Legislator Case Law & Legislation
1334/2006 AI generated

Supreme Court dismisses appeal for retrial due to lack of new evidence proving innocence and procedural violations.

Case Number 1334/2006
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court rejected the appellant's request to retry the criminal proceedings following a final conviction. The appellant argued that new evidence of debt satisfaction and innocence should trigger a retrial under specific statutory exceptions. The court found that the submitted documents proved debts were paid after the final judgment and failed to establish the appellant's innocence, thus denying the legal grounds for reopening the case.

Legislator headnote

AI generated

Articles 525(1), 484(1e), 485(2) of the Code of Criminal Procedure; A retrial of a final conviction is permitted only if new facts or evidence prove innocence or a heavier crime, and additional grounds for appeal cannot be introduced after the initial appeal request.

Keywords

AI generated
retrial of final judgment new evidence of innocence procedural admissibility debt satisfaction timing Code of Criminal Procedure

Cited Legislation

AI generated
Article 473(1) and 474(1) of the Code of Criminal Procedure
Article 528(1) last paragraph of the Code of Criminal Procedure
Article 485(2) of the Code of Criminal Procedure
Article 525(1) of the Code of Criminal Procedure
Article 93(3) of the Constitution
Article 139 of the Code of Criminal Procedure
Article 484(1e) of the Code of Criminal Procedure
Article 583(1) of the Code of Criminal Procedure
Law 2721/1999

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1334 / 2006 (ΣΤ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)

Αριθμός 1334/2006

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Συγκροτήθηκε από τους δικαστές: Κωνσταντίνο Βαρδαβάκη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, Χρύσανθο Παπούλια και Κωνσταντίνο Κούκλη – Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.

Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ελευθερίου Βορτσέλα (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου.

Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 21 Φεβρουαρίου 2006, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αναιρεσείοντος – κατηγορουμένου ..... , περί αναιρέσεως του με αριθμό 625/2005 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών με το ως άνω βούλευμά του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ΄ αυτό και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητά τώρα την αναίρεση του βουλεύματος τούτου, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 6 Απριλίου 2005 αίτησή του, καθώς και τους από 12 Απριλίου 2005 προσθέτους λόγους, που καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1056/2005.

Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Ελευθέριος Βορτσέλας εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με τη με αριθμό 591/2.12.2005 πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Δημητρίου Τσίμα, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: «Εισάγω την υπ΄αριθμ. 41/6-4-2005 αίτηση αναιρέσεως του .... , κατά του υπ΄αριθμ. 625/24-3-2005 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών και εκθέτω τα εξής:

Η ανωτέρω αίτηση αναιρέσεως έχει ασκηθεί νομοτύπως και εμπροθέσμως (άρθρα 473 παρ.1 και 474 παρ.1 Κ.Π.Δ.), από δικαιούμενο σε άσκηση αναιρέσεως πρόσωπο (άρθρο 528 παρ.1 εδ. τελευταίο Κ.Π.Δ.) και περιέχει συγκεκριμένο λόγο αναιρέσεως, ήτοι της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, ο οποίος και, για το λόγο ότι παραδεκτώς προβάλλεται, πρέπει να ερευνηθεί, ενώ οι προβαλλόμενοι με την από 12-4-2005 έκθεση πρόσθετοι λόγοι αναιρέσεως δεν πρέπει να ερευνηθούν, δεδομένου ότι, σύμφωνα με το άρθρο 485 παρ.2 Κ.Π.Δ., πρόσθετοι λόγοι για αναίρεση βουλευμάτων, εκτός από εκείνους που περιλαμβάνονται στη σχετική έκθεση, δεν μπορούν να προταθούν από εκείνον που ασκεί την αναίρεση.

Περαιτέρω, ως προς το κατ' ουσίαν παραδεκτό ή μη της αιτήσεως αναιρέσεως, πρέπει να λεχθούν τα εξής: σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 525 παρ.1 Κ.Π.Δ., η ποινική διαδικασία που περατώθηκε με αμετάκλητη απόφαση επαναλαμβάνεται, προς το συμφέρον του καταδικασμένου για πλημμέλημα ή κακούργημα, μόνο στις εξής περιπτώσεις: 1) ………….,2) αν, ύστερα από την οριστική καταδίκη κάποιου, αποκαλύφθηκαν νέα-άγνωστα στους δικαστές που τον καταδίκασαν γεγονότα ή αποδείξεις, τα οποία μόνα τους ή σε συνδυασμό με εκείνα που είχαν προσκομισθεί προηγουμένως κάνουν φανερό ότι αυτός που καταδικάστηκε είναι αθώος ή ότι καταδικάστηκε άδικα για έγκλημα βαρύτερο από εκείνο που πραγματικά τέλεσε.

Νέες αποδείξεις μπορεί να είναι οποιαδήποτε στοιχεία, όπως καταθέσεις νέων μαρτύρων ή και νεότερες των προηγουμένως εξετασθέντων, συμπληρωματικές ή διευκρινιστικές των όσων είχαν τεθεί υπ΄όψιν του δικαστηρίου, ή νέα έγγραφα ή άλλα στοιχεία που διευκρινίζουν αμφίβολα σημεία της υποθέσεως, με την προϋπόθεση, όμως, ότι οι αποδείξεις αυτές, εκτιμώμενες είτε μόνες τους, είτε σε συνδυασμό με εκείνες που είχαν προσκομισθεί στο δικαστήριο που τον καταδίκασε, καθιστούν φανερό και όχι απλώς πιθανό ότι ο καταδικασμένος είναι αθώος ή καταδικάστηκε άδικα για βαρύτερο έγκλημα από εκείνο που στην πραγματικότητα διέπραξε.

Δεν μπορούν, όμως, να αποτελέσουν λόγο επαναλήψεως της διαδικασίας γεγονότα, τα οποία δεν ήταν άγνωστα στους δικαστές που εξέδωσαν την καταδικαστική απόφαση, αλλ΄ αντιθέτως ερευνήθηκαν αμέσως ή εμμέσως και απερρίφθησαν από αυτούς, καθώς και εκείνα με τα οποία επιδιώκεται ο από ουσιαστικής και νομικής πλευράς έλεγχος της προσβαλλομένης αποφάσεως με βάση το αποδεικτικό υλικό που έλαβαν υπ΄όψιν τους οι δικαστές που την εξέδωσαν, δεδομένου ότι η αίτηση επαναλήψεως της διαδικασίας, ως στρεφομένη κατά αμετάκλητης αποφάσεως, δεν αποτελεί ένδικο μέσο, αλλά έκτακτη διαδικασία (ΑΠ 355/2003ΠΧΝΓ΄σελ. 1077).

Στην υπό κρίση περίπτωση, ο αναιρεσείων .... καταδικάστηκε, με την υπ΄αριθμ. 12499/29-1-1998 απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, σε ποινή φυλακίσεως πέντε (5) ετών (η ποινή αυτή, κατόπιν αιτήσεώς του, μετετράπη προς 4,40 ευρώ ημερησίως, με την υπ΄αριθμ. 115915/7-9-2005 απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών) και σε χρηματική ποινή 2.000.000 δραχμών, για την τέλεση του αξιοποίνου αδικήματος της εκδόσεως ακάλυπτης επιταγής κατ΄εξακολούθηση (άρθρα 98 Π.Κ.

και 79 Ν. 5960/1933), το οποίο συνίστατο στο ότι, στον Πειραιά, κατά διάφορες ημερομηνίες του χρονικού διαστήματος από 20-11-1995 μέχρι και 28-1-1996, με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ίδιου εγκλήματος, με πρόθεση εξέδωσε επιταγές που δεν πληρώθηκαν επί πληρωτή στον οποίο δεν είχε αντίστοιχα διαθέσιμα κεφάλαια κατά το χρόνο της εκδόσεως ή της πληρωμής αυτών και, συγκεκριμένως, εξέδωσε: 1) την 20-11-1995 την υπ΄αριθμ. ...

επιταγή ποσού 516.679 δραχμών, 2) την 31-12-1995 την υπ΄αριθμ. .... επιταγή ποσού 639.608 δραχμών, 3) την 28-1-1996 την υπ΄αριθμ. .... επιταγή ποσού 874.588 δραχμών, 4) την 2-12-1995 την υπ΄αριθμ. .... επιταγή ποσού 1.098.617 δραχμών, 5) την 30-12-1995 την υπ΄αριθμ. .... επιταγή ποσού 1.327.901 δραχμών, 6) την 7-12-1995 την υπ΄αριθμ. .... επιταγή ποσού 1.460.725 δραχμών, 7) την 21-11-1995 την υπ΄αριθμ. ....

επιταγή ποσού 1.942.953 δραχμών, 8) την 5-1-1996 την υπ΄αριθμ. .... επιταγή ποσού 2.000.000 δραχμών, 9) την 6-12-1995 την υπ΄αριθμ. .... επιταγή ποσού 2.170.670 δραχμών, 10) την 29-12-1995 την υπ΄αριθμ. .... επιταγή ποσού 2.300.000 δραχμών, 11) την 12-1-1996 την υπ΄αριθμ. ..... επιταγή ποσού 2.591.217 δραχμών, 12) την 30-11-1995 την υπ΄αριθμ. .... επιταγή ποσού 2.628.504 δραχμών, 13) την 5-12-1995 την υπ΄αριθμ. ....

επιταγή ποσού 2.971.965 δραχμών, 14) την 29-12-1995 την υπ΄αριθμ. .... επιταγή ποσού 3.543.381 δραχμών, 15) την 28-11-1995 την υπ΄αριθμ. .... επιταγή ποσού 3.954.718 δραχμών και 16) την 1-12-1995 την υπ΄αριθμ. .... επιταγή ποσού 5.398.270 δραχμών, οι οποίες επιταγές, όταν εμπροθέσμως εμφανίσθηκαν προς πληρωμή στην πληρώτρια Ιονική Τράπεζα, δεν πληρώθηκαν λόγω ελλείψεως αντιστοίχων διαθεσίμων κεφαλαίων.

Η απόφαση αυτή (υπ΄αριθμ. 12499/29-1-1998) κατέστη ήδη αμετάκλητη, δεδομένου ότι η έφεση που άσκησε αυτός κατ΄αυτής απερρίφθη ως ανυποστήρικτη με την υπ΄αριθμ. 50457/5-6-2000 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, ενώ στη συνέχεια, με την υπ΄αριθμ. 2186/13-11-2003 απόφαση του Αρείου Πάγου, απερρίφθη ως αβάσιμη και η αναίρεση που άσκησε αυτός κατά της ως άνω υπ΄αριθμ. 50457/5-6-2000 αποφάσεως.

Μετά το αμετάκλητο της καταδίκης του, υπέβαλε αυτός την από 25-2-2005 αίτηση για επανάληψη προς όφελός του της ποινικής διαδικασίας που είχε περατωθεί με την ως άνω υπ΄αριθμ. 12499/29-1-1998 αμετάκλητη καταδικαστική απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, με την οποία αίτηση ισχυριζόταν ότι, μετά την καταδίκη του, αποκαλύφθηκαν νέα αποδεικτικά στοιχεία, από τα οποία, κατά τους ισχυρισμούς του, καταδεικνύονταν ότι έπρεπε να αθωωθεί για το προαναφερθέν αδίκημα της εκδόσεως ακάλυπτης επιταγής κατ΄εξακολούθηση και, συνεπώς, ότι αδίκως είχε καταδικασθεί για το αδίκημα αυτό.

Τα νέα αυτά, κατά τους ισχυρισμούς του, αποδεικτικά στοιχεία είναι ότι έχει εξοφλήσει ήδη αυτός όλες τις προαναφερθείσες, δέκα έξι (16) συνολικώς, επιταγές, ότι έχει στα χέρια του και προσκομίζει, από τις επιταγές αυτές, τις υπ΄αριθμ. ... , ... , .... , ..... και .... επιταγές, για ποσά 1.942.953, 2.628.504, 5.398.270, 1.098.617 και 1.460.725 δραχμών, αντιστοίχως, γεγονός το οποίο και αποδεικνύει την εξόφλησή τους και ότι, τέλος, από την από 24-2-2005 υπεύθυνη δήλωση του άρθρου 8 του Ν. 1599/1986 της διαχειρίστριας της εταιρείας με την επωνυμία «INTERNATIONAL TRAVEL ORGANIZATION L.T.D.» ..... , την οποία προσκομίζει, προκύπτει ότι η ανωτέρω υπ΄αριθμ. ....

επιταγή, για ποσό 2.300.000 δραχμών, έχει ήδη εξοφληθεί και η εταιρεία αυτή δεν έχει πλέον καμία απαίτηση κατ΄αυτού για την επιταγή αυτή. Όμως, όπως με το προσβαλλόμενο υπ΄αριθμ. 625/24-3-2005 βούλευμά του δέχεται το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, με δικές του σκέψεις, αλλά και με επιτρεπτή αναφορά στην ενσωματωμένη στο βούλευμα πρόταση του Εισαγγελέα Εφετών, στην ανωτέρω από 24-2-2005 υπεύθυνη δήλωση της ....

δεν αναφέρεται ότι η υπ΄αριθμ. .... επιταγή εξοφλήθηκε πριν καταστεί αμετάκλητη η υπ΄αριθμ. 12499/29-1-1998 καταδικαστική απόφαση, ούτε προκύπτει κάτι τέτοιο για τις υπ΄αριθμ. .... , .... , .... , .... και .... επιταγές, τις οποίες προσκομίζει ο αιτών την επανάληψη της ποινικής διαδικασίας. Περαιτέρω, δεν προσκομίζει ο τελευταίος αποδεικτικά στοιχεία (έγγραφα, μάρτυρες κ.λ.π.) από τα οποία να αποδεικνύεται ότι και οι άλλες δέκα (10), πλην των έξι (6) προαναφερθεισών, επιταγές έχουν εξοφληθεί, ούτε στοιχεία από τα οποία να προκύπτει ότι οι εξοφλήσεις όσων επιταγών εξοφλήθηκαν έγιναν πριν καταστεί αμετάκλητη η ως άνω καταδικαστική απόφαση, με περισσότερο πιθανή την εκδοχή η εξόφληση των επιταγών αυτών να έγινε μετά το αμετάκλητο της καταδικαστικής σε βάρος του αποφάσεως, όπως αυτό εμμέσως συνάγεται από το γεγονός ότι, αν και ζήτησε αυτός αναβολή στην κατ΄έφεση δίκη του, δεν εμφανίσθηκε στην προσδιορισθείσα μετά την αναβολή δικάσιμο, με αποτέλεσμα να απορριφθεί η έφεσή του ως ανυποστήρικτη, ενώ και η προαναφερθείσα υπεύθυνη δήλωση περί εξοφλήσεως της υπ΄αριθμ. .....

επιταγής φέρει χρονολογία συντάξεώς της την 24-2-2005, δηλαδή πολύ μεταγενέστερη του χρόνου που κατέστη αμετάκλητη η υπ΄αριθμ. 12499/29-1-1998 καταδικαστική απόφαση. Επομένως, συνεχίζει το προσβαλλόμενο βούλευμα, δεν συντρέχουν, στη συγκεκριμένη περίπτωση, οι απαιτούμενες κατά νόμο προϋποθέσεις για να διαταχθεί η επανάληψη της ποινικής διαδικασίας την οποία επιδιώκει ο αιτών .... , δεδομένου μάλιστα και του ότι, αφ΄ενός μεν οι ευμενέστερες διατάξεις του Ν. 2721/1999, τις οποίες αυτός επικαλείται, ήταν γνωστές στους δικαστές που εξέδωσαν την προαναφερθείσα υπ΄αριθμ. 50457/5-6-2000 απόφαση με την οποία απορρίφθηκε ως ανυποστήρικτη η έφεση που είχε ασκήσει αυτός κατά της υπ΄αριθμ. 12499/29-1-1998 καταδικαστικής αποφάσεως και αφ΄ετέρου δεν είναι επιτρεπτό να γίνει έλεγχος, από ουσιαστικής και νομικής πλευράς, της όλης υποθέσεως, αφού η αίτηση για επανάληψη της ποινικής διαδικασίας, ως στρεφομένη κατά αμετάκλητης αποφάσεως, δεν αποτελεί ένδικο μέσο, αλλά έκτακτη διαδικασία (ΑΠ 127/2001 ΠΧΝΑ΄σελ. 896).

Για το λόγο δε αυτό, για το ότι, δηλαδή, τα προσκομιζόμενα από αυτόν νέα αποδεικτικά στοιχεία δεν ήταν ικανά να ανατρέψουν την αποδεικτική δύναμη των στοιχείων στα οποία το δικαστήριο που τον καταδίκασε στήριξε την καταδικαστική του κρίση, το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, με το προσβαλλόμενο υπ΄αριθμ. 625/24-3-2005 βούλευμά του, απέρριψε την αίτησή του για επανάληψη της ποινικής διαδικασίας.

Επειδή, από τα ανωτέρω, σαφώς προκύπτει ότι ο προβαλλόμενος λόγος αναιρέσεως της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας είναι αβάσιμος, καθώς και ότι τα στοιχεία που επικαλείται και προσκομίζει ο αναιρεσείων δεν καθιστούν φανερή την αθωότητα αυτού. Κατόπιν τούτου, πρέπει να απορριφθεί η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως αυτού ως αβάσιμη και να επιβληθούν σε βάρος του τα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ.1 Κ.Π.Δ.).

Για τους ανωτέρω λόγους Προτείνω: 1) να απορριφθεί η υπ΄αριθμ. 41/6-4-2005 αίτηση αναιρέσεως του ... ., κατά του υπ΄αριθμ. 625/24-3-2005 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών και 2) να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα σε βάρος του αναιρεσείοντος ως άνω .... . Αθήναι, 26/10/2005

Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Δημήτριος Νικ. Τσίμας».

Αφού άκουσε τον παραπάνω Αντεισαγγελέα που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση έπειτα αποχώρησε.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Κατά τη διάταξη του άρθρου 525 παρ.1 του Κ.Π.Δ., η ποινική διαδικασία που περατώθηκε με αμετάκλητη απόφαση, επαναλαμβάνεται προς το συμφέρον του καταδικασμένου για πλημμέλημα ή κακούργημα, μόνο στις αναφερόμενες πέντε περιπτώσεις, μεταξύ των οποίων και «αν μετά την οριστική καταδίκη κάποιου, αποκαλύφθηκαν νέα – άγνωστα στους δικαστές που τον καταδίκασαν – γεγονότα ή αποδείξεις, τα οποία μόνα τους ή σε συνδυασμό με εκείνα που είχαν προσκομισθεί προηγουμένως, κάνουν φανερό ότι αυτός που καταδικάσθηκε είναι αθώος ή καταδικάσθηκε άδικα για έγκλημα βαρύτερο από εκείνο που πραγματικά τέλεσε».

Νέες αποδείξεις, κατά την έννοια της διάταξης αυτής, είναι εκείνες που δεν υποβλήθηκαν στο δικαστήριο και ως εκ τούτου ήταν άγνωστες στους δικαστές που εξέδωσαν την καταδικαστική απόφαση, την κρίση του δε αυτή σχηματίζει το δικαστήριο, που επιλαμβάνεται της αιτήσεως για επανάληψη της διαδικασίας, από την έρευνα των πρακτικών της προηγούμενης δίκης, καθώς και από τα έγγραφα της δικογραφίας.

Τέτοιες νέες αποδείξεις μπορεί να είναι οποιασδήποτε, όπως καταθέσεις νέων μαρτύρων ή νεότερες καταθέσεις, συμπληρωματικές ή διευκρινιστικές, ή και τροποποιητικές εκείνων που είχαν τεθεί υπόψη του δικαστηρίου, νέα έγγραφα ή δικαστικές αποφάσεις ή πρακτικά ή άλλα στοιχεία που διευκρινίζουν αμφίβολα σημεία της υποθέσεως, με την προϋπόθεση όμως ότι οι αποδείξεις αυτές εκτιμώμενες είτε μόνες τους, είτε σε συνδυασμό με εκείνες που είχαν προσκομισθεί στο δικαστήριο που εξέδωσε την καταδικαστική απόφαση, καθιστούν φανερό και όχι απλώς πιθανό, ότι ο καταδικασμένος είναι αθώος ή καταδικάστηκε άδικα για έγκλημα βαρύτερο από εκείνο που πραγματικά τέλεσε.

Δεν μπορούν να αποτελέσουν λόγο επανάληψης της διαδικασίας γεγονότα, τα οποία δεν ήταν άγνωστα στους δικαστές που εξέδωσαν την καταδικαστική απόφαση, αλλ΄ αντιθέτως ερευνήθηκαν αμέσως ή εμμέσως από αυτούς και απορρίφθηκαν, έστω και κατ΄ εσφαλμένη κρίση, καθώς και εκείνα με τα οποία επιδιώκεται, ο έλεγχος της προσβαλλόμενης απόφασης, από νομική και ουσιαστική άποψη και ο επανέλεγχος της υπόθεσης, επ΄ τη βάσει του ίδιου αποδεικτικού υλικού, που έλαβαν υπόψη τους οι δικαστές που εξέδωσαν την προσβαλλόμενη απόφαση, δεδομένου ότι η αίτηση επαναλήψεως της διαδικασίας, ως στρεφόμενη κατ΄ αμετακλήτου αποφάσεως, δεν αποτελεί ένδικο μέσο, αλλά έκτακτη διαδικασία.

Κατά το άρθρο 79 παρ. 1, 3, 5 του Ν.5960/1933 «Περί επιταγής», όπως το άρθρο 79 αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 Ν.Δ. 1325/1972, η παρ. 3 με την παρ. 1 εδ. β΄ του άρθρου 4 ν.2408/1996 και όπως η παρ. 5 προστέθηκε με την παρ. 1 του Ν.2408/1996, ο εκδίδων επιταγή μη πληρωθείσα, επί πληρωτού που δεν έχει αντίστοιχα διαθέσιμα κεφάλαια κατά το χρόνο της εκδόσεως της επιταγής ή της πληρωμής αυτής, τιμωρείται με φυλάκιση τριών μηνών και χρηματική ποινή τουλάχιστον δέκα χιλιάδων δραχμών. Το αξιόποινο της πράξεως της παρ. 1 εξαλείφεται, αν ο υπαίτιος αποζημίωσε πλήρως τον κομιστή μετά τη νόμιμη εμφάνιση και τη μη πληρωμή της επιταγής. Η ποινική δίωξη ασκείται μόνον ύστερα από έγκληση του κομιστή της επιταγής που δεν πληρώθηκε.

Εξ άλλου, σύμφωνα με το άρθρο 4 παρ. 1 εδ. γ΄ Ν.2408/1996, όπως αυτό αντικαταστάθηκε με το άρθρο 22 Ν.2721/1999, για πράξεις που προβλέπονται στις παρ. 1 και 2 του ιδίου άρθρου, για τις οποίες κατά τη δημοσίευση του παρόντος νόμου έχει ασκηθεί αυτεπαγγέλτως ποινική δίωξη, η διαδικασία συνεχίζεται αν εκείνος που δικαιούται σε έγκληση δηλώσει ότι επιθυμεί την ποινική δίωξη του κατηγορουμένου.

Στην προκειμένη περίπτωση το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών με το προσβαλλόμενο υπ΄αριθμ. 625/2005 βούλευμά του, με δικές του σκέψεις και με αναφορά στην ενσωματωμένη σ΄ αυτό εισαγγελική πρόταση, εδέχθη, αναφορικά με την αίτηση επαναλήψεως της διαδικασίας του αναιρεσείοντος, τα ακόλουθα: Ο αναιρεσείων .... καταδικάστηκε με την υπ΄ αριθμ. 12.499/29.1.1999 απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών σε ποινή φυλακίσεως πέντε (5) ετών και χρηματική ποινή 2.000.000 δρχ.

για έκδοση ακάλυπτης επιταγής κατ΄ εξακολούθηση (άρθρ. 98 Π.Κ. και 79 Ν.5960/1933) και ειδικότερα γιατί στον Πειραιά κατά διάφορες ημερομηνίες του χρονικού διαστήματος από 20.11.1995 μέχρι 28.1.1996, με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση ενός και του αυτού εγκλήματος, με πρόθεση εξέδωσε επιταγές που δεν πληρώθηκαν επί πληρωτή στον οποίο δεν είχε αντίστοιχα διαθέσιμα κεφάλαια κατά το χρόνο της εκδόσεως η της πληρωμής αυτών και συγκεκριμένα εξέδωσε : 1) την 20-11-1995 την υπ΄αριθμ. ....

επιταγή ποσού 516.679 δραχμών, 2) την 31-12-1995 την υπ΄αριθμ. .... επιταγή ποσού 639.608 δραχμών, 3) την 28-1-1996 την υπ΄αριθμ. .... επιταγή ποσού 874.588 δραχμών, 4) την 2-12-1995 την υπ΄αριθμ. ... επιταγή ποσού 1.098.617 δραχμών, 5) την 30-12-1995 την υπ΄αριθμ. ..... επιταγή ποσού 1.327.901 δραχμών, 6) την 7-12-1995 την υπ΄αριθμ. ... επιταγή ποσού 1.460.725 δραχμών, 7) την 21-11-1995 την υπ΄αριθμ. ....

επιταγή ποσού 1.942.953 δραχμών, 8) την 5-1-1996 την υπ΄αριθμ. ... επιταγή ποσού 2.000.000 δραχμών, 9) την 6-12-1995 την υπ΄αριθμ. .... επιταγή ποσού 2.170.670 δραχμών, 10) την 29-12-1995 την υπ΄αριθμ. .... επιταγή ποσού 2.300.000 δραχμών, 11) την 12-1-1996 την υπ΄αριθμ. ... επιταγή ποσού 2.591.217 δραχμών, 12) την 30-11-1995 την υπ΄αριθμ. .... επιταγή ποσού 2.628.504 δραχμών, 13) την 5-12-1995 την υπ΄αριθμ. ....

επιταγή ποσού 2.971.965 δραχμών, 14) την 29-12-1995 την υπ΄αριθμ. .... επιταγή ποσού 3.543.381 δραχμών, 15) την 28-11-1995 την υπ΄αριθμ. .... επιταγή ποσού 3.954.718 δραχμών και 16) την 1-12-1995 την υπ΄αριθμ. .... επιταγή ποσού 5.398.270 δραχμών, οι οποίες επιταγές, όταν εμπροθέσμως εμφανίσθηκαν προς πληρωμή στην πληρώτρια Ιονική Τράπεζα, δεν πληρώθηκαν λόγω ελλείψεως αντιστοίχων διαθεσίμων κεφαλαίων.

Η πιο πάνω καταδικαστική απόφαση κατέστη αμετάκλητη, αφού η κατ΄ αυτής ασκηθείσα έφεση απερρίφθη, ως ανυποστήρικτη, με την υπ΄αριθμ. 5047/5.6.2000 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, η δε κατά της τελευταίας αυτής αποφάσεως ασκηθείσα αίτηση αναιρέσεως, απερρίφθη με την υπ΄αριθμ. 2186/2003 απόφαση του Αρείου Πάγου.

Μετά το αμετάκλητο της καταδίκης, ο αναιρεσείων άσκησε την από 25.2.2005 αίτηση για επανάληψη προς όφελός του της ποινικής διαδικασίας, με την οποία ισχυρίζεται ότι αδίκως είχε καταδικασθεί για το αδίκημα αυτό γιατί, μετά την καταδίκη του, αποκαλύφθηκαν νέα, άγνωστα στους δικαστές που εδίκασαν, γεγονότα, από τα οποία, κατά τους ισχυρισμούς του, καθίσταται φανερό ότι είναι αθώος της πράξεως για την οποία κατεδικάσθη.

Τα νέα αυτά αποδεικτικά στοιχεία είναι ότι είχε εξοφλήσει όλες τις επιταγές και ότι είχε στα χέρια του τα σώματα των ανωτέρω υπό στοιχεία 4, 6, 7,12 και 16 επιταγών τα οποία και προσκομίζει. Επίσης προσκομίζει την από 24.2.2005 υπεύθυνη δήλωση του άρθρου 8 του Ν.1599/1986 της διαχειρίστριας της εταιρείας «INTERNATIONAL TRAVEL» .... , με την οποία βεβαιώνει ότι δεν υπάρχει απαίτηση για την ανωτέρω υπό στοιχείο 10 επιταγή εις βάρος του κατηγορουμένου γιατί αυτή έχει εξοφληθεί.

Η κομίστρια της επιταγής αυτής δεν αναφέρει ότι η επιταγή εξοφλήθηκε προ του αμετακλήτου της ανωτέρω αποφάσεως ούτε κάτι ανάλογο προκύπτει για τις επιταγές που προσκομίζει ο αιτών, ως ανωτέρω, υπό στοιχεία 4, 6, 7, 12 και 16 του κατηγορητηρίου. Δεν υπάρχουν άλλα έγγραφα ούτε μαρτυρίες (δεν προσκομίζει ούτε αποδεικνύει ο αιτών) ότι οι λοιπές επιταγές του κατηγορητηρίου έχουν εξοφληθεί, αλλά και ούτε ότι οι εξοφλήσεις όσων ανωτέρω εξοφλήθησαν έλαβαν χώρα πριν καταστεί αμετάκλητη η ανωτέρω απόφαση.

Σημειώνεται ότι οι ανωτέρω επιταγές των οποίων τα σώματα προσκομίζει ο αιτών, εξοφλήθηκαν μετά το αμετάκλητο της αποφάσεως διότι ο αιτών, παρ΄ ότι εζήτησε αναβολή στην κατ΄ έφεση δίκη δεν εμφανίστηκε και έτσι απορρίφθηκε ως ανυποστήρικτη η έφεσή του και πρόσθετα ότι η ανωτέρω υπεύθυνη δήλωση περί εξοφλήσεως της υπό στοιχείο 10 του κατηγορητηρίου επιταγής φέρει ημερομηνία 24.2.2005, δηλαδή χρόνο μεταγενέστερο εκείνου που κατέστη αμετάκλητη (24.10.2003) η ανωτέρω απόφαση.

Επομένως, συνεχίζει το προσβαλλόμενο βούλευμα, δεν συντρέχουν στη συγκεκριμένη περίπτωση, οι απαιτούμενες κατά νόμο προϋποθέσεις για να διαταχθεί η επανάληψη της ποινικής διαδικασίας, την οποία επιδιώκει ο αιτών, δεδομένου μάλιστα και του ότι αφ΄ ενός μεν οι ευμενέστερες διατάξεις του Ν.2721/1999, τις οποίες αυτός επικαλείται, ήταν γνωστές στους δικαστές που εξέδωσαν την προαναφερθείσα υπ΄αριθμ. 50457/5.6.2000 απόφαση, με την οποία απερρίφθη ως ανυποστήρικτη η έφεση που είχε ασκήσει αυτός κατά της υπ΄αριθμ. 124999/29.1.1998 καταδικαστικής αποφάσεως και αφ΄ ετέρου δεν είναι επιτρεπτό να γίνει έλεγχος από ουσιαστικής και νομικής πλευράς της όλης υποθέσεως, αφού η αίτηση για επανάληψη της ποινικής διαδικασίας, ως στρεφομένη κατ΄ αμετάκλητης αποφάσεως, δεν αποτελεί ένδικο μέσο, αλλ΄ έκτακτη διαδικασία.

Λόγω δε του ότι τα προσκομιζόμενα απ΄ τον αιτούντα νέα στοιχεία δεν καθιστούσαν φανερό, ότι ήταν αθώος της πράξεως για την οποία κατεδικάσθη, το Συμβούλιο Εφετών με το προσβαλλόμενο βούλευμα, απέρριψε την αίτηση για επανάληψη της διαδικασίας. Με αυτά που εδέχθη το Συμβούλιο Εφετών, διέλαβε στον προσβαλλόμενο βούλευμα την απαιτουμένη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Π.Δ.

ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία και ο μοναδικός εκ του άρθρου 484 παρ. 1ε΄ του Κ.Π.Δ. λόγος αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί, ως αβάσιμος, η δε αίτηση να απορριφθεί στο σύνολό της και να καταδικασθεί ο αιτών στα δικαστικά έξοδα (άρθρ.583 παρ. 1 Κ.Π.Δ.). Ακόμη, πρέπει να απορριφθούν, ως απαράδεκτοι οι από 12.4.2005 πρόσθετοι λόγοι αναιρέσεως, γιατί τέτοιοι λόγοι δεν μπορούν να ασκηθούν από εκείνον που ασκεί την αναίρεση (άρθρ. 485 παρ. 2 Κ.Π.Δ.).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 41/6.4.2005 αίτηση του .... καθώς και τους προσθέτους, από 12.4.2005, λόγους για αναίρεση του υπ΄αριθμ. 625/24.3.2005 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Και

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, τα οποία προσδιορίζει σε διακόσια δέκα (210) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 26 Απριλίου 2006. Και

Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 2 Ιουνίου 2006.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ