Supreme Court dismisses appeal against port authority judgment due to lack of evidence of non-consideration of sworn affidavit.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the Port Authority's final judgment on procedural grounds. The appellant argued the lower court failed to consider a specific sworn affidavit submitted as evidence. The court found the lower court's explicit statement confirming the affidavit was reviewed and weighed sufficient to establish its consideration.
Legislator headnote
AI generatedArticles 335, 338, 339, 340, 346, 352, 559(11g) of the Code of Civil Procedure; An appeal based on the alleged non-consideration of evidence is inadmissible if the appellate court's decision explicitly states that the evidence was taken into account and evaluated.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1334 / 2019 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1334/2019
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Λέκκα Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αλτάνα Κοκκοβού, Αγγελική Τζαβάρα, Θωμά Γκατζογιάννη και Μαρία Κουβίδου - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, την 1 Απριλίου 2019, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Εταιρείας με την επωνυμία "Α. Ν. Ν. ΜΟΝΟΠΡΟΣΩΠΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΠΕΡΙΟΡΙΣΜΕΝΗΣ ΕΥΘΥΝΗΣ", που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Εμμανουήλ Σεβδαλή και κατέθεσε προτάσεις. Της αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΛΙΜΕΝΟΣ ΕΛΕΥΣΙΝΑΣ Α.Ε.", που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία δεν εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10/12/2014 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιώς. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4402/2015 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 203/2018 του Μονομελούς Εφετείου Πειραιώς. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 21/5/2018 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τη διάταξη του άρθρου 576 παρ 2 ΚΠολΔ, αν ο αντίδικος εκείνου που επέσπευσε τη συζήτηση δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί αλλά δεν λάβει μέρος σ' αυτήν με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα. Αν η κλήση για τη συζήτηση δεν επιδόθηκε καθόλου ή δεν επιδόθηκε νόμιμα ή εμπρόθεσμα, ο Άρειος Πάγος κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση και η υπόθεση επαναφέρεται για συζήτηση με νέα κλήτευση. Στην αντίθετη περίπτωση προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί.
Στην ένδικη υπόθεση, όπως προκύπτει από την .../4-1-2019 έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας της περιφέρειας του Εφετείου Αθηνών Μ. Π., με επιμέλεια της αναιρεσείουσας, που επισπεύδει τη συζήτηση της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, αντίγραφο της αναίρεσης, με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας απόφασης (1- 4-2019), επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα στην αναιρεσίβλητη. Η τελευταία ,όμως δεν εμφανίστηκε κατ' αυτήν, ούτε εκπροσωπήθηκε με δήλωση πληρεξουσίου δικηγόρου, κατά το άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ. Επομένως, πρέπει να προχωρήσει στη συζήτηση, παρά την απουσία αυτής.
Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η 203/2018 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Πειραιώς, Ναυτικού Τμήματος, που εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων, κατά την τακτική διαδικασία. Με την απόφαση αυτή το ανωτέρω Δικαστήριο δέχτηκε τυπικά και απέρριψε κατ' ουσίαν την από 4-11-2016 έφεση της αναιρεσείουσας κατά της 4402/2015 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, η οποία απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμη την από 10-12- 2014 αγωγή της.? Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566§1 ΚΠολΔ), είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).
Από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 Κ.Πολ.Δ., προκύπτει ότι λόγος αναίρεσης για ευθεία παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ιδρύεται, αν αυτός δεν εφαρμόστηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, ή αν εφαρμόστηκε, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή.
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσία, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται, ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση και τούτο συμβαίνει, όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των περιστατικών στην διάταξη στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται.
Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κλπ ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ,έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσία (Ολ.ΑΠ 10/2011, Ολ. ΑΠ 2/2011). Κατά δε τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται, αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Από τη διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 εδ. α του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) (Ολ.ΑΠ 1/1999).
Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Ελλείψεις αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (ΟλΑΠ 15/2006).
Δεν υπάρχει έλλειψη αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές μεν, αλλά πλήρεις, αιτιολογίες, αφού αναγκαίο να εκτίθεται σαφώς στην απόφαση είναι μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε και όχι ο λόγος για τον οποίο αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΑΠ 816/2017, ΑΠ 210/2017, ΑΠ 130/2016, ΑΠ 224/2015, ΑΠ 151/2014, ΑΠ 1942/2013, ΑΠ 1420/2013).
Τέλος από τη διάταξη του άρθρου 561 παρ.1 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών και ιδιαίτερα του περιεχομένου εγγράφων, εφόσον δεν παραβιάσθηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι αναιρετικώς ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, από το περιεχόμενο του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις, είναι απαράδεκτος, αφού πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο από το δικαστήριο του Αρείου Πάγου (ΑΠ 319/2017).
Εξάλλου από τη διάταξη του άρθρου 822 ΑΚ, που ορίζει ότι "Με τη σύμβαση της παρακαταθήκης ο θεματοφύλακας παραλαμβάνει από άλλον κινητό πράγμα για να το φυλάει με την υποχρέωση να το αποδώσει όταν του ζητηθεί . Αμοιβή μπορεί να απαιτηθεί μόνο αν συμφωνήθηκε ή συνάγεται από τις περιστάσεις", συνάγεται ότι, ενώ κατ' αρχήν η σύμβαση παρακαταθήκης είναι άμισθη, μπορεί να απαιτηθεί από το θεματοφύλακα αμοιβή ,εφ' όσον κάτι τέτοιο συμφωνήθηκε (αμειβόμενη παρακαταθήκη) ή συνάγεται από τις περιστάσεις.
Ως φύλαξη νοείται η επιμελής και ειδική, προσωπική ή μέσω των εντεταλμένων οργάνων, επίβλεψη, η οποία απαιτείται κατά τη συναλλακτική αντίληψη, για τη συντήρηση του πράγματος. Η αξίωση αμοιβής του θεματοφύλακα γίνεται ληξιπρόθεσμη και απαιτητή στο τέλος της έννομης σχέσης ,εκτός αν συμφωνήθηκε διαφορετικά, υπόκειται δε στην εικοσαετή παραγραφή του άρθρου 249 ΑΚ.
Από την αντιπαραβολή της ανωτέρω διάταξης με αυτή του άρθρου 574 του ΑΚ, που ορίζει ότι "Με τη σύμβαση μίσθωσης πράγματος ο εκμισθωτής έχει υποχρέωση να παραχωρήσει στο μισθωτή τη χρήση του πράγματος για όσο χρόνο διαρκεί η σύμβαση και ο μισθωτής να καταβάλει το συμφωνημένο μίσθωμα", προκύπτει ότι στη σύμβαση παρακαταθήκης βασική και κύρια υποχρέωση του θεματοφύλακα είναι η φύλαξη του παραδιδόμενου σε αυτόν κινητού πράγματος σε κατάλληλο προς τούτο χώρο μέχρι την απόδοσή του στον παρακαταθέτη, ενώ στη σύμβαση μίσθωσης πράγματος, η βασική υποχρέωση του εκμισθωτή είναι η παραχώρηση της χρήσης του πράγματος κινητού ή ακινήτου, του οποίου η κατοχή περιέρχεται στο μισθωτή, χωρίς κατ' αρχήν υποχρέωση φύλαξής του.
Η αξίωση του εκμισθωτή για απαίτηση του μισθώματος (άρθρο 595 ΑΚ), υπόκειται στην πενταετή παραγραφή του άρθρου 250 αρ. 16 ΑΚ, η οποία αρχίζει μόλις λήξει το έτος μέσα στο οποίο γεννήθηκαν τα μισθώματα (άρθρα 251, 253 ΑΚ). Στην ίδια ως άνω πενταετή παραγραφή υπόκεινται, κατά το άρθρο 250 αρ. 1 ΑΚ και οι αξιώσεις των εμπόρων των βιομηχάνων και των χειροτεχνών, για εμπορεύματα που χορήγησαν, για την εκτέλεση των εργασιών και την επιμέλεια υποθέσεων άλλων, καθώς και για τις δαπάνες που έκαναν.
Στην προκειμένη περίπτωση από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση του δικογράφου της από 10-12-2004 αγωγής, η ενάγουσα, ήδη αναιρεσείουσα, εξέθετε ότι δραστηριοποιείται επαγγελματικά με ανελκύσεις, καθελκύσεις και παραμονή σκαφών, εντός παραθαλάσσιου χερσαίου χώρου στην ... . Ότι το Λιμενικό Ταμείο Ελευσίνας, του οποίου καθολική διάδοχος είναι η εναγόμενη ΑΕ με την επωνυμία "Οργανισμός Λιμένος Ελευσίνας ΑΕ", της ανέθεσε να ανελκύσει, καθελκύσει και να διατηρήσει-φυλάξει τα αναφερόμενα σκάφη και σωστική λέμβο στον ανωτέρω χώρο της, εκδίδοντας μάλιστα τις σχετικές άδειες ανέλκυσης, καθέλκυσης, παραμονής, έναντι συμφωνηθείσας αμοιβής, το ύφος της οποίας ορίστηκε με βάση τον ισχύοντα τιμοκατάλογο αυτής.
Ότι παρότι η ίδια εκτέλεσε τις βαρύνουσες αυτήν υποχρεώσεις, η εναγόμενη δεν της κατέβαλε τη συμφωνηθείσα αμοιβή της, η οποία ανέρχεται σε 93.993,06 ευρώ. Με βάση τα πραγματικά αυτά περιστατικά, ζήτησε να υποχρεωθεί η εναγόμενη να της καταβάλει 93.993,06 ευρώ, πλέον του αναλογούντος Φ.Π.Α, 21.604,60 ευρώ, νομιμοτόκως κατά τα ειδικότερα αναφερόμενα.
Το Εφετείο, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της προσβαλλομένης απόφασης, εκτιμώντας το περιεχόμενο της αγωγής δέχθηκε, ότι μεταξύ των διαδίκων εταιριών καταρτίστηκαν μικτές συμβάσεις για κάθε ένα από τα αναφερόμενα σκάφη, ήτοι συμβάσεις έργου που αφορούσαν την ανέλκυση - καθέλκυση αλλά και συμβάσεις μίσθωσης χώρου της ενάγουσας προκειμένου να τοποθετηθούν τα σκάφη, ενόψει του ότι δεν αναφέρεται στην αγωγή ρητή συμφωνία με την εναγόμενη, με βάση την οποία ανέλαβε την επίβλεψη των σκαφών, έκρινε δε νόμιμη την αγωγή, ως στηριζόμενη στις διατάξεις των άρθρων 341, 345, 346, 361, 574, 595 εδ.α ΑΚ, 69 παρ. 1ε ΚΠολΔ, όσον αφορά το αίτημα καταβολής Φ.Π.Α.
Ακολούθως ,μετά από εκτίμηση των αποδείξεων, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικώς κρίση του, δέχτηκε τα ακόλουθα περιστατικά: "Οι ένδικες αξιώσεις της ενάγουσας εμπορικής εταιρίας που προέρχονται από την δραστηριότητά της και αφορούν την αμοιβή της για τις ανελκύσεις- καθελκύσεις αφενός και τα μισθώματα για την παραχώρηση του χώρου της για την παραμονή των ως άνω σκαφών αφετέρου, υπόκεινται σύμφωνα με τις αμέσως προηγούμενες σκέψεις στην ως άνω πενταετή παραγραφή και όχι σε εκείνη των είκοσι ετών, όπως εσφαλμένα ισχυρίζεται η ενάγουσα, επικαλούμενη σύμβαση παρακαταθήκης και δέχθηκε και η εκκαλουμένη, απορρίπτοντας σιγή τον σχετικό, περί παραγραφής, ισχυρισμό της εναγομένης, ο οποίος είναι πλήρως ορισμένος, αφού περιέχει τα στοιχεία εκείνα που τον θεμελιώνουν και ιδίως τον χρόνο της παραγραφής (έναρξη, λήξη αυτής) και το σχετικό αίτημα, έτσι ώστε να καταστεί δυνατό να κριθεί αν έχει συμπληρωθεί ο απαιτούμενος χρόνος αυτής (ΑΠ 147/2008, 1168/2006, ΕΑ 972/2008 δημοσ στην ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ).
Κατά συνέπεια όσον αφορά τις ένδικες αξιώσεις της ενάγουσας για α] το σκάφος αναψυχής "...", το αλιευτικό σκάφος "..." και τη λάντζα "..." έχει παραγραφεί το σύνολο αυτών καθώς και σύμφωνα με τις άνω σκέψεις, για το πρώτο η σχετική αξίωση αφορά το χρονικό διάστημα από 20-5-1998 έως 20-11- 2001 και η πενταετής προθεσμία για την δικαστική επιδίωξή της έληξε την 31-12-2006, για το δεύτερο αφορά το χρονικό διάστημα από 23-10- 2003 έως 6-12-2003 και επομένως η ως άνω προθεσμία συμπληρώθηκε την 31-12-2008 και τέλος για τη λάντζα αφορά το χρονικό διάστημα από 23-10-2003 έως 6-12-2005 και η προθεσμία της παραγραφής συμπληρώθηκε την 31-12-2010.
Συνολικά έχουν παραγραφεί αξιώσεις (συνολικού) ποσού 12.720,1 ευρώ. Αντίστοιχα β] για το σκάφος "..." έχει παραγραφεί η αξίωση για την αμοιβή της ενάγουσας για την ανέλκυση που έγινε την 20-7-1998 και μέρος της αμοιβής της για την παραμονή του σκάφους που αντιστοιχεί στο χρονικό διάστημα από 20- 7-1998 έως 31-12-2008 καθώς, σύμφωνα με τα αμέσως προηγουμένως αναφερόμενα για την αξίωση αμοιβής λόγω της παραμονής του σκάφους που γεννήθηκε κατά το έτος 2008, έπρεπε να ασκηθεί αγωγή από 1-1- 2009 έως και 31-12-2013 και απομένει για το υπόλοιπο χρονικό διάστημα η σχετική αξίωση ανερχόμενη σε 13.295,97 ευρώ (2.169 ημέρες χ 6,13 ημερήσια αμοιβή), για τη σωστική λέμβο έχει ομοίως παραγραφεί η ένδικη αξίωση της ενάγουσας για την αμοιβή της λόγω της εκφορτώσεώς της από την νταλίκα, την 4-9-2002 και μέρος της αμοιβής της για την παραμονή στο χώρο της που αντιστοιχεί στο χρονικό διάστημα από 4- 9-2002 έως 31-12-2008 καθώς, όπως ήδη εκτίθεται παραπάνω, για αυτήν την αξίωση που γεννήθηκε κατά το έτος 2008 έπρεπε να ασκηθεί αγωγή από 1-1-2009 έως και 31-12-2013 και η απομένουσα αξίωση ανέρχεται σε 12.805,77 ευρώ (2.169 ημέρες χ 5,90 ημερήσια αμοιβή) και τέλος για την λάντζα "..." έχει ομοίως παραγραφεί η αξίωση για την ανέλκυσή της από τη θάλασσα την 22-10-2007 και μέρος της αμοιβής της για την παραμονή στο χώρο που αφορά το χρονικό διάστημα από 22-10- 2007 έως 31-12-2008 για την οποία θα έπρεπε η αγωγή να έχει ασκηθεί έως 31-12-2013 ενώ η μη παραγεγραμμένη απαίτηση ανέρχεται σε 32.014,44 ευρώ (2.169 ημέρες χ 14,76 ημερήσια αμοιβή).
Στη συνέχεια από την εκτίμηση των ίδιων ως και άνω αποδεικτικών μέσων αλλά και από τα όσα η ενάγουσα εκθέτει στην αγωγή της και ο νόμιμος εκπρόσωπος της κατέθεσε εξεταζόμενος ανωμοτί ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, δεν αποδεικνύεται ότι οι παρασχεθείσες υπηρεσίες από την ενάγουσα αναφορικά με το σκάφος "..." και τη λάντζα "..." ήταν κατόπιν συμφωνίας με την εναγόμενη και αυτό διότι από το με αριθμό πρωτοκ. .../22-7-1998 έγγραφο του Κεντρικού Λιμεναρχείου Ελευσίνας (Κ.Λ.Ε.), αποδεικνύεται ότι αυτή η υπηρεσία ανέθεσε στην ενάγουσα την ανέλκυση του πρώτου σκάφους ("...") στην ξηρά, η οποία κοινοποιεί το άνω έγγραφο της στην εναγόμενη προς ενημέρωση της, όπως εξάλλου και η ενάγουσα ιστορεί στην αγωγή της, η οποία, ωστόσο, προσθέτει προς θεμελίωση της εναγωγής της εναγόμενης ότι η τελευταία, αποδεχόμενη την εντολή του Κ.Λ.Ε.
συμφώνησε με την ενάγουσα για την ανέλκυση του σκάφους. Ωστόσο είναι σαφές και αναμφισβήτητο από το περιεχόμενο του άνω εγγράφου ότι η ανέλκυση του "..." έγινε κατόπιν εντολής του Κ.Λ.Ε. προς την ενάγουσα, χωρίς άλλωστε να υφίσταται λόγος να αποδεχθεί αυτή την εντολή η εναγόμενη, η οποία κατά τον ένδικο χρόνο που αφορά το ανωτέρω σκάφος, είναι επίσης δημόσια υπηρεσία και ανεξάρτητη του Κ.Λ.Ε. .
Περαιτέρω όσον αφορά την λάντζα "...", σύμφωνα με την κατάθεση του ίδιου του νομίμου εκπροσώπου της η ανέλκυση, αυτής και η παραμονή στο χώρο της, έγινε κατόπιν εντολής του Κ.Λ.Ε., ενώ ο ίδιος δεν αναφέρει ούτε επιβεβαιώνει καμία συμφωνία με την εναγομένη που αφορά το τελευταίο αυτό σκάφος. Εξάλλου και στην από 10-3-2011 αίτηση-υπόμνημα, από την οποία προκύπτει ότι για πρώτη φορά η ενάγουσα αναφέρεται σε απαιτήσεις της από υπηρεσίες ανελκύσεως και παραμονής σκαφών στο χώρο της, δεν ισχυρίζεται ότι αυτές παρασχέθηκαν κατόπιν συμφωνίας με την εναγόμενη αποκλειστικά, αλλά αναφέρει ότι προηγήθηκε εντολή συλλήβδην του Λιμενικού Ταμείου Ελευσίνας, της Ο.Λ.Ε.
ΑΕ (εναγόμενης) και του Κ.Λ.Ε. Επομένως η εκκαλουμένη ορθά εκτίμησε τις αποδείξεις και απέρριψε τις ένδικες αξιώσεις όσον αφορά τα άνω σκάφη "..." και "...", ως ουσιαστικά αβάσιμες και όσα αντίθετα υποστηρίζει με την έφεσή της και τον δεύτερο λόγο αυτής η ενάγουσα είναι απορριπτέα ως αβάσιμα. Τέλος από τα προσκομισθέντα έγγραφα αποδεικνύεται ότι μέχρι το έτος 2011 η ενάγουσα δεν είχε προβεί σε καμία διαμαρτυρία ή όχληση ή οποιαδήποτε άλλη ενέργεια προς ικανοποίηση των ένδικων αξιώσεών της, παρά το ότι αυτές εκκρεμούσαν, σύμφωνα με τα ιστορούμενα στην αγωγή, επί μακρό χρονικό διάστημα, ακόμα και πλέον της δεκαετίας, ενώ αντίθετη κρίση δεν μπορεί να συναχθεί από την κατάθεση του νομίμου εκπροσώπου της, του οποίου τα συμφέροντα ταυτίζονται με εκείνα της ενάγουσας εταιρίας η οποία είναι μονοπρόσωπη ε.π.ε.
με μοναδικό εταίρο τον ίδιο. Συγκεκριμένα για το πρώτο σκάφος ("...") από το έτος 1998, για το "..." ομοίως από έτος 1998, ήτοι επί δώδεκα έτη, για τα "..." και "..." από το έτος 2003, ήτοι επί οκτώ έτη, για τη σωστική λέμβο επί εννέα έτη, από το έτος 2002 και τέλος για το "..." επί τέσσερα έτη, από το 2007 και παρά το ότι το "..." απομακρύνθηκε την 20-11-2001, το "...", μετά από σαράντα ημέρες παραμονής, την 6-12-2003 και το "..." την 6-12-2005.
Αντίθετα η από μέρους της ενάγουσας έγερση αυτών των αξιώσεων σημειώθηκε για πρώτη φορά το έτος 2011 στα πλαίσια της προσπάθειας της να αντιμετωπίσει την σημαντική αύξηση του ποσού του ανταλλάγματος που κατέβαλε στην εναγόμενη για την παραχώρηση του χώρου όπου ασκούσε την επιχειρηματική της δραστηριότητα.
Συγκεκριμένα με την ...19-12-2006 απόφαση του διοικητικού συμβουλίου της εναγόμενης αναπροσαρμόστηκε το αντάλλαγμα για το έτος 2007, από 10.593 ευρώ που είχε οριστεί το 2006, σε 64.397 ευρώ, ωστόσο μετά από διαμαρτυρία της ενάγουσας, η εν λόγω απόφαση ανακλήθηκε με την .../16-3-2007 απόφαση ως εσφαλμένη και εν τέλει το αντάλλαγμα για το 2007 καθορίστηκε στο ποσό των 36.665,39 ευρώ, το οποίο ήταν και αυτό ιδιαίτερα, κατά ποσοστό 246%, αυξημένο, συγκριτικά με εκείνα των προηγούμενων ετών.
Με την .../29-10-2012 απόφαση του διοικητικού συμβουλίου της εναγομένης, αφού είχε προηγηθεί σχετική αίτηση της ενάγουσας (η από 3-4-2012), επαναπροσδιορίστηκε το αντάλλαγμα και προσδιορίστηκε σε σημαντικά χαμηλότερα ποσά, σε 17.459,72 ευρώ για το 2007 και σε 18.884,43 ευρώ για τα έτη 2008 έως και 2011 και παράλληλα καθορίστηκε το ύψος της οικονομικής εκκρεμότητας από το β' εξάμηνο του 2008 έως και το 2011 στο ποσό των 36.987,65 ευρώ το οποίο έπρεπε να καταβληθεί έως 31-12-2012, ενώ τέλος απέρριψε το αίτημά της για απαιτήσεις από ανελκύσεις, καθελκύσεις και διαχείμαση σκαφών ύψους 140.056 ευρώ.
Κατόπιν αυτών η ενάγουσα επανήλθε με υπομνήματα - αιτήσεις σε μία προσπάθεια να συμψηφίσει τις σύμφωνα με τους ισχυρισμούς της απαιτήσεις για τις άνω αιτίες, με τις απαιτήσεις της εναγόμενης στα οποία υπομνήματα περιορίζει πλέον αυτές στο ύψος των 77.000 ευρώ, περίπου και σε εκείνες που αφορούν ενέργειές της κατόπιν εντολής της εναγομένης.
Συμψηφισμός δεν έγινε αποδεκτός από την τελευταία, η οποία μάλιστα με την .../5-6-2013 απόφαση του διοικητικού της συμβουλίου ανακάλεσε την .../2012 απόφαση αυτού ενώ με την .../29-11-2013 απόφαση προχώρησε στην βεβαίωση οφειλής ύψους 231.532,22 ευρώ σε βάρος της ενάγουσας και την είσπραξή της με τις διατάξεις του ΚΕΔΕ ενώ, στη συνέχεια, πράγματι εκδόθηκε η .../3-2- 2014 ατομική ειδοποίηση της οικείας Δ.Ο.Υ.
αφού βεβαίωσε το άνω ποσό με την ...-2-2014 ταμειακή της βεβαίωση. Η ενάγουσα πέτυχε την αναστολή της διαδικασίας της αναγκαστικής εκτελέσεως που επισπεύδεται σε βάρος της με βάση τις ως άνω αποφάσεις του διοικητικού συμβουλίου της εναγομένης και την ατομική ειδοποίηση, ωστόσο, όπως η ίδια εξάλλου ισχυρίζεται στην προσκομιζόμενη από 21- 5-2015 ανακοπή της, αν και η εναγομένη επαναβεβαίωσε την ίδια ως άνω οφειλή με την .../21-10-2014 απόφασή της, η ενάγουσα μόλις την 29-12-2014 άσκησε την υπό κρίση αγωγή (σχετ.
η .../29-12-2014 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή Γ. Π. με την οποία επιδόθηκε στην εναγόμενη η από 10-12-2014 αγωγή) σε μια αδικαιολόγητη, κατά την κρίση του Δικαστηρίου αυτού, καθυστέρηση στην δικαστική επιδίωξη των ένδικων αξιώσεών της ενόψει των ως άνω ενεργειών της εναγομένης. Με βάση τα ανωτέρω αποδειχθέντα, ιδίως της όψιμης προβολής των ένδικων απαιτήσεων της ενάγουσας, της μακροχρόνιας αδράνειάς της, της καθυστερημένης δικαστικής επιδιώξεώς τους και (επιδιώξεώς τους) σε συνάρτηση με τις άνω περιγραφόμενες αποφάσεις της εναγομένης, των συνθηκών υπό τις οποίες φέρονται ότι δημιουργήθηκαν (προφορικότητα των αντίστοιχων συμβάσεων αν και η αντισυμβαλλόμενη ήταν υπηρεσία του Δημοσίου, αντιφατικότητα ως προς την προέλευση της εντολής (Κ.Λ.Ε., Λιμενικό Ταμείο) για την ανέλκυση και παραμονή των σκαφών στο χώρο της ενάγουσας), το Δικαστήριο κρίνει ότι είναι μη ανεκτή η άσκηση των ένδικων αξιώσεων ως αντιβαίνουσα στις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου και εξερχόμενη των ορίων που τίθενται με τη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, επομένως καταχρηστική και απαγορευμένη, όπως παραδεκτά και βάσιμα ισχυρίστηκε η εναγόμενη με τις προτάσεις της ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου επαναφέροντας τον ισχυρισμό της και με τις ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου προτάσεις της και επομένως είναι απορριπτέες ως ουσιαστικά αβάσιμες (Ολ Α.Π. 6/2Θ16, 16/2006, 7/2002, 8/2001, ΑΠ 1871/2014, 1504/2013, 1623/2012, 91/2011 δήμος.
στη ΝΟΜΟΣ)". Ακολούθως, το Εφετείο απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμη την έφεση της αναίρεσε ίου σας κατά της 4402/2015 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, που είχε απορρίψει την από 10- 12-2014 αγωγή της αναιρεσείουσας, αντικαθιστώντας τις αιτιολογίες της εκκαλούμενης απόφασης.
Με βάση τις προαναφερόμενες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, ότι μεταξύ των διαδίκων καταρτίστηκαν μικτές συμβάσεις έργου και μίσθωσης χώρου και ότι οι ένδικες αξιώσεις της αναιρεσείουσας για μισθώματα από την παραχώρηση του χώρου της υπόκεινται στην πενταετή παραγραφή του άρθρου 250 αρ 16 ΑΚ., το Εφετείο ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις διατάξεις α) των άρθρων 574, 595 ΑΚ, καθόσον για τη δεύτερη μεταξύ των διαδίκων καταρτισθείσα σύμβαση, ο νομικός χαρακτηρισμός της οποίας αμφισβητείται από την αναιρεσείουσα, δεν αναφερόταν στην αγωγή ύπαρξη ρητής συμφωνίας μεταξύ τους για ανάληψη υποχρέωσης από την εναγόμενη προς φύλαξη των σκαφών, με την έννοια της επιμελούς και ειδικής επίβλεψης αυτών για τη συντήρησή τους μέχρι την απόδοσή τους, αλλά αντίθετα αναφερόταν ότι εκδόθηκαν από την εναγόμενη άδειες "ανέλκυσης, καθέλκυσης και παραμονής σκαφών" , ήτοι στοιχεία τα οποία δεν πληρούν το πραγματικό της νομικής έννοιας της σύμβασης παρακαταθήκης, αλλά αυτής της μίσθωσης χώρου και β) των άρθρων 250 αρ 16, 251, 253 του ΑΚ που ήταν εφαρμοστέες καθόσον οι ένδικες αξιώσεις της ενάγουσας που πηγάζουν από την ανωτέρω σύμβαση αποτελούν μισθώματα και ως εκ τούτου, υπόκεινται την πενταετή παραγραφή των πιο πάνω διατάξεων και όχι στην εικοσαετή παραγραφή του άρθρου 249ΑΚ.
Επομένως, όσα υποστηρίζει η αναιρεσείουσα με τον πρώτο λόγο της αίτησης αναίρεσης, κατά το ένα μέρος του, επικαλούμενη πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, για το λόγο ότι εσφαλμένα εφαρμόστηκαν διατάξεις των άρθρων 574 και 250 αρ 16 ΑΚ, ενώ δεν εφαρμόσθηκαν οι διατάξεις των άρθρων 822 και 249 ΑΚ, παρότι συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις για την εφαρμογή τους, κρίνονται αβάσιμα.
Με τον ίδιο λόγο της αίτησης αναίρεσης) κατά το έτερο μέρος του, η αναιρεσείουσα παραπονείται για παράβαση του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, και ειδικότερα ότι η προσβαλλομένη απόφαση περιέχει ανεπαρκείς αιτιολογίες, διότι δεν έλαβε υπόψη υπό ποιες περιστάσεις συμφωνήθηκε η παραμονή των σκαφών στο χώρο της και υπό ποιους όρους και συνθήκες λειτουργεί η επιχείρησή της.
Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, καθόσον υπό το πρόσχημα της παράβασης του άρθρου 559 αρ 19 ΚΠολΔ πλήττει την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του δικαστηρίου και σε κάθε περίπτωση είναι αβάσιμος, εφόσον οι ως άνω αιτιολογίες είναι επαρκείς και σαφείς και καθίσταται έτσι εφικτός ο αναιρετικός λόγος ως προς την ορθή εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 574, 595, 250 αρ. 16 ΑΚ, τις οποίες εφάρμοσε το Εφετείο.
Κατά το άρθρο 559 αρ. 9 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο επιδίκασε κάτι που δεν ζητήθηκε ή επιδίκασε περισσότερα από όσα ζητήθηκαν ή άφησε αίτηση αδίκαστη. Ως αίτηση νοείται κάθε αυτοτελές αίτημα των διαδίκων, με το οποίο ζητείται η παροχή δικαστικής προστασίας σε οποιαδήποτε νόμιμη μορφή αυτής, που δημιουργεί αντίστοιχη εκκρεμοδικία. Ειδικότερα, ως αίτηση αφεθείσα αδίκαστη, που ιδρύει τον ανωτέρω λόγο αναίρεσης υπό το παρόν σκέλος του, νοείται μόνο εκείνη που αναφέρεται σε ιδιαίτερο κεφάλαιο της δίκης και προκαλεί εκκρεμοδικία, υπάρχει δε επ' αυτής παντελής σιωπή του Δικαστηρίου είτε στο αιτιολογικό, είτε στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης απόφασης (Ολ ΑΠ 25/2003).
Στην προκείμενη περίπτωση, με το δεύτερο λόγο της αίτησης αναίρεσης προβάλλεται η αιτίαση της παράβασης, με την προσβαλλόμενη απόφαση, της διάταξης του άρθρου 559 αρ. 9 ΚΠολΔ, για το λόγο ότι παρέλειψε να εξετάσει και να αποφανθεί επί των αξιώσεων που αφορούσαν τα σκάφη "...", "...", "...", καθώς και για τη σωστική λέμβο, οι οποίες (αξιώσεις) είχαν μεταβιβαστεί στο εφετείο με το δεύτερο λόγο της έφεσης λόγω της απόρριψής τους από την εκκαλούμενη απόφαση. Από τις ανωτέρω παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του δίκασε τις ανωτέρω αιτήσεις της αναιρεσείουσας, περιλαμβάνοντας σχετική διάταξη τόσο στο αιτιολογικό όσο και στο διατακτικό. Ειδικότερα, στο αιτιολογικό γίνεται δεκτό ότι οι ένδικες αξιώσεις της αναιρεσείουσας για τα σκάφη "...", "...", "...", έχουν παραγραφεί στο σύνολο τους, ενώ από τις ένδικες αξιώσεις της για τη σωστική λέμβο έχουν παραγραφεί αυτές που αφορούν την αμοιβή της για την εκφόρτωση από τη νταλίκα και την παραμονή στο χώρο της από 4-9-2002 μέχρι 31-12-2008, ενώ η απομένουσα αξίωση των 12.808,77 ευρώ από την ίδια αιτία ασκήθηκε καθ' υπέρβαση των ορίων του άρθρου 281 ΑΚ, στο δε διατακτικό αυτής δέχεται τυπικά και απορρίπτει κατ' ουσίαν την από 4- 11-2016 έφεση της αναιρεσείουσας κατά της 4402/2015 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, η οποία απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμη την από 10-12-2014 αγωγή της.
Συνεπώς, ο δεύτερος λόγος της αίτησης αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.
Με το τρίτο λόγο της αίτησης αναίρεσης, η αναιρεσείουσα, επικαλούμενη αιτιάσεις του άρθρου 559 αρ. 1, 19 ΚΠολΔ, ισχυρίζεται ότι το Εφετείο εσφαλμένα εφάρμοσε τη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, διότι αφενός δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής αυτής, καθότι αρκέστηκε σε λιγότερα στοιχεία από όσα απαιτεί η διάταξη για την εφαρμογή της και αφετέρου η προσβαλλόμενη απόφαση περιέχει αντιφατικές και ανεπαρκείς αιτιολογίες, διότι α) έπρεπε να δεχθεί ότι δια του νομίμου εκπροσώπου της είχε προβεί κατ' επανάληψη και προ του έτους 2011 σε προφορικές οχλήσεις προς τους εκάστοτε νομίμους εκπροσώπους της αναιρεσίβλητης, β) δέχθηκε ότι η έγερση των αξιώσεών της σημειώθηκε για πρώτη φορά το 2011 για να αντιμετωπίσει τη σημαντική αύξηση του μισθώματος, ενώ το μίσθωμα αυξήθηκε το 2006, γ) έπρεπε να δεχθεί ότι οι αιτήσεις της περί συμψηφισμού των εκατέρωθεν αξιώσεων απορρίφθηκαν λόγω μη ύπαρξης κανενός αποδεικτικού στοιχείου που να θεμελιώνει το αίτημα αυτό και όχι λόγω άρνησης από την αναιρεσίβλητη της παροχής των αναφερόμενων στην αγωγή υπηρεσιών, δ) έπρεπε να δεχθεί ότι δεν υπήρξε αδράνεια ή καθυστέρηση στην άσκηση των αγωγικών αξιώσεών της και ε) εσφαλμένα έλαβε υπόψη της την προφορικότητα των συμβάσεων ως αποδεικτικό στοιχείο της εφαρμογής του 281 ΑΚ.
Ο λόγος αυτός, ανεξαρτήτως της αοριστίας του, καθόσον δεν διαλαμβάνονται στο αναιρετήριο με πληρότητα οι παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά και υπό τα οποία συντελέσθηκε η επικαλούμενη παραβίαση της ουσιαστικού δικαίου διάταξης του άρθρου 281 ΑΚ, παρά μόνο επιλεκτικά και κατά την εκδοχή του αναιρεσείοντος (Ολ.
ΑΠ 28/1998, ΑΠ 259/2019, ΑΠ 319/2017), είναι απαράδεκτος, καθόσον με τις προαναφερόμενες αιτιάσεις, υπό το πρόσχημα της παράβασης του άρθρου 559 αρ. 1, 19 ΚΠοΛΔ, πλήττει την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του δικαστηρίου.
Από τα άρθρα 335, 338, 339, 340, 346 και 352 επ. του ΚΠολΔ, συνάγεται ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει την κρίση του για το αποδεικτικό πόρισμα, αναφορικά με τους πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων, που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και έχουν ανάγκη απόδειξης, υποχρεούται να λάβει υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία επικαλούνται και νόμιμα προσκομίζουν οι διάδικοι, μεταξύ των οποίων τα έγγραφα και οι ένορκες βεβαιώσεις που προσάγονται είτε προς άμεση απόδειξη είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων.
Δεν είναι πάντως αναγκαίο να γίνεται ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση του καθενός από τ' αποδεικτικά μέσα. Η παράβαση της ανωτέρω υποχρέωσης του δικαστηρίου της ουσίας ιδρύει τον προβλεπόμενο από το άρθρο 559 αρ. 11γ ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης, στην περίπτωση που δεν καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο ότι έχει ληφθεί υπόψη το συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο ή στην περίπτωση κατά την οποία, από το σύνολο των αιτιολογιών της απόφασης, γεννιούνται σοβαρές αμφιβολίες αν το Δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη και εκτίμησε ορισμένο αποδεικτικό μέσο.
Ειδικότερα για τις ένορκες βεβαιώσεις, που δόθηκαν στα πλαίσια της συγκεκριμένης δίκης, οι οποίες κατά το άρθρο 270 παρ. 2 ΚΠολΔ, όπως ίσχυε πριν την κατάργησή του με την παρ. 1 του άρθρου δεύτερου του ν. 4335 /2015, αποτελούν δε ιδιαίτερο και αυτοτελές αποδεικτικό μέσο, πρέπει να γίνεται μνεία στην απόφαση ότι λήφθηκαν υπόψη και ότι για τη λήψη τους τηρήθηκαν οι νόμιμες προϋποθέσεις (ΑΠ 117/2016, ΑΠ 532/2016).
Στην προκείμενη περίπτωση, με τον τέταρτο και τελευταίο λόγο της αίτησης αναίρεσης προβάλλεται η από τον αριθμό 11 γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια και συγκεκριμένα η αναιρεσείουσα υποστηρίζει ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη την προσκομισθείσα με επίκληση και νομοτύπως ληφθείσα με αριθμό .../7-9-2019 ένορκη βεβαίωση του μάρτυρος Ι. Χ., που δόθηκε για να χρησιμεύσει, ως αποδεικτικό μέσο των αγωγικών ισχυρισμών της. Ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, διότι από την επισκόπηση του όλου περιερχομένου της προσβαλλόμενης απόφασης, όπου μάλιστα υπάρχει η ρητή διαβεβαίωση, σύμφωνα με την οποία το δικαστήριο έλαβε υπόψη και την ανωτέρω αναφερόμενη ένορκη βεβαίωση, καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο ότι το Εφετείο την έλαβε υπόψη και τη συνεκτίμησε με τις λοιπές αποδείξεις για το σχηματισμό του αποδεικτικού του πορίσματος.? Ενόψει όλων αυτών, πρέπει να απορριφθεί η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης, να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 Κ.ΠολΔ). Δικαστικά έξοδα δεν επιδικάζονται σε βάρος της ηττηθείσας αναιρεσείουσας, αφού η αναιρεσίβλητη λόγω της ερημοδικίας της δεν υποβλήθηκε σε έξοδα (άρθρα 176, 183, 189 και 191 παρ.2 Κ.Πολ.Δ.)
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 21-5-2018 αίτηση της εταιρίας με την επωνυμία "Α. Ν. Ν. ΜΟΝΟΠΡΟΣΩΠΗ ΕΤΑΙΡΙΑ ΠΕΡΙΟΡΙΣΜΕΝΗΣ ΕΥΘΥΝΗΣ για αναίρεση της 203/2018 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Πειραιώς (Ναυτικού Τμήματος) Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος από την αναιρεσείουσα παραβόλου στο δημόσιο ταμείο.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 30 Σεπτεμβρίου 2019.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 8 Νοεμβρίου 2019.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ