Legislator Case Law & Legislation
1334/2018 AI generated

Supreme Court dismisses appeal regarding refusal of expert opinion, ruling it non-reviewable without special knowledge claim.

Case Number 1334/2018
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the First Instance Court's refusal to appoint an expert opinion. The appellant argued the lower court erred by not ordering an expert examination to investigate the reasons for the minor child's refusal to see the father. The court held that such refusals do not require specialized scientific or technical knowledge, making the refusal of the expert request non-reviewable on appeal.

Legislator headnote

AI generated

Articles 368 and 559 of the Code of Civil Procedure; The refusal of a request for an expert opinion is non-reviewable by the Supreme Court unless the lower court explicitly or implicitly acknowledges the need for specialized knowledge of science or art.

Keywords

AI generated
expert opinion refusal specialized knowledge requirement appeal reviewability civil procedure code minor child visitation non-reviewable decision court discretion

Cited Legislation

AI generated
Article 368 of the Code of Civil Procedure
Article 559 of the Code of Civil Procedure
Article 576 of the Code of Civil Procedure
Article 561 of the Code of Civil Procedure
Article 106 of the Code of Civil Procedure
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure
Article 495 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1334 / 2018 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1334/2018

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Λέκκα Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αθανάσιο Καγκάνη, Αλτάνα Κοκκοβού, Αγγελική Τζαβάρα και Χρήστο Τζανερρίκο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 16 Απριλίου 2018, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Α. Σ. του Κ., κατοίκου ..., η οποία παραστάθηκε μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου της Θεόδωρου Φιλοεΐδη. Του αναιρεσιβλήτου: Σ. Π. του Ν., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Μαρία Καραουλάνη και κατέθεσε προτάσεις.

Στο σημείο αυτό, ο πληρεξούσιος της ως άνω αναιρεσείουσας, αφού έλαβε το λόγο από τον Πρόεδρο, ζήτησε την αναβολή της συζήτησης της κρινόμενης αίτησης σε μεταγενέστερη δικάσιμο, για τους λόγους που ανέπτυξε. Το Δικαστήριο, αφού διασκέφθηκε με την παρουσία και του Γραμματέα του, απέρριψε το αίτημα αναβολής και διέταξε την πρόοδο της δίκης. Κατόπιν τούτου, ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας, αφού έλαβε το λόγο από τον Πρόεδρο, δήλωσε ότι δεν παρίσταται στο ακροατήριο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 19/7/2013 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας και την από 17/1/2014 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιώς και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4686/2014 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 306/2016 του Μονομελούς Εφετείου Πειραιώς. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 25/9/2016 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η πληρεξούσια του αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Κατά το άρθρο 576 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ., αν ο αντίδικος εκείνου που επέσπευσε τη συζήτηση δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί, αλλά δεν λάβει μέρος σε αυτήν, με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει, αυτεπαγγέλτως, αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα. Αν η κλήση για τη συζήτηση επιδόθηκε νομότυπα προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί.

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα ταυτάριθμα με την παρούσα πρακτικά, κατά την εκφώνηση της υποθέσεως, η αναιρεσείσα παραστάθηκε με τον δικηγόρο της Θεόδωρο Φιλοεΐδη, ο οποίος υπέβαλε αίτημα αναβολής, μετά την απόρριψη του οποίου αυτή με τον ως άνω δικηγόρο της αποχώρησε και δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο κατά τη συζήτηση αυτής.

Όπως, όμως, προκύπτει από την επικαλούμενη και προσκομιζόμενη από τον αναιρεσίβλητο υπ' αριθμ. 1218 (Δ')/22-01-2018 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή Δ. Σ. Κ., ακριβές επικυρωμένο αντίγραφο της κρινόμενης αίτησης και των εκθέσεων καταθέσεώς της, με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για την παρούσα δικάσιμο, επιδόθηκε, με επιμέλεια του αναιρεσιβλήτου, ο οποίος επισπεύδει τη συζήτηση, νόμιμα και εμπρόθεσμα στην αναιρεσείουσα.

Η τελευταία, δεν παραστάθηκε, ως προελέχθη, κατά τη συζήτηση, ούτε εκπροσωπήθηκε με δήλωση πληρεξούσιου δικηγόρου, κατά το άρθρο 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ. Επομένως, η συζήτηση θα προχωρήσει παρά την απουσία της (άρθρο 576 παρ. 2 Κ.Πολ.Δικ.).

ΙΙ. Από τις διατάξεις των άρθρων 118 § 4, 566 § 1, 577 § 3 και 578 Κ.Πολ.Δ., συνάγεται ότι, όταν η αγωγή κρίθηκε κατ' ουσίαν βάσιμη ή αβάσιμη, για να είναι ορισμένος και άρα παραδεκτός ο λόγος αναιρέσεως με τον οποίο προσάπτεται στο δικαστήριο της ουσίας εκ πλαγίου παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου (άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ), δεν αρκεί να εκτίθενται στο αναιρετήριο το κατά την εκδοχή του αναιρεσείοντος πραγματικό μέρος της υποθέσεως και το συμπέρασμα του δικαστηρίου που φέρεται ως προϊόν ερμηνευτικού ή υπαγωγικού σφάλματος, αλλά πρέπει επί πλέον να αναφέρονται με πληρότητα και σαφήνεια οι ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε το δικαστήριο ως θεμελιωτικά της κρίσεως του για το βάσιμο ή αβάσιμο της αγωγής.

Διότι η ευδοκίμηση της αναιρέσεως εξαρτάται, σύμφωνα με το άρθρο 578 ΚΠολΔ, από την ορθότητα όχι του αιτιολογικού, αλλά του διατακτικού της προσβαλλομένης αποφάσεως, το οποίο συνάπτεται αιτιωδώς με τις ουσιαστικές παραδοχές του δικαστηρίου. Επομένως, η παράθεση των παραδοχών αυτών στο αναιρετήριο είναι αναγκαία για να μπορεί να ελεγχθεί, με βάση το περιεχόμενό του, αν τα δεκτά γενόμενα από το δικαστήριο πραγματικά περιστατικά, που συγκροτούν την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, εκτίθενται επαρκώς και χωρίς αντιφάσεις στην απόφαση, ώστε να αποβαίνει εφικτός ο έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου και, συνακόλουθα, ο έλεγχος του διατακτικού της αποφάσεως.

Δεν επιτρέπεται δε η συμπλήρωση του αναιρετηρίου με την προσβαλλομένη απόφαση ή άλλα διαδικαστικά έγγραφα (ΟλΑΠ 27/1998, 32/1996, ΑΠ 1644/2010). Εξάλλου, από την διάταξη του άρθρου 561 παράγραφος 1 του ΚΠολΔ, προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναιρέσεως από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι ανέλεγκτη από τον Άρειο Πάγο, ο δε αντίστοιχος λόγος αναιρέσεως, εκ του περιεχομένου του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις απορρίπτεται, ως απαράδεκτος, εφόσον πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης, που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (ΑΠ 17/12, ΑΠ 1596/2007).

Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο της αίτησης αναίρεσης η αναιρεσείουσα προβάλλει κατά της προσβαλλόμενης απόφασης αιτιάσεις από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, επικαλούμενη ότι αυτή στερείται νόμιμης βάσης και αιτιολογιών, άλλως περιέχει ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες και ειδικότερα ότι το Εφετείο, που με αυτή δέχθηκε, κατ' ουσίαν, την αγωγή του αναιρεσίβλητου και καθόρισε τον τρόπο επικοινωνίας του με την ανήλικη θυγατέρα τους, κατά τον αναφερόμενο στο διατακτικό της τρόπο, δεν αιτιολογεί, επαρκώς, κατά ποιο τρόπο, κατέληξε στην κρίση ότι αυτή (αναιρεσείουσα) καλλιέργησε αρνητικά συναισθήματα της ανήλικης προς τον ήδη αναιρεσίβλητο, αφού τούτο δεν προέκυπτε από τις από 28-01-2015 και 05-05-2015 ψυχολογικές εκθέσεις της ψυχολόγου Ε.

Π., τις οποίες αυτή (αναιρεσείουσα) προσεκόμισε στο παραπάνω Δικαστήριο, ότι χωρίς να παρατίθεται στην προσβαλλομένη απόφαση, επακριβώς, το περιεχόμενο της συνομιλίας του Δικαστή με την ανήλικη, κατά την, σύμφωνα με την, τότε ισχύουσα, διάταξη του άρθρου 681 Γ παρ. 3, 4 του ΚΠολΔ, ορισθείσα επικοινωνία τους, που έλαβε χώρα πριν την έκδοση της προσβαλλομένης αποφάσεως, κατέληξε στο αυθαίρετο συμπέρασμα ότι το ανήλικο τέκνο δήλωσε, χωρίς να προβάλει συγκεκριμένη λογική απάντηση, ότι δεν επιθυμεί να είναι με τον πατέρα του και, τέλος, ότι παρέλειψε να διαλάβει, στην απόφασή του, το αναφερόμενο στο αναιρετήριο πραγματικό περιστατικό που συνέβη έξωθι του γραφείου του δικάσαντος Εφέτη πριν από την προσωπική επικοινωνία του με το ανήλικο.

Ο αναιρετικός, όμως, αυτός λόγος είναι, καθ' όλες τις ως άνω αιτιάσεις του, απαράδεκτος, προεχόντως, ως αόριστος, διότι δεν περιέχει καθόλου (ούτε και αποσπασματικά) τις πραγματικές παραδοχές, στις οποίες το Εφετείο θεμελίωσε την φερομένη ως λανθασμένη ή ανεπαρκώς αιτιολογημένη κρίση του αλλά, εκτίθεται, μόνο το κατά την εκδοχή και τα συμπεράσματα της αναιρεσείουσας περιεχόμενο της προσβαλλομένης αποφάσεως.

Σε κάθε δε περίπτωση, ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, σύμφωνα με το άρθρο 561 § 1 Κ.Πολ.Δ., αφού, υπό την επίφαση της πλημμέλειας της ελλείψεως νόμιμης βάσεως, πλήττεται με αυτόν, η κατ' ουσίαν εκτίμηση του δικαστηρίου. Επομένως, ο λόγος αυτός πρέπει ν' απορριφθεί, ως απαράδεκτος.

ΙΙΙ. Από την διάταξη του άρθρ. 559 αρ. 10 ΚΠολΔ προκύπτει ότι ο απ' αυτήν προβλεπόμενος αναιρετικός λόγος ιδρύεται όταν το δικαστήριο, παρά το νόμο, δέχθηκε ως αληθινά πράγματα, που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης χωρίς απόδειξη, δηλαδή αυτοτελείς πραγματικούς ισχυρισμούς, οι οποίοι τείνουν σε θεμελίωση του δικαιώματος που ασκείται με την αγωγή, ένσταση η αντένσταση, χωρίς να έχει προσκομισθεί οποιαδήποτε απόδειξη γι αυτά ή όταν δεν προσδιορίζονται τα αποδεικτικά μέσα με βάση τα οποία διαμορφώθηκε το αποδεικτικό πόρισμα (ΑΠ 242/2014, ΑΠ 273/11, ΑΠ 701/2008) χωρίς όμως να είναι απαραίτητο να αξιολογείται το καθένα χωριστά (ΑΠ 865/2017, ΑΠ 217/2016, ΑΠ 2031/2007, ΑΠ 499/2007).

Με τον δεύτερο λόγο της υπό κρίση αναιρέσεως προβάλλεται από την αναιρεσείουσα η, από το άρθρο 559 αρ. 10 ΚΠολΔ πλημμέλεια με την αιτίαση ότι, παρά το νόμο η προσβαλλομένη απόφαση δέχθηκε, για την διατύπωση του αποδεικτικού της πορίσματος, ως αληθείς τους προβληθέντες από τον αναιρεσίβλητο, προς θεμελίωση της από 20-01-1014 αγωγής αυτού (περί ρυθμίσεως του δικαιώματος επικοινωνίας του με την ανήλικη θυγατέρα τους) και πράγματα, κατά την έννοια της διατάξεως του άρθρου 559 αρ 10 ΚΠολΔ, συνιστώντες ισχυρισμούς (του) χωρίς να προσκομισθεί σχετική περί αυτών απόδειξη εκ μέρους του βαρυνομένου αναιρεσιβλήτου - ενάγοντος και, ειδικότερα ότι:

α) η άρνηση της επικοινωνίας του ανηλίκου τέκνου με τον πατέρα του (αναιρεσίβλητο) οφείλετο στην αρνητική επιρροή της (αναιρεσείουσας, εναγομένης), σ'αυτό, συναχθείσα από καταγραφές σε αντίγραφα δελτίων συμβάντων στο αρμόδιο Αστυνομικό Τμήμα, β) "οικείο περιβάλλον" είναι και το σπίτι του άλλου γονέα (αναιρεσίβλητου, πατέρα του), όπου μπορεί να εγκαταβιώνει το τέκνο τους, παρά τις αντίθετες ιατρικές γνωματεύσεις των αναφερομένων στο αναιρετήριο παιδιάτρου και δερματολόγου, ιατρών, τις οποίες αυτή είχε προσκομίσει, γ) στηρίχθηκε στην αναφερόμενη στο αναιρετήριο ιατρική βεβαίωση παιδιάτρου - παιδοδερματολόγου, που προσεκόμισε ο αντίδικός της, η οποία όμως είναι καταφανώς χαλκευμένη, δόθηκε προς εξυπηρέτηση αυτού και είναι αναληθής, ως προς το περιεχόμενό της και, τέλος, δ) αυτή έχει δεσμό και συζεί εντός της οικογενειακής στέγης με νέο άνδρα, γεγονός, συνδεόμενο, κατά την προσβαλλομένη, με την ανάγκη ακώλυτης επικοινωνίας του τέκνου με τον ήδη αναιρεσίβλητο, πατέρα του.

Ο λόγος αυτός, πέραν του ότι, καθ' όλες του τις αιτιάσεις, είναι απορριπτέος, προεχόντως, ως απαράδεκτος, αφού όλα τα ως άνω επικαλούμενα προς θεμελίωσή του δεν είναι "πράγματα", υπό την προεκτεθείσα έννοια, αλλά επιχειρήματα που αντλούνται από την αξιολόγηση των αποδείξεων και, συνεπώς, δεν ιδρύεται η επικαλουμένη παράβαση, είναι αβάσιμος διότι, από την παραδεκτή (κατ' άρθ. 561 παρ 2 ΚΠολΔ) επισκόπηση της προσβαλλομένης απόφασης προκύπτει ότι, το αποδεικτικό της πόρισμα διαμορφώθηκε με βάση όλες τις προσκομισθείσες από τους διαδίκους αποδείξεις και ειδικότερα, κατά την διαλαμβανομένη σ' αυτήν ρητή παραδοχή "...από τις ένορκες ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου καταθέσεις των μαρτύρων, οι οποίες εμπεριέχονται στα ταυτάριθμα προς την εκκαλουμένη απόφαση πρακτικά, από τα έγγραφα, τα οποία νομίμως επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, από τις υπ' αριθμ.

…/29-4-2014 και …/29-4-2014 ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον της Ειρηνοδίκου Πειραιώς μετά νομότυπο, κατ' άρθρο 671 παρ. 1 εδ. δ' ΚΠολΔ, κλήτευση της εναγούσης - εναγομένης από τον εναγόμενο - ενάγοντα δια της από 25-4-2014 κλήσεως - γνωστοποιήσεως εξετάσεως μαρτύρων....", μη δυνάμενη να θεμελιώσει τον προβαλλόμενο ως άνω αναιρετικό λόγο (ούτε) η, μετ' εκτίμηση των αποδείξεων, έστω και εσφαλμένη, δικαστική κρίση, αφού η τελευταία, ως αναφερομένη σε εκτίμηση πραγματικών γεγονότων (πραγμάτων) είναι ανέλεγκτη αναιρετικά, κατ' αρθ. 561 παρ. 1 (ΑΠ 865/2017, ΑΠ 941/92).

Συνακόλουθα, ο παραπάνω λόγος πρέπει ν' απορριφθεί.

IV. Κατά το άρθρο 559 αρ.20 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παραμόρφωσε το περιεχόμενο εγγράφου με το να δεχθεί πραγματικά γεγονότα προφανώς διαφορετικά από εκείνα που αναφέρονται στο έγγραφο αυτό. Ο προβλεπόμενος από την διάταξη αυτή λόγος αναιρέσεως για παραμόρφωση εγγράφου ιδρύεται μόνο, όταν το δικαστήριο της ουσίας υποπίπτει σε σφάλμα αναγνώσεως και αποδίδει σε αποδεικτικό, κατά τα άρθρα 339 και 482 ΚΠολΔ, έγγραφο διαφορετικό περιεχόμενο, από εκείνο που πραγματικά αυτό έχει και, ακολούθως, στηριζόμενο στο έγγραφο αυτό ή κυρίως σε αυτό, καταλήγει σε επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα αποδεικτικό πόρισμα, για πράγματα που έχουν ουσιώδη επιρροή στη δίκη (ΑΠ 917/2002, ΑΠ 22/2004). Εξάλλου, από το άρθρο 390 ΚΠολΔ προκύπτει σαφώς ότι οι, με αίτηση κάποιου διαδίκου συνταχθείσες και προσαγόμενες απ' αυτόν γνωμοδοτήσεις προσώπων, που έχουν ειδικές γνώσεις επιστήμης ή τέχνης σε ζητήματα που αφορούν εκκρεμή δίκη, αποτελούν ιδιαίτερο αποδεικτικό μέσο, το οποίο εκτιμάται ελεύθερα από το δικαστήριο και διακρίνεται από τα έγγραφα (ΑΠ 1596/2007, ΑΠ 256/1980).

Επομένως, ο τρίτος λόγος αναιρέσεως εκ του αριθμ. 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλεια, συνισταμένη στην παραμόρφωση του περιεχομένου των από 28-01-2015 και 05-05-2015 "ψυχολογικών εκθέσεων" της ψυχολόγου - κλινικής Δημοσίου Νοσοκομείου Ε. Π., που συντάχθηκαν με αίτηση της αναιρεσείουσας και προσκομίσθηκαν, απ' αυτή στο δικαστήριο της ουσίας, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι, κατά τα προεκτεθέντα, οι εκθέσεις αυτές, δικονομικώς, δεν είναι έγγραφα και, συνεπώς, είναι ανεπίδεκτα παραμορφώσεως.

V. Σύμφωνα με το άρθ. 559 αριθ. 1 εδ. β' ΚΠολΔ η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας αποτελεί λόγο αναίρεσης μόνο αν τα διδάγματα αυτά αφορούν την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σ' αυτούς. Κατά την έννοια της ως άνω διάταξης ο προβλεπόμενος απ' αυτήν λόγος αναίρεσης ιδρύεται, μόνον όταν το δικαστήριο εσφαλμένα χρησιμοποιεί ή παραλείπει να χρησιμοποιήσει τα διδάγματα της κοινής πείρας, δηλαδή τις γενικές και αφηρημένες αρχές για την εξέλιξη των πραγμάτων που αντλούνται από την εμπειρική πραγματικότητα με την βοήθεια της επιστημονικής έρευνας ή της επαγγελματικής ενασχόλησης και έχουν γίνει κοινό κτήμα, για την ανεύρεση με βάση αυτά της αληθινής έννοιας κανόνα δικαίου, ιδίως όταν αυτός περιέχει νομικές έννοιες, ή για την υπαγωγή ή όχι σ' αυτόν των πραγματικών γεγονότων της διαφοράς και όχι όταν παραβιάζει τα διδάγματα αυτά κατά την εκτίμηση των αποδείξεων και των πραγματικών γεγονότων, δηλαδή της ουσίας της υπόθεσης (ΑΠ 1662/2010).

Με τον τέταρτο λόγο αναίρεσης από τον αριθ. 1 εδ. β' του άρθ. 559 ΚΠολΔ, προσάπτεται στο Εφετείο η πλημμέλεια, ότι ενώ αυτό δέχθηκε ότι η ανήλικη θυγατέρα των διαδίκων πάσχει από τη σπάνια δερματική ασθένεια της ιχθύασης και, εξαιτίας της πάθησής της αυτής, δεν πρέπει να εκτίθεται σε ερεθιστικούς ή ρυπογόνους παράγοντες, κατέληξε, παρά ταύτα, στην παραδοχή ότι αυτή μπορεί να διαμένει κατά τον χρόνο της επικοινωνίας της με τον ήδη αναιρεσίβλητο πατέρα της στην οικία του, η οποία βρίσκεται απέναντι σε δρόμο με κάδους απορριμάτων, πράγμα ασυμβίβαστο κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας και της λογικής, αφού σύμφωνα με αυτά, ένα παιδί με δερματική ευαισθησία, όπως η ανήλικη θυγατέρα τους, δεν μπορεί να διαμένει κοντά σε τέτοιους ρυπογόνους παράγοντες.

Ο λόγος αυτός κρίνεται απορριπτέος, ως στηριζόμενος στην εσφαλμένη προϋπόθεση ότι τα επικαλούμενα προς θεμελίωση της προβαλλομένης αιτιάσεως αποτελούν δίδαγμα της κοινής πείρας, κατά την έννοια που αναφέρεται στη σχετική μείζονα σκέψη, η οποία, όμως, δεν συντρέχει, ανεξαρτήτως του απαραδέκτου αυτού, αφού, η παραβίαση αυτών (διδαγμάτων κοινή πείρας) δεν σχετίζεται με ερμηνεία κανόνων δικαίου, που ας σημειωθεί, δεν προσδιορίζονται, αλλά με την εκτίμηση των αποδείξεων, ενώ υπό την επίφαση της επικαλουμένης αναιρετικής πλημμέλειας, πλήττεται η ουσιαστική κρίση του Εφετείου.

VI. Κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 8 Κ.Πολ.Δ, ως πράγματα, η μη λήψη υπόψη των οποίων, αν έχουν προταθεί, ιδρύει λόγο αναιρέσεως, θεωρούνται οι ουσιώδεις και αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων, που τείνουν σε θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, που ασκείται με αγωγή, ένσταση ή αντένσταση και όχι απλά επιχειρήματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, που συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων, ούτε τα πραγματικά περιστατικά, που προτείνονται ως άρνηση της ιστορικής βάσεως της αγωγής ή της ενστάσεως. "Πράγματα" υπό την ως άνω έννοια αποτελούν και οι λόγοι της εφέσεως ή αντεφέσεως, οι οποίοι αφορούν αυτοτελείς ισχυρισμούς και όχι τα διαλαμβανόμενα σ' αυτούς επιχειρήματα, που τους στηρίζουν (ΟλΑΠ 22/2005, ΟλΑΠ 9/1997, ΟλΑΠ 11/1996, ΟλΑΠ 469/1984, ΑΠ 625/2008, ΑΠ 328/2008, ΑΠ 783/2001).

Με τον πέμπτο και τελευταίο αναιρετικό λόγο, κατά το πρώτο σκέλος του, η αναιρεσείουσα προβάλλει την αιτίαση, ότι το Εφετείο, δεν έλαβε υπόψη του τους προταθέντες με την έφεσή της ισχυρισμούς και συγκεκριμένα ότι οι γονείς του ήδη αναιρεσιβλήτου, ενάγοντος, κατοικούν στην Κρήτη και ουδέποτε είχαν επικοινωνία με το παιδί, η δε αδελφή του δεν μπορεί να τον βοηθήσει, διότι έχει την ευθύνη και φροντίδα του δικού της παιδιού.

Ο λόγος, όμως, αυτός κατά το εν λόγω σκέλος του είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος. Και τούτο διότι, οι προαναφερθέντες ισχυρισμοί δεν συνιστούν "πράγματα", με την προαναφερθείσα έννοια, αλλά αποτελούν αρνητικούς ισχυρισμούς της ήδη αναιρεσείουσας, εναγομένης, επί της εναντίον της, αγωγής του ήδη αναιρεσίβλητου, με την οποίαν αυτός ζητούσε τη ρύθμιση της επικοινωνίας του με το ανήλικο τέκνο τους.

Περαιτέρω, κατά την διάταξη της παρ.1 του άρθρου 368 του ΚΠολΔ, το δικαστήριο μπορεί να διορίσει έναν ή περισσότερους πραγματογνώμονες, αν κρίνει πως πρόκειται για ζητήματα που απαιτούν για να γίνουν αντιληπτά ειδικές γνώσεις επιστήμης ή τέχνης. Κατά δε την παρ. 2 του ίδιου άρθρου το δικαστήριο οφείλει να διορίσει πραγματογνώμονες αν το ζητήσει κάποιος διάδικος και κρίνει ότι χρειάζονται ιδιάζουσες γνώσεις επιστήμης ή τέχνης. Από τις διατάξεις αυτές του άρθρου 368 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι η συμπλήρωση των αποδείξεων με την διενέργεια πραγματογνωμοσύνης εναπόκειται στην κυριαρχική και μη ελεγχόμενη αναιρετικώς κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, το οποίο εκτιμά ελευθέρως την ανάγκη της χρησιμοποιήσεως του αποδεικτικού αυτού μέσου, με εξαίρεση την περίπτωση κατά την οποία κάποιος από τους διαδίκους ζητήσει την διεξαγωγή πραγματογνωμοσύνης και το δικαστήριο κρίνει ότι χρειάζονται ιδιάζουσες γνώσεις επιστήμης ή τέχνης, οπότε οφείλει να διορίσει πραγματογνώμονα ή πραγματογνώμονες.

Συνεπώς, αν δεν υπάρχει παραδοχή του δικαστηρίου ότι πρόκειται για ζητήματα που απαιτούνται για να γίνουν αντιληπτά ιδιάζουσες γνώσεις επιστήμης ή τέχνης, η απόρριψη, ρητώς ή σιωπηρώς, αιτήματος του διαδίκου για τη διενέργεια πραγματογνωμοσύνης δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, ούτε υπό την επίκληση των πλημμελειών του άρθρου 559 αριθ. 8 και 9 του ΚΠολΔ, αφού η σχετική αίτηση, που μπορεί να απορριφθεί και σιωπηρά, δεν αποτελεί "πράγμα" ή "αίτηση" κατά την έννοια των πιο πάνω διατάξεων του άρθ. 559 αριθ. 8 και 9 έστω και αν αποτέλεσε περιεχόμενο λόγου έφεσης (ΑΠ 119/2016, ΑΠ 552/2009, ΑΠ 1189/2008, ΑΠ 1493/2003).

Επομένως, ο πέμπτος λόγος της αναιρέσεως, κατά το δεύτερο σκέλος του, με τον οποίο η αναιρεσείουσα προβάλλει ότι το Εφετείο υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 8 (κατ' ορθή εκτίμηση αριθμ. 9), διότι παρέλειψε ν' απαντήσει στο αίτημά της, για διενέργεια πραγματογνωμοσύνης, προκειμένου να διερευνηθούν τα αίτια της άρνησης του ανηλίκου τέκνου τους να δει τον ήδη αναιρεσίβλητο, πατέρα του χωρίς, ωστόσο, να προκύπτει, από την επισκόπηση του αναιρετηρίου, αλλά και της προσβαλλομένης αποφάσεως (άρθρ. 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) παραδοχή του δικαστηρίου της ουσίας ότι πρόκειται για ζήτημα που για να γίνει αντιληπτό απαιτούνται ιδιάζουσες γνώσεις επιστήμης ή τέχνης, πρέπει ν' απορριφθεί ως απαράδεκτος. VII. Μετά από τα παραπάνω και μη υπάρχοντος, προς έρευνα, άλλου αναιρετικού λόγου, η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως πρέπει ν' απορριφθεί και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα, λόγω της ήττας της, στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, κατά παραδοχή του σχετικού αιτήματος, που υπέβαλε αυτός με τις προτάσεις του και επανέλαβε η πληρεξούσια δικηγόρος του στο ακροατήριο, κατά τη συζήτηση της υποθέσεως στην παρούσα δικάσιμο (άρθρα 106, 176 και 183 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται στο διατακτικό. Τέλος, πρέπει να διαταχθεί η εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος για την άσκηση της αναιρέσεως παραβόλου (άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 25/09/2016 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμόν 306/2016 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Πειραιώς.

Επιβάλλει στην αναιρεσείουσα τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία προσδιορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

Διατάσσει την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος, για την άσκηση της ένδικης αίτησης αναιρέσεως, παραβόλου.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 21 Μαΐου 2018.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 8 Αυγούστου 2018.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ

Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ