτησης αυτών σε επιχειρήσεις του ιδιωτικού τομέα και σε φορείς του δημοσίου τομέα του άρθρου 2 παρ.8 του νόμου αυτού (όπως ίσχυε πριν την αντικατάστασή του με το άρθρο 73 παρ.1 του ν. 4611/2019).
Σύμφωνα με το άρθρο 5 παρ.1 του εν λόγω ν. 2643/1998, η τοποθέτηση των ανωτέρω προστατευόμενων προσώπων, η οποία είναι υποχρεωτική για τον εργοδότη, γίνεται από την Επιτροπή του άρθρου 9 του νόμου αυτού. Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 5 παρ.2 και 11 παρ.1 του ίδιου νόμου, οι τοποθετούμενοι εξομοιώνονται πλήρως, ανάλογα με τα προσόντα τους, με το υπόλοιπο προσωπικό, ως προς τους όρους εργασίας, την αμοιβή, τις προαγωγές και γενικά τις συνθήκες εργασίας, με την επιφύλαξη των ειδικών διατάξεων του άρθρου 11 παρ.1, το οποίο θέτει περιορισμούς αναφορικά με τη λύση της σύμβασης εργασίας των προσώπων που ανήκουν στις κατηγορίες αυτές.
Κατά τις διατάξεις του άρθρου αυτού (ν.2643/1998 άρθρο 11 παρ.1) η σχέση εργασίας των προσώπων που τοποθετούνται με τις διατάξεις του παρόντος νόμου ή των προσώπων που έχουν τοποθετηθεί σύμφωνα με τις ισχύουσες διατάξεις για τους πολεμιστές μέχρι τη δημοσίευση του νόμου αυτού ή των ατόμων με ειδικές ανάγκες του πρώτου εδαφίου της περίπτωσης β` της παραγράφου 1 του άρθρου 1, ανεξαρτήτως αν έχουν προσληφθεί υποχρεωτικά ή όχι, λύεται:
α), β) γ) Με καταγγελία, ύστερα από απόφαση της Επιτροπής του άρθρου 9 για τους εξής λόγους: αα) Για παραβάσεις που προβλέπονται από τον αναγνωρισμένο οργανισμό ή κανονισμό της υπηρεσίας ή επιχείρησης ή εκμετάλλευσης, για τις οποίες ορίζεται ως ποινή η απόλυση. ββ) Για αποδεδειγμένη ανεπάρκεια ή για ακαταλληλότητα στην εκτέλεση της εργασίας, που δεν οφείλεται πάντως στα τραύματα ή στην αναπηρία ή για ανάρμοστη συμπεριφορά ή για αντικοινωνική γενικώς διαγωγή.
δ) Με καταγγελία της σχέσης εργασίας αν έχει εκδοθεί, σύμφωνα με την παράγραφο 4 του άρθρου 2, απόφαση του αρμόδιου περιφερειακού διευθυντή του Ο.Α.Ε.Δ. Κατά την παρ.4 του άρθρου 2 του νόμου αυτού ο αρμόδιος περιφερειακός διευθυντής του Ο.Α.Ε.Δ., με απόφασή του, ύστερα από σύμφωνη γνώμη της οικείας Επιτροπής του άρθρου 9, μπορεί να απαλλάσσει από την υποχρέωση πρόσληψης ή να περιορίζει το ποσοστό υποχρεωτικής πρόσληψης σε επιχειρήσεις, εκμεταλλεύσεις ή φορείς που έχουν ουσιαστικά αναστείλει τις εργασίες τους ή δεν μπορούν να συνεχίσουν επωφελώς τη λειτουργία τους.
Με την ίδια διαδικασία μπορεί να επιτρέπεται στις παραπάνω επιχειρήσεις, εκμεταλλεύσεις ή φορείς να απολύουν όλους ή ορισμένους από τους προστατευομένους, που έχουν τοποθετηθεί σε αυτές αναγκαστικά με οποιονδήποτε νόμο καταγγέλοντας τη σύμβαση εργασίας τους. Για την έκδοση της παραπάνω απόφασης, η ενδιαφερόμενη επιχείρηση υποβάλλει στον αρμόδιο περιφερειακό διευθυντή του Ο.Α.Ε.Δ.
σχετική αίτηση που συνοδεύεται από όλα τα απαραίτητα για την υποστήριξή της στοιχεία. Από το συνδυασμό των παραπάνω διατάξεων των άρθρων 11 παρ. 1 και 2 παρ. 4 του Ν. 2643/1998 και των άρθρων 349, 648, 656 του ΑΚ προκύπτει ότι για την εγκυρότητα της καταγγελίας σύμφωνα με το άρθρο 11 παρ. 1 περ. δ`, απαιτείται να προηγηθεί απόφαση του περιφερειακού διευθυντή του Ο.Α.Ε.Δ., ύστερα από σύμφωνη γνώμη της οικείας Επιτροπής του άρθρου 9, άλλως η καταγγελία, που έγινε χωρίς την πιο πάνω θετική απόφαση του περιφερειακού διευθυντή του Ο.Α.Ε.Δ., είναι άκυρη και θεωρείται μηδέποτε γενομένη, με αποτέλεσμα ο εργοδότης να καθίσταται υπερήμερος ως προς την αποδοχή της εργασίας του ακύρως απολυθέντος και να οφείλει σύμφωνα με το άρθρο 656 ΑΚ αποδοχές υπερημερίας από την επομένη της άκυρης απόλυσης. (ΑΠ510/2020, ΑΠ706/2006).
Όμως, μολονότι ο νόμος δεν αναφέρει σχετικώς, η σύμβαση εργασίας του προστατευόμενου μπορεί να λυθεί σύμφωνα με τις κοινές διατάξεις και χωρίς να έχει εκδοθεί σχετική διοικητική άδεια, με οικειοθελή αποχώρησή του, δηλαδή με ρητή ή σιωπηρή καταγγελία της σύμβασης από αυτόν. Σιωπηρή καταγγελία συνιστούν, μεταξύ άλλων, η αδικαιολόγητη και επίμονη άρνηση του μισθωτού να προσφέρει τις υπηρεσίες του και η μακροχρόνια απουσία του από την εργασία.(ΑΠ729/2020).
Με το νόμο 3304/2005 "Εφαρμογή της αρχής της ίσης μεταχείρισης ανεξαρτήτως φυλετικής ή εθνοτικής καταγωγής, θρησκευτικών ή άλλων πεποιθήσεων, αναπηρίας, ηλικίας ή γενετήσιου προσανατολισμού" ενσωματώθηκαν στην ελληνική έννομη τάξη οι οδηγίες της ΕΕ 2000/43ΕΚ και 2000/78/ΕΚ. Στο άρθρο 10 του νόμου αυτού, υπό τον παράτιτλο "Εύλογες προσαρμογές για τα άτομα με αναπηρία", που ίσχυε κατά τον εδώ κρίσιμο χρόνο καταγγελίας της σύμβασης εργασίας πριν την κατάργηση του με το ν.4443/2016, ορίζεται ότι για την τήρηση της αρχής της ίσης μεταχείρισης έναντι ατόμων με αναπηρία, ο εργοδότης υποχρεώνεται στη λήψη όλων των ενδεδειγμένων κατά περίπτωση μέτρων, προκειμένου τα άτομα αυτά να έχουν δυνατότητα πρόσβασης σε θέση εργασίας, να ασκούν αυτήν και να εξελίσσονται, καθώς και δυνατότητα συμμετοχής στην επαγγελματική κατάρτιση, εφόσον τα μέτρα αυτά δεν συνεπάγονται δυσανάλογη επιβάρυνση για τον εργοδότη.
Δεν θεωρείται δυσανάλογη η επιβάρυνση, όταν αντισταθμίζεται από μέτρα προστασίας που λαμβάνονται στο πλαίσιο άσκησης της πολιτικής υπέρ των ατόμων με αναπηρία. Εξ άλλου, στο πλαίσιο λειτουργίας της συμβάσεως παροχής εξαρτημένης εργασίας αναγνωρίζεται, γενικώς, στον εργοδότη η εξουσία να λαμβάνει κάθε μέτρο, το οποίο έχει σχέση με την εκπλήρωση των υποχρεώσεων του εργαζομένου και θεωρείται πρόσφορο για την αποδοτική οργάνωση και λειτουργία της επιχείρησης, εντός της οποίας παρέχεται η εργασία.
Η εξουσία αυτή είναι γνωστή ως "διευθυντικό δικαίωμα" του εργοδότη και έχει ως περιεχόμενο τον εκ μέρους αυτού μονομερή καθορισμό των όρων της συμβάσεως εργασίας, από την πρόσληψη του εργαζόμενου μέχρι την απόλυσή του, στο μέτρο που οι όροι αυτοί δεν έχουν προκαθορισθεί δεσμευτικά από τους ίδιους τους συμβαλλόμενους ή κάποιον υποχρεωτικό κανόνα δικαίου.
Από τις ανωτέρω διατάξεις σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 288, 652 ΑΚ, συνάγεται ότι ο εργοδότης όταν πρόκειται ειδικώς για συμβάσεις εργασίας ατόμων με αναπηρία ασκώντας το διευθυντικό δικαίωμα οφείλει να λάβει τα ενδεδειγμένα κατά περίπτωση μέτρα για να εξασφαλιστεί η πρόσβαση των ατόμων αυτών σε θέση εργασίας, ειδικότερα δε οφείλει να προβλέψει και να λάβει μέτρα αποτελεσματικά και πρακτικά για τη διαμόρφωση της θέσης εργασίας ανάλογα με τις ειδικές ανάγκες, όπως, μεταξύ άλλων, να προσδιορίσει την παροχή της εργασίας και την κατανομή καθηκόντων με κατάλληλο τρόπο εφόσον τα μέτρα αυτά δεν συνεπάγονται δυσανάλογη επιβάρυνση για τον εργοδότη και να αναθέσει σε αυτόν εργασία την οποία είναι ικανός να παράσχει (ΑΠ876/1989).
Υπό τα διαλαμβανόμενα, ως προσήκουσα προσφορά της εργασίας από πλευράς εργαζομένου, σε άρνηση αποδοχής της οποίας εκ μέρους του εργοδότη περιέρχεται ο τελευταίος σε υπερημερία κατά τις διατάξεις του άρθρου 656 ΑΚ, νοείται σε περίπτωση εργαζομένου ατόμου με αναπηρία εκείνη που ο εργοδότης ασκώντας το διευθυντικό δικαίωμα όπως απαιτεί η καλή πίστη και η υποχρέωση του για εύλογες προσαρμογές, οφείλει να προσδιορίσει και να του αναθέσει και την οποία είναι ικανός ο εργαζόμενος να παράσχει. (πρβλ ΑΠ750/2016).
Περαιτέρω, οι με τις διατάξεις του ν.2643/1998 ρυθμίσεις κατά τρόπο ενιαίο της κοινωνικής προστασίας η οποία παρέχεται στα μειονεκτικά εν γένει άτομα, συνάδουν προς τις διατάξεις του άρθρου 21 παρ. 2 του Συντάγματος, οι οποίες ορίζουν ότι οι ανάπηροι ...καθώς και όσοι πάσχουν από ανίατη σωματική η πνευματική νόσο έχουν δικαίωμα ειδικής φροντίδας από το κράτος.
Επομένως, η προς αυτούς ειδική φροντίδα του Κράτους μπορεί, κατά την εκτίμηση του νομοθέτη, να συνίσταται στην παροχή ποικίλων άλλων διευκολύνσεων, που θεμιτώς κατατείνουν στον ανωτέρω σκοπό, υπό την προϋπόθεση, όμως, ότι αυτές είναι συναφείς και πρόσφορες προς τούτο. Οι σχετικές ρυθμίσεις, όταν αποσκοπούν ειδικότερα στην διευκόλυνση της επαγγελματικής αποκαταστάσεως με την αναγκαστική πρόσληψη σε ιδιωτική επιχείρηση και εξασφάλιση θέσης εργασίας με θέσπιση περιορισμών στο δικαίωμα του εργοδότη καταγγελίας της σύμβασης εργασίας συνιστούν, από την φύση τους, περιορισμό της, συνταγματικώς επίσης κατοχυρούμενης, οικονομικής ελευθερίας (ως ελευθερίας του επιχειρηματία να προσλαμβάνει και να απολύει προσωπικό κατ' εκτίμηση των αναγκών της επιχειρήσεώς του και να επιλέγει τα πρόσωπα που επιθυμεί να προσλάβει).
Ο περιορισμός αυτός, εν όψει των ειδικών διατάξεων της παρ. 2 του άρθρου 21 του Συντάγματος, είναι καταρχήν ανεκτός (εν είδει υποχρεωτικής "κοινωνικής ευθύνης" των επιχειρήσεων βλ. ΣτΕ 1980/2000, 4776/1998 βλ. και ΑΠ 990/1995), εφόσον δεν υπερβαίνει τα όρια που τίθενται από την αρχή της αναλογικότητας.
2.Ο προβλεπόμενος από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.1 εδ. α` ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου. Ο κανόνας ουσιαστικού δικαίου παραβιάζεται, εάν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συντρέχουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή, αντίθετα, αν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου (όταν προσδίδεται σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή) είτε ως κακή εφαρμογή (όταν γίνεται εσφαλμένη υπαγωγή των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης), με αποτέλεσμα την κατάληξη σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2016).
Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Στην τελευταία δε περίπτωση, η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο αποκλειστικώς και μόνο με βάση τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν.
Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 εδ.
α του Συντάγματος που επιτάσσει ότι κάθε δικαστική απόφαση πρέπει να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά "έλλειψη αιτιολογίας", ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της "ανεπαρκής αιτιολογία", ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους "αντιφατική αιτιολογία" (ΟλΑΠ 15/2006 ΟλΑΠ 1/1999).
Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Ελλείψεις αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες.
Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. (ΑΠ 319/2017, ΑΠ 1420/2013, ΑΠ 1703/2009, ΑΠ 1202/2008). 3.Στη προκειμένη περίπτωση όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, παραδεκτώς επισκοπούμενη (ΚΠολΔ 561 αρ.2), το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δέχθηκε κατά την ανέλεγκτη κρίση του τα ακόλουθα:
Ότι η εναγομένη είναι ανώνυμη εταιρία (όμιλος εταιριών) η οποία ασχολείται με την παραγωγή και εμπορία χημικών προϊόντων και εδρεύει στην Α' ΒΙΠΕ …. Ότι, στα πλαίσια της εμπορικής της δραστηριότητας, διατηρεί, μεταξύ των άλλων, και στην …, υποκατάστημα, το οποίο αποτελείται από τμήμα πωλήσεων, τμήμα λογιστηρίου και τμήμα διανομής.
Ότι ο ενάγων από την πλευρά του, ο οποίος είναι εκ γενετής κωφάλαλος, με ποσοστό αναπηρίας 80% και προστατευόμενος ως ΑΜεΑ, δυνάμει του υπ' αριθ. 50/25-6-1997 πρακτικού της επιτροπής του άρθρου 8 του Ν. 1648/86, τοποθετήθηκε στην επιχείρηση της εναγομένης, για να εργαστεί ως εργάτης. Ότι με βάση την αναγκαστική του τοποθέτηση, καταρτίστηκε στις 15-7-1997, μεταξύ του ενάγοντα και της εναγομένης, σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, δυνάμει της οποίας ο ενάγων προσλήφθηκε για να εργαστεί στο υποκατάστημα της εναγομένης στο … (τμήμα διανομής) με τα καθήκοντα του εργατοτεχνίτη, επί πενθήμερο (Δευτέρα-Παρασκευή) και επί 40 ώρες εβδομαδιαία, έναντι αποδοχών που ορίζονταν από την Εθνική Γενική Συλλογική Σύμβαση Εργασίας.
Ότι ρητά στην έγγραφη σύμβαση αναφέρεται ως τόπος εργασίας το … καθώς και ότι "ο εργοδότης έχει το δικαίωμα να μεταθέτει τον μισθωτό από βάρδια σε βάρδια, να τον απασχολεί λιγότερο από το νόμιμο ή συμβατικό ωράριο εργασίας, ή να τον απασχολεί σε διαφορετικό ωράριο από το υπόλοιπο προσωπικό και να τροποποιεί το πενθήμερο της εργασίας του από Δευτέρα - Παρασκευή σε Τρίτη - Σάββατο".
Ότι ο ενάγων εργάστηκε κανονικά ως εργάτης αποθήκης, στο υποκατάστημα της εναγομένης στη …, αρχικά στο … και στη συνέχεια από το έτος 2013 στην ΒΙΠΕ …, μέχρι το τέλος του 2015, χωρίς προβλήματα. Ότι την 1-12-2015, η εναγομένη, με σκοπό την εξοικονόμηση πόρων, δηλαδή την αύξηση των κερδών της, έλαβε την επιχειρηματική απόφαση να διακόψει την λειτουργία του τμήματος διανομής στην Β.
Ελλάδα και συγκεκριμένα εκείνου που εργαζόταν ο ενάγων, ανέθεσε δε το έργο αποθήκευσης και διανομής στην εταιρία με τον διακριτικό τίτλο "D.", με την οποία και κατήρτισε σχετική σύμβαση. Ότι επακόλουθο της απόφασής της αυτής ήταν να καταγγείλει τις συμβάσεις εξηρτημένης εργασίας των λοιπών, πλην του ενάγοντος, πέντε εργαζομένων, στις αποθήκες της στην ….
Ότι το ίδιο δεν έπραξε με τον ενάγοντα, επειδή πρόκειται για εργαζόμενο που εντάχθηκε και εργαζόταν στην επιχείρησή της με αναγκαστική σύμβαση εργασίας, προστατεύεται δε από τη διάταξη του άρθρου 11 του ν. 2643/1998. Ότι για το λόγο αυτό υπέβαλε, όπως από την προαναφερόμενη διάταξη είχε υποχρέωση και όχι λόγω καλόπιστης άσκησης του διευθυντικού της δικαιώματος, όπως με την έφεσή της ισχυρίζεται, την από 23-12-2015 αίτηση προς τον Περιφερειακό Διευθυντή του Ο.Α.Ε.Δ.
Κεντρικής και Δυτικής Μακεδονίας, την οποία κοινοποίησε στην Πρωτοβάθμια Επιτροπή του άρθρου 9 του ως άνω νόμου, του Ο.Α.Ε.Δ. Κεντρικής Μακεδονίας και με την αίτησή της ζήτησε να της δοθεί άδεια για την καταγγελία της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, που είχε συνάψει μαζί του, βάσει των προβλέψεων του άρθρου 11 παρ. 1 εδ.
γ' στοιχ. ββ' και δ' σε συνδυασμό με το άρθρο 2 παρ. 4 του Ν. 2643/1998, δηλαδή αφενός λόγω αποδεδειγμένης ανεπάρκειας ή ακαταλληλότητας του ενάγοντα στην εκτέλεση της εργασίας του, που δεν οφείλεται στην πάθησή του, αλλά στην κατάργηση του τμήματος που εργαζόταν, εξ αιτίας της οποίας δεν υπήρχε πλέον γ' αυτόν αντικείμενο εργασίας, αφετέρου λόγω αναστολής λειτουργίας άλλως αδυναμίας επωφελούς συνέχισης λειτουργίας του τμήματος αποθήκης στην περιοχή της Θεσσαλονίκης.
Ότι στην αίτησή της προς την πρωτοβάθμια επιτροπή, η εναγομένη ανέφερε ότι είχε σκοπό να προτείνει στον ενάγοντα να αναλάβει καθήκοντα αποθηκάριου στις αποθήκες του Βόλου, προκειμένου να μην απωλέσει τη θέση εργασίας του και μολονότι η απόφασή της αυτή συνεπάγεται την επιβάρυνση του αντίστοιχου τμήματος με προσωπικό μη αναγκαίο, εξέφρασε όμως τις αμφιβολίες της, ότι ο ενάγων θα αποδεχόταν την λύση της μετακίνησής του στον Βόλο, επειδή στη Θεσσαλονίκη έχει διαμορφώσει την προσωπική και οικογενειακή του ζωή.
Ότι κατόπιν τούτων, ζήτησε την άδεια να καταγγείλει την σύμβαση, στην περίπτωση που ο ενάγων δεν αποδέχονταν την πρότασή της για μετάθεσή του στον Βόλο. Ότι η Πρωτοβάθμια Επιτροπή, με το υπ' αριθ. 1/9-2-2016 πρακτικό συνεδρίασής της, απέρριψε την αίτηση της εναγομένης, με την αιτιολογία ότι δεν διαπιστώθηκε ότι η επιχείρηση αδυνατεί να συνεχίσει επωφελώς τη λειτουργία της για οικονομοτεχνικούς λόγους, ο δε Περιφερειακός Διευθυντής του ΟΑΕΔ, κατόπιν της ως άνω γνωμοδότησης, δεν εξέδωσε απόφαση.
Ότι κατά του πρακτικού της Πρωτοβάθμιας Επιτροπής και της παράλειψης του Περιφερειακού Διευθυντή του ΟΑΕΔ να εκδώσει απόφαση, η εναγομένη άσκησε την από 11-3-2016 προσφυγή ενώπιον της Δευτεροβάθμιας Επιτροπής του άρθρου 10 του Ν. 2643/1998, στην οποία η εναγομένη υπέβαλε την από 6-6-2016 συμπληρωματική της αίτηση.
Ότι η δευτεροβάθμια επιτροπή, η οποία συστήθηκε νόμιμα, αποτελούμενη από τον Γενικό Διευθυντή Εργασίας του Υπουργείου Εργασίας, δύο υπαλλήλους του ίδιου Υπουργείου, μία εκπρόσωπο του Υπουργείου Υγείας, την εκπρόσωπο του ΣΕΒ και τον εκπρόσωπο της Εθνικής Συνομοσπονδίας Ατόμων με Αναπηρία, με το υπ' αριθ. 3/5-7-2016 πρακτικό της απέρριψε την προσφυγή της εναγομένης με τις εξής αιτιολογίες:
α) Διότι η προσφεύγουσα επιχείρηση δεν επικαλέστηκε αδυναμία επωφελούς συνέχισης της λειτουργίας της, ούτε ανέστειλε την λειτουργία της, η δε, κατά το άρθρο 11 του Ν. 2643/1998 αναστολή εργασιών ή αδυναμία συνέχισης επωφελώς της λειτουργίας μίας επιχείρησης, ως προϋπόθεση για να γίνει δεκτή η αίτηση καταγγελίας σύμβασης εργασίας ΑΜεΑ, αναφέρεται στο σύνολο της επιχείρησης και όχι σε ένα τμήμα ή υποκατάστημά της, β)επειδή δεν κρίθηκαν επαρκώς θεμελιωμένοι οι λόγοι που διατύπωσε η εταιρεία, προκειμένου να εφαρμοστεί η διάταξη της υποπερ.ββ' της περ.γ του άρθρου 11 του Ν.2643/1998, διότι, από τα εξετασθέντα στοιχεία, δεν προέκυψαν βάσιμοι λόγοι που αποδεικνύουν ανεπάρκεια ή ακαταλληλότητα στην εκτέλεση της εργασίας, που δεν οφείλεται πάντως στα τραύματα ή στην αναπηρία ή, έστω, λόγοι που τεκμηριώνουν ανάρμοστη συμπεριφορά ή αντικοινωνική γενικά διαγωγή του ενάγοντα και σε κάθε περίπτωση, η Δευτεροβάθμια Επιτροπή έκρινε ότι η προσφεύγουσα εναγομένη δεν ενήργησε έως την συνεδρίαση με βάση τις επιταγές των εύλογων προσαρμογών, έτσι ώστε να προσφερθεί η δυνατότητα στον ενάγοντα για απρόσκοπτη συνέχιση της απασχόλησής του στην παραπάνω εταιρία, αφού στο πλαίσιο της τήρησης της αρχής των εύλογων προσαρμογών, είναι υποχρέωση του εργοδότη και δεν έγκειται στη διακριτική του ευχέρεια, η λήψη όλων των ενδεδειγμένων κατά περίπτωση μέτρων, προκειμένου τα άτομα με αναπηρία να έχουν δυνατότητα πρόσβασης σε θέση εργασίας, αρκεί βέβαια τα μέτρα αυτά να μην συνεπάγονται δυσανάλογη επιβάρυνση για τον εργοδότη (άρθρο 10 Ν. 3304/2005).
Ότι στις εύλογες προσαρμογές εντάσσονται τόσο μέτρα πρακτικής φύσης, όσο και μέτρα οργανωτικής φύσης, τα οποία είναι αποτελεσματικά για τη διαμόρφωση της θέσης εργασίας ανάλογα με τις ειδικές ανάγκες, ο κατάλογος των μέτρων είναι εκούσια μη περιοριστικός, ώστε να υπάρχει ευελιξία ανάλογα με την εξατομίκευση, μεταξύ δε αυτών των μέτρων αναφέρεται ενδεικτικά και η κατανομή καθηκόντων.
Η δε εργοδότρια, διαπιστώθηκε ότι αρνήθηκε να παρέχει εύλογες προσαρμογές και η συμπεριφορά της αυτή αποτελεί διάκριση βάσει της αναπηρίας (άρθρο 2 της Σύμβασης του ΟΗΕ για τα δικαιώματα των ατόμων με αναπηρία, η οποία κυρώθηκε με το Ν. 4074/2012). Τούτο, όπως εκτίθεται στην απόφαση της Δευτεροβάθμιας Επιτροπής, συνάγεται από το γεγονός ότι η ενάγουσα στην αίτηση της προς την Πρωτοβάθμια Επιτροπή, ανέφερε ότι είναι αδύνατη η συνέχιση της απασχόλησης του ενάγοντος στην εταιρεία, "πολύ δε περισσότερο που αυτός λόγω της πάθησης του - και ανεξαρτήτως του αν απαιτείται ή όχι η ύπαρξη συγκεκριμένων τυπικών και ουσιαστικών προσόντων- θα αδυνατούσε εκ των πραγμάτων να απασχοληθεί στα διατηρηθέντα τμήματα της εταιρείας στη Β.
Ελλάδα -τμήμα πωλήσεων (sales office), όπου κατεξοχήν υπερέχει το επικοινωνιακό στοιχείο". Ότι η εναγομένη από την 7-3-2015, στο μεσοδιάστημα από την απορριπτική απόφαση της Πρωτοβάθμιας Επιτροπής και μέχρι την έκδοση της απορριπτικής απόφασης και της Δευτεροβάθμιας Επιτροπής, απηύθυνε σειρά προσκλήσεων στον ενάγοντα με τις οποίες τον καλούσε να της γνωρίσει εάν αποδέχεται να απασχοληθεί στις αποθήκες που διατηρεί στον … ή στην …, προτιθέμενη να του καλύπτει μέρος της δαπάνης μετάβασης και επιστροφής από τον τόπο εργασίας και συγκεκριμένα το ήμισυ αυτής, επισημαίνοντάς του, ότι τυχόν άρνησή του, θα εκλαμβανόταν ως υπαίτια άρνηση εκτέλεσης εργασίας.
Ότι ο ενάγων, όπως άλλωστε και η ίδια η εναγομένη εργοδότρια ανέμενε, μια και το είχε ήδη δηλώσει στην αρμόδια Επιτροπή, αρνήθηκε την πρότασή της για μετάθεσή του στον …, και της δήλωσε ότι συνεχίζει να προσφέρει τις υπηρεσίες του στο τμήμα πωλήσεων και λογιστηρίου της επιχείρησης, το οποίο εξακολουθεί να λειτουργεί στην …, εκτελώντας τις εντολές των υπαλλήλων της εναγομένης, για οποιασδήποτε φύσης, βοηθητικές εργασίες και ο ενάγων συνέχισε να μεταβαίνει στα γραφεία της ενάγουσας στην …, χωρίς ωστόσο να εργάζεται.
Σημειώνεται ότι, η πρόταση της εναγομένης στον ενάγοντα να μετατεθεί στον … και να του καλύπτει το ήμισυ των οδοιπορικών για την καθημερινή του μετάβαση με ΚΤΕΛ στον …, δεν κρίθηκε από την Δευτεροβάθμια Επιτροπή, ως ανταποκρινόμενη στην υποχρέωσή της, από το άρθρο 10 Ν. 3304/2005, για παροχή εύλογων προσαρμογών.
Ότι μετά την έκδοση και της προαναφερόμενης απορριπτικής απόφασης, επί της προσφυγής της εναγομένης, οπότε πλέον κρίθηκε τελεσίδικα ότι δεν ήταν επιτρεπτή η λύση της συγκεκριμένης σχέσης εργασίας, την 31-8-2016 η εναγομένη, δήλωσε εγγράφως στον ενάγοντα ότι θεωρεί την άρνηση του να συνεχίσει την εργασία του στον …, ως καταγγελία εκ μέρους του, δεδομένου ότι στο τμήμα πωλήσεων της … δεν υπήρχε αντικείμενο εργασίας γι' αυτόν, και του γνωστοποίησε ότι του προσφέρει την αποζημίωση απόλυσης, ποσού 4.420 ευρώ, την οποία και κατέθεσε στο Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων, επειδή ο ενάγων δεν δέχθηκε να παραλάβει την σχετική τραπεζική επιταγή.
Ότι η άρνηση της εναγομένης να δεχθεί την προσφερόμενη από τον ενάγοντα εργασία του στο τμήμα πωλήσεων της …, προσφέροντας του την αποζημίωση απόλυσης, ιδίως επικαλούμενη ότι αδυνατούσε λόγω της αναπηρίας του να εργαστεί στο τμήμα πωλήσεων, ανεξαρτήτως των τυπικών και ουσιαστικών του προσόντων, αν και είχε την υποχρέωση να διασφαλίσει την μονιμότητα του στην απασχόληση, προσφέροντας του προστασία καθ όλη τη διάρκεια της εργασιακής του σχέσης, μέσω της παροχής εύλογων προσαρμογών, δηλαδή μέσω της λήψης πρακτικών και οργανωτικών μέτρων για την διαμόρφωση θέσης εργασίας ανάλογης με τις ειδικές ανάγκες, αποτελεί καταγγελία της σύμβασης εργασίας του.
Ότι η καταγγελία αυτή είναι άκυρη, διότι έγινε χωρίς να προηγηθεί απόφαση του Περιφερειακού Διευθυντή του ΟΑΕΔ και παρά τις αρνητικές γνωμοδοτήσεις τόσο της Πρωτοβάθμιας όσο και της Δευτεροβάθμιας Επιτροπής του Ν. 2643/1998, οι οποίες ως ατομικές διοικητικές πράξεις, που εκδόθηκαν αιτιολογημένα από αρμόδια όργανα στα πλαίσια της δικαιοδοσίας τους, έχουν το τεκμήριο της νομιμότητας και είναι υποχρεωτικές για το παρόν δικαστήριο.
Ότι συνεπεία της ακυρότητας αυτής, η εναγομένη, αρνούμενη να αποδεχθεί τις υπηρεσίες του ενάγοντα περιήλθε σε υπερημερία και του οφείλει αποδοχές υπερημερίας από 1-9-2016 έως και τον Ιανουάριο 2017. Ότι οι αποδοχές αυτές ανέρχονται ανά μήνα στο μισθό του ενάγοντα που ήταν 959,14 ευρώ, όπως δεν αμφισβητείται, πλέον του επιδόματος εορτών Χριστουγέννων 2016, ανερχομένου σε 999 ευρώ, εκ των οποίων πρέπει να αφαιρεθούν 397,50 ευρώ, τα οποία καταβλήθηκαν, με κατάθεση στον τραπεζικό λογαριασμό που τηρεί ο ενάγων στην Τράπεζα Eurobank και συνολικά στο ποσό των 5.397,1 ευρώ.
Ότι ο ενάγων δεν αποδέχθηκε την πρόταση της εναγομένης να συνεχίσει να απασχολείται στον …, δεν καθιστά την άσκηση της αγωγής καταχρηστική, δεδομένου ότι: α) τόπος εργασίας του είχε συμφωνηθεί η Θεσσαλονίκη και ό ίδιος δεν είχε καμία υποχρέωση να δεχτεί την μετάθεση αυτή, ούτε συμμορφούμενος στον κανονισμό της εργοδότριάς του, και συγκεκριμένα το άρθρο 35, σύμφωνα με το οποίο "η εταιρία έχει το δικαίωμα να ρυθμίζει οποιοδήποτε θέμα ανάγεται στην οργάνωση και λειτουργία της, δηλαδή μπορεί να τροποποιεί την οργανωτική της διάρθρωση, να συνιστά νέα τμήματα ή να καταργεί υφιστάμενα και να μεταθέτει το προσωπικό από το τμήμα που υπηρετεί σε εργασιακής συμβάσεως.
Η εταιρία σε περίπτωση που δεν έχει να προσφέρει εργασία σε κάποιο ειδικευμένο εργαζόμενο και που δεν επιθυμεί να του καταγγείλει τη σύμβαση εργασίας, μπορεί να τον απασχολήσει σε οποιαδήποτε άλλη εργασία, χωρίς να του μειώσει τις αποδοχές". Δεν ήταν δε υποχρεωμένος να δεχτεί την προτεινόμενη μετάθεση, αφού όπως προαναφέρθηκε με την αναγκαστική πρόσληψη ατόμου με αναπηρία, η συμβατική ελευθερία του εργοδότη περιορίζεται και είναι υποχρεωμένος να προβαίνει σε εύλογες προσαρμογές, λαμβάνοντας μέτρα οργανωτικής φύσης, τέτοια ώστε να διασφαλίζει την προστασία της θέσης εργασίας του συγκεκριμένου ατόμου.
β) ότι η πρόταση της εναγομένης προς τον ενάγοντα να μετατεθεί στον Βόλο, αντί της διαμόρφωσης θέσης εργασίας ανάλογης με τις συγκεκριμένες ανάγκες, όπως είχε υποχρέωση, χωρίς δυσανάλογη επιβάρυνσή της, ήταν προσχηματική, δεδομένου ότι εξ αρχής γνώριζε πως ήταν αδύνατη η πραγματοποίηση της από τον ενάγοντα, όση προσπάθεια και αν κατέβαλε.
Τούτο διότι, για την καθημερινή του μετάβαση και επιστροφή από τον …, απαιτείται χρόνος μεγαλύτερος των πέντε ωρών, τα έξοδα μετακίνησής του θα ανέρχονταν σε 375 ευρώ μηνιαίως, με αποτέλεσμα να μειωθούν αντίστοιχα οι αποδοχές του, ενώ παράλληλα θα έπρεπε να αφιερώνει δέκα τρείς ώρες ημερησίως για την εργασία του.
Όλες δε αυτές τις συνθήκες γνώριζε η εναγομένη, και γι' αυτό στην αίτηση της στην πρωτοβάθμια επιτροπή, εξέφρασε τις αμφιβολίες της, ότι ο ενάγων θα αποδεχόταν την λύση της μετακίνησής του στον …, επειδή στη Θεσσαλονίκη έχει διαμορφώσει την προσωπική και οικογενειακή του ζωή. Με βάση τα περιστατικά αυτά κατέληξε ότι πρέπει να αναγνωριστεί η ακυρότητα της από 31-8-2016 καταγγελίας εκ μέρους της εργοδότριας της σύμβασης εργασίας και απέρριψε τους επαναφερθέντες με λόγους έφεσης ισχυρισμούς ότι: o ενάγων μετά την ένταξή του στην επιχείρησή της εξομοιώθηκε πλήρως με τους λοιπούς συναδέλφους του, οι οποίοι απολύθηκαν μετά την κατάργηση του τμήματος .Ότι η σχέση εργασίας λύθηκε μονομερώς από τον ενάγοντα με τη μη συμμόρφωσή του να μεταβεί στον τόπο εργασίας του (τον Βόλο), η ίδια δε, ζήτησε αρμοδίως την άδεια να καταγγείλει την σύμβαση εργασίας του, από λόγους καλόπιστης άσκησης του διευθυντικού της δικαιώματος.
Τούτο διότι, πέραν του γεγονότος ότι η εναγομένη δεν νομιμοποιείται να επικαλείται τυχόν διακριτική μεταχείριση των λοιπών εργαζομένων της σε σχέση με τον ενάγοντα γενικά, ειδικά στην ένδικη περίπτωση, κατά τα προαναφερόμενα, ο ενάγων βάσει των ως άνω διατάξεων θεμιτά απολαμβάνει διακριτικής μεταχείρισης, μέσω των θετικών δράσεων, προκειμένου να διασφαλιστεί ο στόχος των ίσων ευκαιριών, ενώ η λύση της εργασιακής σχέσης αποδείχθηκε ότι έγινε από την εναγομένη χωρίς την τήρηση των νομίμων διατυπώσεων.
Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο έκρινε: α) ότι η ένδικη καταγγελία είναι άκυρη, αφού δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις του άρθρου 11 παρ.1περ.γ υποπ.ββ και δ, και άρθρου 2 παρ.4 του ν.2643/1998, όπως είχε κρίνει και το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, β) ότι η εκ μέρους του αναιρεσίβλητου - ενάγοντα άσκηση του σχετικού δικαιώματός του, που απορρέει από την ακυρότητα αυτή, δεν είναι καταχρηστική και γ) ότι το συνολικά οφειλόμενο στον τελευταίο ποσό ανέρχεται σε 5397,10 ευρώ, δίκασε κατά τούτο εκ νέου την αγωγή και αφού εξαφάνισε την εκκαλούμενη απόφαση για το ενιαίο της εκτέλεσης στο σύνολό της, αναγνώρισε την ακυρότητα της καταγγελίας και υποχρέωσε την εναγομένη να καταβάλει στον ενάγοντα ποσό 5397,10 ευρώ νομιμοτόκως κατά τις εκεί διακρίσεις.
Με την κρίση του αυτή το Εφετείο παραβίασε τις παραπάνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις εκ πλαγίου, με ανεπαρκείς αιτιολογίες που καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή (ή μη) εφαρμογή των εν λόγω διατάξεων που εφάρμοσε. Τούτο διότι καταλήγει στο αποδεικτικό του πόρισμα ότι η εναγομένη με την από 31-8-2016 έγγραφη δήλωσή της προς τον ενάγοντα (με την οποία του δηλώνει ότι θεωρεί την άρνησή του να συνεχίσει την εργασία του στο Βόλο, δεδομένου ότι στο τμήμα πωλήσεων στη … δεν υπήρχε αντικείμενο εργασίας γ' αυτόν, ως καταγγελία εκ μέρους αυτού (ενάγοντος-εργαζόμενου) της σύμβασης εργασίας του με γνωστοποίηση ότι του προσφέρει την αποζημίωση απόλυσης), αρνούμενη η ίδια να δεχθεί την προσφερόμενη από τον ενάγοντα εργασία του στο τμήμα πωλήσεων της Θεσσαλονίκης, αν και είχε την υποχρέωση να διασφαλίσει την μονιμότητά του στην απασχόληση, προσφέροντας του προστασία καθ' όλη τη διάρκεια της εργασιακής του σχέσης, μέσω της παροχής εύλογων προσαρμογών, δηλαδή μέσω της λήψης πρακτικών και οργανωτικών μέτρων για τη διαμόρφωση θέσης εργασίας ανάλογης με τις ειδικές ανάγκες, κατήγγειλε ακύρως τη σύμβαση, δεν εξειδικεύει τις εύλογες προσαρμογές, ήτοι τα κατάλληλα μέτρα που όφειλε να λάβει η εργοδότρια εταιρία και δεν έλαβε, μέσω των οποίων ήταν δυνατή η εξασφάλιση της θέσης εργασίας του στη …, στο διατηρούμενο τμήμα πωλήσεων της αναιρεσείουσας, εφόσον τα μέτρα αυτά δεν συνεπάγονται δυσανάλογη επιβάρυνση για την τελευταία.
Επομένως, ο υπό στοιχείο 1α λόγος της αιτήσεως, με τον οποίο κατ' επιτρεπτή εκτίμηση πλήττεται το αποδεικτικό πόρισμα περί καταγγελίας της σύμβασης εργασίας εκ μέρους της αναιρεσείουσας (εναγομένης) και αποδίδεται η ανωτέρω από τον αρ.19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αναιρετική πλημμέλεια είναι βάσιμος .Περαιτέρω, οι εισαγόμενες ρυθμίσεις με τις προστατευτικές διατάξεις του ν.2643/1998 και του προϊσχύοντος αυτού νόμου δεν αντίκεινται στο άρθρο 5 παρ.1 του Συντάγματος, τούτο διότι τα εισαγόμενα με αυτές προνόμια για προστατευόμενα πρόσωπα ειδικών αναγκών συνάδουν προς το άρθρο 21 παρ.2 του Συντάγματος, είναι συνταγματικά ανεκτές εφόσον η θέσπιση τους επιβάλλεται από λόγους κοινωνικού συμφέροντος και δεν παραβιάζεται η δίκαιη ισορροπία μεταξύ των απαιτήσεων του κοινωνικού συμφέροντος προς προστασία των ανωτέρω προστατευόμενων ατόμων με αναπηρία και της προστασίας των δικαιωμάτων της εδώ αναιρεσείουσας και συνεπώς αυτή δεν αντίκειται στην κατοχυρωμένη από το άρθρο 25 παρ.1 του Συντάγματος αρχή της αναλογικότητας .
Επομένως, ο υπό στοιχ.1 του αναιρετηρίου λόγος αναίρεσης από τον αρ.1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ είναι αβάσιμος. 4. Σύμφωνα με τις σκέψεις αυτές, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση ενώπιον του ιδίου δικαστηρίου, του οποίου η συγκρότηση από άλλο δικαστή, εκτός από εκείνο που δίκασε προηγουμένως, είναι εφικτή (ΚΠολΔ 580 παρ.3).
Η έρευνα των υπολοίπων λόγων αναιρέσεως αποβαίνει περιττή λόγω της εμβέλειας του γενόμενου δεκτού αναιρετικού λόγου. Τέλος, πρέπει να καταδικασθεί ο αναιρεσίβλητος στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα αυτής (ΚΠολΔ 176, 183 και 191 παρ.2).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 443/2019 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Παραπέμπει την υπόθεση στο ίδιο δικαστήριο, του οποίου η συγκρότηση από άλλο δικαστή είναι εφικτή.- Και
Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο να πληρώσει στην αναιρεσείουσα δύο χιλιάδες τριακόσια (2.300) ευρώ, για τα δικαστικά έξοδα.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 2 Ιουνίου 2020.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ και ταύτης αποχωρησάσης από την υπηρεσία η αρχαιότερη της συνθέσεως Αρεοπαγίτης και ήδη Αντιπρόεδρος του Αρείου Πάγου Μαρία Νικολακέα ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 12 Νοεμβρίου 2021.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ