Legislator Case Law & Legislation
1334/2007 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against commercial contract dispute verdict due to lack of evidence for alleged breach.

Case Number 1334/2007
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the Second Instance Court's decision in a commercial contract dispute. The appellant argued that the lower courts failed to consider a claimed contractual obligation to supply specific pharmaceutical quantities, while the respondent maintained that no such binding agreement existed. The court rejected these claims, finding the lower courts correctly assessed the facts and applied the law without error.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559(1), 559(8), 559(9) of the Code of Civil Procedure; The appellate court must reject an appeal if the lower court's decision is based on a correct assessment of the facts and applicable law, and if the appellant's allegations regarding omitted evidence or erroneous legal application are unfounded.

Keywords

AI generated
commercial contract dispute appellate review standards evidence assessment contractual obligation pharmaceutical supply civil procedure appeal unfounded appeal

Cited Legislation

AI generated
Article 216(1)(a) of the Code of Civil Procedure
Article 111(2) of the Code of Civil Procedure
Article 559(14) of the Code of Civil Procedure
Article 559(8) of the Code of Civil Procedure
Article 559(1) of the Code of Civil Procedure
Article 559(19) of the Code of Civil Procedure
Article 559(9) of the Code of Civil Procedure
Article 578 of the Code of Civil Procedure
Article 234 of the Treaty on European Union
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1334 / 2007 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 1334/2007

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές : Δημήτριο Λοβέρδο, Αντιπρόεδρο, Γεώργιο Καλαμίδα, Δημήτριο Κανελλόπουλο, Διονύσιο Γιαννακόπουλο και Χαράλαμπο Παπαηλιού, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 26 Φεβρουαρίου 2007, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Γιαννέλη, για να δικάσει μεταξύ :

Της αναιρεσείουσας : Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "Κ. Π. Μαρινόπουλος ανώνυμος εταιρεία εμπορίας και διανομής φαρμακευτικών προϊόντων", που εδρεύει στη Μεταμόρφωση Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξούσιους δικηγόρους της Γεώργιο Παπαϊωάννου και Ιάσονα Καχρινάμη.

Της αναιρεσίβλητης : Εταιρείας περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία "ΣΕΡΒΙΕ ΕΛΛΑΣ ΦΑΡΜΑΚΕΥΤΙΚΗ Ε.Π.Ε.", που εδρεύει στη Ν. Σμύρνη Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ευάγγελο Θωμαϊδη.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 28-1-2003 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις : 5857/2003 οριστική του ίδιου δικαστηρίου και 2883/2004 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 15 Ιουλίου 2005 αίτησή της και τους από 14 Μαρτίου 2006 πρόσθετους λόγους αυτής. Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Χαράλαμπος Παπαηλιού ανέγνωσε την από 14 Φεβρουαρίου 2007 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως και των προσθέτων λόγων αυτής. Οι πληρεξούσιοι της αναιρεσείουσας ζήτησαν την παραδοχή της αιτήσεως και των προσθέτων λόγων αναιρέσεως, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή τους και καθένας την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τη διάταξη του άρθρου 216 παρ. 1 εδ. α΄ ΚΠολΔ προκύπτει ότι η αγωγή πρέπει να περιέχει σαφή έκθεση των γεγονότων που τη θεμελιώνουν κατά το νόμο και δικαιολογούν την άσκηση της από τον ενάγοντα κατά του εναγομένου. Η έλλειψη τέτοιας εκθέσεως, που αφορά στην κατά το άρθρο 111 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ. προδικασία, καθιστά την αγωγή απαράδεκτη, ελέγχεται δε αναιρετικώς, με λόγο από το άρθρο 559 αριθμ. 14 του ΚΠολΔ.

Εξάλλου, αν το δικαστήριο έλαβε υπ΄ όψη του πραγματικά γεγονότα που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, αλλά δεν εκτίθενται στο δικόγραφο της αγωγής ή αντίθετα δεν έλαβε υπόψη του τέτοια γεγονότα, μολονότι εκτίθενται στην αγωγή, δίδεται λόγος αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθμ. 8 του ΚΠολΔ. Με τον πρώτο της αιτήσεως αναιρέσεως και τον πρώτον του δικογράφου των προσθέτων λόγων εκ του άρθρου 559 αριθμ. 8 λόγο, κατ΄ ορθή εκτίμηση, η αναιρεσείουσα προβάλλει την αιτίαση ότι η προσβαλλόμενη απόφαση παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και ειδικότερα τους αγωγικούς ισχυρισμούς που θεμελίωναν τη βάση της αγωγής της του αθέμιτου ανταγωνισμού, την οποία το δευτεροβάθμιο δικαστήριο την έκρινε αόριστη, όπως προηγουμένως την είχε κρίνει αόριστη και απορριπτέα και το πρωτοβάθμιο δικαστήριο.

Το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, δέχθηκε επί του ζητήματος αυτού τα ακόλουθα: "Η αγωγή, κατά το μέρος που επιχειρείται να θεμελιωθεί στο άρθρο 1 του ν. 146/1914 είναι αόριστη, όπως έκρινε και η εκκαλουμένη, επειδή δεν εκτίθενται σ΄ αυτή ποιοί είναι οι πελάτες της εκκαλούσας, είτε στην Ελλάδα, είτε στο εξωτερικό, προς τους οποίους η εφεσίβλητη πώλησε, με σκοπό να την ανταγωνιστεί με αθέμιτο τρόπο, ποσότητες του επίδικου φαρμάκου, κατά το ένδικο χρονικό διάστημα, πότε έγιναν οι πωλήσεις αυτές και ποιές ήταν οι ποσότητες που πωλήθηκαν".

Από την επισκόπηση της αγωγής προκύπτει ότι η αναιρεσείουσα επικαλείται μεν σ΄ αυτήν ότι η αναιρεσίβλητη είχε προβεί σε πωλήσεις του φαρμακευτικού ιδιοσκευάσματος COVERSYL στις αλλοδαπές εταιρείες με τις επωνυμίες ΟPD LTD PARAVOVA A/S, αναφέρουσα και τα τεμάχια τα οποία πώλησε σ΄ αυτές, πλην όμως οι πωλήσεις αυτές αφορούσαν το χρονικό διάστημα από τον Σεπτέμβριο του 2000 έως τον Ιούλιο του 2002, κατά το οποίο διάστημα δεν υπήρχε κάποια διαφορά στις μεταξύ των διαδίκων εμπορικές συναλλαγές, οι δε πράξεις αθεμίτου ανταγωνισμού από μέρους της αναιρεσίβλητης, έχουν ως χρονική αφετηρία, κατά τα εκτιθέμενα στην αγωγή, τον Οκτώβριο του έτους 2002 από τον οποίο μήνα και μετέπειτα δεν γίνεται αναφορά στην αγωγή τέτοιων πωλήσεων.

Επομένως, ορθώς κρίθηκε από το Εφετείο αόριστη η αγωγή, κατά την προαναφερόμενη βάση, και ο ως άνω αντίθετος λόγος αναιρέσεως είναι αβάσιμος.

Σύμφωνα με το άρθρο 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίον περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο, ελληνικό ή ξένο, εσωτερικό ή διεθνούς δικαίου. Εξάλλου, κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθμ. 19 Κ.Πολ.Δ., λόγος αναιρέσεως για έλλειψη νόμιμης βάσης ιδρύεται όταν από τις αιτιολογίες της αποφάσεως δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είναι αναγκαία για την κρίση του δικαστηρίου στη συγκεκριμένη περίπτωση περί της συνδρομής των νόμιμων όρων και προϋποθέσεων της διατάξεως που εφαρμόστηκε ή περί της μη συνδρομής τούτων, που αποκλείει την εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση έχει ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες ως προς το νομικό χαρακτηρισμό των περιστατικών που έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (Ολ.

ΑΠ 28/1997, Ολ. ΑΠ 30/1997). Με τους δεύτερο και τρίτο και δεύτερο λόγους της αιτήσεως αναιρέσεως και του δικογράφου των προσθέτων λόγων αντίστοιχα, η αναιρεσείουσα προβάλλει την αιτίαση ότι η προσβαλλόμενη απόφαση παραβίασε τις διατάξεις του ουσιαστικού δικαίου των άρθρων 1 και 2 του ν. 703/1977 και των άρθρων 28, 29, 81 και 82 της ΣυνθΕΚ και περαιτέρω, στερείται αιτιολογιών, άλλως έχει ασαφείς και ανεπαρκείς αιτιολογίες επί ζητημάτων που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Από την προσβαλλόμενη απόφαση, προκύπτει ότι αυτή δέχθηκε ανελέγκτως, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά : "Η εκκαλούσα έχει αντικείμενο την εμπορία φαρμάκων, φαρμακευτικών προϊόντων, καλλυντικών, χημικών προϊόντων, εν γένει ιατρικών ειδών, καθώς και κάθε συναφούς είδους που αποτελεί αντικείμενο εργασιών των φαρμακείων.

Στα πλαίσια αυτής της επιχειρηματικής της δραστηριότητας συναλλάσσεται με διάφορες φαρμακοβιομηχανίες στην Ελλάδα, ημεδαπές ή θυγατρικές αλλοδαπών, από τις οποίες προμηθεύεται διάφορα προϊόντα προς εμπορία-μεταπώληση, τόσο στην εγχώρια αγορά, όσο και στην αλλοδαπή. Η εφεσίβλητη είναι θυγατρική της εταιρείας "SERVIER SAS", η οποία εδρεύει στη Γαλλία, και της οποίας τα φάρμακα εισάγει και πωλεί στην Ελληνική αγορά.

Ως προς τις ποσότητες των φαρμάκων που διακινεί και διαθέτει στην Ελλάδα η εφεσίβλητη έχει εφαρμογή το άρθρο 29 παρ. 2 του ν. 1316/1983, το οποίο ορίζει ότι "κάθε δικαιούχος άδειας κυκλοφορίας φαρμακευτικών προϊόντων έχει υποχρέωση να εφοδιάζει κανονικά την αγορά με τα προϊόντα που εισάγει ή παράγει". Εδώ και πολλά χρόνια, και συγκεκριμένα πριν από το έτος 1990, η εκκαλούσα προμηθεύεται από την εφεσίβλητη διάφορα φαρμακευτικά προϊόντα, μεταξύ των οποίων και το φαρμακευτικό ιδιοσκεύασμα COVERSYL 4 MG 30 Τ ABS, το οποίο λαμβάνεται κατά της υπέρτασης, και το οποίο διανέμεται αποκλειστικά από την τελευταία.

Από το έτος 1997 και μετά, ο καθορισμός της τιμής των εισαγόμενων φαρμάκων, μεταξύ των οποίων και το παραπάνω, γινόταν σύμφωνα με τη χαμηλότερη προς το χονδρέμπορο τιμή πώλησής τους στις χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης, με συνέπεια, τα φάρμακα που διακινούνταν στην Ελλάδα να είναι φθηνότερα απ' ότι στις άλλες χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης, όπου επίσης οι τιμές ήταν, τουλάχιστον στις περισσότερες απ' αυτές, κρατικά διαμορφωμένες.

Η διαφορά αυτή στις τιμές των φαρμάκων ώθησε την εκκαλούσα, όπως και άλλες εγχώριες φαρμακαποθήκες, να αυξάνει συνεχώς τις παραγγελίες της προς την εφεσίβλητη προκειμένου να εξάγει μέρος των φαρμάκων στις χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης, όπου μπορούσε να τα διαθέσει με πολύ μεγαλύτερο ποσοστό κέρδους απ' αυτό που επέβαλε η Ελληνική νομοθεσία, αποκομίζοντας, έτσι, υψηλότερα κέρδη.

Συγκεκριμένα, η εκκαλούσα αγόραζε από την εφεσίβλητη το ένδικο φάρμακο COVERSYL 4MG 30 TABS στην τιμή των 10, 85 ευρώ και το μεταπωλούσε στις χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης στην τιμή των 12, 75 έως 13, 73 ευρώ, ενώ η υποχρεωτική τιμή διάθεσής του στην Ελλάδα ήταν 11.90 ευρώ. Μέχρι το μήνα Σεπτέμβριο του έτους 2002 η εφεσίβλητη ικανοποιούσε πλήρως τις συνεχώς αυξανόμενες παραγγελίες της εκκαλούσας, το μεγαλύτερο μέρος των οποίων η τελευταία διέθετε στις χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Κατά τον πιο πάνω μήνα όμως, η μητρική εταιρεία της εφεσίβλητης αποφάσισε να αναδιαρθρώσει το δίκτυο διανομής των προϊόντων της στις Ευρωπαϊκές χώρες, όπου τα διέθετε μέσω των κατά τόπους θυγατρικών εταιρειών της, και να διαθέτει σε κάθε χώρα μόνο τις ποσότητες που ήταν απαραίτητες για την κάλυψη των αναγκών της εσωτερικής αγοράς της καθεμιάς με βάση την εθνική συνταγογραφία, όπως οι ποσότητες αυτές πιστοποιούνταν κάθε μήνα από τον οργανισμό IMS ο οποίος ασχολείται με την παρακολούθηση της φαρμακευτικής αγοράς παγκοσμίως και εκδίδει εκθέσεις που περιγράφουν την κατανάλωση φαρμάκων σε κάθε χώρα.

Την απόφαση αυτή την πήρε η μητρική εταιρεία της εφεσίβλητης: α) για να περιορίσει την απώλεια κερδών που είχε από την εξαγωγική δραστηριότητα τόσο των ελληνικών φαρμακαποθηκών, μεταξύ των οποίων ήταν και η εκκαλούσα, όσο και των φαρμακαποθηκών άλλων χωρών, στις οποίες, λόγω της κρατικής διατίμησης, η τιμή των φαρμάκων ήταν πολύ χαμηλότερη σε σχέση με άλλες χώρες, με αποτέλεσμα να μειώνονται τα κέρδη της στις χώρες όπου τα φάρμακα είχαν υψηλή τιμή, αφού οι εκεί χονδρέμποροι δεν αγόραζαν από τις θυγατρικές της εταιρείες με βάση την εκεί τιμή διατίμησης, αλλά από τις εν λόγω φαρμακαποθήκες, οι οποίες πωλούσαν τα φάρμακα πιο φθηνά, και β) για να αντιμετωπίσει τα προβλήματα που δημιουργήθηκαν εξαιτίας του παραπάνω παράλληλου εμπορίου στον προγραμματισμό της παραγωγής των προϊόντων της και του τρόπου της διάθεσής τους, δεδομένου ότι δεν μπορούσε να καθορίσει ποιες ποσότητες θα διέθετε σε κάθε χώρα με βάση την πραγματική εγχώρια ζήτηση, αφού οι ποσότητες που καλούνταν να διαθέσει σε κάθε αγορά δεν αντιστοιχούσαν, λόγω των σημειουμένων "επανεξαγωγών", στην εγχώρια ζήτηση, αλλά ήταν μεγαλύτερες ή μικρότερες, αλλά και λόγω της εξάντλησης των περιθωρίων της παραγωγικής δυνατότητά της.

Ύστερα από την παραπάνω απόφαση της μητρικής της εταιρείας, και τη συνακόλουθη μείωση των φαρμάκων που εκείνη της προμήθευε, η εφεσίβλητη εφάρμοσε από τον Οκτώβριο του έτους 2002 νέο σύστημα διανομής στην Ελλάδα του επίδικου φαρμάκου. Σύμφωνα μ αυτό, ανέλαβε να το διαθέσει στα νοσοκομεία και τα φαρμακεία απεριορίστως, σε όσες ποσότητες και αν της ζητούσαν, και σε όλες τις φαρμακαποθήκες, μεταξύ των οποίων και στην εκκαλούσα, σε ποσότητα που αντιστοιχούσε σε ποσοστό της συνολικά διατιθέμενης απ' αυτήν (εφεσίβλητη) ποσότητα, το οποίο (ποσοστό) προέκυπτε (ως μαθηματικός λόγος-πηλίκο) σύνολο των αγορών των άλλων φαρμάκων παραγωγής ή εισαγωγής της (εκτός του επίδικου φαρμάκου), που πραγματοποιούσε κάθε φαρμακαποθήκη, σε σχέση με το σύνολο των πωλήσεων των άλλων φαρμάκων της εφεσίβλητης προς αυτή.

Η διάθεση δε γινόταν σε ενιαία τιμή για όλους τους πελάτες της. Με τον τρόπο αυτό η εφεσίβλητη επιδίωξε να εξασφαλίσει τον ομαλό εφοδιασμό των φαρμακείων της Ελλάδας, από τα οποία γινόταν δέκτης παραπόνων για ελλείψεις του επίδικου φαρμάκου, η οποία όμως ήταν αδικαιολόγητη και οφειλόταν στις "επανεξαγωγές" του που απορροφούσαν ακόμα και τις ποσότητες που προορίζονταν για τις εγχώριες ανάγκες, και να αντιμετωπίσει δίκαια όλους τους πελάτες της, συμμορφούμενη, έτσι, και στην υποχρέωση που της επέβαλε σχετικά το άρθρο 29 του ν. 1316/83.

Όπως προκύπτει από τους πίνακες εισαγωγής του επίδικου φαρμάκου που προσκομίζει η εφεσίβλητη, οι εισαγωγές του τελευταίου κατά τα ένδικα έτη 2001-2002 ανήλθαν σε 2.568.697 τεμάχια συσκευασίας, έναντι 3.046.510 του προηγούμενου έτους 2000-2001, 2.166.785 του έτους 1999-2000, 1.678.052 του έτους 1998-1999 και 911.010 του έτους 1997-1998, από το οποίο εφαρμόσθηκε η διατίμηση της χαμηλότερης τιμής στην Ευρώπη.

Δηλαδή, η μείωση επήλθε μόνο ως προς τις υπέρογκες, λόγω των "επανεξαγωγών", συνολικές εισαγωγές του έτους 2000-2001. Όμως, παρά τη μείωση αυτή, οι ποσότητες του εν λόγω φαρμάκου στην Ελλάδα κατά το έτος 2002 και τα προηγούμενα έτη υπερκάλυπταν κατά πολύ τις εγχώριες ανάγκες, όπως προκύπτει από τις μετρήσεις του Οργανισμού IMS που προαναφέρθηκε.

Η εκκαλούσα ισχυρίζεται με την αγωγή της, όπως αναφέρθηκε, ότι η παραπάνω ενέργεια της αντιδίκου της να της μειώσει τις ποσότητες του επίδικου φαρμάκου, σε τρόπο ώστε να μην επαρκούν για την επανεξαγωγή του, αντίκειται στις διατάξεις του άρθρου 1 του ν. 146/1914, του άρθρου 1 του ν. 703/1977 και των άρθρων 281 και 919 του ΑΚ.

Ο ισχυρισμός όμως αυτός δεν είναι βάσιμος. Η άρνηση πώλησης του επίδικου. φαρμάκου προς την εκκαλούσα για επανεξαγωγή δεν ήταν αδικαιολόγητη, ούτε καταχρηστική, ούτε αντίθετη στα χρηστά ήθη. Όπως αναφέρθηκε, η μητρική εταιρεία της εφεσίβλητης επέλεξε να διακινήσει τα προϊόντα της στις χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης μόνο μέσω των εγκατεστημένων σ΄ αυτές θυγατρικών της εταιρειών, παραδίδοντάς τους ποσότητες ίσες μ΄ αυτές που αντιστοιχούσαν στη ζήτηση κάθε εγχώριας αγοράς.

Τούτο δε το έκανε, όχι για να παρακωλύσει, να περιορίσει ή να νοθεύσει τον ανταγωνισμό, αλλά για να προασπίσει τα οικονομικά της συμφέροντα, τα οποία σφετερίζονταν διάφοροι φαρμακέμποροι, μεταξύ των οποίων και η εκκαλούσα, με τη μέθοδο της "επανεξαγωγής", και να εξασφαλίσει την κάλυψη των επιτόπιων αναγκών των χωρών εισαγωγής των φαρμάκων, πράγμα που καθόλου δεν είναι αδικαιολόγητο και, συνακόλουθα, παράνομο.

Σε περίπτωση που κρινόταν ότι τούτο ήταν αδικαιολόγητο, θα ήταν δυνατόν να υποχρεωθεί η εφεσίβλητη να προμηθεύει στην εκκαλούσα απεριόριστες ποσότητες των προϊόντων της, όσες η τελευταία της ζητούσε, και, έτσι, να διακινείται μέσω αυτής όλο το εμπόριο των προϊόντων της εφεσίβλητης στις χώρες της Ευρωπαϊκής ΄Ενωσης, πράγμα, που, βέβαια, δεν μπορεί να γίνει αποδεκτό.

Δεν υπήρξε, επομένως, παραβίαση ούτε των άρθρων 1 του ν. 703/1977 και 281 και 919 του ΑΚ, όπως υποστηρίζεται αβάσιμα με τους τρίτο και τέταρτο λόγους της έφεσης. Με τον τρίτο λόγο της έφεσης η εκκαλούσα υποστηρίζει ακόμη ότι η εφεσίβλητη, με την ίδια συμπεριφορά της, παραβίασε, επίσης, και τις διατάξεις των άρθρων 28, 29, 81 και 82 της Συνθήκης περί ιδρύσεως της ΕΟΚ, καθώς και το άρθρο 2 του ν. 703/1977.

Στα άρθρα 28 και 29 της ΣυνθΕΚ ορίζεται ότι απαγορεύονται οι ποσοτικοί περιορισμοί επί των εισαγωγών και εξαγωγών μεταξύ των κρατών μελών. Στο άρθρο 81 της ΣυνθΕΚ, ορίζεται ότι απαγορεύονται οι πρακτικές των επιχειρήσεων που έχουν ως αντικείμενο την παρακώλυση, τον περιορισμό ή τη νόθευση του ανταγωνισμού, στο άρθρο 82 ότι απαγορεύεται, κατά το μέτρο που δύναται να επηρεάσει το εμπόριο μεταξύ των κρατών μελών, η καταχρηστική εκμετάλλευση από μία ή περισσότερες επιχειρήσεις της δεσπόζουσας θέσης τους εντός της κοινής αγοράς και στο άρθρο 2 του ν. 703/77 ότι απαγορεύεται επίσης η καταχρηστική εκμετάλλευση από τις επιχειρήσεις της δεσπόζουσας θέσης τους στην αγορά, η οποία μπορεί να συνίσταται και σε αδικαιολόγητη άρνηση πώλησης.

Και ο πιο πάνω όμως λόγος της έφεσης είναι αβάσιμος. Γιατί, όσον αφορά τα άρθρα 28 και 29 της ΣυνθΕΚ, αυτά αναφέρονται σε εισαγωγές και εξαγωγές μεταξύ των κρατών μελών της Ευρωπαϊκής ΄Ενωσης και, επομένως, δεν έχουν εφαρμογή στην υπό κρίση διαφορά, η οποία αφορά αγοραπωλησίες του επίδικου φαρμάκου μέσα στην Ελλάδα.

΄Οσον αφορά δε τα άρθρα 81 και 82 της ΣυνθΕΚ και 2 του ν. 703/77, αυτά δεν παραβιάζονται επειδή, με την άρνηση πώλησης του επίδικου φαρμάκου από μέρους της εφεσίβλητης στις ποσότητες που ζητεί η εκκαλούσα, καθόλου δεν παρακωλύθηκε, περιορίστηκε ή νοθεύτηκε ο ανταγωνισμός, ούτε η εφεσίβλητη εκμεταλλεύτηκε καταχρηστικά τη θέση της μέσα στη σχετική αγορά δεδομένου ότι, όπως προαναφέρθηκε, αυτή πωλεί το ένδικο φάρμακο σε ενιαία τιμή για όλους τους φαρμακεμπόρους, με βάση σύστημα που ισχύει για όλους τους πελάτες της, ενώ και η πιο πάνω άρνηση πώλησης δεν είναι αδικαιολόγητη".

Με αυτά που δέχθηκε η πληττόμενη απόφαση δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου με ασαφείς και ανεπαρκείς αιτιολογίες τις ως άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, αφού αναφέρονται σ΄ αυτή σαφώς και χωρίς λογικά κενά τα προκύψαντα πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου ότι με την άρνηση πώλησης του ενδίκου φαρμάκου από μέρους της αναιρεσίβλητης στις ποσότητες που ζητούσε η αναιρεσείουσα, δεν παρακωλύθηκε, περιορίστηκε ή νοθεύτηκε ο ανταγωνισμός.

Επομένως και δοθέντος ότι δεν ανακύπτει ζήτημα προδικαστικής απόφασης κατά τη διαδικασία του άρθρου 234 (πρώην 177) της Συνθ. Εκ. αναφορικά με την ερμηνεία των ως άνω σαφών διατάξεων της Συνθ. ΕΚ οι εκ του άρθρου 559 αριθμ. 1 και 19 ΚΠολΔ αντίθετοι λόγοι αναιρέσεως είναι αβάσιμοι.

Από την προσβαλλόμενη απόφαση, σε σχέση με τον τρίτο πρόσθετο λόγο αναιρέσεως, προκύπτει ότι αυτή δέχθηκε τα ακόλουθα: "Περαιτέρω, ο πέμπτος λόγος της έφεσης με τον οποίο πλήττεται η εκκαλουμένη επειδή, κατά την εκκαλούσα, παρέλειψε να ασχοληθεί με τη βάση της αγωγής για συμβατική δέσμευση της εφεσίβλητης να της διαθέτει τις ποσότητες του επίδικου φαρμάκου που ζητεί, στηρίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση.

Η εκκαλούμενη απόφαση ασχολήθηκε με την πιο πάνω αγωγική βάση, αφού αναφέρεται σ΄ αυτή σχετικά ότι η εφεσίβλητη δεν είχε συμβατική υποχρέωση να προμηθεύει την αντίδικό της με τις εν λόγω ποσότητες του φαρμάκου". Η αναιρεσείουσα διατείνεται ότι στην αγωγή υπήρξε αγωγική βάση για καταρτισμένη σύμβαση μεταξύ των διαδίκων, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 361 και 189 ΑΚ, την οποία το πρωτοβάθμιο δικαστήριο παρέλειψε να την δικάσει, το δε Εφετείο, θεώρησε ότι ο σχετικός λόγος εφέσεως, στηριζόταν σε εσφαλμένη προϋπόθεση, γιατί το πρωτοβάθμιο δικαστήριο είχε λάβει υπόψη την αγωγική αυτή βάση, την οποία και απέρριψε.

Από την επισκόπηση της αγωγής προκύπτει ότι όχι μόνον δεν υπήρχε τέτοια βάση αγωγής, αλλά ρητά η αναιρεσείουσα ανέφερε ότι η αναιρεσίβλητη αρνούνταν τη σύναψη σχετικής συμβάσεως. Επομένως, ο εκ του άρθρου 559 αριθμ. 9 ΚΠολΔ, ως εκτιμάται, αντίθετος λόγος αναιρέσεως, είναι αβάσιμος, η δε εσφαλμένη αιτιολογία της προσβαλλόμενης απόφασης, εφόσον το διατακτικό της ήταν ορθό, θα πρέπει να αντικατασταθεί από την ως άνω ορθή (άρθρ. 578 Κ.Πολ.Δ.) περ.

γ΄ της Συνθ.ΕΚ στο Δικαστήριο των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, ως απαιτείται η αναιρεσείουσα διότι οι ως άνω διατάξεις είναι σαφείς.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 15 Ιουλίου 2005, αίτηση της Κ.Π. Μαρινόπουλος ανώνυμη εταιρεία εμπορίας και διανομής Φαρμακευτικών προϊόντων για αναίρεση της 2883/2004 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών. Και

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων εκατόν εβδομήντα (1.170) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 25 Απριλίου 2007. Και

Δημοσιεύθηκε στο ακροατήριό του στις 11 Ιουνίου 2007.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ