Legislator Case Law & Legislation
1334/2010 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on beach ownership, ruling administrative boundary determination is judicial, not administrative.

Case Number 1334/2010
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the anonymous company's appeal against the Court of Appeal's decision regarding beach ownership. The company argued the lower court failed to consider specific administrative documents defining the beach boundaries. The court rejected this, stating that determining the extent of the beach is a judicial evaluation based on natural phenomena, not an administrative act subject to appeal.

Legislator headnote

AI generated

Articles 967 and 1 of Law 2344/1940: The beach is public property, and its boundaries are determined by judicial evaluation of natural phenomena, not by administrative decree.

Keywords

AI generated
beach ownership public property judicial evaluation administrative boundary natural phenomena appeal dismissal coastal zone

Cited Legislation

AI generated
Article 967 of the Civil Code
Article 1 of Law 2344/1940
Article 561 of the Code of Civil Procedure
Article 559 of the Code of Civil Procedure
Article 34 of Law 2971/2001

Cited Case Law

AI generated
Supreme Court 24/2000
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1334 / 2010 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 1334/2010

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δημήτριο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο, Ελισάβετ Μουγάκου - Μπρίλλη, Λεωνίδα Ζερβομπεάκο, Μιχαήλ Θεοχαρίδη και Δημήτριο Μαζαράκη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 2 Δεκεμβρίου 2009, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "Χ ΑΕ" που εδρεύει στα ...και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Κωνσταντίνο Κυριακάκη.

Του αναιρεσιβλήτου: Ελληνικού Δημοσίου, που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό των Οικονομικών, και εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο Ευθύμιος Τσάκα, Πάρεδρο Ν.Σ.Κ, με δήλωση του αρθρ. 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ..

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20-3-2001 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Ηρακλείου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 54/2005 του ίδιου Δικαστηρίου και 130/2008 του Εφετείου Κρήτης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά η αναιρεσείουσα με την από 20-5-2008 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Μιχαήλ Θεοχαρίδης ανέγνωσε την από 24-11-2009 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης.

Ο πληρεξούσιος δικηγόρος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

ΕΠΕΙΔΗ, σύμφωνα με το άρθρο 967 ΑΚ, μεταξύ των κοινοχρήστων πραγμάτων περιλαμβάνεται και ο αιγιαλός. Είναι δε αιγιαλός κατά το άρθρο 1 του α.ν. 2344/1940 "περί αιγιαλού και παραλίας", που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 53 Εισ. Ν. ΑΚ και διέπει ακόμη τις εκκρεμείς υποθέσεις κατ` άρθρο 34 παρ. 2 Ν. 2971/2001, "η περιστοιχούσα την θάλασσαν χερσαία ζώνη, η βρεχομένη από τας μεγίστας πλην συνήθεις αναβάσεις των κυμάτων".

Από τον ορισμό αυτό προκύπτει ότι ο αιγιαλός είναι τμήμα της γης που περιβάλλει τη θάλασσα με όριο προς την ξηρά το σημείο εκείνο, μέχρι το οποίο φθάνουν τα συνήθως μεγαλύτερα κύματα. Η ιδιότητα του αιγιαλού προκύπτει από φυσικά και μόνο φαινόμενα και δε δημιουργείται με πράξη της Πολιτείας και σε κάθε τοπική περίπτωση ο καθορισμός της έκτασης ως αιγιαλού ανήκει στην εκτίμηση του τακτικού δικαστή και όχι της διοίκησης ( Ολ.

ΑΠ 24/2000). Ο αιγιαλός κατά νομική επιταγή (άρθρα 968 Α.Κ. και 1 του α.ν. 2344/1940) ανήκει στο Δημόσιο, ως κοινόχρηστο πράγμα. Εξάλλου τα όρια του αιγιαλού καθορίζονται με απόφαση της διοικητικής επιτροπής, που προβλέπεται στα άρθρα 2 και 3 του άνω α.ν. 2344/1940, με τη σύνταξη του εκεί αναγραφόμενου τοπογραφικού και υψομετρικού διαγράμματος, που συνοδεύεται από σχετική έκθεση της επιτροπής.

Μόνος ο καθορισμός από τη διοικητική αυτή επιτροπή των ορίων του αιγιαλού δεν είναι ικανός να προσδώσει σε τμήμα γης την ιδιότητα του αιγιαλού, την οποία δεν είχε προηγουμένως, ως στερούμενο των χαρακτηριστικών αυτού, ήτοι σε έδαφος μη βρεχόμενο όπως πιο πάνω από τα θαλάσσια ύδατα. Και αυτό διότι, υπό την αντίθετη εκδοχή, ο κύριος του εδάφους, που κατά πλάνη περιλήφθηκε στα όρια του αιγιαλού, θα έχανε την ιδιοκτησία του με απλή πράξη της διοίκησης, κατά παράβαση της διάταξης του άρθρου 17 του Συντάγματος που προστατεύει την ιδιοκτησία, ενόψει ακριβώς της οποίας προστασίας θεσπίσθηκαν όσα διαλαμβάνονται στις διατάξεις του άρθρου 4 παρ.1 και 3 του ίδιου α.ν., σύμφωνα με τις οποίες, τμήματα ιδιωτικών κτημάτων, τα οποία χαρακτηρίσθηκαν από την επιτροπή ως ανήκοντα στον αιγιαλό, λογίζονται ότι κηρύχθηκαν απαλλοτριωτέα αναγκαστικώς υπέρ του Δημοσίου συγχρόνως με τη δημοσίευση στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως της έκθεσης και του διαγράμματος της ίδιας επιτροπής, εφαρμοζομένων, κατά τα λοιπά, ως προς τον καθορισμό της τιμής μονάδας αποζημίωσης των σχετικών διατάξεων του ΑΝ 1731/1939 και μετέπειτα του ΝΔ 797/1971.

Οι πιο πάνω δε διατάξεις του άρθρου 4 παρ.1 και 3 του α.ν. 2344/1940, δεν αντίκεινται στο άρθρο 17 του Συντάγματος που προστατεύει την ιδιοκτησία, ούτε στο άρθρο 20 αυτού, καθόσον με αυτές θεσπίζεται ευθέως η κήρυξη, για λόγους δημόσιας ωφέλειας, ήτοι για τη δημιουργία του αιγιαλού, αναγκαστικής απαλλοτρίωσης, η οποία συντελείται με την τήρηση των λοιπών προϋποθέσεων που θέτουν το Σύνταγμα και οι σχετικοί νόμοι για τη στέρηση της ιδιοκτησίας, ο δε καθορισμός αιγιαλού από τη διοίκηση γίνεται με κριτήρια αντικειμενικά, χωρίς να συνδέεται με υποκειμενική συμπεριφορά των θιγομένων από τη σχετική πράξη, ώστε να συντρέχει υποχρέωση της διοίκησης για προηγούμενη ακρόαση τούτων.

Εξάλλου, ο λόγος αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ ιδρύεται, αν για την εφαρμογή κανόνα ουσιαστικού δικαίου, το δικαστήριο απαίτησε περισσότερα στοιχεία ή αρκέσθηκε σε λιγότερα στοιχεία από εκείνα που απαιτεί ο νόμος, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή.

Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ` ουσία την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχτηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο, ιδρύεται δε ο λόγος αυτός όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε ότι αποδείχτηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται.

Τέλος, κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση όταν στο αιτιολογικό, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν αναφέρονται καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά στο οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, και έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε Αντίθετα δεν υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης όταν πρόκειται για ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση και αξιολόγηση αυτών και στην αιτιολόγηση του πορίσματος που έχει εξαχθεί από αυτές, αρκεί τούτο να διατυπώνεται στην απόφαση σαφώς και χωρίς αντιφάσεις.

Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο, που με την προσβαλλόμενη απόφασή του απέρριψε την ένδικη από 20-3-2001 αγωγή της αναιρεσείουσας κατά του αναιρεσιβλήτου Ελληνικού Δημοσίου περί αναγνωρίσεως της κυριότητάς της στο επίδικο ακίνητο, τη στηριζόμενη σε παράγωγους τρόπους κτήσης και σε έκτακτη χρησικτησία, δέχθηκε ως αποδειχθέντα τα ακόλουθα κρίσιμα πραγματικά περιστατικά: " Το επίδικο ακίνητο, εμβαδού 3.031,60 τ.μ., που βρίσκεται στη θέση "..., συνορεύει βόρεια με αιγιαλό και πέραν αυτού με ...

πέλαγος, νότια και ανατολικά με ακίνητο της ενάγουσας και δυτικά με ακίνητο τρίτου, όπου το ξενοδοχείο "..." και εμφαίνεται στο από μηνός Αυγούστου 1999 τοπογραφικό διάγραμμα του μηχανικού Π, που επισυνάπτεται στην αγωγή, με τα στοιχεία 80-81-82-83-84-85-86-87-88-89-90-91-92-70-68-54-2-80. Το εναγόμενο , με το υπ'αριθμ. 7/1998 πρωτόκολλο διοικητικής αποβολής, που επικυρώθηκε με την 495/2000 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ηρακλείου, η οποία εκδόθηκε επί της ανακοπής που άσκησε κατά του πρωτοκόλλου η ενάγουσα, απέβαλε αυτήν από το επίδικο ακίνητο, λόγω του ότι αυτό αποτελεί τμήμα του καθορισθέντος στην περιοχή αυτή αιγιαλού.

Με την από 19-5-1969 έκθεση της αρμόδιας επιτροπής του άρθρου 2 του Α.Ν. 2344/1940 και 10 του Α.Ν. 1540/1938 καθορίσθηκε στην πιο πάνω περιοχή η οριογραμμή του αιγιαλού με τη σύμφωνη προς τούτο γνωμοδότηση του Αρχηγείου Ναυτικού, η δε έκθεση επικυρώθηκε με την υπ'αριθμ.412/1970 πράξη του Νομάρχη ... και δημοσιεύθηκε στις 20-3-1970 στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως (ΦΕΚ Δ/56/1970) με το συνοδευτικό αυτής διάγραμμα, στο οποίο καθορίζεται η μεν οριογραμμή του αιγιαλού με συνεχή ερυθρά γραμμή, η δε γραμμή παραλίας με κίτρινη γραμμή.

Όπως αναφέρεται στην έκθεση της ανωτέρω επιτροπής, η διαδικασία για τον καθορισμό του αιγιαλού κινήθηκε κατόπιν της από 26-2-1969 αίτησης του Χ, ο οποίος ενδιαφερόταν για το θέμα αυτό, λόγω του ότι είχε αρχίσει να αγοράζει ακίνητα στην περιοχή. Ειδικότερα ο Χ, κατά τα έτη 1967 έως 1971 απέκτησε στην περιοχή την κυριότητα ακινήτου συνολικής έκτασης πλέον των 60 στρεμμάτων, μετά από συνένωση πολλών μικρότερων ακινήτων που αγόρασε κατά το διάστημα αυτό, τα οποία στη συνέχεια εισέφερε στην ενάγουσα ανώνυμη εταιρεία κατά τη σύστασή της, δυνάμει του υπ'αριθμ. ...

συμβολαίου του συμβολαιογράφου Ηρακλείου Γ. Κοζύρη, που μεταγράφηκε νόμιμα και δημοσιεύθηκε στο ΦΕΚ 1316/1971 (τ. ΑΕ και ΕΠΕ). Η ενάγουσα κατά το διάστημα των ετών 1973-1975 ανήγειρε στο μείζον ενιαίο ακίνητό της το ξενοδοχείο "...", το οποίο και εκμεταλλεύεται έκτοτε τουριστικώς. Αυτή, περί το έτος 1993 διαμόρφωσε το επίδικο ακίνητο, φυτεύοντας σ'αυτό φυτά, τοποθέτησε υπαίθρια μπάρ με ξύλινο σκελετό και καλαμοσκεπή, καθώς και ομπρέλες και καθίσματα, για την εξυπηρέτηση των πελατών της.

Περί το έτος δε 1994 ανήγειρε κατά μήκος του αιγιαλού πετρόκτιστο τοιχίο, ύψους πάνω από μισό μέτρο, με το οποίο συμπεριέλαβε το επίδικο στο υπόλοιπο ακίνητό της και έτσι προκάλεσε την έκδοση από το εναγόμενο του προαναφερόμενου πρωτοκόλλου. Μέχρι τότε και για χρονικό διάστημα 23 και πλέον ετών περίπου δεν υπήρξε καμιά αμφισβήτηση του καθορισμού του αιγιαλού από το δικαιοπάροχo της ενάγουσας που είχε ζητήσει τον καθορισμό ή από την ίδια, με προσφυγή τους στα αρμόδια διοικητικά δικαστήρια, ούτε αυτοί ανήγγειλαν στον Υπουργό των Οικονομικών, εντός έξι μηνών ή και αργότερα, τυχόν δικαιώματά τους σε τμήματα ακινήτων που είχαν περιληφθεί στην οριογραμμή του αιγιαλού.

Μεταξύ των ακινήτων που κατά τα ανωτέρω απέκτησε η ενάγουσα περιλαμβάνονται και 14 μικρότερα ακίνητα, που συνορεύουν όλα βόρεια με αιγιαλό και φέρουν στο συνημμένο στην αγωγή τοπογραφικό διάγραμμα τους αριθμούς 1 έως 14, τμήματα δε αυτών των ακινήτων απαρτίζουν το προπεριγραφόμενο επίδικο ακίνητο. Συγκεκριμένα ο πιο πάνω δικαιοπάροχος της ενάγουσας απέκτησε α) κατόπιν αγοράς, με τα υπ'αριθμ. ...

συμβόλαια των συμβολαιογράφων Ηρακλείου Γ.Κοζύρη και Αντ. Γιάνναρη, που μεταγράφηκαν νόμιμα, τα με αριθμούς 1, 2, 3, 5, 7, 12 και 14 ακίνητα του συνημμένου στην αγωγή τοπογραφικού διαγράμματος, β) κατόπιν αναγκαστικής απαλλοτρίωσης, που συντελέσθηκε νόμιμα, από το Ελληνικό Δημόσιο, υπέρ και με δαπάνες του Χ, για την ανέγερση ξενοδοχειακής μονάδας, δυνάμει της 4783/1472/9-3-1971 κοινής απόφασης των Υπουργών Οικονομικών και Συντονισμού (ΦΕΚ 67/1971 τ.

Δ'), τα με αριθμούς 4, 6, 11 και 13 ακίνητα του ίδιου διαγράμματος και γ) κατόπιν αγοράς, με τα υπ'αριθμ. ... συμβόλαια των συμβολαιογράφων Ηρακλείου Εμ. Γεμιτζάκη και Γ.Κοζύρη, που μεταγράφηκαν νόμιμα, τα με αριθμούς 8, 9 και 10 ακίνητα του ίδιου τοπογραφικού διαγράμματος. Από τα παραπάνω ακίνητα τα με αριθμούς 4, 6, 11 και 13, για τα οποία συντελέσθηκε η απαλλοτρίωση, αλλά και τα με αριθμούς 8, 9 και 10, για τα οποία επίσης είχε κηρυχθεί με την ίδια υπουργική απόφαση η αναγκαστική απαλλοτρίωση, αλλά τελικώς δεν συντελέσθηκε ως προς αυτά, επειδή ο δικαιοπάροχος της ενάγουσας τα αγόρασε απευθείας από τους ιδιοκτήτες τους, εμφαίνονται στο από μηνός Φεβρουαρίου 1970 τοπογραφικό διάγραμμα του αρχιτέκτονα μηχανικού Γ, θεωρημένο από τον ΕΟΤ, το οποίο συντάχθηκε με επιμέλεια του δικαιοπαρόχου της ενάγουσας Κ.

Μαναντωνάκη και αναφέρεται στην απόφαση κήρυξης της απαλλοτρίωσης. Στο τοπογραφικό αυτό διάγραμμα τα απαλλοτριωθέντα 4, 6, 11, και 13 ακίνητα της αγωγής αποτυπώνονται με αριθμούς 2, 3, 3α και 7, αντίστοιχα, τα δε απαλλοτριωθέντα, αλλά τελικώς αγορασθέντα, 8, 9, και 10 ακίνητα της αγωγής αποτυπώνονται με αριθμούς 5, 4, και 1α, αντίστοιχα.

Όλα αυτά τα ακίνητα έχουν πρόσωπο στον αιγιαλό, φθάνουν όμως κατά το βόρειο όριό τους μέχρι την ορισθείσα κατά τα ανωτέρω, με την από 19-5-1969 έκθεση της αρμόδιας επιτροπής, οριογραμμή του αιγιαλού, ως " όριο χειμερίου κύματος ορισθέντος υπό ειδικής επιτροπής βάσει γνωματεύσεως", όπως σημειώνεται στο πιο πάνω τοπογραφικό διάγραμμα του αρχιτέκτονα μηχανικού Γ, χωρίς να περιλαμβάνουν τμήματα του επιδίκου.

Επομένως με τη συντελεσθείσα για τα ακίνητα 4, 6, 11 και 13 της αγωγής αναγκαστική απαλλοτρίωση η ενάγουσα δεν απέκτησε την κυριότητα των έμπροσθεν αυτών ευρισκομένων τμημάτων του καθορισθέντος αιγιαλού, δεδομένου ότι αυτός είναι αναπαλλοτρίωτος και δεν μεταβιβάσθηκε από το εναγόμενο, εφόσον τούτο απαγορεύεται.

Ως προς δε τα ακίνητα 8, 9, 10 της αγωγής, για τα οποία δεν συντελέσθηκε η απαλλοτρίωση, αλλά αγοράσθηκαν από το δικαιοπάροχο της ενάγουσας απευθείας από τους ιδιοκτήτες τους, αυτά, σύμφωνα με τον κτηματολογικό πίνακα και το κτηματολογικό διάγραμμα της απαλλοτρίωσης, στο οποίο αποτυπώνονται, έχουν εμβαδόν, το υπ'αριθμ. 8 (5 στο διάγραμμα με ιδιοκτήτρια την ...) 1.977 τ.μ., το υπ'αριθμ. 9 (4 στο διάγραμμα με ιδιοκτήτη τον ...) 1.680 τ.μ.

και το υπ'αριθμ.10 ( 1α στο διάγραμμα με ιδιοκτήτη τον ...) 112 τ.μ. Σε καθένα από τα υπ'αριθμ. ... αγοραπωλητήρια συμβόλαια των συμβολαιογράφων Ηρακλείου Εμ. Γεμιτζάκη και Γ.Κοζύρη, τα οποία συντάχθηκαν για τα τρία αυτά ακίνητα μετά το διοικητικό καθορισμό των ορίων του αιγιαλού, αναφέρεται ως πωλούμενο, ακίνητο ίδιου εμβαδού με το αναγραφόμενο για το καθένα στον κτηματολογικό πίνακα της απαλλοτρίωσης και συνεπώς τα αποκτηθέντα με τα συμβόλαια αυτά ακίνητα ταυτίζονται κατά τη θέση και την έκταση με εκείνα που περιλαμβάνονται στον κτηματολογικό πίνακα και το κτηματολογικό διάγραμμα της απαλλοτρίωσης, σύμφωνα με τα οποία δεν εμπεριέχεται σ' αυτά τμήμα του αιγιαλού.

Επομένως με τα τρία αυτά συμβόλαια δεν μεταβιβάσθηκε στην ενάγουσα κυριότητα τμημάτων του καθορισθέντος αιγιαλού, ώστε να αποκτήσει αυτή κυριότητα με παράγωγο τρόπο, αφού διαφορετικά η αναγραφόμενη στα συμβόλαια έκταση καθενός ακινήτου θα ήταν μεγαλύτερη από εκείνη που αναφέρεται για το καθένα στον κτηματολογικό πίνακα.

Περαιτέρω αναφορικά με τα υπόλοιπα, με αριθμούς 1, 2, 3, 5, 7, 12 και 14, ακίνητα της αγωγής αποδεικνύονται τα ακόλουθα : Σύμφωνα με την από 13-8-1999 μελέτη του τοπογράφου μηχανικού Π, διάγραμμα του οποίου επισυνάπτεται στην αγωγή, η οριογραμμή του αιγιαλού, όπου κατά την εκτίμησή του φθάνουν οι μέγιστες συνήθεις αναβάσεις των κυμάτων στην ξηρά, αφήνει εκτός αυτής ολόκληρο το επίδικο ακίνητο και επιπλέον εδαφική λωρίδα βορειότερα κατά μήκος αυτού και ορίζεται στο πιο πάνω διάγραμμά του με τους αριθμούς 1, 51, 50, 53, 52, 48, 47, 46, 45.

Προς τούτο αυτός έλαβε υπόψη την κλίση του βυθού πλησίον της ακτογραμμής που έχει κατεύθυνση ανατολική-δυτική σε 3 ο/ο, τη μέση κλίση της ξηράς σε 4ο/ο περίπου, από δε το υπολογιστικό πρόγραμμα ... ως προς την ένταση των ανέμων έλαβε ως συνήθη άνεμο βορείων διευθύνσεων άνεμο εντάσεως 6 και 7 Μποφώρ. Ο διορισθείς από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο πραγματογνώμονας ...

καταλήγει επίσης στο ίδιο συμπέρασμα βάσει μαθηματικών υπολογισμών, σε συνάρτηση με την ένταση των ανέμων με στοιχεία της ΕΜΥ, την κλίση του βυθού, τη διαμόρφωση του αιγιαλού και το ύψος των κυμάτων που δημιουργούνται, καθώς και βάσει αυτοψίας που πραγματοποίησε και των φωτογραφιών που του προσκόμισαν οι διάδικοι.

Με το υπ'αριθμ. ... έγγραφο της Υδρογραφικής Υπηρεσίας Πολεμικού Ναυτικού, που υπογράφεται από τον Υποναύαρχο Ν, γίνεται σχολιασμός της έκθεσης του Π, με τις εξής παρατηρήσεις που αρμόζουν και στην έκθεση του πραγματογνώμονα ως προς τα ληφθέντα υπόψη στοιχεία για τον υπολογισμό του αιγιαλού, ήτοι α) ο άνεμος 6 Μποφώρ δεν είναι ο συνήθης μέγιστος στην περιοχή, ενώ η συχνότητα εμφάνισης ανέμου 8 Μποφώρ μπορεί να γίνεται με διάρκεια μισής ή μιας ώρας κάθε 15-30 ημέρες και θεωρείται συνήθης και αρκετός ώστε να προκαλεί το μέγιστο συνήθη κυματισμό, β) οι μέσες τιμές εντάσεως του ανέμου από πολυετείς παρατηρήσεις της ΕΜΥ, οι οποίες λήφθηκαν υπόψη, αμβλύνουν πολύ τις μέγιστες ακρότατες τιμές, γ) χρησιμοποιείται για τον υπολογισμό του εύρους του αιγιαλού τύπος, παράμετρος Χρ, ως η απόσταση που διανύει ο κυματισμός από το σημείο θραύσεως του κύματος προς την ακτή, δίνει δηλαδή απόσταση που διανύει ο κυματισμός μέσα στη θάλασσα και όχι στον αιγιαλό, δ) δεν λήφθηκαν υπόψη καθόλου άλλοι παράγοντες που δρουν καταλυτικά στην προσέγγιση φαινομένων, όπως ο κυματισμός στην ακτή.

Τέτοιο στοιχείο είναι η τιμή επάλλαξης, δηλαδή η διαφορά μεταξύ κατώτατου επιπέδου (ρηχίας) και του μέγιστου επιπέδου (πλήμμης) της στάθμης της θάλασσας για μεγάλη χρονικά περίοδο μετρήσεων, η στάθμη δε της θάλασσας εξαρτάται από τρεις παράγοντες που δρουν συνδυαστικά κάθε χρονική στιγμή στο επίπεδο αυτής, δηλαδή, από το παλιρροιακό φαινόμενο, από τη διέλευση μετεωρολογικών συστημάτων (ένα χαμηλό βαρομετρικό προκαλεί άνοδο στη στάθμη της θάλασσας) και από τον άνεμο που προκαλεί τον κυματισμό.

Η τιμή δε επάλλαξης στην περιοχή, κατόπιν στατιστικής επεξεργασίας μετρήσεων της στάθμης στην περίοδο 1951-1988 είναι 1,05 μέτρα. Καταλήγει δε το έγγραφο, αναφέροντας ότι, θεωρώντας τη στάθμη της θάλασσας με ύψος 0,5 μέτρα ( το μισό της τιμής επάλλαξης) σε πυθμένα με κλίση 3 ο/ο, η θέση της ακτογραμμής πρέπει να μετακινηθεί από την ορισθείσα 16,7 μέτρα, ενώ για ολόκληρη την τιμή επάλλαξης κατά περίπου 33,3 μέτρα.

Συνεπώς, η επιτροπή, που με την πιο πάνω απόφαση όρισε τη γραμμή αιγιαλού και περιέλαβε σ'αυτόν το επίδικο ακίνητο, έλαβε υπόψη της περισσότερα στοιχεία για τον υπολογισμό της χερσαίας λωρίδας που βρέχεται από το μεγαλύτερο συνηθισμένο θαλάσσιο κύμα από εκείνα που έλαβε υπόψη ο πραγματογνώμονας και ο προαναφερόμενος ιδιώτης μηχανικός.

Κατά την κρίση του δικαστηρίου (Εφετείου), η χερσαία ζώνη που αποτελεί αιγιαλό, επειδή συγκεντρώνει όλα τα προς τούτο φυσικά στοιχεία που απαιτεί ο νόμος και μάλιστα από το έτος 1945 τουλάχιστον, είναι εκείνη που όρισε η πιο πάνω διοικητική επιτροπή. Το συμπέρασμα αυτό επιβεβαιώνεται από τις προσκομιζόμενες αεροφωτογραφίες των ετών 1945 και 1959, με τις επικολλημένες σ'αυτές διαφάνειες που προέκυψαν από σμίκρυνση του διαγράμματος καθορισμού του αιγιαλού, στις οποίες σημειώνεται με κόκκινη γραμμή η οριογραμμή του αιγιαλού, και οι οποίες επισυνάπτονται στο 770/16-9-1999 έγγραφο περί ερμηνείας αυτών του Υποναυάρχου Ν.

Στην ερμηνεία αυτή σημειώνεται, ότι ο προσανατολισμός της ακτής είναι βόρειος με μεγάλο ανάπτυγμα πελάγους, πλήττεται από σφοδρούς βόρειους ανέμους, οι οποίοι, λόγω του μεγάλου αναπτύγματος του πελάγους προκαλούν έντονο κυματισμό με μεγάλο ύψος κύματος στην ακτή, η οποία είναι αμμοχαλικώδης και εξελίσσεται προς το εσωτερικό της ξηράς σε ημιβραχώδες πρανές με ήπια κλίση, ότι η χάραξη της οριογραμμής δεν περιλαμβάνει στον αιγιαλό απολήξεις αμμωδών εκτάσεων, τις οποίες αν ενεργούσε αυστηρά θα έπρεπε να εντάξει στον αιγιαλό, εντάσσει όμως σ'αυτόν εξέχοντα τμήματα με ίχνη νομής και βλάστησης, τα οποία, κατά την εκτίμηση του ερμηνευτή των φωτογραφιών, η επιτροπή θεώρησε ότι προέρχονταν από επιχωματώσεις και για το λόγο αυτό τις περιέλαβε στον αιγιαλό.

Πράγματι σε αμφότερες τις φωτογραφίες και ιδιαίτερα σε εκείνη του έτους 1959, η οποία είναι ευκρινέστερη, φαίνεται η γενική εικόνα του αιγιαλού με λευκόγκριζο χρώμα, σε αντίθεση με το σκουρόχρωμο των καλλιεργούμενων εκτάσεων, όπως έχει διαμορφωθεί από τις πολυετείς μέγιστες συνηθισμένες αναβάσεις κυμάτων.

Φαίνεται επίσης ότι αφήνονται εκτός καθορισθείσης γραμμής αιγιαλού, νοτίως αυτής, τέσσερις εσοχές αμμοχαλικώδους εδάφους της ακτής, δηλαδή τμήματα που βρέχονται από το μέγιστο συνηθισμένο κύμα, καθώς και ότι περιλαμβάνονται εντός του αιγιαλού, δηλαδή βορείως της καθορισθείσης γραμμής, απολήξεις αγρών σε τρία σημεία, επί της οριογραμμής δε του αιγιαλού και περίπου στο μέσο αυτής φαίνεται ότι καταλήγει ρέμα, τα ύδατα του οποίου διαχέονται εντός του επιδίκου ( ενώ στη φωτογραφία του 1945 διαχέονται βορειότερα του επιδίκου στον αιγιαλό).

Στην έκθεση του Π διαπιστώνεται, ως προς την ερμηνεία των αεροφωτογραφιών αυτών, ότι και τα 14 τμήματα της αγωγής που έχουν όριο τον αιγιαλό εμφανίζουν καλλιέργειες και ίχνη πρόσφατων καλλιεργειών εντός του επιδίκου και δεν διακρίνεται καθόλου εσοχή του αιγιαλού πέραν της καθορισθείσης γραμμής. Ο πραγματογνώμονας κατά την ερμηνεία των ίδιων αεροφωτογραφιών, παρότι επισημαίνει τις εσοχές του αιγιαλού, καταλήγει στο πόρισμά του ότι και τα τμήματα των ακινήτων που αντιστοιχούν στην περιοχή των εσοχών επεκτείνονται εντός του επιδίκου και δεν αποτελούν αιγιαλό.

Αεροφωτογραφίες άλλων ετών οι οποίες μελετήθηκαν από τον πραγματογνώμονα και αναφέρονται στην έκθεσή του δεν προσκομίζονται. Επομένως η φωτοερμηνεία που πραγματοποίησαν ο πραγματογνώμονας και ο Π δεν κρίνονται αξιόπιστες, εφόσον διαψεύδονται τα πορίσματά τους και από την απλή επισκόπηση των προσκομιζομένων δύο αεροφωτογραφιών, από την οποία προκύπτουν όσα αναφέρονται στη φωτοερμηνεία του Ν.

Περαιτέρω από το επικολλημένο στις αεροφωτογραφίες αυτές διαφανές, σε συνδυασμό με το σχεδιάγραμμα που επισυνάπτεται στην αγωγή, προκύπτει σε σχέση με τα ακίνητα 1, 2, 3, 5, 12 και 14 της αγωγής, ότι τα τμήματα 1, 2, 3 που βρίσκονται δεξιά του ρέματος, δεν έφθαναν ποτέ μέχρι την οριογραμμή του καθορισθέντος αιγιαλού, αλλά ότι αντίθετα περιλήφθηκε σ'αυτά τμήμα του αιγιαλού που αφέθηκε εκτός του καθορισμού, το ίδιο δε συμβαίνει και με το τμήμα 12, που βρίσκεται αριστερά του ρέματος, ενώ το τμήμα 14, που επίσης βρίσκεται αριστερά του ρέματος, φθάνει ακριβώς μέχρι την οριογραμμή και δεν επεκτείνεται εντός του αιγιαλού.

Εντός του καθορισθέντος αιγιαλού βρίσκεται μικρό μέρος του τμήματος με αριθ. 5 της αγωγής, που βρίσκεται δίπλα και δεξιά του ρέματος, καθώς και του τμήματος 7, που βρίσκεται αριστερά του ρέματος και περίπου στο μέσον της οριογραμμής, εμβαδού, αντίστοιχα, 254 τ.μ. και 306 τ.μ. περίπου, ενώ η τρίτη εσοχή εντός του αιγιαλού αφορά το τμήμα 11, που κατά τα ανωτέρω περιήλθε στην ενάγουσα λόγω απαλλοτρίωσης, στην οποία όμως δεν συμπεριλήφθηκε τμήμα του ορισθέντος αιγιαλού, και τα τμήματα 8 και 10, τα οποία αγόρασε μεν η ενάγουσα μετά το διοικητικό καθορισμό, στα όρια όμως που καθορίσθηκαν με τον κτηματολογικό πίνακα της απαλλοτρίωσης, στα οποία δεν περιλαμβάνεται τμήμα του αιγιαλού.

Σύμφωνα με τα περιστατικά αυτά, το επίδικο ακίνητο βρέχεται από τις μέγιστες και συνηθισμένες αναβάσεις των κυμάτων επ'αυτού και αποτελεί τμήμα του αιγιαλού, εκτός των δύο τμημάτων των 5 και 7 ακινήτων, που αναφέρθηκαν παραπάνω. Η κατασκευή του τοιχίου από την ενάγουσα το έτος 1994 ανακόπτει πλέον τον κυματισμό, τα ίχνη όμως και η έντασή του εμφαίνονται στις προσκομιζόμενες από το εναγόμενο φωτογραφίες, δηλαδή εμφαίνεται διάβρωση του τοιχίου και η συσσώρευση της άμμου στη βάση του, ενώ αυτή εισέρχεται μεταφερόμενη από τα κύματα εντός του επιδίκου στο σημείο όπου έχει δημιουργηθεί άνοιγμα για τη λειτουργία αγωγού απορροής υδάτων.

Η ύπαρξη δέντρων και φυτών κατά μήκος, εντός του τοιχίου και κατά μήκος αυτού, αλλά και ορισμένων φυτών εκτός του τοιχίου και παραπλεύρως αυτού, που εμφαίνεται στις επισυναπτόμενες στην έκθεση Π φωτογραφίες, συνίσταται σε δέντρα και φυτά που φύονται μόνα τους πλησίον της θάλασσας και σε φυτά που φυτεύονται με ανθρώπινη επέμβαση.

Σύμφωνα με τα παραπάνω περιστατικά που αποδείχθηκαν, η ενάγουσα δεν απέκτησε με παράγωγο τρόπο την κυριότητα των τμημάτων των 4, 6, 8, 9, 10, 11 και 13 ακινήτων της αγωγής ως προς το μέρος αυτών που βρίσκεται βόρεια της οριογραμμής του αιγιαλού, εφόσον η κυριότητα του μέρους αυτού των αντίστοιχων ακινήτων δεν μεταβιβάσθηκε σ' αυτήν με τη διενεργηθείσα υπέρ αυτής απαλλοτρίωση και τους παράγωγους τρόπους που αναφέρθηκαν, ενώ μετά τον καθορισμό του αιγιαλού δεν μπορούσε να αποκτήσει τέτοιο δικαίωμα με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας, εφόσον τέτοια δεν χωρεί σε κοινόχρηστο πράγμα".

Με βάση τις πραγματικές αυτές παραδοχές το Εφετείο έκρινε, κατ'αποδοχή της σχετικής ενστάσεως του αναιρεσιβλήτου εναγομένου, ότι το επίδικο ακίνητο, πλην των δύο τμημάτων του με αριθμούς 5 και 7, δεν εμπίπτει στους τίτλους κυριότητας της αναιρεσείουσας, αλλά αποτελεί τουλάχιστον από το έτος 1970 τμήμα του αιγιαλού, διότι βρέχεται από τις μέγιστες και συνήθεις αναβάσεις των κυμάτων, ότι ως εκ τούτου δεν μπορούσε έκτοτε να καταστεί αντικείμενο ιδιωτικής κτήσης και νομής και κατά συνέπεια η αναιρεσείουσα δεν απέκτησε επ'αυτού κυριότητα με τους επικαλούμενους στην αγωγή παράγωγους τρόπους, αλλ'ούτε και με έκτακτη χρησικτησία, αφού τέτοια δεν χωρεί σε κοινόχρηστο πράγμα, όπως είναι και ο αιγιαλός, ακολούθως δε, αφού δέχθηκε την έφεση του αναιρεσιβλήτου και εξαφάνισε την απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου που είχε κρίνει αντιθέτως, απέρριψε ως αβάσιμη την αγωγή της αναιρεσείουσας.

Κρίνοντας έτσι το Εφετείο δεν παραβίασε την ουσιαστική διάταξη του άρθρου 1 του α.ν. 2344/1940, την οποία ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε, ενώ δεν στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση, αφού για το ουσιώδες ζήτημα της συνδρομής των περιστατικών που, κατά την άνω διάταξη, είναι αναγκαία για το χαρακτηρισμό του επιδίκου ακινήτου ως αιγιαλού, διέλαβε σ' αυτήν πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, οι οποίες επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή εφαρμογή της εν λόγω διάταξης.

Επομένως, ο πέμπτος λόγος της αίτησης αναίρεσης, από το άρθρο 559 αριθ.1 α και 19 του ΚΠολΔ, με τον οποίο προβάλλονται οι αιτιάσεις για παραβίαση από το Εφετείο του άρθρου 1 του άνω α.ν. 2344/1940 και για έλλειψη νόμιμης βάσης της πληττόμενης απόφασης, λόγω ανεπαρκών και αντιφατικών αιτιολογιών ως προς το ζήτημα του χαρακτηρισμού του επιδίκου ακινήτου ως τμήματος του αιγιαλού, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.

Με τον ίδιο λόγο της αίτησης αναίρεσης αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι από το άθρο 559 αριθμ.19 ΚΠολΔ αιτιάσεις, ότι το Εφετείο αναφορικά με το ανωτέρω ουσιώδες για την έκβαση της δίκης ζήτημα του χαρακτηρισμού του επιδίκου ακινήτου ως τμήματος του αιγιαλού διέλαβε στην απόφασή του ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες, διότι " α) υιοθέτησε ως προς την ένταση των ανέμων στην περιοχή του επιδίκου τα διαλαμβανόμενα στο ...

έγγραφο της Υδρογραφικής Υπηρεσίας Πολεμικού Ναυτικού, που υπογράφει ο υποναύαρχος Ν, ότι δηλαδή ο άνεμος 6 Μποφώρ δεν είναι ο συνήθης μέγιστος, αφού η συχνότητα εμφάνισης ανέμου 8 Μποφώρ μπορεί να γίνεται με διάρκεια μισής ή μιας ώρας κάθε 15-30 ημέρες και θεωρείται συνήθης και αρκετός ώστε να προκαλεί το μέγιστο συνήθη κυματισμό, ενώ η υποθετική αυτή πιθανολόγηση δεν είναι ικανή για απόδειξη της πνοής εκεί μέγιστου συνήθους ανέμου 8 Μποφώρ β) στήριξε την κρίση του για τον καθορισμό του αιγιαλού στο ...

έγγραφο του υποναυάρχου Ν περί ερμηνείας των συνημμένων σ'αυτό αεροφωτογραφιών των ετών 1945 και 1959, ενώ τα στοιχεία αυτά ήταν απρόσφορα για τον καθορισμό του αιγιαλού γ) δέχθηκε ότι η αρμόδια διοικητική επιτροπή, που με την από 19-5-1969 έκθεσή της όρισε τη γραμμή του αιγιαλού και περιέλαβε σ'αυτόν το επίδικο ακίνητο, έλαβε υπόψη της περισσότερα στοιχεία από εκείνα που έλαβε υπόψη ο πραγματογνώμονας, ενώ τα περισσότερα αυτά στοιχεία προέρχονται από τα παραπάνω αναφερόμενα δύο έγγραφα δ) δέχθηκε ότι η χερσαία ζώνη που καθόρισε η αρμόδια επιτροπή αποτελεί αιγιαλό, επειδή συγκεντρώνει όλα τα προς τούτο φυσικά στοιχεία που απαιτεί ο νόμος και μάλιστα από το έτος 1945 τουλάχιστον, χωρίς να εξηγεί ποια είναι τα στοιχεία αυτά και αν υφίσταντο κατά τον κρίσιμο χρόνο καθορισμού του αιγιαλού (έτος 1969), ε) δέχθηκε ότι στο ...

έγγραφο αναφέρονται εξέχοντα τμήματα με ίχνη νομής και βλάστησης, τα οποία η επιτροπή θεώρησε ως προερχόμενα από επιχωμάτωση, χωρίς να εξηγεί πώς και γιατί συνέβη η επιχωμάτωση στ) δέχθηκε ότι η φωτοερμηνεία που πραγματοποίησαν ο τεχνικός σύμβουλος της αναιρεσείουσας και ο πραγματογνώμονας δεν κρίνονται αξιόπιστες γιατί τα πορίσματά τους διαψεύδονται από την απλή επισκόπηση των συνημμένων στην φωτοερμηνεία Ν αεροφωτογραφιών των ετών 1945 και 1959, χωρίς να αναζητήσει, αναβάλλοντας τη δίκη, τις κρίσιμες στην προκειμένη περίπτωση αεροφωτογραφίες των ετών 1968, 1967 και 1960, ζ) δέχθηκε ότι η κατασκευή του τοιχίου από την αναιρεσείουσα κατά το έτος 1994 ανακόπτει πλέον τον κυματισμό, τα ίχνη όμως και η έντασή του εμφαίνονται στις προσκομιζόμενες από το αναιρεσίβλητο φωτογραφίες, δηλαδή εμφαίνεται η διάβρωση του τοιχίου και η συσσώρευση της άμμου στη βάση του και ότι αυτή εισέρχεται μεταφερόμενη από τα κύματα εντός του επιδίκου, ενώ η διάβρωση κάθε κατασκευής επέρχεται από τη διακινούμενη με τον άνεμο αλμύρα και η άμμος μεταφέρεται με τον ίδιο τρόπο σε μεγάλες αποστάσεις, η) δέχθηκε το κατατεθέν από τη μάρτυρα του αναιρεσιβλήτου ότι αν δεν υπήρχε το ανωτέρω τοιχίο η θάλασσα θα συνέχιζε στην ξηρά για 10-15 μέτρα πέραν αυτού, ενώ το επιχείρημα αυτό είναι ανεπαρκές και θ) δέχθηκε την ύπαρξη δέντρων και φυτών εντός του τοιχίου και κατά μήκος αυτού, αλλά και ορισμένων εκτός αυτού, ενώ η υπό στοιχ.ζ παραδοχή για διάβρωση του τοιχίου από τους κυματισμούς και για συσσώρευση άμμου στη βάση του του τοιχείου αποκλείει να φύεται ο,τιδήποτε εκτός του τοιχίου.

Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι οι παραπάνω αιτιάσεις ανάγονται αποκλειστικά στην εκτίμηση, στάθμιση και αξιολόγηση των αποδείξεων από το δικαστήριο της ουσίας και στην αιτιολόγηση του αποδεικτικού του πορίσματος, η οποία δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, εφόσον το πόρισμα που έχει εξαχθεί από τις αποδείξεις, ότι δηλαδή το επίδικο ακίνητο, εκτός των τμημάτων των 5 και 7 ακινήτων, βρέχεται από τις μέγιστες και συνηθισμένες αναβάσεις των κυμάτων και έτσι αποτελεί τμήμα του αιγιαλού, διατυπώνεται στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση με πληρότητα και σαφήνεια.

Ο ίδιος λόγος της αίτησης αναίρεσης, ως προς την προβαλλόμενη με αυτόν αιτίαση, ότι το Εφετείο κατά παραβίαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας έκρινε ότι το επίδικο βρέχεται από τις μέγιστες και συνηθισμένες αναβάσεις των κυμάτων, είναι απορριπτέος προεχόντως ως αόριστος, διότι δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο ποια είναι τα διδάγματα της κοινής πείρας που χρησιμοποιήθηκαν για την υπαγωγή στον κανόνα του άρθρου 1 του α.ν. 2344/1940 των πραγματικών γεγονότων.

Περαιτέρω:

α) Με τον πρώτο λόγο της αίτησης αναίρεσης προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο, με το να δεχθεί ότι "από τη δημοσίευση στο ΦΕΚ (20-3-1970) της από 19-5-1969 έκθεσης της αρμόδιας επιτροπής και του συνοδεύοντος αυτήν τοπογραφικού και υψομετρικού διαγράμματος, το επίδικο ακίνητο περιελήφθη στον αιγιαλό και απαλλοτριώθηκε αναγκαστικά, η δε κυριότητά του περιήλθε έκτοτε, χωρίς την καταβολή αποζημίωσης, στο αναιρεσίβλητο, κατ'εφαρμογή των διατάξεων των παρ.1 και 3 του άρθρου 4 του α.ν. 2344/1940, οι οποίες, κατά την αναιρεσείουσα, αντίκεινται προς τις διατάξεις του άρθρου 17 παρ. 2 και 4 εδ.2 και του άρθρου 20 παρ. 1 του ισχύοντος Συντάγματος", παραβίασε τις συνταγματικές αυτές διατάξεις και β) με το δεύτερο λόγο της αίτησης αναίρεσης προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο, με το να δεχθεί ότι "με τη δημοσίευση στις 20-3-1970 των στοιχείων καθορισμού του αιγιαλού, απαλλοτριώθηκαν αναγκαστικά τμήματα του επιδίκου ακινήτου, με δυνατότητα έκτοτε καθορισμού της αποζημίωσης, σύμφωνα με τις διατάξεις των παρ.1 και 3 του άρθρου 4 του α.ν. 2344/1940", παραβίασε τη διάταξη του άρθρου 11 παρ. 2 του ν.δ. 797/1971, η οποία προβλέπει ότι η αναγκαστική απαλλοτρίωση θεωρείται ως αυτοδικαίως ανακληθείσα εάν εντός τριετίας από την κήρυξή της δεν καθοριστεί δικαστικώς ή εξωδίκως η προσωρινή ή η οριστική αποζημίωση.

Αμφότεροι οι λόγοι αυτοί αναιρέσεως, από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, πρέπει να απορριφθούν, προεχόντως, ως στηριζόμενοι σε εσφαλμένη προϋπόθεση, διότι το Εφετείο, όπως προκύπτει από τις προδιαληφθείσες σαφείς παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, δέχθηκε, ως προς μεν όλα τα υπόλοιπα, πλην των με αριθμούς 5 και 7, τμήματα που απαρτίζουν το επίδικο ακίνητο την ύπαρξη κυριότητας του αναιρεσιβλήτου από το έτος 1970, με βάση την ιδιότητα που είχαν αυτά έκτοτε ως τμήματα του καθορισθέντος αιγιαλού, δηλαδή ως βρεχόμενα από τις μέγιστες πλην συνήθεις αναβάσεις των κυμάτων, ως προς δε τα με αριθμούς 5 και 7 τμήματα αυτού ότι η άσκηση του ενδίκου δικαιώματος της αναιρεσείουσας για αναγνώριση της κυριότητάς της σ'αυτά είναι, κατ' άρθρο 281 ΑΚ, καταχρηστική.

ΕΠΕΙΔΗ, με τον τρίτο, μέρος πρώτο, λόγο της αίτησης αναίρεσης προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από το άρθρο 559 αριθ.8 εδ. α' του ΚΠολΔ πλημμέλεια, ότι το Εφετείο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και ειδικότερα τον μη προταθέντα από το αναιρεσίβλητο εναγόμενο ισχυρισμό (ένσταση) περί καταχρηστικής άσκησης του ενδίκου δικαιώματος της αναιρεσείουσας.

Όπως, όμως, προκύπτει από την επισκόπηση των κατά την πρώτη πρωτοβάθμια συζήτηση της υπόθεσης προτάσεων του αναιρεσιβλήτου, αυτό πρόβαλε παραδεκτά την ένσταση περί καταχρηστικής ασκήσεως του δικαιώματος της αναιρεσείουσας, την ένστασή του δε αυτή νομίμως επανέφερε με τις προτάσεις του στο Εφετείο, το οποίο και παραδεκτώς την ερεύνησε, μετά την εξαφάνιση της πρωτόδικης απόφασης και την εξέταση από αυτό κατ'ουσίαν της αγωγής, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 535 παρ.1 του ΚΠολΔ.

Ενόψει αυτών ο υπό εξέταση λόγος της αίτησης αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. -ΕΠΕΙΔΗ, κατά τη διάταξη του άρθρου 561 παρ.1 ΚΠολΔ, η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας πραγματικών γεγονότων και ιδιαίτερα του περιεχομένου εγγράφων δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, εκτός αν παραβιάσθηκαν κανόνες δικαίου, στους οποίους συμπεριλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί ή αν υπάρχει λόγος αναίρεσης κατά το άρθρο 559 αριθ. 19 και 20 του ίδιου Κώδικα.

Στην προκειμένη περίπτωση με τον τρίτο λόγο, μέρος δεύτερο, της αίτησης αναίρεσης η αναιρεσείουσα, υπό την επίκληση του αναιρετικού λόγου από το άρθρο 559 αριθ.1 ΚΠολΔ, προβάλλει κατά της προσβαλλόμενης απόφασης την αιτίαση ότι το Εφετείο παραβίασε τη διάταξη του άρθρου 281 του ΑΚ, καθόσον, αναφορικά με την από το άρθρο αυτό ένσταση, δέχθηκε ότι " η ενάγουσα, παρότι η σχετική διαδικασία καθορισμού του αιγιαλού κινήθηκε με αίτηση του δικαιοπαρόχου της, ουδέποτε τον προσέβαλε τον καθορισμό αυτό, ως γενόμενο από πλάνη, ούτε αξίωσε δικαιώματα από την κηρυχθείσα απαλλοτρίωση, αναγγέλλοντας αυτά στον Υπουργό Οικονομικών εντός της οριζόμενης εξάμηνης προθεσμίας, αντίθετα τον αποδέχθηκε, όπως συνάγεται από το ότι ανήγειρε κατά τα έτη 1973-1975 όλα τα οικοδομήματα και όλες τις σταθερές εγκαταστάσεις που εξυπηρετούν την ξενοδοχειακή της μονάδα στο εκτός αιγιαλού ακίνητό της, ενώ δεν ανήγειρε οτιδήποτε εντός των πιο πάνω τμημάτων του επιδίκου, ούτε προέβη σε οποιαδήποτε άλλη πράξη που να δηλώνει την άσκηση φυσικής εξουσίας σ'αυτά μέχρι το 1993 περίπου, ήτοι για διάστημα 23 ετών, κατά το οποίο και ανέχθηκε χωρίς διαμαρτυρία την κοινή χρήση τους από λουομένους, ως τμημάτων του αιγιαλού", ενώ τα περιστατικά αυτά είναι αβάσιμα και επιπλέον είναι κοινώς γνωστό ότι τα οικοδομήματα και οι σταθερές εγκαταστάσεις τοποθετούνται όσο το δυνατόν μακρύτερα από τη θάλασσα για να αποφευχθεί η διάβρωσή τους από την αλμύρα, ενώ η πισίνα που δεν βλάπτεται από την αλμύρα τοποθετήθηκε πλησίον του αιγιαλού..

Η αιτίαση, όμως, αυτή αναφέρεται αποκλειστικά στην εκτίμηση αποδείξεων και πραγματικών γεγονότων από το δικαστήριο της ουσίας, η οποία, σύμφωνα με την παραπάνω διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου.

Συνεπώς ο ανωτέρω λόγος της αίτησης αναίρεσης είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος.

ΕΠΕΙΔΗ, κατά το άρθρο 559 αριθ. 11 περίπτωση γ' του ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης της απόφασης και όταν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Για την ίδρυση του λόγου αυτού αναίρεσης αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για το αν πράγματι λήφθηκαν υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, τα οποία το δικαστήριο έχει υποχρέωση να λαμβάνει υπόψη, σύμφωνα με τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 335, 338, 339, 340 και 346 Κ.Πολ.Δ.

Καμιά, ωστόσο, διάταξη δεν επιβάλλει την ειδική μνεία και την ειδική αξιολόγηση καθενός από τα αποδεικτικά μέσα, αλλά αρκεί η γενική βεβαίωση του δικαστηρίου της ουσίας ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα κατ' είδος μόνο αναφερόμενα αποδεικτικά μέσα. Μόνο αν από τη γενική αυτή αναφορά σε συνδυασμό με το όλο περιεχόμενο της απόφασης, δεν καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο ότι λήφθηκε υπόψη κάποιο συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο, στοιχειοθετείται ο λόγος αυτός αναίρεσης.

Στην προκειμένη περίπτωση με τον τέταρτο λόγο της αίτησης αναίρεσης η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την από το άρθρο 559 αριθ. 11 περ. γ' του ΚΠολΔ πλημμέλεια, ότι το Εφετείο, για το σχηματισμό του αποδεικτικού του πορίσματος, με βάση το οποίο έκρινε ότι το επίδικο ακίνητο αποτελεί τμήμα του αιγιαλού, όπως τα όρια αυτού καθορίστηκαν με την από 19-5-1969 έκθεση της αρμόδιας διοικητικής επιτροπής, δεν έλαβε υπόψη του αποδεικτικά μέσα που η αναιρεσείουσα επικαλέσθηκε και προσκόμισε και συγκεκριμένα την πιο πάνω έκθεση της επιτροπής, τα συνημμένα σ'αυτήν από 27-2-1969 διαγράμματα, την υπ'αριθμ. 412/15-1-1969 κυρωτική απόφαση του Νομάρχη Ηρακλείου και το ΦΕΚ Δ/56/20-3-1970, στο οποίο αυτά δημοσιεύθηκαν.

Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος , διότι από την προσβαλλόμενη απόφαση και ειδικότερα από την περιεχόμενη σ' αυτήν βεβαίωση ότι λήφθηκαν υπόψη, πλην άλλων αποδεικτικών μέσων, όλα τα έγγραφα που επικαλούνται και νόμιμα προσκομίζουν οι διάδικοι, αλλά και την ειδική μνεία καθενός από τα παραπάνω έγγραφα στην απόφαση, σε συνδυασμό με τις προαναφερόμενες σκέψεις που αυτή περιέχει για τη στήριξη του αποδεικτικού της πορίσματος, δεν καταλείπεται καμιά απολύτως αμφιβολία ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε με τις υπόλοιπες αποδείξεις και τα έγγραφα αυτά.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 20-5-2008 αίτηση της ανώνυμης εταρείας με την επωνυμία "Χ Α Ε" για αναίρεση της υπ' αριθμ.130/2008 απόφασης του Εφετείου Κρήτης.

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσιβλήτου τα οποία ορίζει σε τριακόσια (300 ) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 2 Φεβρουαρίου 2010.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 8 Ιουλίου 2010.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ